Kamini 570π. Δημητρίου Μπόκου

          Μπο­ρεῖ ὁ Χρι­στὸς νὰ ἀ­πο­στέλ­λει τοὺς πι­στούς του «­ὡς πρό­βα­τα ἐν μέ­σῳ λύ­κω­ν» (Ματθ. 10, 16), ἀλ­λὰ ταυ­τό­χρο­να ὑ­πό­σχε­ται, ὅ­τι «­θὰ τοὺς σκε­πά­σει μὲ τὴ δε­ξιά του, καὶ μὲ τὸν βρα­χί­ο­νά του θὰ τοὺς ὑ­πε­ρα­σπι­σθεῖ. Ὅ­λα τὰ στοι­χεῖ­α τῆς φύ­σης θὰ τὰ με­τα­βά­λει σὲ ὅ­πλα γιὰ ἄ­μυ­να ἐ­ναν­τί­ον τῶν ἐ­χθρῶν του­ς» (Σοφ. Σολ. 5, 16-17). Ἡ γῆ, τὸ νε­ρό, ἡ φω­τιά, ἡ κτί­ση ὁ­λό­κλη­ρη, μπο­ρεῖ νὰ ἀλ­λά­ξουν ἀ­κό­μα καὶ τὴ φύ­ση τους, ὅ­ταν τὸ κρί­νει ὁ Θε­ός, γιὰ νὰ προ­στα­τεύσ­ουν τοὺς πιστούς του.

Στὴν ἁ­γί­α με­γα­λο­μάρ­τυ­ρα Πα­ρα­σκευ­ὴ ἐ­πα­λη­θεύ­ον­ται πλή­ρως οἱ ὑ­πο­σχέ­σεις τοῦ Χρι­στοῦ. Ἐ­πι­στρα­τεύ­τη­κε ἐ­ναν­τί­ον της ἀ­πὸ τοὺς δι­ῶ­κτες της ἡ φω­τιά. Μὰ ἡ δύ­να­μη τοῦ Θε­οῦ προ­στά­τευ­σε τὴν ἁ­γί­α, με­τα­στρέ­φον­τας τὴ φύ­ση τῆς φω­τιᾶς καὶ κά­νον­τάς την ταυ­τό­χρο­να ὅ­πλο κα­τὰ τῶν ἐ­χθρῶν της.

Σ’ ἕ­ναν πυ­ρα­κτω­μέ­νο χάλ­κι­νο λέ­βη­τα, γε­μά­τον μὲ καυ­τὸ λά­δι καὶ πίσ­σα, ρί­χτη­κε μὲ βα­σι­λι­κὴ δι­α­τα­γὴ ἡ ἁ­γί­α, ἀλ­λὰ πα­ρέ­μει­νε ἀ­βλα­βὴς ἐν μέ­σῳ τοῦ πυ­ρός, για­τὶ τὴ δρό­σι­ζε ἡ θε­ϊ­κὴ δρο­σιὰ τῆς Χά­ρης τοῦ Θε­οῦ. Ὁ βα­σι­λιὰς θε­ώ­ρη­σε πὼς δὲν εἶ­χαν βά­λει ἀρ­κε­τὴ φω­τιὰ καὶ ζή­τη­σε ἀ­π’ τὴν ἁ­γί­α νὰ τὸν ραν­τί­σει μὲ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ λέ­βη­τα. Ἐ­κεί­νη γέ­μι­σε τὰ χέ­ρια της μὲ λά­δι καὶ πίσ­σα καὶ τὰ ἔ­ρι­ξε στὸ πρό­σω­πό του. Ἔ­και­γαν τό­σο πο­λύ, ποὺ ὁ βα­σι­λιὰς ἀ­μέ­σως τυ­φλώ­θη­κε. Μὲ τὴν προ­σευ­χή της ἡ ἁ­γί­α τοῦ ξα­νά­δω­σε τὸ φῶς του, ἀ­νοί­γον­τας ταυ­τό­χρο­να καὶ τὰ μά­τια τῆς ψυ­χῆς του στὸ φῶς τῆς πί­στε­ως.

          Τὸ πυ­ρα­κτω­μέ­νο κα­ζά­νι δὲν ἔ­βλα­ψε τὴν ἁ­γί­α Πα­ρα­σκευ­ή, για­τί, ντυ­μέ­νη μὲ τὴν πα­νο­πλί­α τοῦ Θε­οῦ (πρβλ. Ἐ­φεσ. 6, 10-17), εἶ­χε ξε­φύ­γει ἀ­πὸ ἕ­να ἄλ­λο κα­μί­νι, στὸ ὁ­ποῖ­ο καί­γε­ται ὁ κό­σμος ὁ­λό­κλη­ρος.

Ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ κα­μί­νι αὐ­τό;

Γρά­φει ὁ ὅ­σιος Νί­κων Μπε­λιά­εφ (ἑ­ορ­τά­ζει 25 Ἰ­ου­νί­ου): «Εἶπε ὁ γέ­ρον­τας: Κά­πο­τε εἶ­δα τὸ ἑ­ξῆς ὄ­νει­ρο: Περ­πα­τοῦ­σα στὸ δά­σος. Καὶ νά σου μπρο­στά μου ἕ­νας κορ­μὸς δέν­δρου. Ἥ­συ­χα καὶ ἤ­ρε­μα κά­θι­σα ἐ­πά­νω του. Ξαφ­νι­κὰ αἰ­σθάν­θη­κα τὸν κορ­μὸ νὰ κι­νεῖ­ται. Πη­δά­ω ἐ­πά­νω. Καὶ βλέ­πω ἕ­να τε­ρά­στιο φί­δι. Τὸ ἔ­βα­λα στὰ πό­δια. Ἀ­φοῦ βγῆ­κα ἀ­πὸ τὸ δά­σος γυ­ρί­ζω πί­σω καὶ βλέ­πω τὸ δά­σος στὶς φλό­γες. Καὶ στὴ μέ­ση τῆς φω­τιᾶς κου­λου­ρι­α­σμέ­νο τὸ φί­δι. Δό­ξα τῷ Θε­ῷ, ἀ­να­φώ­νη­σα, ποὺ κα­τά­φε­ρα καὶ ἔ­φυ­γα. Τί μὲ πε­ρί­με­νε, ἂν ἔ­με­να στὸ δά­σος!

Γιὰ ἀρ­κε­τὸ και­ρὸ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κα­τα­λά­βω τί νὰ σή­μαι­νε τὸ ὄ­νει­ρο. Μέ­χρι ποὺ κά­ποι­α μέ­ρα μοῦ τὸ ἐ­ξή­γη­σε ἕ­νας με­γα­λό­σχη­μος: Δά­σος εἶ­ναι ὁ κό­σμος. Οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ ζοῦν στὸν κό­σμο ἁ­μαρ­τά­νουν, χω­ρὶς νὰ ἔ­χουν καμ­μιὰ συ­ναί­σθη­ση τῆς ἁ­μαρ­τί­ας. Στὸν κό­σμο ὑ­πάρ­χουν ὅ­λες οἱ κα­κί­ες: Ἀ­λα­ζο­νεί­α, πορ­νεί­α, κο­λα­κεί­α, κλο­πή. Καὶ ἐ­γὼ κά­πο­τε ἔ­τσι ζοῦ­σα, χω­ρὶς πο­τὲ νὰ σκέ­φτο­μαι κά­τι τὸ δι­α­φο­ρε­τι­κό. Ξαφ­νι­κὰ συ­νει­δη­το­ποί­η­σα, πώς, ἂν συ­νέ­χι­ζα νὰ ζῶ ὅ­πως ζοῦ­σα μέ­χρι τό­τε, θὰ χα­νό­μουν. Μιὰ γιὰ πάν­τα... Μό­λις λοι­πὸν εἶ­δα τὸ θη­ρί­ο νὰ κι­νεῖ­ται, τὸ κα­τά­λα­βα, ὅ­τι ἦ­ταν πλέ­ον ἐ­πι­κίν­δυ­νο νὰ μεί­νω κα­θι­σμέ­νος ἐ­πά­νω του. Ἔ­τσι ἐγ­κα­τέ­λει­ψα τὸν κό­σμο καί, ὅ­ταν τὸν κοί­τα­ζα ἀ­πὸ τὸ μο­να­στή­ρι, εἶ­δα πὼς ὅ­λος ὁ κό­σμος και­γό­ταν μέ­σα στὰ πά­θη του­’’ (Ὁ­σί­ου Νί­κω­νος Μπε­λιά­εφ, Ρήματα ζωῆς, ἐκδ. Ἱ. Μονῆς Προφ. Ἠλιοὺ Πρεβέζης, σ. 14-15).

          Ὅ­ποι­ος λοι­πὸν πο­λε­μά­ει τὰ πά­θη του, βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ κα­μί­νι, ὅ­που κα­τα­καί­ε­ται ὁ κό­σμος, ὅ­πως ὁ Λὼτ ποὺ ξέ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸν ἐμ­πρη­σμὸ τῶν Σο­δό­μων. Αὐ­τὸς ἔ­χει πλέ­ον τὴ δύ­να­μη νὰ με­τα­τρέ­πει ἀ­κό­μα καὶ τὰ στοι­χεῖ­α τῆς φύ­σης, κά­νον­τάς τα συμ­μά­χους του, ὅ­πως ἡ ἁ­γί­α Πα­ρα­σκευ­ὴ καὶ τό­σοι ἅ­γιοι.

Μᾶς ἐμ­πο­δί­ζει κάτι νὰ τοὺς μι­μη­θοῦ­με; 


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ