64Η ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ

Μο­νή τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου βρί­σκε­ται στό νο­τι­ο­α­να­το­λι­κό ἄ­κρο τῆς συ­στά­δας τῶν με­τε­ω­ρι­κῶν βρά­χων, ἀ­κρι­βῶς πά­νω ἀ­πό τήν Κα­λαμ­πά­κα, καί εἶ­ναι τό μό­νο μο­να­στή­ρι πού ἐ­πι­σκέ­πτε­ται κα­νείς χω­ρίς να ἀ­νε­βεῖ σκα­λιά, για­τί ἡ προ­σπέ­λα­ση σ’ αὐ­τό γί­νε­ται μέ μι­κρή γέ­φυ­ρα.

Ἡ θέ­α ἀ­πό τόν ἐ­ξώ­στη τῆς μο­νῆς εἶ­ναι μα­γευ­τι­κή. Στά πό­δια τοῦ βρά­χου ἁ­πλώ­νε­ται ἡ πό­λη τῆς Κα­λαμ­πά­κας, μέ τόν πο­τα­μό Πη­νει­ό πιό πέ­ρα στό βά­θος.

Ἀ­πό τό 1961 λει­τουρ­γεῖ ὡς γυ­ναι­κεῖ­ο μο­να­στή­ρι μέ πο­λυ­με­λή καί δρα­στή­ρια ἀ­δελ­φό­τη­τα, ἡ ὁ­ποί­α, πα­ράλ­λη­λα μέ τό πλού­σιο πνευ­μα­τι­κό καί φι­λαν­θρω­πι­κό ἔρ­γο, ἔ­χει νά ἐ­πι­δεί­ξει καί ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στο ἀ­να­και­νι­στι­κό καί οἰ­κο­δο­μι­κό ἔρ­γο στή μο­νή. Πα­λαι­ά πα­ρά­δο­ση συν­δέ­ει τή μο­νή αὐ­τή πρός τό γυ­ναι­κεῖ­ο μο­να­χι­σμό.

Ὁ Σου­η­δός πε­ρι­η­γη­τής Ἰ­ω­νᾶς Björnstahl, πού ἐ­πι­σκέ­φθη­κε τόν Ἅ­γιο Στέ­φα­νο στίς 3 Ἀ­πρι­λί­ου τοῦ 1779, ση­μει­ώ­νει σχε­τι­κά τά ἑ­ξῆς γιά τή μο­νή, τά ὁ­ποῖ­α ἀ­σφα­λῶς τοῦ δι­η­γή­θη­καν τό­τε ἐ­κεῖ οἱ μο­να­χοί ἤ οἱ πε­ρί­οι­κοι: «Στήν ἀρ­χή ἦ­ταν προ­ο­ρι­σμέ­νη [ἡ μο­νή] γιά γυ­ναῖ­κες πού ἀ­γα­ποῦ­σαν νά ἡ­συ­χά­ζουν, ἀλ­λά ἀρ­γό­τε­ρα ἐ­ρει­πώ­θη­κε καί ἐγ­κα­τα­λεί­φθη­κε, ὥ­σπου ξα­να­κοι­τή­θη­κε ἀ­πό μο­να­χούς».

Ἡ ἱ­στο­ρί­α τῶν πρώ­των χρό­νων τῆς Μο­νῆς τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου, ὅ­πως καί τῶν πε­ρισ­σό­τε­ρων μο­να­στη­ρι­ῶν, χά­νε­ται στά βά­θη τῶν αἰ­ώ­νων καί κα­λύ­πτε­ται ἀ­πό τήν ἀ­χλύ τῶν θρύ­λων καί τῶν πα­ρα­δό­σε­ων.

Βέ­βαι­ο πάν­τως εἶ­ναι ὅ­τι σέ βρά­χο κον­τά στήν ἐ­ξω­τε­ρι­κή εἴ­σο­δο τοῦ μο­να­στη­ριοῦ ὑ­πῆρ­χε λα­ξευ­μέ­νη ἐ­πι­γρα­φή, τήν ὁ­ποί­α εἶ­χαν πα­ρα­τη­ρή­σει καί ἀ­να­φέ­ρουν πα­λαι­οί πε­ρι­η­γη­τές καί ἐ­πι­σκέ­πτες τῆς μο­νῆς (ὁ Σου­η­δός Björnstahl τόν Ἀ­πρ. τοῦ 1779, ὁ λό­γιος μη­τρο­πο­λί­της Και­σα­ρεί­ας τῆς Φι­λίπ­που Πα­λαι­στί­νης Ἀ­γα­θάγ­γε­λος τό 1835/36, ὁ Γά­λος πε­ρι­η­γη­τής - ἀρ­χαι­ο­λό­γος L. Heuzeyτόν Αὔγ. τοῦ 1858, ὁ Ρῶ­σος ἀρ­χι­μαν­δρί­της Πορ­φύ­ριος Uspenskij τόν Ἀ­πρ. τοῦ 1859), κα­θώς καί ντό­πιοι λό­γιοι τῶν ἀρ­χῶν τοῦ αἰ­ώ­να μας (ὁ ἱ­στο­ρι­κός-ἀρ­χαι­ο­λό­γος Ν. Γι­αν­νό­που­λος τό 1926 καί ὁ θε­ο­λό­γος κα­θη­γη­τής τοῦ Γυ­μνα­σί­ου Τρι­κά­λων Ἰ­ω. Πα­πα­σω­τη­ρί­ου τόν Ἰ­ού­λιο τοῦ 1927). Ἡ ἐ­πι­γρα­φή αὐ­τή, πού δυ­στυ­χῶς, ἄ­γνω­στο πό­τε (ὁ­πωσ­δή­πο­τε ὅ­μως με­τά τό 1927), χά­θη­κε, κα­τά τήν ἄ­πο­ψη τῶν πε­ρισ­σο­τέ­ρων πού τήν δι­ά­βα­σαν, ἔ­φε­ρε χα­ραγ­μέ­νη τή χρο­νο­λο­γί­α ....΄ ἀ­πό κτί­σε­ως κό­σμου [6700-5509/8=1191/92 ἀ­πό τή Γέν­νη­ση τοῦ Χρι­στοῦ] καί τό ὄ­νο­μα ΙΕΡΕΜΙΑC. Ἄν καί ἡ προ­έ­λευ­ση κα­θώς καί ὁ προ­ο­ρι­σμός τῆς ἐ­πι­γρα­φῆς δέν ἔ­χουν ἐ­ξα­κρι­βω­θεῖ, πι­θα­νό­τα­τα τό ὄ­νο­μα τοῦ Ἱ­ε­ρε­μί­α δη­λώ­νει τόν πρῶ­το ὅ­σιο ἐ­ρη­μί­τη πού κα­τοί­κη­σε σέ κά­ποι­α σπη­λιά τοῦ εὐ­λο­γη­μέ­νου αὐ­τοῦ βρά­χου.

Βέ­βαι­οι ὡ­στό­σο κτί­το­ρες τῆς μο­νῆς ἀ­να­φέ­ρον­ται δύ­ο: Πρῶ­τος ὁ ἀρ­χι­μαν­δρί­της ὅ­σιος Ἀν­τώ­νιος, γύ­ρω στό πρῶ­το μι­σό τοῦ ΙΕ΄ αἰ­ώ­να, τόν ὁ­ποῖ­ο με­τα­γε­νέ­στε­ρη πα­ρά­δο­ση ἔ­χει συν­δέ­σει μέ τήν ἔν­δο­ξη βυ­ζαν­τι­νή οἰ­κο­γέ­νεια τῶν Καν­τα­κου­ζη­νῶν, καί δεύ­τε­ρος ὁ ἱ­ε­ρο­μό­να­χος ὅ­σιος Φι­λό­θε­ος ἀ­πό τή Σθλά­ται­να ἤ Σκλά­ται­να, (ση­με­ρι­νό χω­ριό Ρί­ζω­μα τῆς ἐ­παρ­χί­ας Τρι­κά­λων), γύ­ρω στά μέ­σα τοῦ ΙΣΤ΄αἰ­ώ­να.

Ὁ ὅ­σιος Φι­λό­θε­ος λί­γο πρίν ἀ­πό τό 1545 ἀ­να­καί­νι­σε ἤ μᾶλ­λον ξα­νά­κτι­σε ἀ­πό τά θε­μέ­λιά του τό πα­λαι­ό μι­κρό καί κομ­ψό κα­θο­λι­κό τῆς μο­νῆς, τό να­ό τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου. Συγ­χρό­νως ἔ­κτι­σε κελ­λιά γιά τούς μο­να­χούς καί ἄλ­λα χρή­σι­μα γιά τή μο­νή οἰ­κο­δο­μή­μα­τα, φρόν­τι­σε νά ἐ­φο­διά­σει τό μο­να­στή­ρι μέ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κά σκεύ­η καί χει­ρό­γρα­φα βι­βλί­α καί ἐ­πέ­βα­λε, τέ­λος, τόν κοι­νο­βια­κό τρό­πο ζω­ῆς στή μο­να­στι­κή ἀ­δελ­φό­τη­τα.

Πό­τε εἶ­χε κτι­στεῖ ὁ ἀρ­χι­κός πα­λαι­ός να­ός τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου, τόν ὁ­ποῖ­ο ἀν­τι­κα­τέ­στη­σε στά μέ­σα τοῦ ΙΣΤ΄ αἰ­ώ­να μέ τό ση­με­ρι­νό να­ό ὁ ἱ­ε­ρο­μό­να­χος Φι­λό­θε­ος, δέν εἶ­ναι ἐ­ξα­κρι­βω­μέ­νο. Πι­θα­νό­τα­τα κα­τά τό ΙΔ΄/ΙΕ΄ αἰ­ώ­να, ὅ­πως ἔ­γι­νε καί μέ τούς να­ούς σχδόν ὅ­λων τῶν ἄλ­λων με­τε­ω­ρι­κῶν μο­νῶν.

Σι­γίλ­λιο τοῦ οἰ­κου­με­νι­κοῦ πα­τριά­ρχη Ἱ­ε­ρε­μί­α Α΄, πού γρά­φτη­κε τό Φε­βρ. τοῦ 1545 με­τά ἀ­πό αἴ­τη­ση τοῦ ὁ­σί­ου Φι­λο­θέ­ου, ἐ­πι­κυ­ρώ­νει τήν ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­α καί αυ­το­τέ­λεια τῆς μο­νῆς, κα­θώς καί τόν κοι­νο­βια­κό της χα­ρα­κτή­ρα, καί ἀ­να­φέ­ρε­ται στίς οἰκ­δο­μι­κές καί ἄλ­λες δρα­στη­ρι­ό­τη­τες τοῦ φι­λό­θε­ου πράγ­μα­τι καί πο­λυ­πρά­γο­να ἱ­ε­ρο­μο­νά­χου: «+ Ἐ­πει­δή ζή­λῳ θεί­ῳ κι­νη­θείς ὁ ὁ­σι­ώ­τα­τος ἐν ἱ­ε­ρο­μο­νά­χοις κύ­ριος Φι­λό­θε­ος ἀ­νε­καί­νι­σε τόν σε­βά­σμιον καί θεῖ­ον να­όν, τόν εἰς ὄ­νο­μα τι­μώ­με­νον τοῦ ἁ­γί­ου ἀρ­χι­δι­α­κό­νου Στε­φά­νου, τόν κεί­με­νον ἐν τῇ κο­ρυ­φῇ, ἔ­χων συ­νερ­γόν καί βο­η­θόν εἰς τήν ἔ­ξο­δον αὐ­τήν καί τόν ἐν ἱ­ε­ρο­μο­νά­χοις κύ­ριον Γε­ρά­σι­μον… ἀλ­λά δή καί τούς λοι­πούς μο­να­χούς, τούς ἐ­να­σκου­μέ­νους ἐν τῷ ῥη­θέν­τι σε­βα­σμί­ῳ να­ῷ, καί ὡς εἰ­πεῖν ἐκ βά­θρων θε­με­λί­ων τοῦ­τον ἀ­νή­γει­ρε καί ἐ­κό­σμη­σεν ὁ ῥη­θείς ὁ­σι­ώ­τα­τος ἱ­ε­ρο­μό­να­χος, καί κέλ­λας γύ­ρω­θεν πή­ξας πρός ἀ­νά­παυ­σιν τῶν ἐ­να­σκου­μέ­νων ἐ­κεῖ­σε καί τῶν ἄλ­λων πώς πα­ρα­τυγ­χα­νόν­των, καί λοι­παῖς οἰ­κο­δο­μαῖς, ἀ­να­κτί­σας καί βελ­τι­ώ­σας αὐ­τήν, ἔ­τι δέ καί σκεύ­η καί βι­βλί­α ἐκ­κλη­σι­α­στι­κά συ­νά­ξας καί ἱ­ε­ρέ­ων ἀλ­λα­γάς καί τ’ ἄλ­λα πάν­τα τά ἁρ­μό­ζον­τα τῇ μο­νῇ, πρός τοῖς δέ καί με­τό­χιον ἐν τῇ μο­νῇ, πρός τοῖς δέ καί με­τό­χιον ἐν τῇ χώ­ρᾳ τῆς Σθλά­ται­νας ποι­ή­σας… καί κοι­νο­βια­κῶς ζῆν ἐ­παγ­γει­λά­με­νοι, ἐ­ζή­τη­σαν τῇ ἡ­μῶν με­τρι­ό­τη­τι, ἵ­να διά γράμ­μα­τος αὐ­τῆς πα­τρι­αρ­χι­κοῦ βε­βαι­ώ­σω­μεν αὐ­τήν, τοῦ εἶ­ναι ἀ­κα­τα­πά­τη­τον πα­ρά τοῦ θε­ο­φι­λε­στά­του ἐ­πι­σκό­που Στα­γῶν καί τοῦ ὁ­σι­ω­τά­του κα­θη­γου­μέ­νου τῆς ὁ­σι­ω­τά­του κα­θη­γου­μέ­νου τῆς σε­βα­σμί­ας καί βα­σι­λι­κῆς τοῦ Με­τε­ώ­ρου μο­νῆς καί τῶν λοι­πῶν τῶν ἐν τῇ σκή­τῃ. …Τού­του γάρ χά­ριν ἐ­γέ­νε­το καί τό πα­ρόν ἡ­μέ­τε­ρον πα­τρι­αρ­χι­κόν γράμ­μα καί ἐ­πε­δό­θη τῇ ῥη­θεί­σῃ σε­βα­σμί­ᾳ μο­νῇ τοῦ ἁ­γί­ου ἀρ­χι­δι­α­κό­νου Στε­φά­νου ἐν ἔ­τει ζνγ΄ [7053 – 5508 = 1545] … μη­νί φε­βρου­α­ρί­ῳ, ἰν­δι­κτι­ῶ­νος γ΄».

Ὁ να­ΐ­σκος τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου, πού ἀ­νή­γει­ρε ὁ ὅ­σιος Φι­λό­θε­ος, εἶ­ναι ξυ­λό­στε­γη μο­νό­κλι­τη βα­σι­λι­κή μέ ἐ­σω­νάρ­θη­κα, πού χω­ρί­ζε­ται ἀ­πό τόν κυ­ρί­ως να­ό μέ τρί­βη­λο ἄ­νοιγ­μα, ἐ­πι­βί­ω­ση τοῦ τρό­που ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας τοῦ κεν­τρι­κοῦ κλί­τους μέ τό νάρ­θη­κα τῶν πα­λαι­ο­χρι­στι­α­νι­κῶν βα­σι­λι­κῶν.

Τό­τε, γύ­ρω στά 1545 ἤ λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, ἁ­γι­ο­γρα­φή­θη­κε τό να­ΐ­δριο τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου, ἐ­πί ἡ­γου­μέ­νου Μη­τρο­φά­νη. Οἱ τοι­χο­γρα­φί­ες του, λα­ά κα­θα­ρι­σμέ­νες καί συν­τη­ρη­μέ­νες σή­με­ρα, ἀ­πο­τε­λοῦν ἕ­να ἐν­δι­α­φέ­ρον ζω­γρα­φι­κό σύ­νο­λο τῆς με­τα­βυ­ζαν­τι­νῆς ἁ­γι­ο­γρα­φί­ας. Ἐ­κτός ἀ­πό τούς ὁ­λό­σω­μους ἁ­γί­ους καί ἄλ­λες πα­ρα­στά­σεις, ἀ­ξι­ο­πρό­σε­κτη εἶ­ναι ἡ ἀ­πει­κό­νι­ση τῶν 24 οἴ­κων τῶν Χαι­ρε­τι­σμῶν τῆς Θε­ο­τό­κου. Στό ἱ­ε­ρό ἔ­χο­με τό συ­νη­θι­σμέ­νο ἁ­γι­ο­γρα­φι­κό κύ­κλο: Τήν Πλα­τυ­τέ­ρα τῶν Οὐ­ρα­νῶν στήν κόγ­χη ὡς προ­στά­τι­δα τῶν χρι­στια­νῶν καί τοῦ κό­σμου ὅ­λου, τή θεί­α Με­τά­λη­ψη, μορ­φές με­γά­λων ἱ­ε­ραρ­χῶν. Στό νάρ­θη­κα, ἀ­ρι­στε­ρά καί δε­ξιά ἀ­πό τήν εἴ­σο­δο, εἰ­κο­νί­ζον­ται, μέ τίς μο­να­χι­κές τους ἐν­δυ­μα­σί­ες καί τά αὐ­στη­ρά ἀ­σκη­τι­κά τους χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, πλημ­μυ­ρι­σμέ­νοι ἀ­πό τή θε­ϊ­κή γα­λή­νη καί τήν οὐ­ρά­νια ἀ­τα­ρα­ξί­α, οἱ ὅ­σιοι κτί­το­ρες τῆς μο­νῆς, ἱ­ε­ρο­μό­να­χοι Ἀν­τώ­νιος καί Φι­λό­θε­ος, μέ τι­μη­τι­κή φρου­ρά στό πλά­ι τους τούς ἄρ­χον­τες τῶν οὐ­ρα­νί­ων ταγ­μά­των Γα­βρι­ήλ καί Μι­χα­ήλ.

Ἐ­πι­γρα­φή στό δυ­τι­κό τοῖ­χο τοῦ νάρ­θη­κα, πά­νω ἀ­πό τήν εἴ­σο­δο καί κά­τω ἀ­πό τήν πα­ρά­στα­ση τῆς Κοι­μή­σε­ως τῆς Θε­ο­τό­κου, μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ γιά τήν τοι­χο­γρά­φη­ση τοῦ να­οῦ, χω­ρίς νά δί­νει χρο­νο­λο­γί­α, καί γιά τή με­τα­γε­νέ­στε­ρη ἀ­να­καί­νι­ση τῆς τοι­χο­γρα­φί­ας τῆς Κοι­μή­σε­ως τῆς Θε­ο­τό­κου, πού ἔ­γι­νε ἀ­πό τόν Κα­λαμ­πα­κι­ώ­τη ἁ­γι­ο­γρά­φο ἱ­ε­ρέ­α καί κα­στρήν­σιο Νι­κό­λα­ο:

+ Ο ΠΑΝΣΕΠ(Τ)ΩΣ Κ(ΑΙ) ΘΕΙΩΣ ΝΑΩΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ Κ(ΑΙ) ΕΝΔΟΞΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΡΟς Κ(ΑΙ) ΑΡΧΙΔΙ/ΑΚΟΝΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ˙ ΕΙΣΤΩΡΙΘΗ ΔΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ Κ(ΑΙ) ΕΞΩΔΟΥ ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΠΑΝΟΣΙΩΤΑΤΟΥ ΚΑΘΕΙΓΟΥΜΕΝΟΥ/ ΚΥΡΟΥ ΜΗΤΡΟΦΑΝΟΥ ΙΕΡΟΜ(ΟΝΑ)ΧΟΥ˙ Κ(ΑΙ) ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΙΕΡ(Ο)Μ(ΟΝΑ)ΧΟΥ˙ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΑΙΡΩΝ ΑΝΑΚΕΝΙΣΘΗ, Η ΚΕΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙ(ΑΣ) ΔΕΣΠΕΙΝΗΣ ΗΜΩΝ/ Θ(ΕΟΤΟ)ΚΟΥ Κ(ΑΙ) ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΥ ΜΑΡΙ(ΑΣ)˙ Κ(ΑΙ) ΤΟΥ ΚΑΤΩΘΕΝ, ΔΙΑ ΣΗΝΔΡΟΜΗΣ Κ(ΑΙ) ΕΞΩΔΟΥ˙ ΤΟΥ ΠΑΝΟΣΙΩΤΑΤΟΥ Κ(ΑΙ) ΚΑΘΕΙΓΟΥΜΕΝΟΥ ΚΥΡΟΥ… ΟΥ ΙΕΡΟΜ(ΟΝΑ)ΧΟΥ˙/ Κ(ΑΙ) ΤΩΝ ΕΠΙΛΕΙΠΩΝ ΙΕΡ(Ο)Μ(ΟΝ)ΑΧ(ΩΝ)˙ ΕΙΣΤΩΡΙΘΗ ΔΕ Κ(ΑΙ) ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΚΑΜΟΥ ΤΟΥ ΑΜΑΡΤΩΛΟΥ˙ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΙΕΡΕΩΣ˙ Κ(ΑΙ) ΚΑΣΤΡΗΣΙΟΣ ΕΚ ΧΩΡ(ΑΣ) ΣΤΑΓΩΝ ΕΝ ΕΤΙ, Ζω

Κα­τά τήν πε­ρί­ο­δο τοῦ τε­λευ­ταί­ου πο­λέ­μου προ­κλή­θη­καν ζη­μι­ές στίς τοι­χο­γρα­φί­ες τοῦ να­οῦ τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου, κα­θώς καί στό κτί­ριο τοῦ να­οῦ τοῦ Ἁ­γί­ου Χα­ρα­λάμ­πους.

Στά 1798, ἐ­πί τοῦ ἐ­πι­σκό­που Στα­γῶν Πα­ϊ­σί­ου τοῦ Κλει­νο­βί­τη (1784, Μα­ΐ­ου 12 – 1808) καί ἐ­πί ἡ­γου­μέ­νου τῆς μο­νῆς Ἀμ­βρο­σί­ου, κτί­στη­κε τό ση­με­ρι­νό ἐ­πι­βλη­τι­κό κα­θο­λι­κό, πρός τι­μήν τοῦ Ἁ­γί­ου Χα­ρα­λάμ­πους, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ κά­ρα φυ­λάσ­σε­ται ἐ­κεῖ ὡς ἱ­ε­ρό θη­σαύ­ρι­σμα, δῶ­ρο ἀ­νε­κτί­μη­το τοῦ ἡ­γε­μό­να τῆς Βλα­χί­ας Viadislav καί τοῦ συγ­γε­νοῦς του με­γά­λου βορ­νί­κου Dragomir.

Ἄς ση­μει­ω­θεῖ ἐ­δῶ ὅ­τι ἀ­πό πο­λύ νω­ρίς ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς Μο­νῆς τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου συν­δέ­θη­κε στε­νά μέ τόν ρου­μα­νι­κό ἡ­γε­μο­νι­κό οἶ­κο τῆς Βλα­χί­ας, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­νή­γει­ρε καί ἀ­φι­έ­ρω­σε στή με­τε­ω­ρι­κή αὐ­τή μο­νή ὡς με­τό­χι τό μο­νύ­δριο τῆς Με­τα­μορ­φώ­σε­ως τοῦ Σω­τῆ­ρος στή θέ­ση Μπου­τό­ι (Butoiu), κον­τά στό Τιρ­γό­βι­στο τῆς Ρου­μα­νί­ας, καί δώ­ρι­σε στή Μο­νή τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου ἅ­για λεί­ψα­να, ἱ­ε­ρά σκεύ­η, ἄμ­φια κ.ἄ. Πό­τε ἀ­κρι­βῶς ἔ­γι­ναν αὐ­τά δέν εἶ­ναι ἐ­ξα­κρι­βω­μέ­νο. Προ­τεί­νον­ται δι­ά­φο­ρες χρο­νο­λο­γί­ες ἀ­πό τούς ἐ­ρευ­νη­τές, πού κυ­μαί­νον­ται ἀ­πό τά τέ­λη τοῦ ΙΔ΄ μέ­χρι καί τίς ἀρ­χές του ΙΣΤ΄ αἰ­ώ­να.

Τό νέ­ο κα­θο­λι­κό τῆς μο­νῆς ἀ­πο­μι­μεῖ­ται τό γνω­στό ἁ­γι­ο­ρει­τι­κό ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κό τύ­πο. Ὁ κυ­ρί­ως να­ός εἶ­ναι τε­τρα­κι­ό­νιος σταυ­ρο­ει­δής ἐγ­γε­γραμ­μέ­νος, μέ τίς δύ­ο κόγ­χες (χο­ρούς) ἀ­ρι­στε­ρά καί δε­ξιά˙ προ­η­γεῖ­ται εὐ­ρύ­χω­ρος ἐ­σω­νάρ­θη­κας-λι­τή μέ τέσ­σε­ρις κί­ο­νες στό κέν­τρο πού στη­ρί­ζουν τή στέ­γη του. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κοί καί ἐν­τυ­πω­σια­κοί εἶ­ναι οἱ ρα­δι­νοί καί ψη­λό­λι­γνοι τροῦλ­λοι, ὁ με­γά­λος καί κεν­τρι­κός τοῦ κυ­ρί­ως να­οῦ καί οἱ δύ­ο μι­κρό­τε­ροι τοῦ ἱ­ε­ροῦ, πά­νω ἀ­πό τήν πρό­θε­ση καί τό δι­α­κο­νι­κό. Στή βό­ρεια ἐ­ξω­τε­ρι­κή πλευ­ρά τοῦ να­οῦ ἔ­χει προ­στε­θεῖ το­ξω­τή στο­ά - ἐ­ξω­νάρ­θη­ξας, πού, σύμ­φω­να μέ τήν ἐ­πι­γρα­φή του, οἰ­κο­δο­μή­θη­κε ἐ­πί ἡ­γου­μέ­νου Θε­ο­φά­νη, ὁ ὁ­ποῖ­ος στίς ἀρ­χές τοῦ ΙΘ΄ αἰ. δι­α­δέ­χτη­κε τόν Ἀμ­βρό­σιο.

Με­γά­λη δρα­στη­ρι­ό­τη­τα, οἰ­κο­δο­μι­κή, πνευ­μα­τι­κή, κοι­νω­νι­κή κ.ἄ., ἀ­νέ­πτυ­ξε στά μέ­σα τοῦ πε­ρα­σμέ­νου αἰ­ώ­να ὁ Κα­λαμ­πα­κι­ώ­της ἡ­γού­με­νος τῆς μο­νῆς Κων­στάν­τιος, πού κα­τά τό ἔ­τος 1857 ἀ­νή­γει­ρε τήν τρά­πε­ζα τοῦ μο­να­στη­ριοῦ καί ἄλ­λα κτί­σμα­τα κον­τά στόν πα­λαι­ό να­ΐ­σκο τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου. Ἰ­δι­αί­τε­ρα ση­μαν­τι­κή ὅ­μως ὑ­πῆρ­ξε ἡ προ­σφο­ρά του στήν παι­δεί­α κα­τά τούς δύ­σκο­λους ἐ­κεί­νους και­ρούς. Μέ ἔ­ξο­δά του ἔ­κτι­σε τήν «Κων­στάν­τιον Δημ. Σχο­λήν Κα­λαμ­πά­κας» καί κλη­ρο­δό­τη­σε με­γά­λα χρη­μα­τι­κά πο­σά γιά τήν ἀ­νέ­γερ­ση σχο­λεί­ου στά Τρί­κα­λα.

Ἄς ση­μει­ω­θεῖ ἐ­δώ ὅ­τι ἡ Μο­νή τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου ἐν­δι­α­φε­ρό­ταν, κα­τά πα­ρά­δο­ση, ἰ­δι­αί­τε­ρα γιά τήν ἑλ­λη­νι­κή παι­δεί­α καί τά γράμ­μα­τα. Ὁ δι­ά­ση­μος ἱ­ε­ράρ­χης καί ἑλ­λη­νο­δι­δά­σκα­λος Δω­ρό­θε­ος Σχο­λά­ριος (1812-1888), ἀ­πό τό χω­ριό Βεν­τί­στα (ση­με­ρι­νό Ἀ­μά­ραν­το) τῆς ἐ­παρ­χί­ας Κα­λαμ­πά­κας, κα­τέ­φυ­γε στή μο­νή αυ­τή, γύ­ρω στα τέ­λη τῆς τρί­της δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ΙΘ΄ αἰ. γιά νά ἱ­κα­νο­ποι­ή­σει τήν ἔ­φε­σή του πρός τή μόρ­φω­ση. Ἀλ­λά καί πρό­σφα­τα, στή δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1970, λει­τούρ­γη­σε μέ ἐ­πι­τυ­χί­ας στή Μο­νή τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου Ὀρ­φα­νο­τρο­φεῖ­ο – Δη­μο­τι­κό Σχο­λεί­ο θη­λέ­ων, μέ δι­δα­σκά­λισ­σες ἁ­γι­ο­στε­φα­νί­τισ­σες μο­να­χές.

Στή μο­νή φυ­λάσ­σον­ται σή­με­ρα 147 χει­ρό­γραφ, πολ­λά ἀ­πό τά ὁ­ποῖ­α κο­σμοῦν­ται μέ ὡ­ραῖ­ες καί καλ­λι­τε­χνι­κές μι­κρο­γρα­φί­ες, πο­λυ­ποί­κι­λα ἐ­πί­τι­τλα καί πο­λύ­χρω­μα δι­α­κο­σμη­τι­κά πρω­το­γράμ­μα­τα. Ἀ­πό τούς ἐ­δῶ βι­βλι­ο­γρά­φους ἀ­να­φέ­ρο­με τούς γνω­στούς καλ­λι­γρά­φους-δι­α­κο­σμη­τές χει­ρο­γρά­φων τῶν μέ­σων τοῦ ΙΖ΄ αἰ­ώ­να, τοῦ καλ­λι­τε­χνι­κοῦ κύ­κλου τοῦ Λου­κᾶ Οὐγ­γρο­βλα­χί­ας καί τοῦ Ματ­θαί­ου Μυ­ρέ­ων, τόν Γι­αν­νι­ώ­τη ἱ­ε­ρο­μό­να­χο Ἄν­θι­μο, τόν ἱ­ε­ρο­μό­να­χο Ἠ­σα­ΐ­α καί τόν ἐ­πί­σκο­πο Σί­δης καί με­τέ­πει­τα Γά­νου καί Χώ­ρας Ἰ­ά­κω­βο. Ἀ­νά­με­σα στά χει­ρό­γρα­φα πού εἶ­ναι ἐ­κτε­θει­μέ­να στίς προ­σθῆ­κες τοῦ μου­σεί­ου, ἀ­ξι­ο­πρό­σε­χτα εἶ­ναι γιά τήν πα­λαι­ο­γρα­φι­κή τους ἀ­ξί­ας τέσ­σε­ρα περ­γα­μη­νά λυ­τά φύλ­λα, τοῦ ΣΤ΄/Ζ΄ αἰ­ώ­να, πού πε­ρι­έ­χουν ἀ­πο­σπά­σμα­τα ἀ­πό τό κα­τά Μαθ­ταῖ­ον εὐ­αγ­γέ­λιο σέ με­γα­λο­γράμ­μα­τη γρα­φή. Πλού­σια εἶ­ναι καί ἡ συλ­λο­γή σπά­νι­ων πα­λαι­ο­τύ­πων.

Στήν πα­λαι­ά τρά­πε­ζα, πού ἔ­χει δι­α­σκευα­σθεῖ σέ μου­σεῖ­ο, εἶ­ναι ἐ­κτε­θει­μέ­να γιά τούς ἐ­πι­σκέ­πτες τά ἀ­ξι­ο­λο­γό­τε­ρα κει­μή­λια τῆς μο­νῆς, ὅ­πως φο­ρη­τές με­τα­βυ­ζαν­τι­νές εἰ­κό­νες, χρυ­σο­κέν­τη­τα ἄμ­φια καί ἄλ­λα ὑ­φαν­τά, ξυ­λό­γλυ­πτοι καί ἀρ­γυ­ρό­δε­τοι σταυ­ροί, πε­ρί­τε­χνα ἔρ­γα ἀρ­γυ­ρο­χο­ΐ­ας (ἅ­για πο­τή­ρια, θυ­μι­α­τή­ρια κ.ἄ.). Ἀ­νά­με­σα στίς φο­ρη­τές εἰ­κό­νες πρέ­πει ἰ­δι­αί­τε­ρα νά ση­μει­ω­θεῖ ἡ «Ἀ­πο­κα­θή­λω­σις» ἔρ­γο τοῦ με­γά­λου Κρη­τι­κοῦ ἁ­γι­ο­γρά­φου Ἐμ­μα­νου­ήλ Τζά­νε (ΙΖ΄ αἰ.).

Ἐν­τυ­πω­σια­κός καί ὑ­ψη­λῆς τέ­χνης εἶ­ναι καί ὁ χρυ­σο­κέν­τη­τος ἐ­πι­τά­φιος τοῦ ἔ­τους 1857, μέ πο­λυ­πρό­σω­πη τήν κεν­τρι­κή σύν­θε­ση καί ἄλ­λες συμ­πλη­ρω­μα­τι­κές πα­ρα­στά­σεις στό πλαί­σιο (οἱ τέσ­σε­ρις εὐ­αγ­γε­λι­στές στίς γω­νί­ες˙ ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­σμός, ἡ Ἁ­γί­α Τριά­δα καί ἡ Βά­πτι­ση ἐ­πά­νω˙ ὁ Μυ­στι­κός Δεῖ­πνος, ἡ Σταύ­ρω­ση καί ἡ Ἀ­νά­στα­ση κά­τω), κα­θώς καί μέ πλού­σια φυ­τι­κή δι­α­κό­σμη­ση. Με­γά­λης καλ­λι­τε­χνι­κής ἀ­ξί­ας εἶ­ναι καί τά ὡ­ραῖ­α ἐ­πι­χρυ­σω­μέ­να ξυ­λό­γλυ­πτα βη­μό­θυ­ρα τοῦ τέμ­πλου τοῦ να­ΐ­σκου τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου, μέ τήν πα­ρά­στα­ση τοῦ Εὐ­αγ­γε­λι­σμοῦ στό ἐ­πά­νω μέ­ρος, ὅ­πως συ­νη­θί­ζε­ται.

Τέ­λος, ἐ­ξαί­ρε­το ἔρ­γο ξυ­λο­γλυ­πτι­κῆς, μέ πε­ρί­τε­χνη καί πο­λυ­ποί­κι­λη δυ­τι­κή δι­α­κό­σμη­ση σέ θαυ­μα­στούς συν­δυα­σμούς μέ πτη­νά, ζῶ­α καί ἀν­θρώ­πι­νες μορ­φές, εἶ­ναι τό τέμ­πλο τοῦ νε­ό­τε­ρου κα­θο­λι­κοῦ (Ἁ­γί­ου Χα­ρα­λάμ­πους) τῆς μο­νῆς, πού ἐ­λε­πτούρ­γη­σαν στά 1814, μέ ἔ­ξο­δα τοῦ ἐ­πι­σκό­που Στα­γῶν Γα­βρι­ήλ, ἐ­πί ἡ­γου­μέ­νου Θε­ο­φά­νη, οἱ Με­τσο­βί­τες τα­λι­α­δό­ροι (σκα­λι­στές), μα­στρο-Κώ­στας καί Δη­μή­τρης. Τό ἔρ­γο κό­στι­σε τό­τε 1000 γρό­σια. Ἀ­νά­λο­γης καλ­λι­τε­χνι­κῆς ἐ­κτέ­λε­σης καί ἀ­ξί­ας εἶ­ναι καί τό ξυ­λό­γλυ­πτο κι­βώ­ριο πά­νω ἀ­πό τήν Ἁ­γί­α­Τρά­πε­ζα στό ἱ­ε­ρό, κα­θώς καί τά τέσ­σε­ρα προ­κυ­νη­τά­ρια καί ὁ ἡ­γου­με­νι­κός – δε­σπο­τι­κός θρό­νος στόν κυ­ρί­ως να­ό. Κα­λαί­σθη­τα καί πε­ρί­τε­χνα ἐ­πί­σης εἶ­ναι καί τά δύ­ο ξυ­λό­γλυ­πτα προ­σκυ­νη­τά­ρια τῆς λι­τῆς (ἐ­σω­νάρ­θη­κα), κα­τα­σκευ­α­σμέ­να τό 1836 ἐ­πί ἡ­γου­μέ­νου Ἱ­ε­ρο­θέ­ου.


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ