TILEORASIΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

 

Οϋτε στό κυριακάτικο μεσημεριανό τραπέζι δέν μπορούσαμε νά βρεθούμε όλοι μαζί, όταν είχαμε τήν τηλεόραση στό σπίτι νά κοιταχθοΰμε μεταξύ μας, νά μιλήσουμε, νά συζητήσουμε σάν οικογένεια...

-Δηλαδή, θέλεις νά πεις, τώρα δέν έχετε τηλεόραση;

-Ά, τώρα, χαμογέλασε ό ώριμος άνδρας, τώρα πάει... Στή χωματερή... -Καί τό δέχθηκαν τά παιδιά;

Ή συζήτηση περιστρεφόταν έδώ καί λίγη ώρα γύρω άπό τό τεράστιο θέμα τής μικρής οθόνης καί τών ολέθριων έπιδράσεων πού άσκεϊ αύτή στή ζωή όλων, ιδίως τών παιδιών. Οί δύο συνομιλητές ήταν άπό παλιά φίλοι, κάπου-κάπου τά ’λεγαν, άνθρωποι εύσεβεΐς, τής’Εκκλησίας, οικογενειάρχες.

-Τά παιδιά, είπες; Κούνησε έλαφρά τό κεφάλι του. Δέν θά τό πιστέψεις. Αύτά μοϋ τό ζήτησαν νά τήν πετάξουμε.

-Μιλάς σοβαρά;

-Θαύμα... Τίποτε άλλο δέν μπορώ νά πώ. Ό Θεός τά φώτισε. Ήταν μανιακά μέ τήν τηλεόραση.

-Καί πώς έγινε;

-Τί νά σού πώ; Θά σοΰ πώ τί έγινε, κι άν έσύ καταλάβεις τό πώς...

-Μή νομίζεις πώς κι έγώ πήγαινα πίσω. Δυστυχώς δέν είχα καλή σειρά σ’ αύτό τό θέμα. Μπορώ νά πώ, έγώ φταίω πού δέν ξεκολλούσαν άπ’ τό γυαλί.

Κάποια μέρα λοιπόν ήμουν μαζί τους καί βλέπαμε μιά ένημερωτική έκπομπή. Οπότε, σέ κάποια στιγμή, καί χωρίς προειδοποίηση, έγινε ξαφνική διακοπή τού προγράμματος, γιά νά μποϋν - λέει - διαφημίσεις. Στό δευτερόλεπτο περάσαμε σέ άλλο σκηνικό. Αλλά τί ήταν έκεΐνο πού άντικρίσαμε; Μιά άθλια σκηνή άπό έργο πού έπρόκεπο νά παιχθεΐ τήν άλλη μέρα καί τό διαφήμιζε άπ’ τήν προηγούμενη. Άθλια, σοΰ λέω. Δέν μπορώ νά σοϋ πώ. Κοκκίνισα πού τήν είδα. Δέν σοΰ κρύβω πώς πιό πολύ ντράπηκα πού βρισκόμουν δίπλα στά παιδιά μου. Χαμήλωσα τά μάτια. Ένιωσα πολύ άσχημα.

Σέ λίγα δευτερόλεπτα σηκώθηκα κι έφυγα. Ήμουν άναστατωμένος. Δέν είναι δυνατόν, έλεγα μέσα μου. Οί παραγωγοί έχουν ξεπεράσει κάθε όριο ανοχής.

Τά παιδιά άντιλήφθηκαν τήν ταραχή μου - κοιτάχτηκαν λίγο συναμεταξύ τους- συνέχισαν όμως νά παρακολουθούν τήν έκπομπή...

Τό βράδυ τής ήμέρας έκείνης πήγα κάτι νά τούς πώ. Τό νόημα ήταν πώς είναι ντροπή πλέον νά βλέπουμε τηλεόραση.

-Καί τί, καλόγεροι θά γίνουμε; μοϋ άπάντησε ό πρώτος, στό πανεπιστήμιο δευτεροετής. Τά άλλα δύο ήταν στό Λύκειο. Δέν συνέχισα. Κατάλαβα δέν έπαιρνε άλλο. Σώπασα.

-Καί λοιπόν; Πώς έγινε καί άλλαξαν τελικά;

-Σώπασα. Τό βράδυ έκανα τήν προσευχή μου. «Συγχώρα με, Κύριε», είπα, καί μή γίνει ή δική μου άμαρτία έμπόδιο στή χάρη σου. Φώτισέ τα», παρακάλεσα θερμά.

Μετά μοϋ ήρθε μία σκέψη. Θά βάλω «κανόνα» στόν έαυτό μου, είπα. Νά τούς τό έπιβάλω δέν μπορώ, μεγάλα παιδιά είναι. Μπορώ όμως νά έπιβάλω στόν έαυτό μου... Λοιπόν, άπό δώ καί μπρος ή τηλεόραση είναι παρελθόν γιά μένα. Τέλειωσε. Δέν θά ξανακαθίσω μπροστά στήν οθόνη.

Τό ’κανα ύπόσχεση καί ζήτησα τή βοήθειά Του καί γιά μένα καί γιά τά παιδιά μου...

Πέρασε καιρός άπό τότε. Τά παιδιά συνέχισαν νά βλέπουν κανονικά. ’Εμένα καιγόταν ή καρδιά μου πού τά ’βλεπα έτσι κολλημένα. Δέν έλεγα τίποτε. ’Εξάλλου φταίχτης ήμουν, δέν είχα τήν παρρησία νά μιλήσω. Αλλά ούτε καί νά πώ τίποτε μπορούσα, στήν ήλικία πού ήταν. ’Εγώ τόν κανόνα μου καί προσευχή. Τίποτε άλλο.

-Καί δέν κατάλαβαν τίποτε πού σ’ έβλεπαν έτσι, νά μήν παρακολουθείς;

-Λές νά μήν κατάλαβαν; Δέν μοϋ έλεγαν όμως τίποτε. Μόνο στήν άρχή καναδυό φορές «μπαμπά, τρέξε- τρέξε, χάνεις». Μετά τό πήραν είδηση καί δέν μέ φώναζαν.

-Κι έπειτα; Τί άπέγινε τελικά;

-Ένα χρόνο κράτησε αύτή ή ιστορία. Αύτά στήν οθόνη κι έγώ στόν ''κανόνα'' μου. Μετά άπό ένα χρόνο έρχεται ή μεγάλη μου κόρη, τελειόφοιτη στό σχολείο.

-Μπαμπά, μοϋ λέει, θέλω νά σοϋ πώ...

-Τί είναι, κόρη μου;

-Τό συζητήσαμε μαζί τ’ άδέλφια, ή τηλεόραση μάς ύποτιμά μ’ αύτά πού δείχνει.

-Ά, τί λές;

-Εμείς πάντως δέν τήν θέλουμε άλλο. Δέν ξέρω τί λέτε μέ τή μαμά, δέν θά μάς πείραζε καθόλου νά τήν πετάξετε.

-Έμεινα άναυδος! Ένα χαμόγελο μόνο μοϋ ήρθε. Βαθιά άνακούφιση...

Τό βράδυ έκεΐνο άλλαξα τά λόγια τής προσευχής. Τώρα εύχαριστία μόνο σ’ Εκείνον πού άκουσε τή δέησή μου καί μάς άπάλλαξε άπ’ αύτόν τόν δυνάστη μέ τόσο θαυμαστό τρόπο. Καί μένα καί τά παιδιά μου


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ