paulos syzigosΝαταλία, σύζυγος Παύλου Μελά (1871-1972), αδελφή του Ίωνα Δραγούμη. Η Παύλαινα.

 

Ποιός είν’ άξιος κι άγλήγορος, άξιος και παλληκάρι 
να πάει να πει της Παύλαινας, της μικροπαντρεμένης, 
να μη αλλάξει τη Λαμπρή, φλουριά να μη φορέσει.
Τόν Παύλο τον σκοτώσανε, τον πρώτο καπετάνιο.
 Μαύρα πουλιά τον τρώγανε, τ’ άσπρα τον τραγουδούνε. 
(Δημοτικό)

Ή Παύλαινα, όπως την ονοματίζει η λαϊκή Μούσα, η Ναταλία, κόρη του Στεφάνου Δραγούμη κι άξια σύντροφος του Παύλου Μελά, υπήρξε μια σεμνή και μεγάλη ηρωική μορφή, που σφράγισε με πράξεις φιλοπατρίας και θυσιών την εθνική μας ζωή στο μεγαλύτερο μέρος του αιώνα μας.

 

 Γεννήθηκε την 29ην Νοεμβρίου 1871 κι οι ρίζες της οικογένειας της, που έδωσε θαυμαστούς βλαστούς στο έθνος, βυθίζονται στην ιστορία του Βογατσικού.

 

’Αδελφή του ’Ίωνα και του Φιλίππου Δραγούμη, 
έλαβε λαμπρή μόρφωση και ανατροφή και γαλουχήθηκε με τα υψηλά ιδανικά της φιλοπατρίας, της θρησκείας και της λευτεριάς, που είχαν γίνει ιερή παράδοση στην οΐκογένειά της.

Προσωπικό δάσκαλό της είχε τον Θεσσαλονικέα παιδαγωγό Θεοχάρη Πεντζίκη κι εκτός από τα ελληνικά -αρχαία και νέα έγραφε και μιλούσε γαλλικά, αγγλικά και γερμανικά, ενώ έπαιζε πιάνο και ζωγράφιζε με δεξιοτεχνία.

Ψηλή, αεράτη και καλλιεργημένη, η αρχοντοπούλα Ναταλία χωρίς να είναι εκρηκτικά ωραία, ήταν συμπαθέστατη και ουδέποτε περνούσε απαρατήρητη.

Γιαυτό κι ό Παύλος Μελάς, απόφοιτος τότε της Σχολής Ευελπίδων, όταν την είδε σε ένα φιλανθρωπικό χορό το καλοκαίρι του 1891, την ξεχώρισε, αγόρασε από το τραπεζάκι της ένα σημειωματάριο και έγραψε:
«Αυτό το κορίτσι θα το πάρω γυναίκα μου!…» 

Πραγματικά, τον ’Οκτώβριο του 1892 οι δύο νέοι παντρεύτηκαν.
Τούς ένωναν κοινά ιδανικά και την ψυχή τους φλόγιζαν τα ίδια αγνά όνειρα, όπως η Ναταλία γράφει στο βιβλίο της «Παύλος Μελάς» (σελ. 35):
«Με την γυναίκα του είχε ό Παύλος μεγάλη συμφωνία στις ιδέες, στην ανατροφή».

 

Και την ευτυχία τους ήρθαν νωρίς να συμπληρώσουν
δύο χαριτωμένα παιδιά,
ό Μίκης και η Ζέζα.
 

Όμως ό πόλεμος του 1897 τάραξε την ήρεμη οικογενειακή ζωή τους.

Ό Παύλος έσπευσε τότε να δώσει το «Παρών» στην πρώτη γραμμή κι η Ναταλία ανέλαβε την μάχη των μετόπισθεν οργανώνοντας τις γυναίκες των ’Αθηνών, που με πυρετώδη ρυθμό ετοίμαζαν στολές και εσώρουχα για τούς στρατιώτες.
Και ό Παύλος της έγραφε τέτοια γράμματα:
«3 Μαρτίου. (…)Χαίρω πολύ, ότι έβάλθησαν εις την εργασίαν όλαι αί κυρίαι των ‘Αθηνών.
Για την ώρα είναι πολύ καλά ώργανωμένα όλα.
Αυτή η εργασία χρειάζεται. (…)
Σε συμβουλεύω να παρατηρήσης και να κάμης κατάλογον των κοριών και δεσποινίδων που έχουν περισσότερον ζήλον και που είναι πρακτικώτεραι, που εργάζονται πολύ και άθορύβως.
Θα μάς χρειαστούν αργότερα διά να γίνη κάτι σοβαρώτερον και πρακτικώτερον».
(Ν. Μελά: «Παύλος Μελάς», σελ. 52)

Και σαν η Ναταλία έκρινε πια, ότι τα συνεργεία δούλευαν απρόσκοπτα και δεν ήταν απαραίτητη στην πρωτεύουσα, επιβιβάστηκε στο πλωτό νοσοκομείο «Θεσσαλία» σαν εθελόντρια αδελφή, για να συνοδεύει τα λαβωμένα παλληκάρια από το μέτωπο στα νοσοκομεία των ’Αθηνών.

 

Σ’ ένα τέτοιο ταξίδι της έλαχε ό κλήρος να νοσηλεύσει και τον πληγωμένο της σύζυγο, που έμεινε άναυδος βλέποντάς την ξαφνικά μπροστά του.

Ό ίδιος έγραψε τότε στο σημειωματάριό του:
«Αλλά τί εκπληξις και χαρά, όταν παρατηρών με προσοχήν άναγνωρίζω την Νάταν, την όποίαν δέν είχα ίδή από της 8ης Μαρτίου!…»
(Ν. Μελά «Παύλος Μελάς» σελ. 109).

Ή άτυχη έκβαση του πολέμου εκείνου τραυμάτισε το φιλότιμο και των δυό τους.
Μα δεν τούς πλημμύρισε ηττοπάθεια.
’Απεναντίας μάλιστα.
Ό Παύλος ξάναψε τις καρδιές πολλών αξιωματικών με γενναίο φρόνημα κι όλοι μαζί ορκίστηκαν να επιχειρήσουν κάτι καινούργιο για τούς σκλάβους αδερφούς.

 

Έτσι το 1900 ιδρύθηκε στην ’Αθήνα το Μακεδονικόν Κομιτάτον κι η προετοιμασία άρχισε ενώ το σπίτι τους μεταβλήθηκε σε φωλιά πατριωτική και στρατηγείο εθνικών σχεδίων.

Ή λεπτεπίλεπτη Ναταλία με χαρά φιλοξενούσε τούς τραχείς ορεσίβιους Μακεδόνες αντάρτες, που έφταναν για συνεννοήσεις με το Κομιτάτο.

Ό Λάκης Πύρζας, που από τη Φλώρινα ήρθε στην ’Αθήνα στις 2 Φεβρουάριου του 1903, γράφει στα απομνημονεύματα του:

 

«Ό Παύλος Μελάς με επήρεν και διευθύνθημεν εις τον σταθμόν του Λαυρίου, διά να άναχωρήσωμεν διά Κηφισιά, όπου εμενεν.
Εις τον σταθμόν συναντήσαμεν την κυρίαν του Ναταλίαν.
Όμού έπήγαμεν εις την Κηφισιάν.
Μου παρεχώρησαν ένα δωμάτιο διά να το έχω διά τον ύπνον».

Και σαν πήγαν στην ’Αθήνα να ζητήσουν βοήθεια ό Παύλος Κύρου από το Ζέλοβο και ό καπετάν Κώττας από τη Ρούλια, που από το 1897 με τοπικές δυνάμεις μόνος αγωνίζονταν στη Δυτική Μακεδονία, ό Μελάς ένιωσε πώς η θέση του ήταν πια εκεί, όπου κονταροχτυπιόταν ό Ελληνισμός με τη βουλγαρική θηριωδία.

Τον ίδιο μήνα λοιπόν, τον Φεβρουάριο του 1904, φεύγει για πρώτη φορά με όλη την αγάπη και τις ευχές της Ναταλίας.

Επιστρέφει κοντά της καθώς μπαίνει το καλοκαίρι, για να φύγει και πάλι στις αρχές ’Ιουλίου με το ψευδώνυμο και την ιδιότητα του ζωέμπορα Πέτρου Δέδε.

Για τρίτη και τελευταία φορά γυρίζει ό Παύλος στη Μακεδονία στις 18 Αυγούστου του 1904 με ψευδώνυμο εμπνευσμένο από τα ονόματα των δυο αγαπημένων του παιδιών:
 Σαν Μίκης Ζέζας.

 

Ή Ναταλία περήφανη και συγκινημένη, πότε δακρύζοντας και πότε χαμογελώντας, κάθε φορά τον δέχεται και τον ξεπροβοδάει σηκώνοντας με χαρά την ευθύνη του σπιτικού και των παιδιών.

Μα κι ό Παύλος από τη Μακεδονία κάνοντας λυτρωτική ανάπαυλα στις ταλαιπωρίες και τα βάσανά του, της στέλνει αδιάκοπα τη σκέψη και την αγάπη του.

Της γράφει συχνά, με την πρώτη ευκαιρία.

Της ιστορεί με λεπτομέρεια την ψυχολογική κατάσταση των σκιαγμένων χωρικών και τη συγκλονιστική μεταστροφή που συντελείται στις καρδιές τους από την παρουσία του. Της μεταδίδει τον ενθουσιασμό, τις λαχτάρες και τις αγωνίες του.

Κι η γυναίκα του τού απαντά.

Και με την αγάπη και τη φλόγα της τον ενθαρρύνει. τον δυναμώνει. τον προτρέπει ολόψυχα να αφιερωθεί στην πραγμάτωση του υψηλού ονείρου για τη νεκρανάσταση της Μακεδονίας.

Να μη νοιάζεται για τίποτε άλλο. Γιατί για όλα είναι αυτή. Πόση ευγνωμοσύνη, πόση λατρεία κι αγάπη δεν αποπνέουν τα γράμματα του Παύλου προς την υπέροχη συντρόφισσά του!..

 

Στις 25 Φεβρουάριου της γράφει:

« Ή άνάμνησις τόσων άγαπητών προσώπων, τα όποια με τόσας εΰχάς με παρακολουθούν, άντί να μ’ άδυνατίζει, μ’ ενισχύει και μ’ ενθαρρύνει εις ό,τι έχω να κάμω… Όπως καθ’ όλον τον βίον μου έτσι και τώρα είμαι ευτυχής άκόμη δέ ευτυχέστερος και υπερήφανος, ότι έχω γυναίκα τόσον γενναίαν, τόσον εύγενή και τόσον πατριώτισσαν. 
Σ’ ευγνωμονώ και σέ λατρεύω». 

Και άλλου διαβάζουμε:
 «Τά πολυάριθμα παραδείγματα πατριωτισμού και θάρρους φυσικού, άλλ’ ιδίως ηθικού, τα όποια συνήντησα εις την άγαπητήν, την άγίαν σου οικογένειαν, με έβοήθησαν». 

Τά γράμματα της Ναταλίας πλημμυρίζουν αύταξία τον Παύλο.
Άπό το Βελεμίστι την Κυριακή 29 Φεβρουάριου 1904 της γράφει:
 (σελ. 190) « Ό Κοντούλης μού έδωσε το γράμμα σου και το γράμμα σου μού έδωσε πτερά.
 Σ’ ευλογώ καθημέραν διά την γενναιότητά σου και την φιλοπατρίαν, σ’ ευγνωμονώ, αγάπη μου, διότι με υποστηρίζεις τόσον γενναίως εις την έκτέλεσιν των καθηκόντων μου(…) (…) 
Είμαι ευτυχής ότι τα παιδάκια μου θά μείνουν εις τα λεπτά αλλά στιβαρά χεράκια σου. 
Ναι, σάς σκέπτομαι με άγάπην όλους σας. 
Είμαι ύπερήφανος δι’ όλους εσάς, είμαι ύπερήφανος διά την άποστολήν μου». 

 

ίσιοδοξει ό Παύλος πώς όλα θα πάνε καλά.
Πότε-πότε όμως κάτι προαισθάνεται και ενθαρρύνει αυτός τη Ναταλία.

’Απ’ το χωριό Κριτσοτάδες, Παρασκευή 5 Μαρτίου, της γράφει: (σελ. 205).

Όλα τα αποσπάσματα των επιστολών είναι παρμένα από το βιβλίο-ντοκουμέντο της Ναταλίας Μελά: «Παύλος Μελάς»-Αλεξάνδρεια 1926 και 6′ έκδοση Αθήναι 1964.

 «… Έχω την πεποίθησιν ότι και η μάς και την άγίαν ύπόθεσιν θα ευλογήσει ό Θεός. 
Άν όμως τυχόν δεν θελήση να έπιστρέψωμεν, να μη λυπηθής, αλλά να είσαι υπερήφανη και να χρησιμεύσης έτσι ώς παράδειγμα εις όλας τάς Έλληνίδας. 
Ή ώραία και άγγελική ψυχή σου είμαι βέβαιος ότι θα αίσθανθή όπως θέλω».

Στις 13 Ιουλίου του 1904 της γράφει:
«…Δεν περνά στιγμή χωρίς να σ’ ευλογώ και να σ’ ευγνωμονώ διά την ύποστήριξίν σου…» 

Και πώς να μην αισθάνεται ευγνώμων ό Παύλος, αφού η Ναταλία δεν συμπαρίσταται στο έργο του μόνο με λόγια, αλλά και με έργα;
Στην ’Αθήνα κηρύσσει εθνική εκστρατεία, συγκινεί καρδιές, αφυπνίζει συνειδήσεις και συγκεντρώνει χρήματα, που τα στέλνει στη Μακεδονία για να εξοπλίζονται οι αντάρτες και να συντηρούνται οι οικογένειές τους.
Σε πολλά γράμματα του Παύλου διαβάζουμε τέτοιες φράσεις:
«Έμαζεύσατε τίποτε χρήματα;»  η
«Είναι άπαραίτητον να δοθούν τα χρήματα αυτά.
Πρέπει χωρίς άλλο και τάχιστα να ένεργήσετε διά να εύρέβουν»
η «Φρόντισε, αγάπη μου, τα άνωτέρω, όπως δυνηθής καλύτερα και ταχύτερα…».

Κι η Ναταλία όλα τα νοιάζεται, όλα τα προλαβαίνει.

Ώσπου φτάνει το πικρό τέλος…

Στις 13 ’Οκτωβρίου του 1904 στη Στάτιστα το εχθρικό βόλι σημαδεύει θανάσιμα τον Παύλο, για να τον περάσει ήρωα στην αιωνιότητα.

Κι εκεί στο στερνό ψυχορράγημά του, καθώς τα μάτια του βασιλεύουν στον ανονείρευτο ύπνο και πάλι η σκέψη του γυρίζει πίσω στη λατρεμένη του οικογένεια, που τόσο πρόωρα κι από τόσο μακριά για πάντα την αποχαιρετά.
Καλεί κοντά του τον αφοσιωμένο Πύρζα και με πολύ κόπο του εμπιστεύεται το τουφέκι του να το παραδώσει στο γυιό του Μίκη.
Του δίνει και τον σταυρό του να τον δώσει στη Ναταλία.

Ποιός είν’ άξιος κι άγλήγορος, άξιος και παλληκάρι 
να πάει να πει της Παύλαινας της μικροπαντρεμένης 
να μην αλλάξει τη Λαμπρή, φλουριά να μην φορέσει… 

Ό Πύρζας στα απομνημονεύματα του περιγράφει:
«Άκούστηκεν ένας πυροβολισμός μόνον. Ό ‘Αρχηγός γύρισε πίσω λέγοντας:
«Στη μέση με πήρε παιδιά».
Μπήκε μέσα και με φώναξε:
«Νίκο που είσαι;» Ζύγωσα τον Ζέζα και γονάτισα δίπλα του.
’Έβγαλε το σταυρό από τον λαιμό του και μου είπε:
«Το σταυρό να τον δώσεις στη γυναίκα μου και το τουφέκι, όπως σου είπα του Μίκη και να τούς πεις, ότι το καθήκον μου έκαμα. Σε σένα αφήνω το όνομά μου».

”Έβγαλε το πορτοφόλι με τις φωτογραφίες των παιδιών του και ξεζώθηκε, φάνηκαν αίματα, καταγής πέσανε λίρες.
Ή σφαίρα είχε τρυπήσει το κεμέρι του.
Πόναγε ό Παύλος και έλεγε:
«Σκοτώστε με παιδιά, πώς θα μ’ αφήσετε στους Τούρκους;» 

Περνούσε η ώρα και πόναγε και βογγούσε περισσότερο, ό Παύλος έλεγε «πονώ».
Ύστερα με δυνατή φωνή είπε:
«Νίκο εσύ πώς θα με άφήσης;» 
Τον φίλησα στο στόμα και του είπα:
«Κοντά σου είμαι Καπετάνιε, δεν σε άφήνουμε».
Τα χείλια του Παύλου ήτανε κρύα.
Ό Παύλος έλεγε, πονώ και φώναζε τα παιδιά του και πάλιν έλεγε σκοτώστε με.
Ύστερα δεν κουνιότανε και ούτε φώναζε πλέον τα παιδιά του.
 Είπε σιγά «πονώ» και ξεψύχησε»

Ή θυσία του συγκλόνισε το Πανελλήνιο και η λαϊκή Μούσα έκανε τραγούδι τον θάνατό του:

 Τί ’ναι ό αχός που ακούγεται στης Φλώρινας τα μέρη 
Μην κάνας γάμος γίνεται; Μην κάνα πανηγύρι; 
Ουδέ και γάμος γίνεται, ουδέ και πανηγύρι.
 Ό Μίκης Ζέζας πολεμάει μ’ ένα ταμπόρι άσκέρι. 
Τριγύρω-γύρω παγανιά κι ό Μίκης με τριάντα. 
Κράζει τα παλληκάρια του και τα γλυκομιλάει: 
— Παιδιά μου, μην τρομάζετε, το χάρο μη φοβάστε. 
Τα παλληκάρια τα καλά μόνο Θεό φοβούνται. 
Αρπάξτε τα τουφέκια σας και σύρτε τα σπαθιά σας 
γιουρούσι για να κάμομε, αντίπερα να βγούμε.
 ‘Αρπάζουν τα τουφέκια τους και σέρνουν τα σπαθιά τους 
γιουρούσι κάνουν και περνούν στην αντίκρυ ραχούλα 
Κανένας δεν σκοτώθηκε, κανένας δεν λαβώθη, 
μον’ ένα λεβεντόπαιδο, του πήραν το καμάρι. 
Μελά, σε κλαίει η ’Ήπειρος και η Μακεδονία, 
σε κλαίει η μαύρη μάννα σου, σε κλαίει κι η Ναταλία. 
 

Ή Παύλαινα έμεινε πια μόνη με συντροφιά τις αναμνήσεις να σηκώνει με αξιοπρέπεια και καρτερία τον πόνο σαν πραγματική ηρωίδα.
Και τούτο για εβδομήντα κοντά χρόνια. 


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ