Ι. Μονή της Υπαπαντής του Χριστού

 

1535518_625572840835391_673319972_n.jpg

 Ι.Μ.ΥΠΑΠΑΝΤΗΣ

 

Στα αναστηλωμένα παλαιά μοναστήρια των Μετεώρων ανήκει και η ιερά μονή Υπαπαντής ή της Αναλήψεως του Χριστού, μετόχι της Ιεράς Μονής Μεγάλου Μετεώρου (Μεταμορφώσεως), κτισμένη ψηλά σ’ ένα ευρύχωρο σπήλαιο μετεωρίτικου βράχου σε ύψος εβδομήντα μέτρων. Παλαιά έφθανε κανείς εκεί με τα πόδια σε τριάντα λεπτά, βαδίζοντας βορείως του Μετεώρου. Σήμερα ένας χωματόδρομος λίγο πιο κάτω από τον Αναπαυσά, οδηγεί τα αυτοκίνητα, αλλά και τους πεζούς προσκυνητές στην πανήγυρη της μονής.

Το ανέβασμα με την παλαιά κρεμαστή ξύλινη κλίμακα, την διατηρημένη σε τέσσερα τμήματα, λόγω της ανωμαλίας του βράχου, ήταν πολύ δύσκολο. Ο τελευταίος που την ανέβηκε, το έτος 1911, ήταν ο μοναχός του Μεγάλου Μετεώρου Ευγένιος, ο οποίος ανεβαίνοντας για να ανάψει τα κανδήλια του ιστορικού αυτού ναού, γκρεμίστηκε στο κενό μαζί με την σαθρωμένη παλαιά σκάλα.

Τα κανδήλια της Υπαπαντής έμειναν για χρόνια σβηστά, έως ότου ο δραστήριος μητροπολίτης Τρίκκης και Σταγών Πολύκαρπος περί το έτος 1930, φρόντισε για την ανακατασκευή λαξευτής κλίμακας, που κατέστησε άφοβη πλέον την άνοδο στο σπήλαιο. Η πτώση ομοίως ενός μεγάλου τμήματος βράχου, λόγω διαβρώσεως, κατά τον Μάιο του 1948, συνετέλεσε στο να γίνει πιο προσιτό το σπηλαιώδες μοναστήρι. Σήμερα η κλίμακα αριθμεί περί τα εκατό σκαλιά.

Ο Φώτης Κοτοπούλης μας πληροφορεί ότι «το μοναστήρι ήταν κτισμένο σε δύο μικρές σπηλιές, που τις χώριζε όγκος ενός μέτρου προς το χαϊνό βάραθρο, το οποίο κατά τι, το είχον λαξεύσει και τα συνέδεον (τα σπήλαια) με ξύλινη διάβασι. Η άνοδος γινότανε με μια ανεμόσκαλα με εξήντα σκαλιά, έφτανε τα πεντήκοντα μέτρα κι ευρίσκονταν στο αριστερότερο μέρος της Μονής και συνδεόνταν με μια σπηλιά, η οποία οδηγούσε προς το μοναστήρι. Σήμερα όμως δεν απέμεινε τίποτε ώστε να ενθυμίζει το μέρος από όπου γινόταν η ανάβαση. Το μοναστήρι επί υψηλού βράχου βρίσκεται σε ύψος εβδομήντα μέτρων από τη γη και στο μέσο του βράχου. Ωστόσο όμως και για ενθύμιο του τρόπου αναβάσεως μας το περιέσωσε ο ζωγράφος καλλιτέχνης Παντελής Ζωγράφος, όστις με την ζωγραφία του αποθανάτισε την μονήν προτού σωριασθή σε ερείπια. Την μονήν ταύτην επισκέφθηκα την 29η Απριλίου 1954».

 

 

meteora-hiking-tour-19.jpg

 

Παλαιότερη αρχιτεκτονική περιγραφή: Περιγραφή της παλαιάς μορφής του ασκητηρίου της Υπαπαντής εξεπόνησαν οι αρχιτέκτονες Δημήτριος Βλάμης, Αικατερίνα Ιωάννου και Γρηγόριος Μαυρομάτης στην διδακτορική διατριβή με θέμα «Μετέωρα» που υπέβαλλαν στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο στα 1960.

«Η μονή της Υπαπαντής, είναι κτισμένη ψηλά σε κοιλότητα βράχου στο βορειότερο τμήμα της περιοχής των Μετεώρων. Στην ανατολική πλευρά του ίδιου βράχου τα ερείπια της μονής του Αγίου Δημητρίου. Η προσπέλαση στη μονή γίνεται σήμερα από σκάλα, σκαλισμένη το 1930 στο βράχο. Η άνοδος, παλαιά, γινόταν με κρεμαστή σκάλα που οδηγούσε σε πλατύσκαλο. Αερικά σκαλιά ανέβαζαν στην είσοδο του καθολικού, εκεί που σήμερα υπάρχει νάρθηκας κτισμένος αργότερα.

Ο κυρίως ναός είναι μόνοκλιτος, σταυρεπίστεγος βασιλική. Χτίστηκε από τον κυρ Νείλο, το 1367, σύμφωνα με επιγραφή που υπάρχει στο υπέρθυρο της εισόδου του. Είναι από τους παλαιότερους ναούς του τύπου αυτού. Το εγκάρσιο κλίτος έχει το ίδιο πλάτος με τα εκατέρωθεν χαμηλότερα ενώ συνήθως, η υψηλότερη καμάρα έχει μικρότερο πλάτος από τις άλλες.

Κατά μήκος των τοίχων έχουν ανοιχθεί τυφλές αψίδες, με παράθυρο και πόρτα, που κλείστηκε όταν προσετέθη νάρθηκας στο καθολικό. Εσωτερικά ο χώρος έχει θαυμαστή ενότητα. Για την δημιουργία της βοηθούν το ορθογώνιο σχήμα της κατόψεως που διατηρείται στην οροφή και η σχέση των θόλων μεταξύ τους. Η κόγχη του ιερού, φέρει δίλοβο παράθυρο και καταλήγει σε τρίπλευρη αψίδα. Η τοιχοποιΐα εξωτερικά είναι προσεγμένη. Έχει πλίνθινες διακοσμήσεις που περιβάλλουν τα παράθυρα, δημιουργούν στέψη στον ναό και δίνουν στο κτίσμα μεγαλύτερη σημασία από τα άλλα.

Στην ίδια εποχή πρέπει να ανήκε το διώροφο κτίσμα που βρίσκεται στην άλλη κοιλότητα του βράχου. Εδώ διακρίνουμε Τράπεζα, απέναντι της βοηθητικούς χώρους, εστία, βριζόνι και στέρνα (κινστέρνα). Ίσως στον άνω όροφο να υπήρχαν κελλιά. Αργότερα η Τράπεζα χωρίστηκε με ελαφρό τοίχο ακριβώς στην μέση σε δύο κελλιά.

Τα άλλα κτίσματα είναι υπόλοιπα νεωτέρων κατασκευών. Πρέπει να χρησιμοποιήθηκαν ως αποθήκες. Το σημαντικότερο από αυτά, ο νάρθηκας του ναού, κτίστηκε σύμφωνα με επιγραφή του υπέρθυρου της εισόδου του το 1784. Είναι ένας ορθογωνικός χώρος που πλησιάζει το τετράγωνο. Το μικρό όμως ύψος και ο λίγος φωτισμός που έχει, του δίνουν εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα από τον κυρίως ναό και δεν προετοιμάζει για την είσοδο σε αυτόν. Ο πάνω από τον νάρθηκα χώρος χρησίμευε για κελλιά μοναχών.

Η κατασκευή του νάρθηκος κατέλαβε τον αρχικό χώρο της εισόδου. Δημιουργήθηκε τότε ξύλινος εξώστης κατά μήκος της (βορεινής) πλευράς του νάρθηκος και του καθολικού, που έφθανε έως το μεταξύ των δύο κοίλων σημείο. Σήμερα σώζονται κασταστραμμένα τα δοκάρια του εξώστη και της στέγης του. Η κατασκευή του ξύλινου εξώστη ανάγκασε να κλειστεί η σκάλα που οδηγούσε από το πλατύσκαλο στην εκκλησία. Ίσως από τότε χρησιμοποιήθηκε για άνοδο μόνο από το βριζόνι. Οι δύο κοιλότητες του βράχου ανάγκασαν να δημιουργηθούν δύο ομάδες κτιρίων.

Η μονή δεν ακολουθεί την καθιερωμένη διάταξη στην ανάπτυξή της, αλλά αναπτύσσεται με τον καιρό ανάλογα με τις ανάγκες της. Ο ναός αρχικά τοποθετείται κοντά στην είσοδο. Αργότερα η είσοδος μεταφέρεται αναγκαστικά και ο ναός βρίσκεται μακριά από αυτήν. Πρόκειται για μονή που κατοικήθηκε κατά διαστήματα από λίγους μοναχούς ή εκμεταλλεύτηκαν κατά το δυνατόν την υπάρχουσα επιφάνεια και την αύξησαν με την δημιουργία προεξοχών».

Παλαιότερη μνεία: Το μοναστήρι είναι κτίσμα του 14ου αιώνα. Είναι το μόνο ενυπόγραφο από τα τέσσερα σπηλαιώδη μονύδρια που έκτισε ο Νείλος, ο ‘πρώτος’ της Σκήτης της Δούπιανης.

Ο ναΐσκος της Αναλήψεως ή Υπαπαντής είναι πολύ σπουδαίος από απόψεως αρχαιολογικής, διότι κτίσθηκε εκ βάθρων και ιστορήθηκε (σύμφωνα με την επιγραφή ιστορήσεως) με τους κόπους και την επιστασία «του πρώτου της Σκήτεως Σταγών και καθηγουμένου της Δούπιανης κυρ Νείλου» το έτος 1367. Διασώζει θαυμάσιες τοιχογραφίες μακεδονικής τεχνοτροπίας και επίσης διασώζει την μορφή του Νείλου, ιστορημένη στη ΝΔ κόγχη του κυρίως ναού να δέεται γονυπετής έμπροσθεν της Θεοτόκου.

Ιστορική εξέλιξη του μονυδρίου. Η ιερά μονή της Υπαπαντής άρχισε να παρακμάζει στις αρχές της οθωμανικής κυριαρχίας.

Στο ‘Χρονικόν των Μετεώρων’ (γραμμένο περί το 1529) δίδεται η πληροφορία ότι αρκετά ησυχαστικά μονύδρια βρίσκονταν στα χέρια κοσμικών και αφανίζονταν. Επί ογδόντα έξι χρόνια την Υπαπαντή λυμαινόταν, με ληστρικό τρόπο, η οικογένεια κάποιου Μιχαήλ Μουχθουρή. «Η Υπαπαντή πς’ (86) χρόνους υπό τινός Μιχαήλ Μουχθουρή κατείχετο, έχοντος και δύο παίδας· υπάρχον πρότερον εν κοινοβίου τάξει και μοναδική καταστάσει».

Στις αρχές του 17ου αιώνα η μονή της Υπαπαντής ανήκει ως κελλίο στο Μεγάλο Μετέωρο. Στο μνημονευθέν ‘Κατάστιχο διά την αποκοπήν των κελλιωτών’ η εν λόγω μονή αναφέρεται δεκάτη πέμπτη στην σειρά ως ενεργός με τον τίτλο: «η Υπαπαντή».

Δύο δεκαετίες αργότερα «οι εν Υπαπαντή του Κυρίου» πατέρες με καθηγούμενο τον ιερομόναχο Χριστόδουλο συνυπογράφουν δέκατοι στην σειρά στην ζητεία των μετεωρικών μοναστηριών προς τον ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας Ιωάννη Βασίλειο  Lupu(1634 – 1653).

Κατά τα τέλη του 18ου αιώνα επί ηγουμένου Συμεών το μοναστήρι αυτό παρουσίασε νέα άνθηση και σε αριθμό πατέρων και σε κτήματα.

Ο επίσκοπος Σταγών Αγαθάγγελος (;) με γράμμα του έτους 1779 απευθύνεται προς τους κατοίκους των χωρίων Μεγυρίτζας, Οστροβού, Γιωργίτζας και λοιπών χωρίων των Χασίων, υπέρ των πατέρων της μονής Υπαπαντής και εξαιτείται την οικονομική βοήθεια για την αποπεράτωση του κτισίματος του νέου κτιρίου. Οι Αδελφοί της Υπαπαντής, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει, ευρίσκονται σε «μεγαλωτάτην δυστυχίαν και υστερούνται… στο νέο κτίριον [του Αγίου Δημητρίου], όπου έχουν βδομήντα μαστόρους».

Με έγγραφο της 25ης Μαρτίου του 1788 ο επίσκοπος Σταγών και οι Βαρλααμίτες πατέρες, οι οποίοι κατείχαν ως μετόχι την ερειπωθείσα μονή του Αγίου Δημητρίου, παραχωρούν τον χώρο αυτής, εκτάσεως περίπου δύο στρεμμάτων, στην ιερά μονή Υπαπαντής, της οποία οι πατέρες είχαν αυξηθεί, ώστε να κτίσουν γι΄ αυτούς κελλιά και τα λοιπά χρειώδη κτίρια. 

Σε χειρόγραφους κώδικες του Μεγάλου Μετεώρου ευρίσκουμε σημειώσεις για το μοναστήρι της Υπαπαντής. Στον κωδ. υπ’ αριθ.77, του 15ου αι., του κωδικογράφου Νείλου Σταυρά, άνωθεν στην πινακίδα υπάρχει η σημείωση: « Η Υπαπαντή». Στον ίδιο κώδικα στο φ.10, με γραφή 17ου – 18ου αιώνα: «το παρόν βιβλίον είναι της Υπαπαντής» (ΟΔ). Παρόμοιο σημείωμα ευρίσκουμε και στον κωδ. Υπ.’ Αρθ.63 (14ου – 16ου αι.) στο φ.351 (α’ όψη): «το παρόν βιβλίον της Υπαπαντής» (ΟΔ). Οι εν λόγω κώδικες αποτελούσαν κτήμα του σπηλαιώδους αυτού ασκητικού ενδιαιτήματος.

Είναι προφανές ότι και άλλα εκκλησιαστικά βιβλία κατείχε το μοναστήρι αυτό για τις λειτουργικές ανάγκες. Στον κωδ. υπ’ αριθ.75, του 15ου αι., στο φ.91 υπάρχει σχετικός Κατάλογος βιβλίων, ιερών σκευών και κηπευτικών εργαλείων, με γραφή του 15ου αιώνα:

« Ταύτα εισι τα άπερ ευρίσκονται εν τη Υπαπαντή Ιερόν Φελονοστίχαρον (…) Πετραχήλιον και Υπομάνικα λινά· δισκοπότηρον· (…) Ευαγγέλιον· Κυριακοδρόμιον· και έτερον Τετραυάγγελον· και Πραξαπόστολον· εν ζεύγος Κλίμακος· και Πατερικά (…)» (ΟΔ).

 Στην γνωστή χαλκογραφία των Μετεώρων του έτους 1782 του μοναχού Παρθενίου ξεχωρίζουν επί του βράχου η μονή του Αγίου Δημητρίου με ναό και κελλί. Πιο χαμηλά, στην βορεινή πλευρά του βράχου, ζωγραφίζει ο καλλιτέχνης εντός σπηλαίου την Υπαπαντή.

Στα 1809, μετά την επανάσταση του παπα-Θύμιου Βλαχάβα κατά των Τούρκων, και οι άλλες λειτουργούσες ιερές μονές των Μετεώρων υπέστησαν τα πάνδεινα, η δε Ιερά μονή της Υπαπαντής εγκαταλείφθηκε. Μετά την ερήμωση της τα αρχεία και τα σκεύη της μεταφέρθηκαν στην ιερά μονή Μεγάλου Μετεώρου, όπου και σήμερα υπάγεται ως μετόχι βάσει και της υπ’ αριθ.18/22.11.1994 πράξεως του σεβασμιωτάτου μητροπολίτη Σταγών και Μετεώρων κ. Σεραφείμ.

Ο LeonHeuzey στα 1858 αναφέρει το μονύδριο της Υπαπαντής μεταξύ άλλων οκτώ κατοικημένων μετεωρίτικων μονών [Μετέωρο, Βαρλαάμ, Άγιος Στέφανος, Αγία Τριάς, Άγιος Νικόλαος, Αγία Μονή, Υπαπαντή και Ρουσάνη].

Ο προηγούμενος του Μεγάλου Μετεώρου Πολύκαρπος Ραμμίδης στα 1882 μας δίνει τις εξής πληροφορίες για την μονή Υπαπαντής. Έχει «ναόν επ’ ονόματι της Αναλήψεως, εξ δωμάτια των μοναζόντων, μαγειρείον και ομβροδέκτην· η ανωκάθοδος αυτής εκτελείται κατά τον αυτόν τρόπον καθ’ όν και αι άλλαι μοναί, δηλαδή δια κλίμακος εχούσης ύψος πεντήκοντα πήχεων (…) Η όλη έκτασις του βράχου είναι δύο στρεμμάτων γεωμετρικών, άπασα σχεδόν οικοδομημένη».

Στην διάρκεια της γερμανικής κατοχής και μετέπειτα καστρακινές οικογένειες είχαν ζητήσει καταφύγιο στα μισοερειπωμένα κελλιά του μοναστηριού. Όλα φαίνονται ότι καταρρέουν, αλλά ο Νείλος, ο ‘πρώτος’ της Σκήτης της Δούπιανης, τελικά είχε παρρησία στην Παναγία!

Τη φροντίδι του καθηγουμένου του Μεγάλου Μετεώρου Αθανασίου Αναστασίου και της συνοδίας του κατά τα έτη 1995-2000 τα παλαιά ερείπια των κελλίων, στην πρόσοψη της μονής, έχουν πλέον αντικατασταθεί με νεότερο διώροφο πέτρινο κτίριο, το οποία διαθέτει κάτω ένα μεγάλο αρχονταρίκι με κουζίνα και άνω τρία κελλιά μοναχών.

Διατηρήθηκε ευτυχώς ακέραιο το καθολικό της Υπαπαντής, το οποίο και αυτό διατηρήθηκε κατά τέλειο τρόπο. Επίσης, ο περιβάλλων χώρος ευτρεπίστηκε και εξοπλίστηκε με όλα τα χρειώδη (φως, νερό, θέρμανση, βοηθητικούς χώρους).

Δεν είναι εύκολο να λυθεί το πρόβλημα της ονομασίας του μοναστηριού. Ενώ, δηλαδή, στην επί του τοίχου επιγραφή του έτους 1367 αναφέρεται ως ναός της Αναλήψεως και ο Χριστός προ του τέμπλου ως Αναληψιμιώτης, στα ιστορικά κείμενα του 16ου και 17ου αιώνα και στα μετέπειτα μνημονεύεται ως μονή της Υπαπαντής, όνομα, που διατηρεί μέχρι και σήμερα και πανηγυρίζει στις 2 Φεβρουαρίου. Ενδεχομένως επειδή και το μετοχιακό του Μεγάλου Μετεώρου μονύδριο του Παντοκράτορος, στον βράχο της Δούπιανης, εόρταζε της Αναλήψεως του Χριστού, οι μεγαλομετεωρίτες πατέρες να το αφιέρωσαν αργότερα στην Υπαπαντή.

Άξιο προσοχής είναι ότι στον εσωνάρθηκα επί του ανατολικού τοίχου σώζεται τμήμα παλαιής τοιχογραφίας με την παράσταση της Υπαπαντής. 

 

Περιγραφή του ναΐσκου της Υπαπαπαντής

Α’ αρχιτεκτονική. Το καθολικό είναι ένας μονόκλιτος σταυρεπίστεγος ναός. Το επιστέγασμά του αποτελείται από δύο βαρελόσχημους θόλους (καμάρες), κάθετα τεμνόμενους με υπερυψωμένο τον εγκάρσιο θόλο, γεγονός που τον κατατάσσει στον τύπο των σταυρεπίστεγων ναών. Είναι προφανής η επιρροή που είχε ασκήσει ο σχετικά πλησίον ευρισκόμενος περίφημος ναός της Παναγίας των Μεγάλων Πυλών (Πόρτας Παναγιάς), κτίσμα του έτους 1283.

Το ιερό βήμα απολήγει σε τρίπλευρη κόγχη με δίλοβο παράθυρο, του οποίου οι λοβοί επάνω είναι ευθύγραμμοι. Η βόρεια εξωτερικά όψη, η οποία είναι και η μόνη ορώμενη από τον κάτωθι του βράχου θεατή, διακοσμείται με οριζόντιες οδοντωτές ταινίες από πλίνθο.

Εκατέρωθεν της κλειστής σήμερα βόρειας εισόδου υπάρχει αψίδωμα και άνωθεν της εισόδου αυτής ανοίγεται ένα δεύτερο δίλοβο παράθυρο. Σώζεται, μάλιστα, ο αρχαίος κιονίσκος με το επίκρανό του.

Β’ Εικονογραφία. Οι διατηρούμενες σχετικώς καλά ιστορήσεις του ιερού βήματος και του κυρίως ναού είναι πολύ σπουδαίες, διότι αποτελούν τοιχογραφικά μνημεία των μέσων του 14ου αιώνα. Οι τοιχογραφίες αυτές έχουν γίνει, σύμφωνα με την υπάρχουσα επιγραφή, το έτος 1366/7.

Ο αγιογράφος του καθολικού της Υπαπαντής (ιερού βήματος – κυρίως ναού) είναι άγνωστος, αλλά λίαν ικανός. Καθώς παρατηρεί ο Σέρβος βυζαντινολόγος GojkoSubotic: «Σε κλίμα διαφορετικό από την ταπεινότητα των μοναχών που εγκαταβίωναν εδώ (οι τοιχογραφίες) έγιναν από ένα εξαίσιο τεχνίτη, ίσως τον καλύτερο αυτή την εποχή στη Θεσσαλία. Στο μικρό χώρο δεν υπήρχε θέση για ένα μεγαλεπίβολο εικονογραφικό πρόγραμμα και η επιλογή περιορίσθηκε σε μερικές μόνο παραστάσεις του Δωδεκαόρτου και οι μεμονωμένες μορφές αγίων. Οι σκηνές, ωστόσο, αυτές πλουτίστηκαν με αφηγηματικές λεπτομέρειες, γνωστές από ευρύτερες συνθέσεις. Η ζωγραφική γλώσσα αυτού του καλλιτέχνη ήταν εξαιρετική, η σφιχτή και καθαρή φόρμα δομούν με συνέπεια τόσο το αρχιτεκτονικό και το φυσικό τοπίο, όσο και τις μορφές και τα αντικείμενα, ενώ ο λαμπρός και ζωντανός χρωματισμός τασσόταν στην υπηρεσία στων πλαστικών αξιών».

Κατά το έτος 2003, μερίμνη του προϊσταμένου της 7ης ΕΒΑ Λαζάρου Δεριζιώτη και του ηγουμενοσυμβουλίου της κυριάρχου μονής Μεγάλου Μετεώρου, πραγματοποιήθηκε επιτυχέστατος καθαρισμός των τοιχογραφιών, οι οποίες αποτελούν σήμερα ένα θαυμάσιο εικονογραφικό σύνολο.

Η πλέον σημαντική παράσταση του ναού αυτού ευρίσκεται στο δυτικό άκρο του νότιου τοίχου. Δεξιά της εισόδου προς τον κυρίως ναό, μέσα σε κόγχη διατηρείται ιστορημένη η Παναγία η Βρεφοκρατούσα με την επιγραφή «Μή(τη)ρ // Θ(εο)υ / η ελε//ούσα». Στα πόδια Της μικροσκοπικός ο κτίτωρ της ιεράς μονής Νείλος, με την επιγραφή από κάτω «Δ(ΕΗΣΙΣ) ΤΟΥ ΔΟΥ/ΛΟΥ ΤΟΥ Θ(ΕΟ)Υ ΝΕΙΛΟΥ ΙΕ/ΡΟΜΟΝΑΧ(ΟΥ) / ΚΤΗΤΩΡ / Κ(ΑΙ) ΠΡΟΤΟΣ ΤΗΣ ΣΚΗ/ΤΕΟΣ» [=Δέησις του δούλου του Θεού Νείλου Ιερομονάχου κτήτωρ και ‘’πρώτος’’ της Σκήτεως].

Χωρίς φωτοστέφανο, μόνο με μαύρο καλυμμαύχι, ο ‘πρώτος’ της Σκήτης δέεται γονατιστός στα πόδια της Θεοτόκου, της προστάτιδος όλης της Σκήτης της Δούπιανης.

Στο υπέρθυρο της δυτικής πλευράς του κυρίως ναού υπάρχει η πλέον παλαιά από τις σωζόμενες σήμερα επιγραφές των Μετεώρων, η οποία και μας δίδει το ιστορικό της ανεγέρσεως και ιστορήσεως του ναού:

«†ΑΝΗΓΕΡΘΗ ΕΚ ΒΑΘΡ(ΩΝ) Κ(ΑΙ) ΑΝΗΣΤΟΡΙΘΕΙ Ο ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ Κ(ΑΙ) ΘΕΙΟΣ ΝΑΟΣ Τ(Η)Σ ΑΝΑΛΕΙΨΕΩΣ ΤΟΥ Κ(ΥΡΙΟ)Υ Κ(ΑΙ) Θ(ΕΟ)Υ Κ(ΑΙ) Σ(ΩΤΗ)Ρ(Ο)Σ ΗΜ(ΩΝ) Ι(ΗΣΟ)Υ Χ(ΡΙΣΤΟ)Υ ΔΙΑ Σ(ΥΝ)/ΔΡΟΜ(ΗΣ) Κ(ΑΙ) ΕΞΟΔΟΥ ΤΟΥ ΤΗΜΕΙΟΤΑΤΟΥ ΕΝ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΙΣ ΚΥ(Ρ) ΝΕΙΛΟΥ Κ(ΑΙ) ΠΡΟΤΟΥ Τ(Η)Σ ΣΚΗΤΕΩΣ ΣΤΑΓ(ΩΝ) Κ(ΑΙ) ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΣΕΒΑΣΜΗ(ΑΣ) ΜΟΝ(ΗΣ) ΔΥΟ/ΠΕΙΑΝΟΥ ΒΑΣΙΛΕΒ(ΟΝ)ΤΟΣ ΔΕ ΤΟΥ ΕΥΣΕΒΕΣΤΑΤΟΥ ΗΜ(ΩΝ) ΒΑΣΙΛΕΟΣ ΚΥΡ ΣΥΜΕ(ΩΝ) ΤΟΥ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ Κ(ΑΙ) ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡ(ΟΣ) ΡΟΜΑΙΩΝ ΣΕΡΒΕΙ(ΑΣ) ΚΑΙ ΡΟΜΑΝΕΙ(ΑΣ) ΤΟΥ ΟΥΡΕΣΙ: ΕΠΕΙΣΚΟΠΕ/Β(Ο)ΝΤΟΣ ΔΕ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΟΤΑΤΟΥ ΔΕΣΠΟΤΟΥ ΗΜΩΝ ΒΗΣΑΡΙΟΥ ΕΤΟΥΣ ςωοε [=1366/7]:».

Η επιγραφή για να μη εξαλειφθεί ανακαινίσθηκε το έτος 1765, καθώς σημειώνεται με αμυδρά γράμματα εν συνεχεία: ‘Από τον κυρό όπου εματάγην(ε) από το Βλαχάβα † έτος 1765’, δηλαδή από τον πατέρα του παπα-Θύμιου Αθανάσιο Βλαχάβα, ο οποίος προφανώς αναστήλωσε το ναό αυτό, καθώς μας πληροφορεί δεύτερη επιγραφή, στην δυτική παραστάδα, της κλειστής σήμερα εισόδου της νότιας πλευράς του κυρίως ναού.  Σύμφωνα με την επιγραφή στον βόρειο τοίχο του κυρίως ναού η δαπάνη έγινε από τον μοναχό Κυπριανό.

Δηλαδή ο ναός της Αναλήψεως σύμφωνα με επιγραφικά δεδομένα ανηγέρθη υπό του πρώτου Σταγών Νείλου το έτος 1366/7, επί Σέρβου βασιλέως Συμεών Ούρεση και επισκόπου Σταγών Βησαρίωνος Α’, η δε έξοδος, δηλαδή, τα έξοδα της ιστορήσεως, εδόθησαν κατά το αυτό έτος από τον καταγόμενο από ένδοξη και ευγενή οικογένεια μοναχό Κυπριανό.

Περιγραφή του εικονογραφικού διακόσμου

Ιερό βήμα. Στο τεταρτοσφαίριο της κόγχης του ιερού βήματος εικονίζεται η Παναγία «Μ(ητ)ηρ // Θ(εο)υ» δεομένη στον της τύπο της Βλαχερνίτισσας. Σε μετάλλιο ο Ι(ησου)ς // Χ(ριστο)ς. Ο Χριστός ευλογεί με το δεξί χέρι και με το αριστερό κρατεί ειλητάριο. Εκατέρωθεν της Θεοτόκου άνω σε μετάλλια οι αρχάγγελλοι Γα(βριη)λ (Ν) και Μιχ(αηλ) (Β) πρεσβείαν ποιούντες.

Κάτωθεν της Θεοτόκου παρίστανται συλλειτουργούντες ιεράρχες εστραμμένοι προς το εσωτερικό της κόγχης και κρατούντες ενεπίγραφα ειλητάρια (από Β προς Ν) : ο Άγιος «Βα/σι/λει/ος» με ειλητάριο «Ουδείς / άξιος / των συνδε/δεμε/νων ταις σαρ»(κικαις επιθυμίες).

Μετά το δίλοβο παράθυρο, που υπάρχει στην κόγχη ο άγιος «Ιω(αννης) // ο Χρ(υσόστο)μ/ο/ς» με εξίτηλο ειλητάριο, ο Άγιος «Γρηγό/ριος // ο Θε/ο/λό/γος» με εξίτηλο σήμερα ειλητάριο «Κ(υρι)ε ο Θ(εό)ς / (η)μ(ω)ν συ το / κράτος α/ν/(ε)κασων».

Σε αβαθή κόγχη, μετά τον Άγιο Γρηγόριο, επί του νοτίου τοίχου ιστορείται ο άγιος «Αθανα/σιος» Αλεξανδρείας φέρων ειλητάριο «Κ(υρι)ε ο Θ(εο)ς / ημ(ων) σώ/σον τ(ον) λα/ον σου κ(αι) ευλόγησ(ον) / τ(ην) κληρο/νομίαν». Πάνω από την εν λόγω κόχγη, παρίστανται οι ιεράρχες κρατούντες ειλητάρια με τις αντίστοιχες επιγραφές: ο άγιος «Κυρι/λ(λ)ος Αλεξαν/δρ(ει)ας» «Εξαιρέ/τως της / Παναγί(ας) / Αχράντου / Υπερευλο/γημέν(ης)». Ακολουθούν οι τοπικοί Θεσσαλοί άγιοι «Α/χιλ(λ)(ε)ύος»: « Το μέγα / όνομα / του Κ(υρίο)υ κ(αι) Θ(εο)υ κ(αι) Σ(ωτη)ρ(ο)ς / ημών Ι(ησο)υ / Χ(ριστο)υ τη δυ(ναμει) και «(Οι)(Η)/κουμέ/νι/ος»: «Μνήσθη/τι Κ(υρι)ε τ(ης) / πόλεως/ εν η κατοι/κούμεν».

Άνω και εκατέρωθεν, στο τύμπανο της κόγχης ιστορείται «ο Χαιρετ(ισ)μ(ος)» της Θεοτόκου, δηλαδή ο Ευαγγελισμός. Αριστερά ο «αρχων // Γαβριήλ» και δεξιά η Παρθένος Μαρία «Μ(ητη)ρ // Θ(εο)υ». Αριστερότερα, επάνω από την μικρή κόγχη της προθέσεως παρίστανται στηθαίος ο προφήτης Δαυίδ κρατών ειλητάριο. Στην κόγχη της προθέσεως ιστορείται ο άγιος «Στεφα/νο/ς // ο / Πρωτο/μάρτυς», οποίος βαστά σταυρό με το δεξί χέρι και με το αριστερό ομοίωμα ναού ως διάκονος.

Στο άνω τμήμα της κεντρικής αψίδας εικονίζεται μεγαλοπρεπέστατη η «Ανά//λη//ψις» του Κυρίου. Ο Χριστός ανέρχεται εν δόξη πλαισιούμενος υπό δύο αγγέλων. Κάτωθι ιστορούνται  η Παναγία «Μ(ητη)ρ // Θ(εο)υ», και εκατέρωθεν της οι άγιοι Απόστολοι θεωρούντες την Ανάληψη του Κυρίου. Εκ δεξιών της Παναγίας ένας άγγελος Κυρίου κρατεί ειλητάριο με την επιγραφή: « Ούτως ελεύ/σεται πά/λ(ιν) εξ ουρα/νού καθ’ (ον) / τρόπ(ον) έθε/άσασθε» [αυτόν πορευόμενον]. Και εξ αριστερών ένας άλλος άγγελος Κυρίων κρατών ειλητάριο: «Άνδρες Γα/λ{λ}ιλαί/οι, τι εστή/κατε [εμ]βλέπον/τες εις /τ(ον) ουραν[ον;]». (Πράξ.1,11).

Στην ανατολική καμάρα του ιερού βήματος ιστορείται αριστερά «η Χ(ριστι)υ // Γεν[νη]σ(ις)» και δεξιά « η Ανάστασ(ις)». Ο Νέος Αδάμ, ο Χριστός, εγείρει τον προπάτορα Αδάμ εκ του μνήματος, τον οποίο με ωραία κίνηση τραβά από το χέρι. Όπισθεν η Εύα και ο δίκαιος Άβελ. Δεξιά ίσταται ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, ο προφήτης Δαβίδ, κρατών ενεπίγραφο ειλητάριο: «Αναστή/τω ο Θ(εο)ς / κ(αι) διασ/κορπι/σθήτωσαν / οι εχθρ[ο]ι» και κάτωθεν ο προφήτης Σολομών. Άνω αριστερά της σκηνής ο υμνογράφος άγιος «Κοσμ(άς)», επίσκοπος Μαϊουμά, κρατών ειλητάριο, στο οποίο περιέχεται το γνωστό τροπάριο της εορτής: «Αναστά/σεως η/μερα, λα/μπρυνθώμεν»[λαοί].

Χαμηλότερα στο βόρειο τοίχο λαμβάνει θέση το όραμα του αγίου Πέτρου «Α/λ/ε/ξ/αν/δρ/ει(ας)». Ο άγιος Πέτρος ρωτά τον Χριστό: «Τις σου τον χιτώ/να Σ(ωτ)ερ διείλεν;». Ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος παριστάνεται επάνω σε Αγία Τράπεζα σε παιδική ηλικία με εσχισμένο χιτώνα απαντά: «Αφρόν ανήρ Άρ[ε]ιος / αφραγές στόματ(ι) / π(ατ)ρικής δόξης με / δεικνύων ξέν(ον)».

Κυρίως ναός. Επί του νοτίου τυμπάνου της εγκάρσιας καμάρας του κυρίως ναού, υψηλά και επάνω στο τέμπλο, ιστορείται η «Βα//πτισις» του Ιησού Χριστού.

Κάτωθεν της Βαπτίσεως ιστορούνται στηθαίοι τρεις προφήτες (από Α προς Δ) : ο προφήτης Ησαΐας με δυσανάγνωστό ειλητάριο: «Ιδού η παρ/θενος εν / γαστρί έξει» [και τέξεται υιόν και καλέσεις το όνομα αυτού Εμμανουήλ], (Ησ.7,14)

Σε ορθογώνιο πλαίσιο ο προφήτης «Α/{μ}[β]βα/κούμ»: «Κ(υρι)ε εισα/κηκοα / τα(ην) ακοήν / σου κ(αι) εφο/βήθ(ην), Κ(υρι)ε / κατενό/ησα  τα έργα» [σου και εξέστην], (Αββ.3,2). Και ο προφήτης «Ηλί(ας)»: «Είπεν / Ηλίας τω / Ελισαι/ε κάθου δη ενταύθ[α] / ότ[ι]» [Κύριος απέσταλκέ με], (Δ.Βας.2,2).

Στην παρακάτω στενή ταινία του νοτίου τοίχου εικονίζονται σε μετάλλια οι στρατιωτικοί άγιοι (από Α προς Δ): «Δη/μητρι/ος», «Γε/ωργι/ο/ς», «Θεό/δω/ρ/ο/ς // ο στρα/τηλα/τ/(ης)», «Θεό/δωρ/ο/ς // ο Τη/ρ(ων)», «Αρ/τέμιο/ο/ς», «Προ/κό/πι/ο/ς», «Ιάκω/βο/ς // ο / Πέρσ(η)ς» και «Τρύ/φ(ων)». Επί του νοτίου τοίχου, στην χαμηλότερη ζώνη και δεξιά του τέμπλου, σε φυσικό μέγεθος εικονίζεται ο «Ι(ησου)ς // Χ(ριστό)ς / ο / Α/ναλη/ψι//μη/ό/της» [=Αναληψιμιώτης].

Δεξιότερα στο τυφλό άνοιγμα, δι΄αλλης μεταγενεστέρας χειρός, ο άγιος «Βησσαρίων / Λαρίσσης» και ο άγιος «Χαραλάμπης». Στην τοιχογραφία υπάρχει η χρονολογία «1784 / Νοεμβρίου / 8». Προφανώς ζωγραφίστηκε μαζί με τις τοιχογραφίες του νάρθηκα, διότι είναι της ιδίας τεχνοτροπίας και συμπίπτει και η δήλωση της χρονολογίας.

Μετά το προαναφερόμενο άνοιγμα απεικονίζεται ολόσωμος ο άγιος «Αντώνι/ο/ς», με λίαν δυσανάγνωστό ειλητάριο. Εκ των ελαχίστων διασωθέντων γραμμάτων εικάζουμε το ρητό: «[Αδελφοί, τα] / [ό]πλα [του μ]ονα/ [χου η μελέτη εστίν] / [η διάκρισις η ταπεινοφρο]/σύνη [και η κατά]/ Θ(εό)ν υπακοή».

Δεξιότερα, σε αβαθή κόγχη, επί του νοτίου τοίχου εικονίζεται ένθρονη η Θεοτόκος «Μ(ήτη)ρ // Θ)εο)υ», « η Ελε//ούσα» με τον Ιησού Χριστό έμπροσθέν Της να ευλογεί με τα δύο Του χέρια. Δεόμενος αριστερά γονυπετής ο κτίτορας Νείλος ο θεοφιλής, με την επιγραφή: «Δ(έησις) του δου/λου του Θ(εο)υ / Νείλου ιε/ρομονάχ(ου) / κτήτορ / κ(αι) πρώτος / της Σκή/τεως». Αριστερά της κόγχης, επάνω σε στύλο, ο άγιος «Συμε(ων) / ο στυλί/της».

Στον δυτικό τοίχο, στην χαμηλότερη αγιογραφική σειρά και δεξιά του εισερχόμενου, παρίσταται μετωπικός και σε φυσικό μέγεθος ο άγιος «Βα/σι/λει/ος», κρατών ευαγγέλιο. Στην θέση αυτή δεν τίθενται συνήθως ιεράρχης, αλλά όσιος. Ενδεχομένως ετέθη εξ ιδιαιτέρας αγάπης του κτίτορα ή του χορηγού. Αριστερά του εισερχόμενου εικονίζεται ο άγιος «Ευ/θυ/μι/ος» με ειλητάριο: «[Ει] {[Η]}σ(ιν) πολ[λ]οι [οι/τινες]».

Στο υπέρθυρο της εισόδου, επί του δυτικού τοίχου, η προαναφερθείσα κτιτορική επιγραφή και πάνω από αυτή ιστορείται «η Κοίμησις // της Θ(εοτό)κου».

Την δυτική πλευρά μοιράζονται οι σκηνές «Η έγερσ(ις) του Λαζάρ(ου)» (Ν) και η «Βαϊο//φόρος» (Β).

Πιο χαμηλά, επί του βορείου τοίχου, (από Δ προς Α) σε μετάλλια εικονίζονται οι άγιοι Ανάργυροι «Κ/ο/σ/μ(άς)» και «Δα/μιαν(ος)». Εν συνεχεία παρίστανται οι άγιοι «Χρι/στοφο/ρο/ς», «Νι/κη/τ(ας)», «Μην(ας)», «Γου/ρι(ας)», «Σα/μω/ν(ας)» και «Αβ(ιβος)».

Στην χαμηλότερη αγιογραφική σειρά, από Δ προς Α, εικονίζεται ολόσωμος και κατ΄ ενώπιον ο άγιος «Σα/[β]βας» με ειλητάριο (υποταγή μετ΄ εγκρατείας υποτάσσει δαίμονας), ο άγιος Αρσένιος «Τ(ε)ιχισον το / κελλι σου, / ω μοναχε / κ(αι) αλ[λ]ον / κελλιον / μη / παραλαβε».

Παρεμβάλλεται  δίλοβο παράθυρο. Μετά από αυτό και κάτωθι του αγίου Σαμωνά (αριστερά του τέμπλου), σε φυσικό μέγεθος παρίσταται ολόσωμος ο άγιος «Νι/κο/λα/ος». Είναι μια εξαιρετική τοιχογραφία.

Πιο πάνω από το τύμπανο της εγκάρσιας υψηλότερης καμάρας εικονίζεται «η Σταυ//ρωσις» του Χριστού. Εκατέρωθεν του Εσταυρωμένου εικονίζεται η Θεομήτωρ με τις Μυροφόρες και ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος με τον Εκατόνταρχο. Αριστερά του διλόβου μικρού φωτιστικού ανοίγματος η αγία «Ιουλι/[τ]τα».

 Την εγκάρσια κεντρική καμάρα μοιράζονται τέσσερις παραστάσεις. Στο ανατολικό μισό «ο Λί//θο(ς)» (Β) ο αποκυλισθείς εκ του Τάφου του Ιησού. Ο «Άγγελ(ος) // Κ(υριο)υ» δεικνύει στις Μυροφόρες τα οθόνια. Η συνοδευτική επιγραφή είναι πλέον εξίτηλη: «Ίδε ο τόπος όπου έκειτο ο Κύριος». Δεξιότερα «η Υπα//παντή» (Ν). Η προφήτις Άννα δεικνύει με το αριστερό της χέρι τον ουρανό και με το δεξί κρατεί ειλητάριο με την επιγραφή «Τούτο το / βρέφος/ ουρανών / κ(αι) γην / εστερέ/ωσε». Την σκηνή συμπληρώνει ο Θεοδόχος Συμέων που κρατεί δύο περιστέρια. Στο δυτικό μισό είναι ιστορημένη: «Η προ//δο//σία» του Ιούδα (Β) και «η Με//ταμόρφωσις» του Χριστού (Ν).

Στις κατώτερες τριγωνικές απολήξεις της εν λόγω καμάρας ιστορούνται σε μετάλλια ο προφήτης «Ζα/χαρίας» (προς Β) και η αγία «Ε/λισάβε/τ» (προς Ν).

Περιγραφή του εικονογραφικού διακόσμου της λιτής

Πολύ μεταγενέστερος και πρόχειρα κατασκευασμένος με πλίνθους είναι ο νάρθηκας (λιτή) του ναού της Υπαπαντής. Άνωθεν του υπήρχε ανέκαθεν το ηγουμενείο. Είναι ιστορημένος στα τέλη του 18ου αιώνα, πάνω δε από την θύρα εισόδου, η οποία διανοίγεται στο νότιο τοίχο του νάρθηκα, ευρίσκεται η επιγραφή κατατοπιστική για την ιστορήση: «ΑΝΟΙΚΟΔΟΜΗΘΗ Ο ΘΕΙΟΣ ΟΥΤΟΣ ΝΑΡΘΗΞ ΑΡΧΙΕΡΕΤΕΥ/ΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛΕΣΤΑΤΟΥ Κ(ΑΙ) ΛΟΓΙΩΤΑΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΤΑΓΩΝ, ΚΥΡΙΟΥ ΚΥΡΙΟΥ / ΠΑΙΣΙ(ΟΥ) Κ(ΑΙ) ΗΓΟΥΜΕΝΕΥΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ. ΕΓΡΑΦΗ ΔΕ ΜΟΝΟΝ ΧΩΡΙΣ / ΤΗΣ ΣΟΦΑΤΙΣΕΩΣ ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΔΗΛΗΤΡΙΟΥ ΖΟΥΚΗ ΚΑΛΑΡΙΤΟΥ (ΚΑΙ) ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΑΘΗΤΟΥ ΑΥΤΟΥ / ΕΝ ΕΤΕΙ ΑΠΟ ΧΡΙΣΤΟΥ (ΑΨΠΔ: 1784 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 8».

Επομένως η λιτή ιστορήθηκε το 1784 επί επισκόπου Παϊσίου Σταγών και επί ηγουμένου Συμεών και δια χειρός Δημητρίου Ζούκη Καλαριτινού και του μαθητή του Γεωργίου. Οι παραστάσεις είναι λαϊκότροπες και οι αποχρώσεις των παραστάσεων είναι κάπως ιδιόχρωμες.

Εκατέρωθεν της εισόδου προς τον κυρίως ναό, επί του ανατολικού τοίχου της λιτής, δεξιά εικονίζεται ο «Ι(ησου)ς Χ(ριστό)ς», «ο Ων», «ο Παντο//κράτωρ», κρατών σφαίρα στο αριστερό χέρι και ευλογών με το δεξί. Δεξιότερα «ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής» με ενεπίγραφο ειλητάριο: «Μετανο//είτε ήγγι/κε γαρ η βα/σιλεια των ουρανων». Αριστερά της εισόδου η Παναγία «Μ(ητη)ρ // Θ(εο)υ», «η Επίσκεψις». Αριστερότερα είναι ιστορημένη «η Υπαπα(ντή)» του Κυρίου. Στο υπέρθυρο της εισόδου αγιογραφείται το «Άγιον //Μανδήλιον».

Στο νότιο τοίχο, μετά την μικρή είσοδο της λιτής, από Α προς Δ, αγιογραφείται πρώτον η παράδοση του μοναχικού σχήματος στον άγιο «Παχώμιο», ο «άγγελος // Κυρίου» κρατεί ειλητάριο με την γνωστή επιγραφή: «Εν τούτω / τω σχή/ματι σω/θήσεται πάσα σαρξ ω Πα/χω/μιε». Ακολουθεί ο άγιος «Βαρλαάμ», χριστιανός ασκητής των ινδών με την προσφώνηση προς τον άγιο Ιωάσαφ, βασιλέα των Ινδιών: «Ευφραίνου φίλτατε εν Κυρίω, ότι ήλλαξες / τα ουράνια και άφθαρτα, με τα φθαρτά και τα επίγεια». Ο Άγιος Ιωάσαφ: «Δίδαξόν με / Κ(υρι)ε την ο/δον σου και σώ/σον με ως αγ/αθος και φιλά(νθρωπος) / δια πρεσβειών / του θερά». Δεξιότερα ο άγιος Αλέξιος / ο άνθρωπος / του Θεού.

Στον δυτικό τοίχο ο αββάς «Ζωσιμάς» μεταλαμβάνει την οσία «Μαρία την Αιγυπτία». Εν συνεχεία ο άγιος Απόστολος «Πέτρος» και ο άγιος Απόστολος «Παύλος» κρατούν από κοινού ομοίωμα ναού. Ο άγιος Πέτρος βαστά και τα κλειδιά του Παραδείσου. Ακολουθούν ο άγιος «Ονούφριος» και ο άγιος «Νείλος» κρατών ειλητάριο «Άτρωτος διαμένει από των βε/λών του εχθρού ο αγαπών ησυχία».

Στον βορεινό τοίχο ο άγιος «Ιωάννης / ο της Κλίμακος» με ειλητάριο: «Κόσμου / φυγή, οικείωσις / Θεού». Και τέλος ο άγιος «Διονύσιος» ο εν Ολύμπω με ειλητάριο: «[Αι]σχροτά/των, των υπό γα//στρός, και των άλ//λων απάν/των».

Αξίζει σαν λαογραφικό μάλλον στοιχείο να παραθέσουμε το συμφωνητικό των δύο αυτών Καλαριτών αγιογράφων μετά του ιερομονάχου παπα-Συμεών για την ιστόρηση του εν λόγω νάρθηκα:

«Γράμμα συμφωνητικόν των αγιογράφων Δημητρίου και Γεωργίου Ζούκη Καλαριτών, ευρεθέν εις την Ιεράν Μονήν του Μετεώρου»

« Δια της παρούσης ημών εμμαρτύρου ομολογίας φανερώνομεν ημείς οι υποκάτωθεν γεγραμμένοι Δημήτριος και Γεώργιος, ότι εσυμφωνήσαμεν μετά του εν ιερομονάχοις κυρίου παπά-Συμεών να αγιογράψωμεν τον νάρθηκα της αγίας μονής της Υπαπαντής του Χριστού, με ιδικαίς μας βαφαίς και τα λάδια και ιδικόν τους το ψωμίν, δια γρόσια 25, ήτοι γρόσια είκοσι πέντε, λοιπόν υποσχόμεθα ότι να βάλωμεν την επιμέλειαν, καθώς ζητεί ο τόπος και η τέχνη, να γένη η ιστορία καθώς πρέπει, και ούτω να έχωμεν να πάρωμεν τα 25: γρόσια από τον ρηθέντα κυρ παπά-Συμεών. Ει δε εξ εναντίας και δεν αρέση, ήθελε φανή σφαλτή η τέχνη μας, να μην πάρωμεν, ουδέ να ζητήσωμεν τίποτα, δια τούτο και την παρούσαν ομολογίαν μας εγράψαμεν, και την εδώκαμεν τω ειρημένω κυρίω παπά-Συμεών, εις τα χείρας του, και έστω εις ένδειξιν: <1784: Οκτωβρίου 12: Σταγούς: - / Δημήτρ[ι]ος Ζούκης Καλαρίτης / και ιστοριογράφος, βεβαιώ ως άνωθεν:-».

Η ιερά μονή Υπαπαντής είναι ένα πολυτιμότατο ησυχαστήριο για τους μοναχούς του Μεγάλου Μετεώρου. Είναι πράγματι, ένας εξαιρετικά πρόσφορος τόπος για μόνωση και περισυλλογή, για προσευχή και πλησίασμα στον Θεό.

Εκεί δεν φθάνουν οι θόρυβοι του κόσμου, δεν το κτυπά του κύμα του τουρισμού. Μαζί με τον Νείλο τον ‘πρώτο’ Σταγών, μαζί με τους ολοζώντανους αγίους των τοιχογραφιών, στην απόλυτη μοναξιά και σιωπή η ψυχή του μοναστού βρίσκει τον Θεό και στην πληρότητα της ευτυχίας της αναφωνεί:

«Κύριε, ου θέλω τα του κόσμου τούτου·

Εσένα θέλω και το έλεός Σου»!

 

{flike}

 

 


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ