Παναγία η Σπηλαιώτισσα στην περιοχή της Μήκανης (Παλαιοπαναγιά) [Μετόχιο ιεράς μονής Αγίου Στεφάνου]-Αγίων Μετεώρων

Ο ΙΣΤΟΡΗΜΕΝΟΣ ΝΑΙΣΚΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΣΠΗΛΑΙΩΤΙΣΣΗΣ

Στην μετεωρίτικη θηβαΐδα ανήκει η Παναγία η Σπηλαιώτισσα της Μήκανης, η κοινώς Παλαιοπαναγιά. Το σπηλαιώδες μονύδριο της Παναγίας Μήκανης βρίσκεται επάνω σε βράχο, βορείως του χωριού Βλαχάβα, σε απόσταση δρόμου επτά χιλιομέτρων, πλησίον του Ίωνος (Μήκανη) ποταμού και σε υψόμετρο 630μ.

Παλαιότερες μνείες. Το μοναστήρι της Παναγίας είναι όντως πολύ παλαιό. Ο ιερομόναχος Νείλος, καθηγούμενος και ‘πρώτος’ της Σκήτης της Δούπιανης, όπως γνωρίζουμε, υπήρξε κτίτορας τεσσάρων σπηλαιωδών μονυδρίων.

Υπήρξε, επίσης, κάτοχος εκ κληρονομίας του σπηλαίου της Παναγίας της Μήκανης ή άλλως του Κυρίλλου.

Την επιστασία και κυριότητα στο εν λόγω σπήλαιο την επικυρώνουν δύο προστάγματα ελληνοσέρβων βασιλέων.

Με το πρώτο πρόσταγμα του Συμεών Ούρεση, το οποίο εκδόθηκε το έτος 1362 «διορίζεται, ίνα και το σπήλαιον το και επονομαζόμενον του Κυρίλλου εις την Μήκανην ο ευρίσκεται κατέχων διά γονικότητος ο πανοσιώτατος εν ιερομονάχοις και πρώτος της σκήτεως [Σταγών] κυρ Νείλος, ίνα τούτο κατέχεται παρ’ αυτού».

Το δεύτερο πρόσταγμα του βασιλέως Ιωάννη Ούρεση (του κατόπιν β’ κτίτορα του Μεγάλου Μετεώρου αγίου Ιωάσαφ) εκδόθηκε το έτος 1372.

Σύμφωνα με αυτό η Παναγία η Μήκανη κληροδοτήθηκε στον Νείλο ‘πρώτο’ της Σκήτης, προφανώς από συγγενή του ιερομόναχο: «το σπήλαιον το επονομαζόμενον του Κυρίλλου, το εν τη τοποθεσία της Μηκάνης έχεις αυτό από γονικότητος» (ΟΔ).

Ιστορική εξέλιξη του μονυδρίου. Στα μέσα του 16ου αι. η Παναγία η Μήκανη έχει υπαχθεί στην Σκήτη του Μεγάλου Μετεώρου. Τούτο γνωστοποιείται από σιγιλλιώδες γράμμα του μητροπολίτη Λαρίσης Νεοφύτου Α’ (του έτους 1541) προς τον ηγούμενο της Μεταμορφώσεως, επίσης Νεόφυτο. Επικυρώνοντας ο εν λόγω μητροπολίτης προηγούμενα εκκλησιαστικά γράμματα, αναφέρει ότι «κέκτηται εν τη τούτων μονή [=του Μετεώρου] τα περικύκλω αυτής κελλία μετά πάσης της σκήτεως· άμα μεν και τα λοιπά ά και κατ’ όνομα διηγόρευσθαι, η Παναγία η επονομαζόμενη Μήκανη, (…) οία έκπαλαι προσήλωνται και αφιέρωνται εκ των κτισθέντων αυτοίς αγίων κτητόρων, μετά και ιδικών γραμμάτων το καθ’ έν» (ΟΔ).

Στις αρχές του 17ου αιώνα η μονή της Μήκανης ανήκει και πάλιν ως κελλίον στην Σκήτη του Μεγάλου Μετεώρου, όπως αυτό συνάγεται από το γνωστό ‘Κατάστιχο διά την αποκοπήν των κελλιωτών’, όπου αναφέρεται δέκατη έβδομη στη σειρά, με τον τίτλο «η Μίκανη».

Από το 1995 η Παναγία η Μήκανη, με την υπ’ αριθ.19/5.2.1995 πράξη του σεβασμιωτάτου μητροπολίτη Σταγών και Μετεώρων κ.Σεραφείμ, ανήκει στην ιερά μονή Αγίου Στεφάνου Αγίων Μετεώρων.

Μια σκαλισμένη στον βράχο πλάγια κλίμακα, με πενήντα λαξευτές βαθμίδες, οδηγεί στον σωζόμενο ναΐσκο, ο οποίος βρίσκεται σε ύψος πενήντα  (50) μέτρων από την βάση. Στο τέρμα της κλίμακας επί του βράχου είναι χαραγμένη η επιγραφή της κατασκευής της με κεφαλαία γράμματα: «ΕΓΕΝΕΤΟ Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΠΙ ΗΜΕΡΩΝ / ΓΕΩΡΓΙΟΥ Β. ΜΠΟΥΡΑ ΙΕΡΕΩΣ · ΚΑΙ / ΕΠΙ ΓΚΟΥΜΑ / Δ. ΛΑΤΣΑΡΑ. Π. ΛΑΖΑΡΟΒΙΤΣ 1937». Σημειωτέον ότι ο Παύλος Λαζάροβιτς κατεσκεύασε και την κλίμακα ανόδου της Αγίας Τριάδος Μετεώρων.

Από τα παλαιά κτίσματα της μονής σήμερα σώζεται μόνο ο ναΐσκος. Προ του ναού υπάρχει πηγή αγιάσματος, η οποία αναβλύζει θαυματουργικά κατά την ημέρα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, κατά την οποία πανηγυρίζει η μονή και συγκεντρώνει πλήθος προσκυνητών. Κοντά στο αγίασμα και εκτός του σπηλαίου υπήρχαν τα παλαιά κελλιά, σήμερα γκρεμισμένα. Κάτω από τον βράχο υπήρχαν οι αποθήκες και τα αμπάρια. Παλαιά θα ανέβαιναν με ανεμόσκαλα και δίκτυ. 


ΤΑ ΠΑΛΑΙΑ ΒΗΜΟΘΥΡΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ (1552)

Ο σπηλαιώδης ναΐσκος της Παναγίας

Άνωθεν της εισόδου του σπηλαιώδους ναΐσκου, εξωτερικά επί κόγχης είναι ιστορημένη η Παναγία η Βρεφοκρατούσα. Δεξιά σημειώνεται:

«Σπιλεώτισα το οπ(οιον) /

ονομα το ευρύκαμεν / στην παλεά ειστορία».

 Όθεν, η Παναγία της Μήκανης πρέπει να προσωνυμείται Σπηλαιώτισσα.

Στην αριστερή παραστάδα της εν λόγω κόγχης, με την Παναγία την Σπηλαιώτισσα, είναι γραμμένα με μολύβι: « Ω Πανύμνητε, σώσον τον λαόν σου άπαντα και εμέ τον ανάξιον δούλον σου. Εν μηνί Ιουλίου, 28, 1903. Ο δούλος σου Ιάκωβος ιεροδιάκονος της μονής Αγίας Τριάδος Μετεώρων». Προφανώς πρόκειται για τον κατόπιν ηγούμενο της Αγίας Τριάδος, ευλαβέστατο ιερομόναχο Ιάκωβο Σταμάτη. Έτερο σημείωμα στην δεξιά παραστάδα είναι σήμερα εξίτηλο.

Περιγραφή του ναΐσκου. Ο θολωτός αυτός σπηλαιώδης μικρός ναΐσκος της Θεοτόκου είναι κοσμημένος με αξιόλογες τοιχογραφίες του 18ου αιώνα. Δεν έχει ελεχθεί αν κάτωθεν υπάρχει και άλλο στρώμα τοιχογραφίας. Η επιγραφή στην δυτική πλευρά της ιστορήσεως του ναού σήμερα είναι εφθαρμένη και εξίτηλη. Τμήμα αυτής διέσωσε ο συγγραφέας Ιωάννης Παπασωτηρίου, ο οποίος στις 15.9.1933 την ανέγνωσε ως εξής: «ΙΣΤΟΡΗΘΗ Ο ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΚΑΙ ΘΕΙΟΣ ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΣΕΒΑΣΜΙΑΣ ΜΟΝΗΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ… ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΥΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛΕΣΤΑΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΠΑΡΘΕΝΙΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΔΡ…».

Από την επιγραφή λείπει η χρονολογία της ιστορήσεως, αλλά μπορούμε να την προσδιορίσουμε στα χρόνια της αρχιερατείας του επισκόπου Σταγών Παρθενίου, ήτοι, μεταξύ των ετών 1766-1784. Σε ορισμένα, βέβαια, σημεία υπάρχουν ατυχέστατες επιζωγραφίσεις.

Το υπάρχον τέμπλο είναι τελείως απλό και απέριττο. Το 2008 φιλοτεχνήθηκαν δια χειρός «Ι(ωάννας) Νικολαϊδου» οι καινούριες δεσποτικές εικόνες του τέμπλου με δωρεά της ιδίας και άλλων ευλαβών πιστών. Δεξιά της Ωραίας Πύλης ο «Ι(ησου)ς // Χ(ριστο)ς» ο «Παντε//πόπτης» και δεξιότερα ο «Τίμιος // Πρόδρομος» σε στάση δεήσεως. Αριστερά της Ωραίας Πύλης η «Κοίμησις // της // Θ(εοτόκο)υ» και μετά την βορεινή πύλη του ιερού βήματος ο Αρχάγγελος «Μιχαήλ». Οι εικόνες κοσμούνται με επίχρυσα ανάγλυφα φωτοστέφανα και είναι αρκετά καλή τέχνης.

Τα βημόθυρα και οι φορητές εικόνες του παλαιού τέμπλου φυλάσσονται, για λόγους ασφαλείας, στο κειμηλιαρχείο του Αγίου Στεφάνου. Τα παλαιά βημόθυρα, καλής τέχνης, φέρουν την χρονολογία «Έτους ,ζξ΄ [=1552]» και εικονίζουν την παράσταση του Ευαγγελισμού. Ο «Άρχ(ων) Γαβριήλ», ο οποίος εικονίζεται στο αριστερό φύλλο, κρατεί σκήπτρο στο αριστερό χέρι ως αγγελιαφόρος του Βασιλέως των βασιλέων, ενώ τείνει το δεξί χέρι προς την Παρθένο Μαρία με ενωμένα τα δύο δάκτυλα σε στάση ευλογίας. Η «Μ(ήτ)ηρ // Θ(εο)υ», η οποία εικονίζεται όρθια στο δεξιό φύλλο, είναι εστραμμένη προς τον Αρχάγγελο, η δεξιά παλάμη της δηλώνει έκπληξη και αμηχανία και με ελαφρά κλίση της κεφαλής προς τον θεατή, απαντά με σύνεση και απόλυτη υπακοή στο θέλημα του Θεού: «Ιδ(ού) η δ(ού)λ(η) Κ(υρίου)· γ(έ)ν(οι)τ(ό) μ(οι) κ(α)τ(ά) τ(ο) ρ(ή)μ(α) σου», (Λουκ. 1,38).

 Αντίστοιχα στο κάτω τμήμα των δύο φύλλων, εικονίζονται ως την οσφύ οι πρωτοκορυφαίοι απόστολοι «Πέτρο/ς» και «Παύλο/ς». Ο απόστολος Πέτρος ευλογεί με το δεξί του χέρι, ενώ με το αριστερό κρατεί κυλινδρικό και ελαφρώς ανοικτό ειλητάριο. Ο απόστολος Παύλος κρατεί κλειστό ευαγγέλιο.

Από το παλαιό τέμπλο, στο επάνω τμήμα, σώζονται τα Αποστολική, το οποία αποτελούνται από δύο συνεχόμενες σειρές εικονιδίων με τους δώδεκα Αποστόλους και την Δέηση στο κέντρο.

Οι παλαιές δεσποτικές εικόνες του τέμπλου χρονολογούνται από τον 18ο έως τον 19ο αιώνα. Η εικόνα του Κυρίου φέρει τον τίτλο: «Ι(ησού)ς» // «Χ(ριστό)ς» ο «Σωτήρ» του κόσμου. Με το δεξί χέρι ευλογεί και στο αριστερό κρατεί ευαγγέλιο, στην αριστερή σελίδα του οποίου είναι γραμμένο: «Μάθετε / απ’ εμού / ότι πράος ειμί / και ταπει/νός τη καρ» και στην δεξιά σελίδα «διά και / ευρύσετε / ανάπαυ/σιν ταις / ψυχαίς», (Ματθ. 11,29). Η εικόνα της Παναγίας φέρει τον τίτλο: «Η Μ(ήτη)ρ» «Θ(εο)ύ», «η Ελεούσα».  Η Παναγία εικονίζεται όρθια και κρατεί στα αριστερά τον Χριστό. Ο μικρός Χριστός ευλογεί με το δεξί ενώ στο αριστερό κρατεί κλειστό ευαγγέλιο, σύμβολο της διδασκαλίας του.

Σε μια ακόμη φορητή εικόνα του παλαιού τέμπλου εικονίζεται ο άγιος «Ιω(άννης) ο Πρόδρομος», ο οποίος κρατεί το σύνηθες ενεπίγραφο  ειλητάριο: «Μετανοείτε· / ήγγικεν γαρ / η βασιλεία / των ουρανών»(ΟΔ), (Ματθ.3,2). Στην οπίσθια όψη της εικόνας του Προδρόμου σημειώνεται το όνομα του αφιερωτή και η χρονολογία: «† Δούλος Κ(υριο)υ / Φιλο / † εν έτη ,ΑΧΓ’ [=1693]». Η πρόσθια όψη της έχει επιζωγραφιστεί από κάποιον Γ. Βλάχο, σύμφωνα με την επιγραφή στο κάτω αριστερό τμήμα: «Δώρο · Επιδιορθώθη υπό Γ. Βλάχου». Προφανώς η πρώτη αγιογράφηση της εικόνας έγινε στα 1693 και η επιζωγράφιση μετά το έτος 1933.

Ο τρικαλινός συγγραφέας Ιωάννης Παπασωτηρίου διέσωσε την πληροφορία ότι η εικόνα του Προδρόμου είναι παλαιά και «εντελώς σχεδόν ξεθωριασμένη, καθώς και μία άλλη του τέμπλου μεγάλη επί μουσαμά, ίσως των Αγίων Αναργύρων». Ενδεχομένως πρόκειται για την εικόνα των αγίων Θεοδώρων, η οποία ανάγεται στην ίδια περίπου εποχή και επιδιορθώθηκε από τον ίδιο αγιογράφο Γ. Βλάχο, καθώς μαρτυρεί ο γραφικός χαρακτήρας της επιγραφής: «Οι // άγιοι Θε//όδωροι»


ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ Η ΕΝΘΡΟΝΗ ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΣΕΒΙΖΟΜΕΝΗ ΥΠΟ ΤΩΝ ΑΡΧΑΓΓΕΛΩΝ ΕΞΩΘΙ ΤΟΥ ΝΑΙΣΚΟΥ

Περιγραφή του εικονογραφικού διακόσμου

Ιερό βήμα. Όλη σχεδόν την λαξευτή στον βράχο οροφή του ιερού βήματος καλύπτει η Παναγία η Πλατυτέρα με την επιγραφή: «Μ(ήτη)ρ // Θ(εο)ύ», «η των ουρανών // Πλατυτέρα». Είναι μεγαλοπρεπής και ευμεγέθης με τα χέρια απλωμένα σε δέηση και φέρει την επιγραφή: «Άρασα Παντάνα // σ[σ]α σας παλάμας πά//σας Σατανά τας // φάλαγ{κ}ας κατάπαυσον». Στο κέντρο ο Ιησούς Χριστός ευλογών με τα δύο χέρια.

Κάτωθεν της Παναγίας, ο Μελισμός και εκατέρωθεν ως την οσφύ δεόμενοι και κρατούντες ειλητάρια άγιοι ιεράρχες, εστραμμένοι προς το εσωτερικό της κόγχης. Αριστερά, από Β προς Ν, ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος με ανεπτυγμένο ειλητάριο: «Εξαιρέτως / της Παναγίας / αχράντου / (υ)περευλ» [ογημένης]. Ο άγιος «Ιω(άννης) ο Χρυ//σόστομος»: «Ο Θ(εός), ο Θ(εό)ς / ημών ο τον / ουράνιον» [άρτον την τροφήν]. Μετά τον Μελισμό ο Μέγας Βασίλειος με ενεπίγραφο ειλητάριο: «Ουδείς α/ξιος των συνδε/δεμεν(ων)ν/ ταις σαρκικ» [αις επιθυμίες], και ο άγιος «Γρηγόρι(ος)» ο Διάλογος, ο συγγραφέας της Θείας Λειτουργίας των Προηγιασμένων. Στο ειλητάριο του διαβάζουμε: «… ο εν αγίοις / αναπαυό/μενος». Ο επιζωγραφήσας ορισμένες τοιχογραφίες έχει αλλοιώσει τις επιγραφές. Έτσι ο άγιος Γρηγόριος ο Διάλογος διορθώθηκε σε «Θεολόγος» και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος έχει διορθωθεί ακατανοήτως σε «Χρυσόστομος». Μετά την κόγχη και δεξιά, επί του ανατολικού τοίχου, συνεχίζουν ολόσωμοι οι ιεράρχες, ο άγιος «Ιάκωβος / ο Αδελφόθεος» και ο άγιος «Σπυρίδων», ενώ επί του νοτίου τοίχου ο άγιος «Λαυρέντιος» ο διάκονος, κρατών θυμιατό και λιβανωτίδα. Στην κόγχη της προθέσεως είναι ιστορημένη η Άκρα Ταπείνωσις του Κυρίου. Η επιγραφή ακατανοήτως διορθωμένη «Ράκος // Ταπείνως[ις]» αντί Άκρα.

Δεξιά επί του ανατολικού τοίχου ολόσωμος ο άγιος «Στέ // φανος // ο πρωτομάρτυς // κ(αι|) αρχιδιάκο/νος» με θυμιατό και λιβανωτίδα. Κάτωθεν της Αγίας Τραπέζης ο προφήτης «Ιωνάς» [εν τω κήτει]. Είναι η πλέον καλώς διατηρηθείσα τοιχογραφία του ναού. Στο ειλητάριο του γράφει: «Εβόησ/α εν θλ/ιψει μου / προς Κ(ύριον) / τ(ον) Θ(εο)ν μου», (Ιων.2,3)

Επί του βορείου τοίχου του ιερού ιστορείται το όραμα του αγίου Πέτρου Αλεξανδρείας. Ο Άγιος «Πέτρ(ος) // Π(ατ)ριάρχης Αλεξανδρεί(ας)» ερωτά τον Χριστό παριστάμενο σε παιδική ηλικία, επάνω σε Αγία Τράπεζα, με εσχισμένο χιτώνα: «Τις σου τον χιτώνα, Σ(ώτ)ερ δείλεν;», ο δε Ιησούς Χριστός απαντά με ανάστροφη γραφή: «Άρ(ε)ιος ο άφρων». Και συνεχίζει με κανονική γραφή: «Άνες [το οθό: άνους=ανόητος] Άρ(ε)ιος αφραγέ(ς) στόμα πν(ευματ)ι(κης) [το οθό=πατρικής] δόξης/ με δεικνύων ξένος».

Πιο κάτω υπάρχουν οι ακόλουθοι έμμετροι στίχοι. Ο άγιος Πέτρος Αλεξανδρείας απευθύνεται προς τον Χριστό και με στίχους ερωτά:

«Χιτώνα σεπτόν τις / ο ρηγνύς σου, Λόγε,

ως /  γυμ(νον) οφθήναι σου της / θείας δόξης;

μη δήμος αύ/θις παρανόμ(ων) Εβραί(ων),

εφ’ ίμα/τισμ(ον) κλήρον εμβάλλουσί σου;».

Ο Χριστός, ωσαύτως, με στίχους απαντά:

«Ουκούν θεοκτονούσιν / Εβραίοι πάλιν,

Ο δ’ ασεβής / Άρειος, αράς προστάτης∙

λό/γοις βδελυροις∙ τμητικοίς / υπερ ξίφος,

απαμφιάζει / π(ατ)ρικής εξουσί(ας)∙

κ(αι) συναπο/στερεί με της τιμής της ενθέου» (ΟΔ).

Κυρίως ναός. Στο κέντρο της ο οροφής του κυρίως ναού εικονίζεται ο «Ι(ησού)ς // Χ(ριστό)ς ο Παντο//κράτωρ», κρατών ευαγγέλιο στο αριστερό του χέρι και ευλογών με το δεξί. Πέριξ υπάρχει κυκλική επιγραφή, η οποία είναι σχεδόν τελείως δυσανάγνωστή. Μόλις και διακρίνουμε τα γράμματα:  « ΕΓΩ ΘΕΟΣ ΤΕ»[ΚΑΙ ΚΡΙΤΗΣ ΠΑΝΤΩΝ ΠΕΛΩ, ΙΔΟΥ ΠΡΟΚΥΨΑΣ ΥΨΟΘΕΝ ΠΡΟ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ, ΠΑΡΕΓΓΕΙΩΜΑΙ ΤΟΥΣ ΕΜΟΥΣ ΤΗΡΕΙΝ ΝΟΜΟΥΣ, ΟΣΟΙ ΘΕΛΕΤΕ] ΕΚΦΥΓΕΙΝ ΤΑΣ ΒΑΣΑΝΟΥΣ».

Περιμετρικά παρίστανται σε προτομή αγγελικές δυνάμεις, οι οποίες ψάλλουν το «άγιος, άγιος….». Στον επόμενο δακτύλιο ιστορούνται δώδεκα στηθαίοι προφήτες. Οι δώδεκα προφήτες κρατούν ανεπτυγμένα ειλητάρια, οι ρήσεις των οποίων είναι όμοιες με τα ειλητάρια των προφητών του θόλου της λιτής της Αγίας Τριάδος Μετεώρων (1689), πράγμα που σημαίνει ότι ο αγιογράφος της Παλαιοπαναγιάς είχε χρησιμοποιήσει ως πρότυπο την εικονογραφία της εν λόγω λιτής. Οι προφήτες από ανατολάς προς νότο είναι οι εξής:

  1. «Δα(υΐ)δ»: «Ηγίασε το / σκήνω/μα αυτου / ο Υψι/στος», (Ψαλμ.45,5-6). Ο προφήτης δεικνύει με το δεξί του τον Παντοκράτορα.
  2. «Δανιήλ»: «Αναστήσει / ο Θ(εό)ς του ουρα/νού ουρανών βασι/λείαν», (Δαν.2,44).
  3. «Μαλαχί(ας)»: «Ιδού ημέ/ρα Κ(υρίο)υ έρ/χεται» [ως κλίβανος], (Μαλαχ.4,1).
  4. «Ναούμ»: «Προ προσώπου Κ(υρίο)υ / τις υποστήσεται;», (Ναούμ 1,6)
  5. «Ιεζεκι/ηλ»: «Τάδε λέγει Κ(ύριο)ς Παντο/κράτωρ», (Ιεζ.34,11)
  6. «Ησαΐ(ας)»: «Είδον τον Κ(ύριο)ν κα/θήμενον επί θρόνου», (Ησ.6,1)
  7. «Μωυσής»: «[Ές]στησε(ν) όρια εθνών / κατά αριθμόν», (Δευτ.32,8)
  8. «Ιερεμί(ας)»: «Ούτος ο Θ(εό)ς ημών∙νου λογισθήσε/ται έτερος» [προς αυτόν], (Βαρ.3,36)
  9. «Αββα//κουμ»: «Κ(ύρι)ε εισακ/ήκοα την ακοήν σου / κ(αι) εφοβήθην Κ(ύρι)ε», (Αββ.3,1)
  10. «Ιωήλ»: «[Ι]σχύς Κ(ύριο)υ / εξεγει/ρέσθβ[σαν] κ(αι) αναβαι/νέτωσαν» [πάντα τα έθνη], (Ιβήλ 4,12).
  11. «Αμμώς»: «Εν τη η/μέρα / εκείν/η ανα/στήσω την σκηνήν» [Δαυίδ], (Αμώς 9,11)
  12. «Σολομ(ών)»: «Θάρσει, /γη, κ(αι) ευ/φραίνου, ότι εμέ/γάλυνε» [Κύριος του ποιήσαι], (Ιωήλ 2,21).

 

Στα τέσσερα άκρα ιστορούνται οι τέσσερις ευαγγελιστές με τα σύμβολά τους. Ο Άγιος «Λουκάς» στο ΝΑ άκρο ζωγραφίζει την εικόνα της Θεοτόκου. Ο ευαγγελιστής «Μάρκος» εικονίζεται στο ΒΑ άκρο. Ο ευαγγελιστής «Ματθαίος» στο ΝΔ άκρο κρατεί ειλητάριο, στο οποίο διαβάζουμε: «Βίβλος γενέσεως Ιησού / Χ(ριστο)υ υιού Δα(βί)δ υιού Αβραάμ», (Ματθ.1,1) και τέλος στο ΒΔ άκρο ο ευαγγελιστής «Ιω(άννη)ς» ο Θεολόγος και ο άγιος «Πρόχορο/ς» με ειλητάριο: «Εν αρχή ην / ο [Λόγος], (Ιω.1,1).

Επί του νοτίου τοίχου ιστορούνται άνω δεξιά οι άγιοι προπάτορες. Αριστερά εικονίζεται η αγία «Ά(ν)να Μ(ήτ)ηρ // της Θ(εοτό)κου» και δεξιά ο άγιος «Ιωα»κείμ ο «Π(ατ)ήρ // της Θ(εοτό)κου». Κάτωθεν η επιγραφή: «ΤΩΝ ΕΝ ΟΛΩ ΤΩ ΚΟΣΜΩ / ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΣΟΥ  ΩΣ ΠΟΡΦΥΡΑΝ ΚΑΙ ΒΥΣ[Σ]ΟΝ ΤΑ ΑΙ/ΜΑΤΑ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΟΥ ΣΤΟΛΙΣΑΜΕΝΗ ΔΙ’ ΑΥΤΩΝ ΒΟΑ ΣΟΙ ΧΡΙΣΤΕ Ο ΘΕΟΣ ΤΩ / ΛΑΩ ΣΟΥ ΤΟΥΣ ΟΙΚΤΙΡΜΟΥΣ ΣΟΥ ΚΑΤΑΠΕΜΨΟΝ, ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗΝ ΤΟΙΣ ΔΟΥΛΟΙΣ ΣΟΥ ΔΩΡΗΣΑΙ ΚΑΙ ΤΑΙΣ ΨΥΧΑΙΣ ΗΜΩΝ ΤΟ ΜΕΓΑ ΕΛΕΟΣ».

Στην δεύτερη στενή αγιογραφική ζώνη ιστορούνται σε μετάλλια οι άγιοι μάρτυρες (από Α προς Δ): « Αβελβούς», «Φαν//ούριος», «Αντώνιος», «Ελεάζαρ», «Ευσίβωνας», «Μαρκίων» και «Κυρίων».

Στην κατώτερη ζώνη ολόσωμοι (από Α προς Δ) παρίστανται: ο άγιος «Δημήτριος // ο μέγας δούξ // κ(αι) μυροβλήτης», ο άγιος «Θε/όδωρος // ο στρατη//λάτης», οι άγιοι «Κοσμάς» και «Δα//μιανός», οι Ανάργυροι και ο άγιος «Μηνάς».

Επί του δυτικού τοίχου ιστορούνται σκηνές από τον θεομητορικό κύκλο. Στο υπέρθυρο της εισόδου σχεδόν κατεστραμμένη και εξίτηλη η επιγραφή της ιστορήσεως. Υψηλότερα εικονίζεται ημιεξίτηλη η Κοίμηση της Θεοτόκου. ΄Ανω αριστερά «το Γενέσιον της Θ(εοτό)κου», αντίστοιχα άνω δεξιά τα Εισόδια της Παρθένου.

Πιο χαμηλά στην στενή ζώνη με τα μετάλλια εικονίζονται (από Ν προς Β): ο προφήτης «Ηλί(ας)» με ανεπτυγμένο ειλητάριο: «Κάθου / δη/ εν/ταύτα», [ότι Κύριος απέσταλκέ με εις Ιεριχώ], (Δ’ Βασ.2,4). Και ο προφήτης «Ελισαί/ο/ς»: «Ζη Κ(ύριο)ς / κ(αι) ζη / η ψυ/χή μου», (Δ. Βασ. 4,30). Ακολουθεί σε μετάλλιο ο άγιος «Ιω(άννης) / [ο] / Δαμασκηνός», ο οποίος ως υμνογράφος της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου κρατεί ειλητάριο με την επιγραφή: «Παρθέ/νοι νε/ανίδες / συν Μα/ριάμ τη / προφήτιδι».

Μετά την είσοδο παρίστανται σε μετάλλιο ο άγιος «Κο//σμάς // ο ποιητής», με ειλητάριο αναφερόμενο στην εορτή της Κοιμήσεως: «την σην δοξάζου/σιν κοίμη/σιν». Ομοίως σε μετάλλιο ο άγιος «Θεο//δόσιος // ο κοινοβι//άρχης», κρατών κλειστό ειλητάριο.

Τέλος, επί του δυτικού τοίχου, από Ν προς Β, στην κατώτερη ζώνη εικονίζεται μια νεανική λεβέντικη μορφή αρματολού, ολόσωμη με την επιγραφή: «Αδρια//νός κ(αι) νε(ος)// κτή//τωρ», ο οποίος είναι προφανώς ο ανακαινίσας το μονύδριο και χορηγήσας την δαπάνη της ιστορήσεως. Φορεί ζώνη και εξαρτήματα πολεμικά στο στήθος κρατεί δε ομοίωμα του σπηλαιώδους ναΐσκου στο χέρι.

Μετά την είσοδο και αριστερά του εισερχομένου «ο άρχων // Γαβριήλ» ο φύλαξ, με ενεπίγραφο ειλητάριο: «Οξυγράφου / κάλαμον τη / χειρί φέρω/ν/ των ει/σιόντων» [συνταγάς απογράφω]. Ακολουθεί ο άγιος «Α//ντώνιος». Φέρων ειλητάριο: «Μη απατά σε, / μοναχέ, χορ/τασία κοιλί/ας∙ υποταγή / μετ’ εγκρατ/είας υποτάς» [σει δαίμονας].

Άνω επί του βορείου τοίχου εικονίζεται ο «Αναπεσών», με την συνήθη επιγραφή: «Αναπεσών εκοιμήθης, Χριστέ μου, ως λέων και ως σκύμνος∙ τις εγερει Σε Βασιλεύ;», (Γεν.49,9).

Πιο κάτω, στην δεύτερη στενή αγιογραφική ζώνη, σε μετάλλια (από Δ προς Α) εικονλιζονται οι άγιοι: «Παύλος // ο Θη//βαίος», «[Ε]φραίμ // [ο Συ] // ρος» με ειλητάριο: «Έσται εν ειρήνη // η ταφή αυτής», «Θεοφάνης, // ο Γρα//πτός», «Παΐσιο/ς» κρατών ειλητάριο: «Αδελφοί δι’ / ο εξήλθα», [τε], «Θεόδωρος ο Συκε//ώτης», «Ιω(άννης) // ο της // κλίμακος» και «Ιω(άννης) // ο Καλυβίτης».

Στην κατώτερη ζώνη ολόσωμοι παρίστανται (από Δ προς Α): ο άγιος «Ευ//θύμιος// ο εν ασκηταίς» με ειλητάριο: «Αδελφοί τα όπλα // του μ(οναχο)ύ η με/λέτη ε/στίν». Ακολουθεί η αγία «Πα//ρασκευή η οσία κ(αι) // μάρτυς». Έπεται ο άγιος «Παν//τελεήμ(ων) // ο μεγαλο//μάρτυς», κρατών κυτίον και λαβίδα. Ο άγιος «Θε//όδωρος // ο Τηρ(ων)» και, τέλος ο άγιος «Γε//ώργι(ος) // ο Καππαδο//κευς κ(αι) τροπαιοφόρος».

Στην νότια πλευρά του ναού, εξωτερικά και εντός του υπολοίπου τμήματος του σπηλαίου, υπάρχει η παράσταση της Ένθρονης Θεοτόκου, η οποία περιστοιχίζεται από τους Αρχαγγέλους Μιχαήλ (αριστερά) και Γαβριήλ (δεξιά). Στο νότιο τμήμα του τοίχου σώζεται μικρό τμήμα εξίτηλης τοιχογραφίας, ενώ το υπόλοιπο είναι ασβεστωμένο.

Η κυρίαρχος μονή προγραμματίζει εν καιρώ την συντήρηση του ναού και των τοιχογραφιών που κινδυνεύουν από την υγρασία.


ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗ ΣΠΗΛΑΙΩΤΙΣΣΑ

Έγγραφο περί του σπηλαίου του Κυρίλλου

Ο Νείλος, ως γνωστόν, κατείχε το σπήλαιο του Κυρίλλου ‘εκ γονικότητος’. Ποιος όμως είναι αυτός ο συγγενής του Νείλου Κύριλλο;        Στο Αρχείον του Μεγάλου Μετεώρου – καθώς γράφει ο Ν. Βέης- σώζεται αρχαιότατο γράμμα (αρ.14) του έτους 1328 προς την ιερά μονή της ‘Θεοτόκου του Γραδιστίου’, η οποία υπέκειτο στην ‘αρχοντία των Σταγών’. Το γράμμα υπογράφει ο «δούλος του αγίου ημών αυθέντου του πανευτυχεστάτου σεβαστοκράτορος [=Στεφάνου Γαβριηλόπουλου] Ιωάννης σεβαστός ο Μίγιαρης», επόπτης και επιθεωρητής των επαρχιών του σεβαστοκράτορος Στεφάνου Γαβριηλόπουλου.

Ο Στέφανος Γαβριηλόπουλος κατά τις πρώτες δεκαετίες του14ου αιώνα κατέστη χωροδεσπότης των Τρικάλων, Σταγών, Φαναρίου, Δαμασίου και Ελασσόνας και έφερε τον τίτλο του σεβαστοκράτορα. Η εξουσία του διήρκησε ως τον θάνατό του (1318-1322/23). Την εποχή αυτή οι χωροδεσπότες διατηρούσαν στρατιωτικές δυνάμεις για να αποκρούσουν τόσος τους Καταλανούς, όσο και τους Αλβανούς, που εμφανίστηκαν στην Θεσσαλία γύρω στα 1320 και συμμαχούσαν άλλοτε με τους Καταλανούς και άλλοτε με τον βυζαντινό στρατό.

Το εν λόγω παλαιότατο έγγραφο μετέγραψε και δημοσίευσε ο Ν. Βέης. Τμήμα του εγγράφου έχει ως εξής: «†Επεί ο εν μοναχοίς οσιώτατος κυρ Κύριλλος ιερομόναχος τον βίον του ματαίου κόσμου τούτου απέλιπεν, τον μονήρη βίον διαδρομών, εν τινι τόπω σπηλαίου ησύχασε, τω επιλεγομένω Γραδιστί, τω και υπό την αρχοντίαν των Σταγών διακειμένω∙ εκείσε ουν ο ευλαβής ανήρ τον μοναδικόν βίον καλώς διαταξάμενος ηγωνίσατο ανεγείραι εν αυτώ τω ησυχαστηρίου του σπηλαίου ναόν εν ονόματι της υπεραγνου ημών Θεομήτορος ες ύμνον και δοξολογίαν Θεού∙ ο … και εις μοναστήριον απεκατέστησε∙ και πτωχούς τινας εν τούτω προσεκάθισε∙ ποιούντος ουν εμού την αναθεώωρησιν και αποκατάστασιν εξ ορισμού του αγίου ημών αυθεντου του πανευτυχεστάτου σεβαστοκράτορος, εις την κατά την Βλαχία άπασαν χώραν αυτού, εύρον και την του οσιωτάτου ανδρός αγαθήν πράξιν και προαίρεσιν ως τω Θεώ φίλην και ανθρώποις ευαπόδεκτον∙ ηθέλησα και αυτός δια της παρούσης ημετέρας γραφής επιστηρίξαι και διαβεβαιώσαι την προς τον Θεόν τούτου σπουδήν και επιμέλειαν(…) και τους άνωθεν ειρημένους πτωχούς παραδηλούσθαι αρξάμεθα. Κωνσταντίνος ο Μαύριος έχει υιόν Μιχαήλ∙ βόδι εν, αργό εν, πρόβατα δεκαπέντε∙ κλπ(…).

Έτι κατέχει η ειρημένη μονή και οικείον αυτής άμπελον μόδια δ’ μυλεργαστήριον χειμερινόν εν∙ ταύτα τε πάντα… η ρηθείσα μονή κατείχε εξ οικείων κόπων και μόχθων των εν αυτή μοναχών {ειεν}∙ είτε εκ προσενέξεως των φιλοχρίστων ανδρών∙ οφείλουσιν μένειν έξω πάσης και παντοίας δημοσιακής επηρείας και οχλήσεως∙ ήγουν αγκαρείας, παραγκαρείας, ζημίας, ψυχοζημίας, χοιροδεκατίας, νομής,ωφελείας και πάσης ετέρας της εν τη τοιάυτη χώρα επερχομένης δόσεως τε και συζητήσεως∙ άνευ μέντοι της κοινωφελούς καστροκτισίας, ψυχικής ένεκα σωτηρίας του αγίου ημών αυθέντου πανευτυχεστάτου σεβαστοκράτορος, ίνα οι εν αυτή ασκούμενοι εκτενεστέρως υπερεύχωνται της βασιλείας αυτού∙ επί τούτω γουν και το παρόν ημέτερον σιγίλλιον γεγονός επεδόθη τη διαληφθείση μονή εις ασφαλείαν∙ μηνί Αυγούστω ινδικτιωνος ια’.

Ο δούλος του αγίου ημών αυθέντου

Του πανευτυχεστάτου σεβαστοκράτορος

Ιωάννης σεβαστός ο Μίγιαρης».

 Ο Ν. Βέης ταυτίζει λανθασμένα το σπήλαιο του Κυρίλλου με την Παναγία Σπηλιά Καρδίτσης. Θεωρούμε σχεδόν βέβαιο ότι το σπήλαιο του Κυρίλλου είναι η Παναγά η Μήκανη, για τους κάτωθι λόγους:

  1. Το σπήλαιο του Κυρίλλου δηλούται στο σιγιλλιώδες γράμμα ότι ανήκει στην αρχοντία των Σταγών, ενώ η Παναγία η Σπηλιά Αργιθέας Καρδίτσας ανήκε στην αρχοντία του Φαναρίου.
  2. Εντός του χώρου  του ευρυχώρου σπηλαίου, όπου είχε δημιουργήσει ο κτίτωρ ησυχαστήριο με κελλιά των μοναχών, προσέθεσε, κατά το κείμενο του εγγράφου, και τον ναό της Υπεράγνου Θεοτόκου. Τέτοιο μεγάλο σπήλαιο βρίσκεται στην Μήκανη, ενή η Παναγία η Σπηλιά Καρδίτσας δεν είναι κτισμένη μέσα σε σπηλιά! Απλούστατα η θαυματουργός εικόνα της είχε βρεθεί σε μικρότατο σπήλαιο της περιοχής σε πολύ απότομο τοπίο.
  3. Η μορφολογία του κάτωθεν του σπηλαίου φυσικού περιβάλλοντος επέτρεπε – σύμφωνα με το έγγραφο- την δημιουργία αμπέλου, χειμερινού μύλου και βόσκηση πολλών προβάτων και βοών, πράγμα που επέτρεπε η περιοχή της Μήκανης και όχι της Σπηλαιάς Καρδίτσας.

Το παλαιότατο τοπωνύμιο Γραδίστιον είναι άγνωστο σήμερα στην περιοχή της Μηκανης, αλλά επίσης άγνωστο και στην περιοχή της Καρδίτσας. Το χωριό Γράλιστα, που αναφέρει ο Ν.Βέης, είναι αρκετά μακριά από την Παναγία την Σπηλιά.

Δεν μπορούμε να αποκλείσουμε τέλος την ύπαρξη τρίτου σπηλαίου με κτίσματα ως τα ανωτέρω και με τον ναό της Θεοτόκου σε άλλο σημείο της αρχοντίας των Σταγών σε περιοχή που λεγόταν Γραδίστιο.

Ο ιερομόναχος Ιουστίνος Σιμωνοπετρίτης και μαζί του ο GojkoSubotic υποθέτουν ότι το σπήλαιο του Οσίου Θεοδοσίου στον Γαύρο,, παρά τον ποταό Μήκανη, θα μπορούσε να είναι το παλαιό σπήλαιο του Κυρίλλου, επειδή διαθέτει τοιχογραφίες του 14ου αιώνα, μεταξύ των οποίων και μία της Θεοτόκου, αριστερά του Ιησού.

Το γεγονός, όμως, ότι δίπλα από την Παλαιοπαναγιά – Σπηλαιώτισσα υπήρχε κάστρο και ο επιθεωρητής Μίγιαρης ήταν επόπτης των στρατιωτικών δυνάμεως συνηγορεί υπέρ της γνώμης ημών. Επί πλέον σημειώνεται ότι οι μοναχοί του σπηλαιόυ του Κυρίλλου απαλλάσσονται όλων των φόρων, πλην της κοινωφελούς Καστροκτισίας. Όντως στην προέκταση του βράχου της μονής, επάνω σε μια συστάδα βράχων διακρίνονται τα ερείπια βυζαντινού κάστρου με τρία διαζώματα. Η τοποθεσία είναι γνωστή ως Παλαιόκαστρο. Άλλωστε στην τοπική παράδοση η Παναγία η Μήκανη είναι πάντοτε η Σπηλαιώτισσα παρά το χωρίον Βλαχάβα. Εξ’ άλλου σε αυτόν τον ναό, η επιγραφή δηλώνει καθαρώς ότι είναι ναός της «Υπεραγίας Θεοτόκου», ενώ στον Γαύρο ουδαμού υπάρχει δήλωση περί του ναού της Θεοτόκου.

Στα δεξιά του βράχου της Παναγίας της Μήκανης και στην προέκταση του υψώνεται άλλος βράχος, όπου διακρίνονται υπολείμματα κτισμάτων στην ανατολική πλευρά παλαιού αγνώστου μονυδρίου.

{flike}


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ