Ή ιερά μονή τής 'Ύπεράγνου Θεομήτορος τής Δούπιανης, κτισμένη πάνω στήν άνατολική πλευρά, έντός σπηλαίου τού ομώνυμου βράχου, δεν ύπάρχει σήμερα. Σώζεται μόνο σέ παλαιότατες φωτογραφίες καί ζωγραφικούς πίνακες.

Τό έτος 1782 ό Έλασσονίτης μοναχός Παρθένιος φιλοτέχνησε τήν έξοχης λαϊκής τέχνης χαλκογραφία τών Μετεώρων, ή όποια συμπεριλαμβάνει καί τήν ιερά μονή τής Δούπιανης μέ δένδρα, ναό, περίφραξη καί άλλα κτίσματα. Στήν νοτιοανατολική όψη τού βράχου, “πρός τάς ρίζας" τών βράχων, καθώς άναφέρει καί τό ‘Χρονικό τών Μετεώρων’, είναι άποτυπωμένη ευμεγέθης ή ιερά «Μονή τής Δούπιανης», ένώ σέ ύπερκείμενα σπήλαια έμφαίνονται δύο μικρά μονύδρια-κελλία.

Καί σήμερα διακρίνονται έπί τών σπηλαιωδών όπών ύπολείμματα δοκαριών καί διάτρητες οπές παλαιών κτιρίων. Στήν βόρεια πλευρά τού βράχου ύψηλά είκονίζεται ή ιερά μονή Παντοκράτορος.

Τό έτος 1819 ό Γάλλος περιηγητής καί ζωγράφος Louis Dupr0 (1789-1837) κατά τήν έπίσκεψή του στούς μετεωρικούς βράχους έμπνεύστηκε, σχεδίασε καί τύπωσε σέ δύο λιθογραφίες τά μοναστήρια τών Μετεώρων. Στήν πολύ γνωστή καί έγχρωμη λιθογραφία του “Les Meteores de Thessalie et le Pinde" είκονίζονται τά μοναστήρια Αγίας Μονής, Αγίου Νικολάου καί Τιμίου Προδρόμου. Στόν λίθο τής Δούπιανης άπεικονίζεται στό βόρειο μέρος ή μονή Παντοκράτορος καί στό ανατολικό ή μονή τής Δούπιανης.


 

Παλαιότερη μνεία. Τό παλαιότερο έγγραφο, στό όποιο άναφέρεται τό μονύδριο τής Παναγίας τής Δούπιανης, είναι τό χρυσόβουλο τοΰ αύτοκράτορα Άνδρονίκου Γ' Παλαιολόγου (1328-1341) τοΰ έτους 1336, τό όποιο είναι αντιγραμμένο στόν βορεινό τοίχο τοΰ έσωνάρθηκα τοΰ παλαιοΰ καθεδρικού ναοΰ τής Παναγίας Καλαμπάκας.

Σύμφωνα μέ τό έν λόγω χρυσόβουλλο, κατά παράκληση τοΰ τότε έπισκόπου Σταγών καί κατ’ έντολή τοΰ αύτοκράτορα Μανουήλ Α' Κομνηνοΰ (1143-1180), συντάχτηκε ένα Πρακτικό, τό οποίο κατοχύρωνε τά δίκαια τής Επισκοπής Σταγών, μέ βάση προγενέστερα αύτοκρατορικά χρυσόβουλα, ήτοι: τοΰ Νικηφόρου Γ' Βοτανειάτη (1078-1081) καί τού Αλεξίου Α' Κομνηνοϋ (1081-1018).

Στό έν λόγω χρυσόβουλο τοΰ Ανδρονίκου Γ' παρατίθεται, σύν τοίς άλλοις, έκτενής περίληψη τοΰ ‘Πρακτικού τού Μανασση, τό όποιο είναι φορολογικό κατάστιχο τοΰ ύπέρτατου πράκτορα Μανασσή καί συντάχτηκε, κατά τούς ειδικούς, μεταξύ τών έτών 1163-1180. Σύμφωνα μέ αύτό κατοχυρώθηκαν τά όρια, οί κτήσεις καί τά δίκαια τής Επισκοπής Σταγών, ένώ συγχρόνως καταγράφηκαν τρία μονύδριά της, «ή τε μονή τής Ύπεραγίας Θεοτόκον ή Δούπιανη και ή μονή τής Θεοτόκον εις τό Λιμπόχοβον και ή μονή τής Ύπεραγίας Θεοτόκον εις τον Άσπροπόταμον ήσαν ούτως εις μετόχια ταύτης τούτων πάντων δεσπόζουσαν τήν άγιωτάτην έπισκοπήν Σταγών διώρισται έν έκείνω τω πρακτικά)»76 (ΟΔ).

Στά μέσα τοΰ 14ου αιώνα μία ήγετική καί δημιουργική προσωπικότητα, ό ιερομόναχος Νείλος, οργάνωσε τήν Σκήτη τής Δούπιανης~ καί ίδρυσε τέσσερες ναούς «προς σννασπισμόν και βοήθειαν έαυτοϋ και πόσης τής σκήτεως». Οί ναΐσκοι αύτοί, οί όποιοι εύρίσκονται σε σπήλαια τών Μετεώρων, είναι τής 'Υπαπαντής, τοΰ Παντοκράτορος, τοΰ Αγίου Δημητρίου καί, ενδεχομένως, τής ‘Παναγίας παρά τό Πηγάδων’.

Ό θεοφιλής Νείλος, ώς φιλόκαλος, φρόντισε, έπίσης, γιά τήν τοιχογράφησή τους άλλά καί γιά τήν άναγραφή τής ίστορήσεώς τους. Τό ‘Χρονικό τών Μετεώρων’ διασώζει έναν τύπο τής έπιγραφής τής άνεγέρσεως καί ίστορήσεώς τών τεσσάρων σπηλαιωδών άναφερομένων ναϋδρίων. Σήμερα, όμως, διασώζεται μόνο ή ιστόρηση καί ή κτιτορική έπιγραφή τής Ι. μονής Υπαπαντής.

Ό προεστώς τής Παναγίας τής Δούπιανης έγινε ‘ήγούμένος’ όλης τής Σκήτης, καί έφερε τόν τίτλο ‘πρώτος.

Έμενε στήν μονή τής Δούπιανης καί ασκούσε περιοδεύων τήν γενική έποπτεία στήν όλη κοινότητα, καθώς μάς πληροφορούν οί Δουπιανίτες πατέρες, στό ‘Χρονικό τών Μετεώρων’: «Έφθάσαμεν τόν τιμιώτατον εν ίερομονάχοις κϋρ Ακάκιον, ηγούμενον τής σεβάσμιας μονής τού Παντοκράτορος τού εν τώ λίθω τής Δουπιάνης και πρώτον τής σκή-τεως Σταγών, άνερχόμενον μετά βακτηρίας εις άπαντα τα μοννδρια, διόπων καί διατάσσων τού τε Μετεώρου καί δλης τής σκήτεως, και ούδείς ήν ό αντιτασσόμενος αυτόν, άλλα κατά την παλαιάν συνήθειαν διεξήγοντο και συνασπίζοντο παρ’ αύτοΰ».

Ό ηγούμενος Νείλος, άνθρωπος μέ πνευματική ακτινοβολία, επέτυχε ύπέρ τής Σκήτης τής Δούπιανης τήν έκδοση δύο βασιλικών «προσταγμάτων», τού Συμεών Ούρεση Παλαιολόγου (1362) καί τού υίοΰ του Ιωάννη Ούρεση Παλαιολόγου (1372).

Στήν μοναδική σωζόμενη πράξη τού Νείλου, «καθηγουμένου τής μονής Δουπιάνης», ή οποία συντάχτηκε ύπέρ τής μονής τοϋ Αγίου Δημητρίου, γίνεται λόγος γιά τήν ανάδειξη τοΰ Νείλου στήν θέση τού ‘ήγουμένου’καί'πρώτου’ τής Σκήτης τής Δούπιανης. Ή κατοχύρωση τοϋ ‘πρωτείου’, καθώς συνάγεται άπό τήν προειρημένη πράξη, έπιτεύχθηκε μέ σιγιλλιώδες γράμμα τοΰ μητροπολίτη Λαρίσης Αντωνίου (1333-1363), μέ πρόσταγμα τοΰ Συμεών Οΰρεση Παλαιολόγου, μέ τήν σύμφωνη γνώμη τοΰ άρχοντα Λουκά Κομιτοπούλου (κεφαλής τοΰ Κάστρου Σταγών, διαδόχου τοΰ Θ. Όρφανοϊωάννη) καί, τέλος, των κληρικών καί άρχόντων τής Επισκοπής Σταγών.

Ή Παναγία Δούπιανη, σύμφωνα μέ τά προαναφερόμενα προστάγματα τών Συμεών (1362) καί Ιωάννη (1372) Οΰρεση Παλαιολόγου], καθώς καί μέ τό σιγίλλιο τοΰ οικουμενικού πατριάρχη Αντωνίου Δ' (έτους 1393), άλλαξε τρεις φορές τό ιδιοκτησιακό της καθεστώς κατά τόν 14° αιώνα. Συγκεκριμένα μεταξύ τών έτών 1336 καί 1342 άνήκει στήν Επισκοπή Σταγών, όπως αύτό γίνεται γνωστό μέ τό σιγίλλιο τοΰ Αντωνίου Δ' (1393), στό όποιο μνημονεύεται γράμμα τοΰ έπάρχου τής Θεσσαλίας Μιχαήλ Μονομάχου, τό όποιο έχει συνταχθεΐ μεταξύ τών έτών 1336-1342. Σύμφωνα μέ αύτό, ό έν λόγω έπαρχος παραχωρούσε ώς μετόχια στήν Επισκοπή Σταγών πέντε μονύδρια, μεταξύ δέ αύτών καί τήν Παναγία τήν Δούπιανη. Τό έτος 1362, μέ τό πρόσταγμα τοΰ Συμεών Οΰρεση Παλαιολόγου, άνεξαρτητοποιήθηκε άπό τήν ’Επισκοπή Σταγών καί άνήκει πλέον στήν κατοχή τοΰ ‘πρώτου’ τής Σκήτης τής Δούπιανης ίερομονάχου Νείλου. Στά 1372, μέ τό πρόσταγμα τού Ιωάννη Οϋρεση Παλαιολόγου, αναγνωρίζεται έκ νέου τό δικαίωμα τής ιδιοκτησίας τοΰ ‘πρώτου’ πάνω στό μονύδριο τής Δούπιανης καί άνανεώνεται ή ισχύς προγενεστέρου προστάγματος τοΰ Συμεών Οΰρεση (μή σωζομένου σήμερα, άλλά χρονολογουμένου μεταξύ τών έτών 1360-1362). Καί, τέλος, τό έτος 1393 περιήλθε πάλι στήν δικαιοδοσία τής Επισκοπής Σταγών, διότι στό σιγίλλιο τού Αντωνίου Δ' άναφέρεται ώς μετόχιό της.

Ό ιερομόναχος Νείλος προτού καταστεί ‘πρώτος’ τής Σκήτης είχε διατελέσει ‘δίκαιος’ τής Επισκοπής Σταγών, καθώς έμφαίνεται σέ πρόσταγμα τοΰ Συμεών Ούρεση Παλαιολόγου τού έτους 1362 πρός τήν Σκήτη τής Δούπιανης: «άλλα δή καί τοΰ πανοσιωτάτου εv ίερομονάχοις δικαίου τής άγιωτάτης έπισκοπής Σταγών τον νυν πρώτου τής σκήτεως καί κατά κύριον πατρός τής βασιλείας μου κϋρ Νείλου καί τών έντιμοτάτων κληρικών τής άγιωτάτης ’Επισκοπής Σταγών» (ΟΔ).

Ώς ‘δίκαιος’ τής Έπισκοπής Σταγών ό ιερομόναχος Νείλος ύπογράφει, άνάμεσα σέ άλλα έκκλησιαστικά πρόσωπα, σέ άχρονολόγητο σιγνογραφικό γράμμα (ca. 1348-1362) «περί τίνος γής τοΰ Μετεώρου»: « Ό έν ίερομονάχοις έλάχιστος Νείλος καί δίκαιος τής άγιωτάτης ’Επισκοπής Σταγών υπέγραψε» (ΟΔ). Στό ίδιο γράμμα τελευταίος ύπογράφει ό ιερομόναχος Μακάριος, προκάτοχος τού Νείλου στήν θέση τού ‘πρώτου’: « Ό έν ίερομονάχοις έλάχιστος Μακάριος άρχιμανδρίτης καί καθηγούμενος τής σεβάσμιας μονής τής Ύπεραγίας Θεοτόκου καί έπικεκλημένης Δουπιάνεως υπέγραψε» (ΟΔ).

Σέ έτερο άχρονολόγητο γράμμα (ca. 1360-1372) τών ίερομονάχων Ίλαρίωνος καί Ιακώβου καί τοΰ μοναχοΰ Γερβασίου πρός τόν όσιο Αθανάσιο τόν Μετεωρίτη γιά τήν παραχώρηση σ’ αύτούς τής ‘Πέτρας’ τοΰ Μετεώρου πρός άνοικοδόμηση κελλίων, ύπογράφει «ό τά δίκαια διόπων τής άγιας έπισκοπής Σταγών ιερομόναχος Νείλος καί πρώτος τής Σκήτεως τών Σταγών» (ΟΔ).

Ή μορφή τοΰ ίερομονάχου Νείλου διασώζεται στην ΝΔ κόγχη τοΰ κυρίως ναού τής 'Υπαπαντής, νά δέεται γονυπετής έμπροσθεν τής Θεοτόκου, τής προστάτιδος όλης τής Σκήτης τής Δούπιανης, με τήν επιγραφή:

«Δέησις τοϋ δούλου τοΰ Θεού Νείλου ίερομονάχου', κτίτωρ καί πρώτος τής Σκήτεως» (ΟΔ).

Ό πρώτος’ τής Σκήτης, είκονίζεται χωρίς φωτοστέφανο, μόνο μέ μαύρο καλυμμαύχι, έπειδή ήταν έν ζωή όταν πραγματοποιήθηκε ή ιστόρηση τού σπηλαιώδους ναΐσκου στά 1366/7.

Διάδοχος τού Νείλου καί ‘πρώτος’ τής Σκήτης τής Δούπιανης ύπήρξε ό Νεόφυτος, ό οποίος ίδρυσε ουσιαστικά τή βοήθεια τού Νείλου τά μονύδρια τού Παντοκράτορος καί τού Αγίου Δημητρίου.

Τό ιστορικό κείμενο, τό λεγόμενο ‘Χρονικόν τών Μετεώρων’ ή ‘Σύγγραμμα ιστορικόν’ μάς δίδει τήν πληροφορία ότι άπό τά τέλη τού 14ου έως τίς άρχές τού 16ου αιώνα ό έκάστοτε ‘πρώτος’ τής Σκήτης τής Δούπιανης διέθετε άποκλειστικά καί μόνο τόν τίτλο τής ηγουμενίας σέ όλη τήν περιοχή τών Μετεώρων. Μάλιστα δηλώνει έμφαντικά ότι έπί τών ήμερών τού πρώτου τής Σκήτης Νεοφύτου, ό προεστώς τού Μετεώρου ιερομόναχος Μακάριος ύπέγραφε ώς «πατήρ Μετεώρου μόνον», καί όχι ώς «ηγούμενος».

Μετά άπό τόν Νείλο καί τόν Νεόφυτο ‘πρώτος’ τής Σκήτης άναδείχτηκε ό Νήφων, καθώς μάς πληροφορείτο άνωτέρω κείμενο.

Στά 1426 άναφέρεται ό ιερομόναχος Σεραπίων ώς καθηγούμενος τού Παντοκράτορος καί συνεπώς καί τής Σκήτης τής Δούπιανης. «Καί οϋτω κατά διαδοχήν τών πρώτων τής Δουπιάνης έφθασεν ή τάξις αυτή μέχρι των νϋν ευρισκομένων τίμιων γερόντων, τοϋ τιμιωτάτου έν ίεροδιακόνοις κυρ Κυπριανού καί τοϋ τιμιωτάτου έν ίερομονάχοις κΰρ Ανθίμου». Ό έν λόγω ίεροδιάκονος Κυπριανός καί ό ιερομόναχος Άνθιμος είναι οί τελευταίοι τιμιώτατοι γέροντες τής Σκήτης τής Δούπιανης, πού θά μπορούσαν νά ταυτιστούν με τούς χορηγούς τής ίστορήσεως καί άνακαινίσεως τού Αγίου Νικολάου Άναπαυσά.

Ακολούθως, πρώτος’ τής Σκήτης άναδείχτηκε ό ιερομόναχος Ακάκιος, ό όποιος μνημονεύεται καί ώς ηγούμενος τής μονής Παντοκράτορος. Έπί τών ήμερών τού Ακακίου, ό μητροπολίτης Λαρίσης Διονύσιος ό Έλεήμων92 (| 1510) καί κτίτορας τής μονής Άγιου Νικολάου Άναπαυσά, κατήργησε τό πρωτάτο από την έξασθενημένη Σκήτη τής Δούπιανης καί έδωσε τόν τίτλο τού ήγουμένου στόν προεστώτα τού Μεγάλου Μετεώρου. Έκτοτε πρωτεύοντα ρόλο στήν μετεωρική πολιτεία είχε ή Σκήτη τού Μετεώρου, καθώς γίνεται λόγος στό ‘Χρονικό τών Μετεώρων. Έτσι, ό τότε προεστώς τού Μετεώρου, όνόματι Ίωάσαφ ιερομόναχος (διάφορος άπό τόν β' κτίτορα όσιο Ίωάσαφ), έφερε τόν τίτλο «πατήρ τοϋ Μετεώρου», έπί δέκα επτά έτη, κατά τήν παλαιά συνήθεια. Ό «δε κϋρ Διονύσιος ό Λαρίσης έτίμησεν αύτόν εις τήν ήγουμενείαν τοϋ Μετεώρου».

Τό Κυριάκό τής Παναγίας τής Δούπιανης

Έχει διασωθεί σήμερα μόνο τό Κυριάκό τής Σκήτης τής Δούπιανης άφιερωμένο στήν Παναγία. Ό παλαιότατος αύτός ναΐσκος βρίσκεται νοτιοδυτικά τοΰ Καστρακίου, καί νοτιοανατολικά τού Αγίου Νικολάου Άναπαυσά. Έχει κτισθεΐ, στην νότια πλευρά, κάτω άπό τόν βράχο Δούπιανη. Κατά τούς ειδικούς κτίστηκε γύρω στον δωδέκατο αιώνα. Στην δόμηση χρησιμοποιήθηκαν καί μέλη άπό άρχαιότερο ναό.

Άπό άπόψεως άρχιτεκτονικής είναι μονόχωρος, δρομικός, ξυλόστεγος ναός, έξωτερικών διαστάσεων 7,95 x 4,90 μ., μέ ήμικυλινδρική άψίδα στό ιερό βήμα καί στενά μονόλοβα παράθυρα. Ό κύριος άξονας τοΰ ναού είναι προσανατολισμένος άπό βορά πρός νότο.

Ό ναός στεγάζεται μέ ξύλινη δίρριχτη στέγη, ή όποια στό δυτικό τμήμα της έχει σκαφοειδή μορφή καί σχηματίζει εύρύτατο γείσο, πού έξέχει πρός τά έξω 0,50 μ. Δέν διαθέτει κεραμοπλαστική διακόσμηση, τήν δέ δυτική είσοδο κοσμεί λιτό λίθινο περιθύρωμα.

Στήν άνατολική πλευρά ύπάρχουν δύο μονόλοβα παράθυρα, ένα στήν κόγχη τοΰ ίεροΰ βήματος καί ένα στήν κορυφή τοΰ άετώματος. Ή κόγχη τής προθέσεως άνοίγεται στό πάχος τοΰ άνατολικοΰ τοίχου.

Εργασίες άνακαινίσεως έγιναν τό έτος 1861, καθώς συνάγεται άπό λιθανάγλυφη έπιγραφή, πού ύπάρχει έξωτερικά στό ρηχό τύμπανο τοΰ τόξου στό ύπέρθυρο τής δυτικής εισόδου: «18//61 / Μάρ//τιος 24». Σύμφωνα μέ τίς έγκριτες παρατηρήσεις τοΰ Άνδρέα Ξυγγόπουλου προϋπήρχε ύπόστεγο στήν δυτική πλευρά, «εκτεινόμενου πιθανώς και εις τάς δύο άλλας πλευράς, βορείαν και νοτίαν, τοΰ όποιου λείψανα άνεύρομεν κατά τήν γενομένην σκαφικήν έρευναν».

Προφανώς, στά 1861, μετά τήν κατάρρευση τής λιτής, έγιναν οί έργασίες άναστηλώσεως. Τότε στένευαν τήν δυτική είσοδο (άπό 1,36 μ. έγινε 0,66 μ.), συμπλήρωσαν τμήματα τής άνωδομής στίς πλάγιες πλευρές καί στό πάνω μισό τής δυτικής τοιχοποιίας, σχηματίζοντας μία φωτιστική σχισμή.

Στούς δύσκολους χρόνους τής ίταλο-γερμανικής κατοχής, καθώς σημειώνει ό Ν. Βέης, «ή παλαιά έκκλησία τής Δούπιανης, ή όποια συνδέεται ατενώς με τάς άρχάς τής μοναστικής πολιτείας τών Μετεώρων, έβλήθη ύπό Γερμανικών όλμων καί ή σκέπη αύτής κατά πολλά έβλάβη».

Ή αρχαιότητα τοΰ ναΐσκου καταφαίνεται καί από την τοιχοδομία, κατά την όποια παρεμβάλλονται κέραμοι μεταξύ τών λίθων, καί άπό τίς σωζόμενες παλαιότατες τοιχογραφίες.

Οί τοιχογραφίες στό ιερό βήμα καί εκατέρωθεν τοΰ τέμπλου άνάγονται στάτέλη τοΰ 12ου αί. ή στις άρχές τοΰ 13ου αιώνα. Μετά άπό έρευνα τής Αρχαιολογικής 'Υπηρεσίας διαπιστώθηκε ότι δέν ύπάρχει άπό κάτω άλλο στρώμα τοιχογραφιών. Έτσι καί ή άνέγερση τοΰ ναού θά πρέπει νά άναχθει χρονικά ολίγο πρό τής ίστορήσεώς του. Οί ύπόλοιποι τοίχοι στερούνται ίστορήσεώς καί είναι άπλώς σοφατισμένοι.

Τό έτος 1961 πραγματοποιήθηκε άπό τήν 7η ΕΒΑ καθαρισμός τών τοιχογραφιών, οί όποιες, αν καί σέ άρκετά σημεία είναι τελείως έφθαρμένες, μαρτυρούν μιά καλή τέχνη.

Μετά άπό δική μας έρευνα καταλήγουμε στό συμπέρασμα ότι οί τοιχογραφίες άκολουθούν τόν ίδιο άγιολογικό κύκλο μέ τό διακονικό τής Κοιμήσεως τής Θεοτόκου Καλαμπάκας, άφού άλλωστε τό ναΰδριο τής Δούπιανης ήταν μετόχιο τής έπισκοπής Σταγών, πού είχε τήν έδρα της έξωθι τής Παναγίας Καλαμπάκας.

Στό τεταρτοσφαίριο τής κεντρικής κόγχης τού ιερού βήματος, σέ όρθια στάση, είκονιζόταν ή Παναγία. Σήμερα είναι κατά τό μεγαλύτερο μέρος έξίτηλη. Χαμηλότερα, ό Μελισμός, καί εκατέρωθεν τού μικρού φωτιστικού άνοίγματος ιστορούνται σεβίζοντες οί Αρχάγγελοι Μιχαήλ καί Γαβριήλ.

Αντίστοιχα ιστορούνται δύο συλλειτουργούντες ιεράρχες, έστραμμένοι πρός τό έσωτερικό τής κόγχης. Δεξιά ό άγιος Ιωάννης ό Χρυσόστομος κρατών είλητάριο: «Κ(ύρι)ε ό Θ(εό)ς ό τόν ουράνιον άρτον τήν τροφήν» καί άριστερά ό Μέγας Βασίλειος κρατών ώσαύτως είλητάριο, έξίτηλο σήμερα.

Άριστερά καί άνω τής κόγχης ό Αρχάγγελος Γαβριήλ καί δεξιά ή Παρθένος Μαρία, ελαφρώς σκυμμένη στην γνωστή στάση τοϋ Ευαγγελισμού. Ή επιγραφή: ό «Εύαγγελισμός». Στό αέτωμα λίγες μορφές Αποστόλων από τήν Ανάληψη. Αριστερά στήν πρόθεση ιστορείται στηθαΐος ό πρωτομάρτυς άγιος Στέφανος. Αντίστοιχα δεξιά τής κεντρικής κόγχης έπί τής άνατολικής πλευράς ιστορείται ολόσωμος ό διάκονος άγιος Ρωμανός.

Έπί τού νοτίου τοίχου, είκονίζονται δύο ιεράρχες, σέ μετάλλιο ό πρώτος καί ολόσωμος ό δεύτερος. Τά όνόματά τους είναι έπίσης έξίτηλα. Προφανώς έσβήστηκαν μέ τόν γενόμενο καθαρισμό. Ό πρώτος μάς είναι άδιάγνωστος. Ό δεύτερος έκ τών έλαχίστων διακρινομένων γραμμάτων «λ/σι/ο» καί έκ τής ομοιότητας μέ τήν άντίστοιχη τοιχογραφία στό διακονικό τής παλαιάς έκκλησίας τής Παναγίας Καλαμπάκας καταλήγουμε στό συμπέρασμα ότι είναι ό άγιος ίερομάρτυς « [Β]λ[ά] σιο[ς]», έπίσκοπος Σεβαστείας.

Στόν βόρειο τοίχο είκονίζονται τρεις μετωπικοί ολόσωμοι ιεράρχες κρατούντες Ευαγγέλιο. Τά όνόματά τους είναι έξίτηλα. Άπό τά τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά καί μέ τήν άντιστοιχία τών τοιχογραφιών τής Παναγίας Καλαμπάκας μπορούμε νά τούς ταυτίσουμε μέ τούς άγιους: Κύριλλο Αλεξάνδρειάς (νέος μακροδιχαλογένης, φέρων, τόν σχεδόν έξίτηλο έδώ, χαρακτηριστικό σκούφο), Πολύκαρπο Σμύρνης καί Φωκά.

Στόν κυρίως ναό, έκατέρωθεν τού τέμπλου, σώζονται οί θαυμάσιες σέ νωπογραφία ολόσωμες παραστάσεις τού Ιησού Χριστού (άριστερά) καί τής Θεοτόκου (δεξιά), οί όποιες περιβάλλονται άπό ένα ελαφρά άνάγλυφο τοξωτό πλαίσιο σάν προσκυνητάρι μέ ύψος 2,20 μ. καί πλάτος 0,70 μ. Ό Χριστός ιστορείται στόν τύπο τού Παντοκράτορα καί κρατεί Εύαγγέλιο άνοικτό μέτό ρητό: «Δεύτε/πρός με/πάντες/οί κε-κοπι/ακότες // και πε/φορτι/σμένοι / κάγώ άναπαύσω υμάς». Στά δεξιά ή Παναγία Βρεφοκρατούσα όρθια, έστραμμένη έλαφρά πρός τόν άπέναντι ιστορημένο Χριστό. Ό κρατούμενος στήν άγκάλη Της ώς βρέφος Ιησούς Χριστός τήν έναγκαλίζεται θέτοντας τό χεράκι Του πίσω άπό τόν τράχηλό Της, ένώ ή Θεοτόκος προσεγγίζει τό πρόσωπό Του ώς Γλυκοφιλούσα.

Ό ναΐσκος τής Παναγίας ανήκε μέχρι τό 1994 στήν Επισκοπή Σταγών καί τόν πανηγύριζαν οί Καλαμπακιώτες. Άπό τό έτος 1994 ή Παναγία ή Δούπιανη μέ τήν ύπ’ άριθ. 18/22.11.1994 πράξη τού σεβασμιωτάτου μητροπολίτη Σταγών καί Μετεώρων κ. Σεραφείμ υπάγεται στό Μεγάλο Μετέωρο. Ή κυρίαρχος ιερά μονή φροντίζει έκτοτε τό ιστορικό ναΰδριο καί πραγματοποιεί τήν κατ’ έτος πανήγυρη τής Παναγίας στήν εορτή τής Ζωοδόχου Πηγής.

Ό δραστήριος ήγούμενος τοΰ Μεγάλου Μετεώρου άρχιμ. Αθανάσιος Αναστασίου κατά τό έτος 1998 προέβη πρώτον στις άπαραίτητες συντηρήσεις τοΰ ναού καί κατόπιν φρόντισε γιά τήν κατασκευή λιτού ξυλόγλυπτου τέμπλου άλλά καί γιά τόν έξοπλισμό τοΰ ναΐσκου μέ κανδήλια καί καλύμματα τής Αγίας Τραπέζης. Επίσης πραγματοποιήθηκαν, κατά τά έτη 2007-2010, σπουδαιότατες έργασίες συντηρήσεως καί άρμολογήσεως τών τοίχων, διαμορφώσεως τού δαπέδου, τού περιβάλλοντος χώρου καί τής προσβάσεως άπό τήν 19η ΕΒΑ.

Αξιόλογη μελέτη γιά τήν Σκήτη τής Δούπιανης συνέγραψε ό άείμνηστος καθηγητής Δημ. Σοφιανός κατά τό 2008 καί έξεδόθη ύπό τής μονής Μεγάλου Μετεώρου μέ τίτλο: Ή Σκήτη τών Σταγών καί τό μονύδριο τής Παναγίας τής Δούπιανης στό Καστράκι.

 ΘΕΟΤΕΚΝΗΣ ΜΟΝΑΧΗΣ ΑΓ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΑΓΙΩΝ ΜΕΤΕΩΡΩΝ


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ