ΑΓΙΟΙ ΤΩΝ ΜΕΤΕΩΡΩΝ

Ο Άγιος Φιλόθεος (ΙΣΤ΄ αι.) 

Δεύτερος κτίτορας και ανακαινιστής της μονής του Αγίου Στεφάνου μαρτυρείται, κατά τα πρώτο μισό του ιστ΄ αιώνα, ο ιερομόναχος όσιος Φιλόθεος από τη Σθλόταινα ή Σκλάταινα, σημερινό χωριό Ρίζωμα της επαρχίας Τρικάλων.

Τα ιστορικά στοιχεία για τον όσιο Φιλόθεο δεν είναι αρκετά. Η κυριότερη πηγή είναι το σιγίλλιο του Οικουμενικού Πατριάρχη Ιερεμίου Α’ του έτους 1545 μ.Χ. Δυστυχώς το εν λόγω σιγίλλιο δεν διασώζεται στην ιερά μονή Αγίου Στεφάνου. Διέσωσε όμως το μεγαλύτερο μέρος αυτού ο P. Uspenskij, ο οποίος τον Απρίλιο του 1859 επισκέφθηκε τη μονή και αντέγραψε το μεγαλύτερο μέρος του.

Ο Πατριάρχης Ιερεμίας ο Α’ πατριάρχευσε κατά τα έτη 1522/1524, 1525/1546. Κατά τη διάρκεια της μεγάλης του πατριαρχείας ανέλαβε επανειλημμένως ποιμαντορικές περιοδείες κυρίως ανά την Ελλάδα: Άγιον Όρος, Μακεδονία, Βοιωτία, Μετέωρα, Ήπειρο από την οποία και καταγόταν (Ζίτσα). Ο Ιερεμίας συνετέλεσε στην ανάκτιση της ιεράς μονής Σταυρονικήτα. Στο καθολικό της μονής αυτής σώζεται τοιχογραφία του ως κτίτορα.

Ο Φιλομόναχος Οικουμενικός Πατριάρχης Ιερεμίας το 1540 επισκέφθηκε την ιερά μονή Μεγάλου Μετεώρου και αφού είδε τα προηγούμενα πατριαρχικά και μητροπολιτικά σιγιλλιώδη γράμματα εξέδωσε σιγίλλιο, το οποίο κατοχυρώνει το «αδέσποτον και ακαταδούλωτον (της μονής)… εκ παντός προσώπου εκκλησιαστικού και των εν τέλει».

Το 1542 ο Πατριάρχης Ιερεμίας ο Α’ εξέδωσε γράμμα βεβαιωτικό «δι΄ου επικυρούται η εις την μονήν του Μεγάλου Μετεώρου γενόμενη αφιέρωσις του μονυδρίου του προφήτου Ηλίου».

Ο ίδιος Πατριάρχης επικύρωσε τη διαθήκη των οσίων Νεκταρίων και Θεοφάνη, κτιτόρων της ιεράς μονής Βαρλαάμ.

Το υπέρ της μονής του Αγίου Στεφάνου σιγίλλιο του Ιερεμίου Α’ συμπεριλαμβάνεται εν περιλήψει σε μεταγενέστερο σιγίλλιο του έτους 1720 του Πατριάρχου Αλεξανδρείας Σαμουήλ, το οποίο κατοχυρώνει τα προνόμια και την κτηματική περιουσία της μονής του Αγίου Στεφάνου:

Παραθέτω κατωτέρω το κείμενο του σιγιλλίου του Ιερεμίου Α’, όπως το διέσωσε ο P. Uspenskij εξ αντιγραφής από το πρωτότυπο που βρισκόταν στη μονή του Αγίου Στεφάνου:

«† Επειδή ζήλω θείω κινηθείς ο οσιωτατος εν ιερομονάχοις κύριος Φιλόθεος ανεκαίνισεν τον σεβάσμιον και θείον ναόν, τον εις όνομα τιμώμενον του αγίου αρχιδιακόνου Στεφάνου, τον κείμενον εν τη κορυφή, έχων συνεργόν και βοηθόν εις την έξοδον αυτήν και τον εν ιερομονάχοις Κύριον Γεράσιμον (…) αλλά δη και τους λοιπούς μοναχούς, τους ενασκουμένους εν τω ρηθέντι σεβασμίω ναω και ως ειπείν εκ βάθρων θεμελίων τούτον ανήγειρεν και εκόσμησεν ο ρηθείς οσιώτατος ιερομόναχος, και κέλλας γύρωθεν πήξας προς αναπαυσιν των ενασκουμένων εκείσε και των άλλως πως παρατυγχανόντων και λοιπαις οικοδομαίς ανακτίσας και βελτιώσας αυτήν, έτι δε σκεύη και βιβλία εκκλησιαστικά συνάξας και ιερέων αλλαγάς και τ’ άλλα πάντα τα αρμόζοντα τη μονή, προς τοις δε και μετόχιον εν τη χώρα της Σθλάταινας ποιήσας, και τοιούτον μετά των λοιπών αδελφών καλλιεργήσας και γην εν τούτω ποιήσαντες διάφορον προς εργασίαν των τροφίμων αυτών, και αμπελώνας γύρωθεν αυτου αφιερώσαντες, πατρικά όντας κτήματα αυτών, έτι δε και έτερον αμπελώνα πλησίον του μονυδρίου αυτού φυτεύσαντες και πάντα όσα ην υπό την δύναμιν αυτών κατασκευάσαντες και κοιβιακώς ζην επαγγειλάμενοι, εζήτησαν τη ημών μετριότητι, ίνα δια γράμματος αυτής πατριαρχικού βεβαιώσωμεν αυτήν, του είναι ακαταπάτητον παρά <του> θεοφιλεστάτου επισκόπου Σταγών και του οσιωτάτου καθηγουμένου της σεβασμίας και βασιλικής του Μετεώρου μονής, και των λοιπών των εν τη Σκήτη ως έξωθεν ουσαν των συνόρων της Σκήτεως αυτής και μηδ … την αναφοράν και αίτησιν αποδεξαμένη το παρόν γράμμα απολύει τη μονή ταύτη, δι’ ου και εν Αγιω παρακελευεται πνεύματι ίνα μένη η μονή αυτή κοινόβιον καθαρ΄ν τε και άδολον και πράττωσι και φυλάττωσι πάντα τα εν τοις κοινοβίοις τελούμενα, έχοντες πάντα κοινά τα τε βρώσιμα και πόσιμα, εδύματα τε και υποδήματα, μηδενός εκ των ενασκουμένων εν ταυτη έχοντος ιδιόν τι η ονομαζοντος εκτός αυτης η εντός, υποταγήν και ευπείθειαν προς τον προεστώτα αυτων εωδεικνύμενοι… κ.λπ. Ει δε τις αυτών φανείη ιδιορρύθμως ζων και πολιτευόμενος, ο τοιούτος σωφρονιζέσθω παρά του προστατεύοντος της μονής… Τα δε πατά τούτων η και παρ’ άλλων χριστιανών αφιερωθένα εν τη μονή ταύτη κτήματα τε και πράγματα και σκεύη και βιβλία, και άπαξ απλώς άπαντα κινητά και ακίνητ, αδιάσπαστα μένειν από παντός προσώπου ταυτα παρακελευόμεθα… Τούτου γαρ χαριν εγένετο και το παρόν ημέτερον πατριαρχικόν γράμμα, και επεδόθη τη ρηθείση σεβασμία μονή του αγίου αρχιδιακόνου Στεφάνου εν έτει 7053. Ο δε κατά τόπον θεοφιλέστατος επίσκοπος Σταγών προχειριζέτω και τον της μονής αυτής προστατεύοντα και επιμέλειαν πνευματικήν αεί ενδεικνύει εν αυτή και εν τοις ενασκουμένοι εν ταύτη μοναχοίς.

Μηνί Φεβρουαρίω, ινδικτ. Γ».

Εκ του ανωτέρου σιγιλλίου προκύπτουν τα κάτωθι στοιχεία: ο «οσιώτατος εν ιερομονάχοις Φιλόθεος» μαζί με τον ιερομόναχο Γεράσιμο αγιοστεφανίτη είναι οι ανακαινιστές και χορηγοί της δαπάνης για την ανάκτιση του ναού του Αγίου Στεφάνου, ο οποίος προφανώς υπήρχε παλαιότερα.

Ο Καισαρείας της Φιλίππου Αγαθάγγελος σε αξιόλογα ιστορικά του σημειώματα στον υπ’ αριθ. 90 κωδ., φ. 2, αναφέρει ότι «η ιερά και μετέωρος περί τους Σταγούς (Καλαμπάκα) Μονή του Πρωτομάρτυρος και Αρχιδιακόνου Στεφάνου και ο τούτου αυτόθι θείος Ναός: εκτίσθησαν συνάμα: επί της βασιλείας του των ΓραικοΡωμαίων Βυζαντινού Αυτοκράτορος Ιωάννου του Καντακουζηνού: περί τα 1350 α.Χ.».

Με τη σημείωση του αρχιερέως Αγαθαγγέλου συμπίτει και η πληροφορία εκ του βίου του Ισιδώρου Α’ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως (1347-1350): «Ιδιαιτέρας μνείας γεγονός επί της πατριαρχίας του Ισιδώρου είναι η ίδρυσις της περικαλλούς μονής Αγίου Στεφάνου των Μετεώρων».

Είχαν παρέλθει ήδη διακόσια χρόνια από την πρώτη ίδρυση του ναού του Αγίου Στεφάνου και ήταν φυσικό να είχε υποστεί φθορές.

Η πληροφορία ότι ανέκτισε «τας κέλλας και τας λοιπάς οικοδομάς» και εν γένει εβελτίωσε το όλο οικοδομικό συγκρότημα της μονής, δηλώνει ότι ήδη προϋπήρχε οργανωμένο μοναστήρι.

Το γεγονός ότι ο όσιος Φιλόθεος χορηγεί τη δαπάνη για όλα αυτά τα έργα και εμπλουτίζει το μετόχι τους στη γενέτειρά του Σθλάταινα με πατρικά κτήματα αυτού και του Γερασίμου σημαίνει ότι ήταν γόνος ευκατάστατης οικογένειας και ότι και αυτός, όπως και όλοι οι άλλοι σύγχρονοί του κτίτορες των Μετεώρων (Νεκτάριος και Θεοφάνης του Βαρλαάμ, Μάξιμος και Ιωάσαφ της Ρουσάνου, Συμεών του Μεγάλου Μετεώρου), διαθέτει όλη την πατρική του περιουσία για την ανακαίνιση και τον εξωραϊσμό της μονής και για τον εμπλουτισμό της με τις απαραίτητες στολές και άμφια.

Μπορούμε να πούμε ότι τα Μετέωρα ζουν τον χρυσούν αιώνα τους, καθ’ όσον διαθέτουν οσιακές μορφές ανακαινιστών με οικονομική άνεση, με οργανωτική ικανότητα και ζήλο για τη διατήρηση και διάσωση της γνήσιας μοναστικής παράδοσης πάνω στους μετεωρίτικους βράχους.

Θα μπορούσαμε επίσης να εικάσουμε ότι οι εν λόγω ανακαινιστές και κτίτορες είχαν μεταξύ τους πνευματική σχέση και συνεργασία, δεδομένου ότι ταυτόχρονα συντάσσουν διαθήκες τους με ίδιο περιεχόμενο (ανεξερτήτως μονές – αυστηρή κοινοβιακή τάξη – κατοχύρωση της κτηματικής περιουσίας των μονών τους).

Η πληροφορία, άλλωστε, του εγκωμιαστή του οσίου Θεοφάνη Δημητρίου ότι ο όσιος Θεοφάνης ήταν «κοινό πνευματικός πατήρ και διδάσκαλος πάσης της Σκήτεως» συμμαρτυρεί για την παραπάνω άποψη.

Η εν συντομία κοινοβιακή διάταξη, που περιέχει το εν λόγω σιγίλλιο του Ιερεμίου Α’ είναι του αυτού περιεχομένου με παραπλήσιο λεκτικό των κοινοβιακών διατάξεων των διαθηκών και των σιγιλλίων των αναφερθέντων μετεωρίτικων μοναστηριών.

Η προχείριση του ηγουμένου στην πατριαρχική μονή δεν γινόταν από πατριαρχικό αντιπρόσωπο, αλλά, σύμφωνα με τις οδηγίες του σιγιλλίου, από τον επίσκοπο Σταγών, τον οποίο και προφανώς θα μνημόνευε. Αυτό εμφαίνεται από το προαναφερθέν σιγίλλιο του Σαμουήλ, στο οποίο αναφέρονται επί λέξει: «δι΄ου σιγιλλιώδους η μονή του αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου ελευθέρα καθίσταται, σύδοτος τε και ακαταζήτητος, παρά του κατά καιρούς θεοφιλεστάτου επισκόπου Σταγών, επιμέλειαν πνευματικήν ενδεικνυμένου μόνον, εις σωτηρίαν των ενασκουμένων εν αυτή πατέρων και γνώμη τούτων κοινη προχειριζομένου τον ταύτης προστατεύοντα, ότε αν ειη χρεία, δεχομένου τε και λαμβάνοντος κατ’ ετος παρά της μονής κηρού λίτραν μίαν, ένεκεν υποταγής και ευπειθείας της εις αυτόν, και το μνημόσυνον του κανονικού αυτού ονόματος διηνεκώς και παρρησία, καθίσταται δ’ έτι ελευθέρα και ακαταπάτητος παρά του οσιωτάτου καθηγουμένου της πατριαρχιακής βασιλικής μονής του Μετεώρου και των λοιπών των εν τη σκήτη, ως έξωθεν ούσα των συνόρων της μεγάλης σκήτεως».

Μόνο στο σιγίλλιο του Οικουμενικού Πατριάρχου Γρηγορίου Στ’ προς την ιερά μονή Αγίου Στεφάνου αναφέρεται η μονή ως καθ’ αυτό σταυροπηγιακή με μνημόσυνο του Οικομενικού Πατριάρχου: «και παρά πάντων γινώσκηται τετιμημένον τη Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή αξία, ελεύθερον, αδούλωτον, ασύδοτον, ακαταπάτητον, ανενόχλητον τε και ανεπηρέαστον παρά παντός προσώπου Ιερωμένου ή λαϊκού και μηδενί άλλω υποκείμενον, ει μη μόνω τω καθ’ ημάς Αγιωτάτω Πατριαρχικώ, Αποστολικώ και Οικουμενικώ Θρόνω και προς αυτόν μόνον την σχέσιν έχη και αναφοράν υπ’ αυτού μόνου προστατευόμενον, κρινόμενον τε και ανακρινόμενον, μνημονευομένου εν αυτώ αεννάως και του Πατριαρχικού ονόματος».

Ο ισχυρισμός του οσίου Φιλοθέου ότι η μονή κείται «έξωθεν των συνόρων της σκήτεως» του Μετεώρου μαρτυρεί ότι πριν από τη διάνοιξη των σημερινών οδών η ιερά μονή του Αγίου Στεφάνου, προσβάσιμη από μονοπάτια της Καλαμπάκας, ήταν ουσιαστικά μακρινή και δυσπρόσιτη από τη Σκήτη της Δούπιανης και τη Σκήτη του Μετεώρου. Έτσι εξηγείται γιατί στο «Σύγγραμμα Ιστορικόν», καθώς και στα έγγραφα της Σκήτης του Μετεώρου, δεν γίνεται λόγος για τη μονή του Αγίου Στεφάνου, η οποία από το 1350 ήταν περικαλλής και οργανωμένη.

Τοιχογραφία του οσίου Φιλοθέου έχουμε στο ναύδριο του Αγίου Στεφάνου. Στο νάρθηκα, δεξιά ως προς τον εισερχόμενο, δίπλα στον αρχάγγελο Μιχαήλ, εικονίζεται ολόσωμος ντυμένος με το μοναχικό του τριβώνιο και με φωτοστέφανο στην κεφαλή του. Η ύπαρξη του φωτοστέφανου φανερώνει ότι η ιστόρηση του οσίου Φιλοθέου έγινε μετά την κοίμησή του, της οποίας ο χρόνος είναι άγνωστος. Πάντως σίγουρα μετά το 1545, έτος έκδοσης του προαναφερθέντος σιγιλλίου του Ιερεμίου Α’. Επίσης, η ύπαρξη του φωτοστέφανου είναι δηλωτική της παραοχής του ως οσίου από τους σύγχρονους και μεταγενέστερους μοναχούς.

Στην τοιχογραφία του οσίου Φιλοθέου υπάρχει η επιγραφή: Ο ΟΣΙΟΣ Π(ΑΤ)ΗΡ ΗΜΩΝ ΦΙΛΟΘΕΟΣ Κ(ΑΙ) ΚΤΗΤΩΡ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΤΕ(ΦΑΝΟΥ) ΥΠΑΡΧΩΝ ΕΚ ΧΩ(Ρ(ΑΣ) ΣΙΑΤΑΙΝΑ).

Στο χέρι του κρατάει ειλητό, όπου αναγράφονται τα εξής: «Εν καρδίαις πραέων αναπαύσεται Κύριος, ψυχή δε ταραχώδης διαβόλου καθέδρα».

Προς τιμήν του οσίου Φιλοθέου συνέθεσε το 1997 Παρακλητικό Κανόνα ο Σιμωνοπετρίτης ιερομόναχος Αθανάσιος, υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Ο πλήρης τίτλος είναι: Παρακλητικός κανών εις τον όσιος Φιλόθεον τον εκ Σκλαταίνης, κτίτορα της εν Μετεώροις ιεράς μονής του Αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου. Συντεθεί εν Αγίω Όρει του Άθωνος υπό Αθανασίου ιερομονάχου Σιμωνοπετρίτου, Υμνογράφου της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας, μερίμνη του αιδεσιμολογιωτάτου π.Στεργίου Λιούτα, εφημερίου Ριζώματος (Σκλαταίνης Τρικάλων). 


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ