Αγία Μονή (Γενεσίου της Θεοτόκου) ή κελλί του Βαρλαάμ

 

Η ΕΡΕΙΠΩΜΕΝΗ ΑΓΙΑ ΜΟΝΗ ΤΟΥ ΓΕΝΝΕΣΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

 

Νοτιοδυτικά της μονή Ρουσάνου, βορειοανατολικά της μονής Βαρλαάμ, στην τοποθεσία της Στέρνας, επάνω σε μονόλιθο στύλο, διακρίνουμε τα ερείπια της Αγίας Μονής ή Νέας Μονής, η οποία ήταν αφιερωμένη στο Γενέσιο της Υπεραχράντου και Αειπαρθένου Μαρίας. Βόρεια του βράχου υπήρχε η ξύλινη ανεμόσκαλα με εβδομήντα πέντε βαθμίδες και δυτικά αυτού υπάρχει μια ευμεγέθης στέρνα.

Παλαιότερη μνεία. Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς ιδρύθηκε το προηγηθέν ερημητήριο. Από πατριαρχικό γράμμα μας είναι γνωστό ότι ένας δραστήριος, χαρισματικός ηγούμενος και πνευματικός, ο ιερομόναχος Νικηφόρος, με μεγάλη ήδη συνοδεία ιερομονάχων, μοναχών και λαϊκών υποψηφίων μοναχών, με προσωπικές τους δαπάνες αλλά και με προσφορές ευσεβών χριστιανών, ανεκαίνισαν και ανοικοδόμησαν εξ αρχής το παλαιό ασκητήριο που βρήκαν στον ουρανογείτονα βράχο.

Στην παράδοση των Καστρακινών θεωρείται «το κελλί του Βαρλαάμ». Πιθανότατα ήταν εκεί η πρώτη κατοικία του ασκητή Βαρλαάμ, προτού μεταβεί στον φερώνυμο βράχο.

Η τοποθεσία ήταν γνωστή ως Στέρνα. Όντως όπισθεν του βράχου υπάρχει ευμεγέθης στέρνα προς συγκέντρωση ύδατος.

Η επιφάνεια του βράχου ήταν λίαν περιορισμένη. Έτσι κατ’ ανάγκην έπρεπε να καλύψουν με τις απαραίτητες οικοδομές τον διαθέσιμο χώρο, αλλά και να αυξήσουν το κτιριακό συγκρότημα σε επάλληλους ορόφους, καθώς εμφαίνεται ακόμη σε διασωθείσες παλαιές φωτογραφίες της εν λόγω μονής.

Στα 1614 ο παπα-Νικηφόρος φρόντισε και μετέτρεψε το ιερό μονύδριο σε σταυροπηγιακή πατριαρχική μονή με σιγιλλιώδες γράμμα του οικουμενικού πατριάρχη Τιμοθέου Β’. Το γράμμα αυτό ευρίσκεται στο αρχείο εγγράφων της μονής Βαρλαάμ (αρ.10). Αντίγραφό του, ωσαύτως, σώζεται και στην ιερά μονή Αγίου Στεφάνου.

Η Αγία Μονή διέθετε, τότε, εννέα ιερομονάχους και οκτώ μοναχούς. Τα ονόματα των ιερομονάχων ήταν: Νικηφόρος, Ιωαννίκιος, Αρσένιος, Μητροφάνης, Διονύσιος, Κύριλλος, Φιλόθεος, Δανιήλ και Ματθαίος. Μοναχοί δεν ήταν: Γρηγόριος, Νείλος, Νεόφυτος, Παγκράτιος, Παχώμιος, Μακάριος, Ιωαννίκιος και Διονύσιος.

Μετά την σχετική εισαγωγή ο οικουμενικός πατριάρχης Τιμόθεος Β’ αναφέρει: «Οι κατά την αγιωτάτην Επισκοπήν Σταγών ευρισκόμενοι ιερομόναχοι και μοναχοί ό,τε παππά Νικηφόρος, παππά Ιωαννίκιος, παππά Αρσένιος, παππά Μητροφάνης, παππά Διονύσιος, παππά Κύριλλος, παππά Φιλόθεος, παππά Δανιήλ, παππά Ματθαίος, Γρηγόριος, Νείλος, Νεόφυτος, Παγκράτιος, Παχώμιος, Μακάριος, Ιωαννίκιος, Διονύσιος οι μοναχοί και άλλοι ουκ ολίγοι πρόθυμοι την ησυχίαν και ερημίαν οι επιποθούντες επεί εύρον τόπον ευάρεστον και επιτήδειον εν τη τοποθεσία της καλουμένης Στέρνας πλησίον της μονής του Βαρλαάμ, δαπανήσαντες οίκοθεν και εξ ελεημοσυνών ανήγειραν και ανεκαίνισαν μονύδριον εις δόξαν Θεού προς ησυχίαν και άσκησιν αυτήν επ’ ονόματι της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας και τούτο εκ βάθρων και εκ θεμελίων ανωκοδόμησαν· όθεν και αδεία ημετέρα σταυρόν ιερόν έλαβον και σταυροπήγιον πατριαρχικόν είναι και ονομάζεσθαι κανονικώς εζήτησαν ηξίωσαν τε και την ημών μετριότητα διά γράμματος ελευθερωτηρίου τιμήσαι αυτό και ακαταπάτητον και αζήμιον είναι ως πατριαρχικόν σταυροπήγιον» .


ΠΑΛΙΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΟΝΗΣ (ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ)

Ιστορική εξέλιξη του μονυδρίου. Στις αρχές του 17ου αιώνα η Αγία Μονή ανήκει ως κελλίο στο Μεγάλο Μετέωρο. Στο γνωστό ‘Κατάστιχο διά την αποκοπήν των κελλιωτών’ η ως άνω Μονή αναφέρεται έκτη στη σειρά με τον τίτλο «η Παναγία η νέα μονή». Προσφέρει δέκα άσπρα, πράγμα που σημαίνει ότι ήταν πτωχότατο μοναστήρι, καθότι νεοϊδρυμένο.

Στην ζητεία των ηγουμένων των μοναστηριών των Μετεώρων προς τον ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας Ιωάννη Βασίλειο Lupu (1634-1653) συνυπογράφουν ένατοι στην σειρά «οι εν τη Αγία Μονή πατέρες». Υπογράφει δε ως ηγούμενος ο ιερομόναχος Χαραλάμπης.

Σύμφωνα με τον Κώδικα Τρίκκης και πληροφορίες του Ουσπένσκυ στα 1771 ανακτίσθηκε, ενώ παράλληλα πραγματοποιήθηκαν προσθήκες σε προϋπάρχοντα κτίρια.

Ειδικότερα στον Κώδικα Τρίκκης (φ.142) σημειώνεται ότι τον Φεβρουάριο του 1710 έγινε η καταγραφή των ιερών σκευών του μοναστηριού της Αγίας Μονής των Μετεώρων. Βρέθηκαν λίγα πράγματα και τα μετέφεραν στον καθεδρικό ναό της πόλεως των Σταγών (ήτοι στην Παναγία) υπό τον όρο, όταν το μοναστήρι αυτό ανασυσταθεί, να επιστραφούν τα αντικείμενα στην Αγία Μονή, η οποία και θα οφείλει να πληρώσει στον ναό της Παναγίας πέντε γρόσια για την μεταφορά τους.

Ο αρχιμανδρίτης Π. Ουσπένσκυ μας γνωστοποιεί τα ακόλουθα για την εν λόγω Αγία Μονή:

«1. Στον εξωτερικό τοίχο της μονής, δίπλα στο καθολικό, στον εξώστη υπήρχε επιγραφή που πληροφορούσε ότι αυτό το τμήμα του κτιρίου είχε κατασκευαστεί το 1771 με δαπάνες του ηγουμένου Γαβριήλ.

2. Στα 1790 δωρήθηκε στο μοναστήρι της Αγίας Μονής, από τον ιερέα Γαβριήλ από τα Αμπελάκια, ξύλινη λειψανοθήκη με τεμάχια των ιερών λειψάνων του αγίου Μερκουρίου και της αγίας Μακρίνης.

3. Το 1792, Αυγούστου 25, ημέρα Τετάρτη κοιμήθηκε ο παπα-Γαβριήλ Αγιαμονίτης, (σύμφωνα με σημείωση στον υπ’ αριθ.251 κώδικα της βιβλιοθήκης της Πετρουπόλεως, προερχόμενον εκ της μονής Βαρλαάμ).

4. Η επιγραφή ιστορήσεως στον ναό του Γενεσίου της Θεοτόκου έγραφε ότι ο ναός ιστορήθηκε με δαπάνη του καπετάνιου Αθανασίου Μανδαλοπούλου και του ιερέως Ευθυμίου Δούλα επί επισκόπου Σταγών Κυπριανού (;) κατά το έτος 1821, δια χειρός Χριστοδούλου εξ Ιωαννίνων».

Στα τέλη του 18ου αιώνα ηγούμενος στο μοναστήρι υπήρξε ο ιεροδιάκονος Γαβριήλ Αγιαμονίτης († 25/8/1792), γνωστός σταχωτής [=βιβλιοδέτης] κωδίκων. Υπήρξε σταχωτής των κωδίκων υπ’ αριθμ.: 113, 147, 218 της μονής Βαρλαάμ και των υπ’ αριθμ.: 83, 84, 89 [μη σωζομένου] κωδίκων του Αγίου Στεφάνου.

Ιδιόγραφα σημειώματα του σώζονται σε κώδικες της μονής Βαρλαάμ υπ’ αριθμ.: 98, 103, 113, 147, 218.

Στον κώδ. υπ’ αριθμ. 113, στο επικεκολλημένο παράφυλλο της πινακίδας, διαβάζουμε: «† Έδισα το παρόν 1758ω (…) ευτελής Γαβριήλ ιερομόναχος» (ΟΔ).

Στον κώδ. υπ’ αριθμ. 218 της μονής Βαρλαάμ στην σ.1, υπάρχει η ενθύμηση: «Η παρούσα παρρησία υπάρχει της ιεράς και σεβασμίας μονής των Αγίων Πάντων επονομαζομένης του Βαρλαάμ και εγράφη εν των Στύλω αυτής ηγουμενεύοντος του πανοσιωτάτου κυρίου Ανατολίου του εκ Τρίκκης, και επιμελεία Χριστοφόρου ιερομονάχου και εδέθη δια χειρός Γαβιρήλ Αγιαμονίτου, εν έτει  ,αψπη’ [=1788] κατά μήνα Μάϊον τη ιγ’» (ΟΔ).

Στον κώδ. υπ’ αριθμ. 153, σ.132 αναγράφεται το κωδικογραφικό σημείωμα: «Ετούτο το βιβλίον είναι του παπα-Γαβριήλ από την Αγίαν Μονήν» (ΟΔ). Στον κώδ. υπ’ αριθμ. 283, φ.44: «1785· Αυγούστου 28 Γαβριήλ τάχα ιερομονάχου και θύτου» (ΟΔ).

Στα 1756 ο Γαβριήλ Αγιαμονίτης έγινε σταυροφόρος μοναχός στις 30 Ιανουαρίου στο παρεκκλήσιο της μονής των Τριών Ιεραρχών στο Βαρλαάμ από τον Γέροντά του Χατζή-Αγάπιο, όπως μας πληροφορεί ενθύμηση στον κώδ. υπ’ αριθμ. 103 μονής Βαρλαάμ, φ.2: «† έτους 1756, μην Ιανουάριος 30, όταν έγενα εγώ ο παπα-Γαβριήλ σταυροφόρος (μοναχός) την ημέρα των αγίων τριών ιεραρχών, ημέρα Τρίτη εις το παρεκκλήσι και έχω τον χατζή-Αγάπιο γέροντα».

Ο Γαβριήλ Αγιαμονίτης ήταν, επίσης, ολιγογράμματος αντιγραφέας κωδίκων (υπ’ αριθμ 282) αλλά είχε και απλοϊκό ποιητικό τάλαντο, όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά σημειώνει: «Ποίημα εισι εμού Γαβριήλ αγραμμάτου και αναξίου, και καθηγητού της Αγίας Μονής του μονυδρίου, η οποία ευρίσκεται πλησίον ούσα του Βαρλαάμου· και κατ’ έμπροσθεν του μοναστηρίου του Αγίου Νικολάου».

Στα 1786 συνέθεσε στιχούργημα αναφερόμενο στην ιερά μονή Βαρλαάμ και σε άλλες μετεωρίτικες μονές, το οποίο περιέχεται στον κώδ. υπ’ αριθμ. 182 της μονής Βαρλαάμ, στις σελίδες 169-179. Στο ποίημα προτρέπει και για την επίσκεψη στο πτωχό του ασκητήριο: «Όταν εις τον Άγιον Νικόλαν φθάσης / από την Αγίαν Μονήν κοντά μέλλεις απεράσεις. / Κάμε και αυτήν να την ελεήσεις. / Πρόσεχε καλώς μην την αποσκυβαλίσης. / Αυτό είναι το πτωχότερον από τα μοναστήρια όλα. / Να κυβερνήσεις και αυτό δια την ψυχήν σου. / Και έξεις τον μισθόν εις τον αιώνα».

Ανάμεσα στους χειρόγραφους κώδικες που φυλάσσονται σήμερα στη μονή Βαρλαάμ υπάρχουν και κώδικες προερχόμενοι εκ της Αγίας Μονής (υπ’ αριθ. 113, 153, 182). Ο κώδ. υπ’ αριθμ. 221 (19ου αι.) αποτελούσε την ‘πρόθεση’ με μνημονεύσεις ονομάτων της Αγίας Μονής.

Στα 1809/10 ο Άγγλος συνταγματάρχης W.M.Leake μας πληροφορεί ότι η μονή ήταν κενή.

Τις δύο επόμενες δεκαετίες το μοναστήρι υπήρξε καταφύγιο πολλών κατοίκων της περιοχής. Έτσι ο λόρδος R. Curzon, ο οποίος επισκέφθηκε την Θεσσαλία στα 1834, μας δίδει την πληροφορία ότι το μοναστήρι του Αγίου Νικολάου και η Αγία Μονή είχαν εγκαταλειφθεί από τους μοναχούς. Τότε βρήκαν καταφύγιο άνθρωποι από την περιοχή εξ αιτίας της πρόσφατης πυρκαϊάς και λεηλασίας που είχε υποστεί η Καλαμπάκα από τους ληστές.

Η λεηλασία αυτή ίσως να έγινε από την συμμορία του γνωστού ληστή Γιαννούλα Μάνταλου, η οποία χρησιμοποιούσε την Αγία Μονή ως καταφύγιο. 


«Παρατηρώντας – γράφει ο R. Curzon- ότι το χωριό Καλαμπάκα παρουσίαζε μια μοναδικά μαύρη εμφάνιση, ρώτησα το λόγο. Πρόσφατα, είπανε, είχε καεί και λεηλατηθεί από τους κλέφτες ή ληστές, και το υπόλοιπο των κατοίκων είχε βρει καταφύγιο στα δύο μοναστήρια του Αγίου Νικολάου και της Αγίας Μονής, που είχαν εγκαταλειφθεί από τους καλόγερους λίγο καιρό πριν».

Ο Γάλλος αρχαιολόγος LeonHeuzey στα 1858 αναφέρει το μονύδριο της Αγίας Μονής μεταξύ άλλων οκτώ κατοικημένων μετεωρίτικων μονών (Μετέωρο, Βαρλαάμ, Άγιος Στέφανος, Αγίας Τριάς, Άγιος Νικόλαος, Αγία Μονή, Υπαπαντή και Ρουσάνη).

Ο αρχιμ. Πορφύριος Ουσπένσκυ, κατά το έτος 1859, σημείωνει ότι η Αγία Μονή είναι μισογκρεμισμένη από μεγάλο σεισμό που συνέβη τον Δεκέμβριο του 1858. Ο μοναδικός μοναχός της αγωνίζεται για την ανοικοδόμηση της φροντίζοντας όμως και για την συχνή τέλεση στο μοναστήρι της Θείας Λειτουργίας, την οποία τελούσε ιερέας από το Καστράκι.

Επίσης, μας πληροφορεί ότι η ηγούμενος Γαβριήλ της Αγίας Μονής προσέφερε κάθε χρόνο 1000 πιάστρα (50 ρούβλια) για την συντήρηση γυναικείας Σχολής – Παρθεναγωγείου στην Λάρισα. Συμμοναστής του επάνω στον βράχο ήταν ο ιεροδιάκονος Παρθένιος. Επιπροσθέτως αναφέρει ότι ο πρώην ηγούμενος ονομαζόταν Ανατόλιος και είχε ζήσει πάνω στον εν λόγω βράχο 25 χρόνια.

Ο ναός της Αγίας Μονής ήταν αφιερωμένος στο Γενέσιο της Θεοτόκου. Τούτο γνωρίζουμε από «απανταχούσα», την οποία απέστειλε στις 11 Ιανουαρίου 1866 ο επίσκοπος Σταγών Θεόφιλος (1854 – 1869) προς τους κληρικούς και πάντας τους Χριστιανούς της επαρχίας του, για να βοηθήσουν τον ηγούμενο Γερμανό του εν Μετεώροις μοναστηρίου της Αγίας Μονής «επ’ ονόματι του Γενεσίου της Υπεραρχάντου Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας τιμωμένου» για την ανακαίνιση του εν λόγω μοναστηρίου.

Στα τέλη του 19ου αιώνα το μοναστήρι υπάρχει ακόμη κτιριακά. Ο Νικόλαος Γεωργιάδης την αναφέρει μεταξύ των τεσσάρων μικρότερων μονών των Μετεώρων: Αγίου Νικολάου, Αγίας Μονής, Ρουσάνου και Αγίας Τριάδος.

Κατά τους ίδιους χρόνους ο προηγούμενος του Μεγάλου Μετεώρου Πολύκαρπος Ραμμίδης περιγράφει το κτιριακό συγκρότημα: «Περιέχει δε τον ναόν, τέσσαρα δωμάτια δια τους μονάζοντας και μία δεξαμενήν· η κλίμαξ αυτού σύγκεινται εξ εβδομήκοντα πέντε βαθμίδων και έχει πανταχόθεν – ύψος διακοσίων πεντήκοντα και επέκεινα μέτρων. Η ανάβασις αυτού είναι δυσκολωτάτη και κινδυνώδης».

Η Marie-AnneBovet κατά την επίσκεψή της στις μονές των Μετεώρων, το 1896, την αναφέρει ανάμεσα στις στερούμενες καλογήρων μονές: «τα περισσότερα μοναστήρια είναι σήμερα ερειπωμένα και ακατοίκητα, όπως η Δούπιανη, αφιερωμένη στη Θεοτόκο, της Υπεραγίας [=Αγίας Μονής], του Καλλιστράτου και του Παντοκράτορος».

Στον καιρό της ιταλογερμανικής κατοχής το μοναστήρι υπέστη μεγάλα πλήγματα. Ο βυζαντινολόγος Ν. Βέης γράφει: «Η Αγία Μονή, φαίνεται ότι υπέστη ζημίας εκ βομβαρδισμού, αλλά αύται δεν δύνανται ασφαλώς να καθορισθώσι, διότι η μονή αυτή είναι άβατος». Αυτό φαίνεται ήταν η χαριστική βολή για το ημιερειπωμένο μοναστήρι.

Από το 1995 η Αγία Μονή με την υπ’ αριθ. 57 /1.2.1995 πράξη του σεβασμιωτάτου μητροπολίτη Σταγών και Μετεώρων κ. Σεραφείμ είναι μετόχι της ιεράς μονής Βαρλαάμ.

Σήμερα που τα τεχνικά μέσα (σκαλωσιές εκ σιδήρου, γερανοί κλπ) είναι ανεπτυγμένα, θα ήταν ευχής έργον να βρεθεί ο νέος αναστηλωτής του Γενεσίου της Θεοτόκου. 


Η ΑΓΙΑ ΜΟΝΗ ΧΙΟΝΙΣΜΕΝΗ

Το παρακείμενο σπήλαιο του Οσίου Αθανασίου του Μετεωρίτη. Στην γνωστή χαλκογραφία του Παρθενίου ο καλλιτέχνης επί αποτόμου βράχου ζωγραφίζει την Αγία Μονή με ναό και κελλιά κάτωθι στα ριζά, σε φυσική σπηλιά, ένα καλυβάκι και έναν προσευχόμενο καλόγηρο. Νομίζουμε ότι υπονοεί το 3ο κατά σειρά σπήλαιο του Οσίου Αθανασίου, το οποίο ήταν κοντά στην Δρακοσπηλιά, στα όρια του Στύλου, και στην βορειοδυτική πλευρά του βράχου της Αγίας Μονής. Το σπήλαιο σώζεται και σήμερα. Στον βίο του οσίου Αθανασίου του Μετεωρίτη αναφέρεται ότι ήταν στο τρίτο αυτό σπήλαιο του επιτέθηκαν ληστές, ο ασκητής Βαρλαάμ (από το πρώτο κελλί του στην Αγία Μονή) προσπάθησε να το απομακρύνει πετώντας πέτρες με την σφενδόνα του.  

ΘΕΟΤΕΚΝΗΣ ΜΟΝΑΧΗΣ ΑΓΙΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ-ΑΓΙΩΝ ΜΕΤΕΩΡΩΝ

{flike}

 

 

 

 

 

 

 


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ