Σύμφωνα και μέ το άρχαΐο ρητό είναι καλύτερα νά προλαμβάνεις παρά νά θεραπεύεις. Γι’ αύτό και ή άγωγή πού θωρακίζει τά παιδιά και τούς νέους άπέναντι στις τόσες έκτροπές και τούς κινδύνους άπό τά σύγχρονα βιντεοπαιχνίδια, ξεκινά όχι μόνο πολύ πριν έμφανισθεΐ τό πρόβλημα, άλλά πολύ πριν τό παιδι άρχίσει νά άσχολεΐται μέ τόν ύπολογιστή και νά παίζει σ’ αύτόν. Άλλωστε ή σύγχρονη παιδαγωγική ύποστηρίζει ότι ή άγωγή γενικά των παιδιών δέν ξεκινά νά έφαρμόζεται στις διάφορες φάσεις άναπτύξεως του παιδιού άλλά πολύ πρίν. Άπό αύτή τή στιγμή της συλλήψεώς του και τήν ένδομήτρια φάση της ζωης του. Γι’ αύτό και δέν θά πρέπει σέ καμία περίπτωση τά όσα θά λεχθούν σ’ αύτήν τήν ένότητα νά δημιουργήσουν τήν αίσθηση της γενικολογίας πού δέν άναφέρεται σέ αύτό καθαυτό τό θέμα τών σύγχρονων βιντεοπαιχνιδιών και της ένασχολήσεως τών παιδιών μέ αύτά.
Γιατι όταν ενα παιδι η έφηβος έρχεται σ’ έπαφή μέ τόν δελεαστικό και σαγηνευτικό κόσμο τών βιντεοπαιχνιδιών, όταν έντυπωσιάζεται και μαγνητίζεται άπό αύτά, όσες άπαγορεύσεις και περιορισμούς κι άν του θέσουν τότε οι γονείς, άν μέσα του δέν έχουν άναπτυχθεΐ ύγιή άντισώματα, δέν μπορεί μέ τίποτα νά διαχειρισθεΐ τήν κρίση και τήν πρόκληση πού ύφίσταται. Και τά ύγιή αύτά άντισώματα δέν άναπτύσσονται μονομιάς, ούτε έχουν νά κάνουν άποκλειστικά μέ τό χαρακτήρα του παιδιού η τήν έποχή στήν οποία ζεΐ, όπως πολύ εύκολα κάποιοι ύποστηρίζουν, γιά νά έξουδετερώσουν τις εύθύνες πού έχουν οι γονεΐς του γιά τήν άγωγή του. Πάντα βέβαια θά ύπάρχουν έξαιρέσεις - άπό κάποιο ρόδο θά προβάλει ενα άγκάθι, κατά τόν λαό μας - άλλά αύτές δέν καταργούν, άλλά έπιβεβαιώνουν τόν γενικό κανόνα.
Στις σύγχρονες οικογένειες, μέ τούς δύο έργαζόμενους σέ άρκετές άπό αύτές γονεΐς, μέ τά έξαντλητικά παρατεταμένα έργασιακά προγράμματα, τά παιδιά μεγαλώνουν σέ άλλα χέρια, πού άρκετές φορές δέν είναι ούτε αύτά τών παππούδων τους. Τά παιδιά άπό τή βρεφική ήλικία άποζητουν τούς γονεΐς. Μεγαλώνουν μέ τήν τραυματική έμπειρία του λιγοστού χρόνου πού άφιερώνουν οι γονεΐς σ’ αύτά. Στά πρώτα τους βήματα, στις πρώτες τους λέξεις δέν εισπράττουν τήν έπιδοκιμασία και τή στήριξη τών γονιών τους. Μεγαλώνουν έτσι μέ τή συνείδηση ότι οι γονεΐς τους δέν μπορούν νά τά στηρίξουν και έπομένως ούτε θά πρέπει, όποτε κάτι τά άπασχολεΐ, νά καταφύγουν σ’ αύτούς γιά στήριξη η συμβουλή. Οι γονεΐς είναι χαμένοι γι’ αύτά. Και στό λιγοστό χρόνο πού άσχολουνται μέ τά παιδιά δέν ύπάρχουν περιθώρια γιά κάτι πέρα άπό τά άναγκαΐα. Ήδη όμως έτσι έχουν γκρεμιστεΐ οι πρώτες γέφυρες έπικοινωνίας. Όταν ό γονιός είναι άπασχολημένος και «άγνοεΐ» τις πρώτες χαρές η τό κλάμα του παιδιού του λόγω έργασίας η προσωπικής ξεκούρασης άπό αύτήν, τό παιδί βεβαιώνεται ότι ό γονιός του δέν είναι γι’ αύτό ό άνθρωπος στόν όποΐο θά πρέπει νά καταφύγει γιά νά πεΐ τόν πόνο, τή χαρά, τόν προβληματισμό του.

«Ήμουν τετάρτη δημοτικού, θυμάται ενα μεγάλο πλέον παιδί, και ρώτησα τόν μπαμπά μου γιά νά έπιβεβαιώσω τήν άδιαφορία του γιά μένα. “Μπαμπά, τί τάξη πάω;”. “Τρίτη”, μου είπε και μου έδωσε ενα φιλάκι. Δέν θά ξεχάσω ποτέ τήν άπογοήτευση πού ένιωσα. Κι ούτε ποτέ τήν ξέχασα όταν χρειάστηκε νά έκμυστηρευτώ η νά συμβουλευτώ γιά κάτι κάποιον. Ποτέ δέν ήταν ό πατέρας μου»...
Τά παιδιά θέλουν χρόνο. Θέλουν έγνοια, ζητουν νά τά άκούσουμε. Άπό πολύ μικρά. Άπό τότε πού άρχίζουν νά λένε και νά περιγράφουν όλα αύτά τά κουραστικά γιά μάς τούς μεγάλους πού άφορουν τόν παιδικό τους κόσμο. Και είναι άκριβώς τότε πού δέν πρέπει νά τά άποπάρουμε. Πού μέ προσοχή και ένδιαφέρον πρέπει νά τ’ άκούσουμε. Νά άπαντήσουμε στις έρωτήσεις τους και νά έκδηλώσουμε τό ένδιαφέρον μας στά λεγόμενά τους. Όχι γιατι είναι σημαντικά αύτά πού ένδεχομένως λένε. Άλλά γιατι είναι σημαντικό τό ότι τά λένε. Κι όταν τά χρόνια περάσουν κι έρθουν τά δύσκολα χρόνια της έφηβείας και της νεανικής έπαναστάσεως, τότε συνειρμικά και πηγαία θά άναδευτεΐ άπό μέσα τους: «Έχω κάποιον νά ρωτήσω. Έχω κάποιον νά συμβουλευθώ. Έχω κάποιον στόν όποΐο μπορώ νά έξιστορήσω τί μου συμβαίνει, τί μέ προβληματίζει, τί μέ έρεθίζει και δελεάζει. Είναι ό πατέρας μου. Είναι ή μάννα μου. Γιατι πάντα μέ ακουγαν. Γιατι πάντα συμπλήρωναν τή σκέψη μου. Γιατί πάντα είχαν χρόνο γιά μένα».
Φτάνοντας στό πρόβλημα τών βιντεοπαιχνιδιών θά μπορούσαμε νά πουμε ότι ό χρόνος πού άφιερώνουν τά παιδιά στά βιντεοπαιχνίδια μπορεΐ νά είναι άντιστρόφως άνάλογος πρός αύτόν πού άφιέρωναν και άφιερώνουν οι γονεΐς τους σ’ αύτά. Γιά πολλά παιδιά τά βιντεοπαιχνίδια είναι μιά φυγή. Μιά παρηγοριά. Ένας κόσμος αλλος. Φαντασμαγορικός. Πολύ πιό δελεαστικός άπό τόν σκληρό και μοναχικό κόσμο της πραγματικότητος. Ένας κόσμος βίας γιά νά έκτονώνουν τή νεανική τους ένταση και τή βία πού άσυναίσθητα ύφίστανται καθημερινά. Ένας κόσμος μεταφυσικού καί δαιμονικού μυστηρίου σάν τό μυστήριο του άνερμήνευτου κόσμου πού καθημερινά κινεΐται.
Τό έρώτημα είναι: Τό παιδι βρίσκει τήν ανεση, τό ύπόβαθρο και τήν κατανόηση νά συζητήσει μέ τούς γονεΐς του όλα αύτά πού αισθάνεται, νιώθει και σκέφτεται; Υπάρχει αύτή ή διαπροσωπική έπικοινωνία; Θά είσπράξει κατανόηση, άνοχή, ένδιαφέρον στή σκέψη και τά λεγόμενά του; Θά νιώσει ότι κάποιος τόν άκούει, όχι γιά νά τόν κατατροπώσει μέ τά δικά του έπιχειρήματα, άλλά γιατι τόν ένδιαφέρει ή σκέψη του και ό τρόπος πού φτάνει σ’ αύτήν; Θά βρεΐ ενα φιλικό περιβάλλον μέσα στό σπίτι, πιό φιλικό άπό έκεΐνο τών «φίλων» του, ώστε νά άποταθεΐ στούς γονεΐς κι όχι στούς φίλους;
Άν τό παιδί, τό όποιο παιδί, σ’ όποιο σπίτι, συναντήσει αύτή τήν έπικοινωνία, ενα τέτοιο φιλικό περιβάλλον άπό τούς γονεΐς γεμάτο κατανόηση και άγάπη, τότε δέν κινδυνεύει άπό όποιαδήποτε μορφή έξαρτήσεως. Όχι ότι κάποτε δέν μπορεΐ νά τό άγγίξει τό όποιο πρόβλημα. Θά είναι όμως πολύ δύσκολο νά τό καταβάλει. Νά τό αιχμαλωτίσει. Γιατι τό παιδι θά ξέρει ποιούς νά ρωτήσει. Θά ξέρει ποιοι θά τό στηρίξουν.


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ