mantariniaΤα παιδιά είναι εικόνες αγγέλων και δεν ξέρουμε τι βλέπουν στ’ αλήθεια. Πρέπει κανείς να τα πιστεύει σαν αγγέλους που υφαίνουν τις χρυσόσκονες. 

 

Ταξιδεύαμε πάνω από τα σύννεφα σε πτήση Βαρκελώνη-Αθήνα και θυμάμαι το μικρό κοριτσάκι να βλέπει μανταρίνια στα σύννεφα κάθε δέκα δεκαπέντε λεπτά. Τη μικρούλα τη λέγανε Μαρία, ή Μαιρούλα, ή Μαρίτσα, ή όπως αλλιώς την αγκάλιαζε το πήλινο χέρι της μητέρας της. Δε σας κρύβω πως κάποια στιγμή κοίταξα κι εγώ προς τα έξω, έτσι λοξά με το μάτι μου, μήπως και δω τα μανταρίνια, θέλοντας πάρα πολύ να δω τα μανταρίνια να φωλιάζουν μέσα στο άσπρο βαμβάκι.          


        

Το ξέρω πως υπήρχαν μανταρίνια. Έλεγε αλήθεια η Μαρία. Αν είχα λιγάκι καλοσύνη, αν είχα λιγάκι ψυχή, λίγο άγγελος να ήμουν κι εγώ, θα έβλεπα έξω απ’ το παράθυρο χιλιάδες μικρά μανταρίνια να κάνουν τραμπάλα στα σύννεφα.     

  

       

Πάψαμε να είμαστε παιδιά κι έχει σκληρύνει η ψυχή μας. Έχουμε βαρύνει σαν τεντόπανα που μαζεύουν νερά στις βροχές. Το μόνο που ξέρουμε καλά είναι η επανάληψη στο λάθος, γιατί έτσι μπορούμε να διασώσουμε όλη τη λάθος ζωή μας.

        

Σταματήσαμε να είμαστε απλοί με λεκέδες σοκολάτας στα νύχια μας. Βρωμoκοπούσαμε παιχνίδι στις μπασκέτες, κι όμως ήμασταν απάτητοι άγγελοι. Κάτι παράξενο συμβαίνει και τώρα δεν μπορούμε να δούμε όσα είδε η μικρή Μαρία.

        

Το κουβαλάω από τότε στην καρδιά μου χωρίς να το πω σε κανέναν. Κάθε φόρα που πετάω, κοιτάζω επίμονα τα σύννεφα, μήπως κι ευλογήσει ο Θεός να δω τα μανταρίνια της Μαρίας. Ταξιδεύω συχνά με αεροπλάνο και σε κάθε ελαφριά απογείωση προσπαθώ να ελαφρύνω την καρδιά μου, λες και γίνονται αυτά τα πράγματα, δηλαδή να ελαφραίνουν οι καρδιές επειδή το προστάζει το μυαλό μας.    

        

Οι ψυχές ελαφραίνουν με τις πράξεις μας, με τη μεγάλη επιστροφή από τα λάθη μας, με το ταξίδι που όλο αναβάλλεται γιατί έτσι το λέει η ζωή μας, ή το θεόρατο εγώ μας, ή εκείνο το δάνειο που πήραμε και δεν έπρεπε ποτέ να το πάρουμε.

        

Αλλά εγώ θα ακυρώσω τα πάντα για να δω τα μανταρίνια της Μαρίας. Κάπως θα το κάνω μυστικά και θα γυρίσω τον δείκτη της ζωής μου. Το ξέρω θα πονέσω στην αρχή, μα ίσως να αγγίξω το νήμα, ώσπου να φτάσω στα βαθιά γεράματα. Ονειρεύομαι να είμαι παππούς και να βλέπω μανταρίνια στα σύννεφα και να λέω πως κάποτε κατάφερα να αλλάξω για πάντα τη ζωή μου: τα μανταρίνια μου!          

        

Ήδη έχω γίνει αλλιώτικος με περισσότερα χαμόγελα στο πρόσωπο. Ήδη βοηθάω τους ζητιάνους που μού ζητάνε ένα κέρμα στο φανάρι. Ξέρετε, κάποτε φοβόμουν πως οι βρώμικες παλάμες των ζητιάνων έχουν πάνω επικίνδυνα μικρόβια.

        

Δεν ήξερα, όμως, τα μικρόβια που αναπτύσσονταν μέσα στην ψύχη μου, τρέφοντας το πύον της καρδιάς μου. Ήμουν ο χειρότερος άνθρωπος και παραμένω ακόμη κακός, εωσότου αποδοθώ καλύτερος μέσα στη φάτνη της ψυχής μου.

        

Κάποτε ήμουν βαρύς, μη καταδεχόμενος ποτέ να μιλάω με εκείνους τους ανθρώπους που καθόντουσαν δίπλα μου στο κάθισμα στις μικρές και μεγαλύτερες πτήσεις μου. Ευχόμουν κιόλας από μέσα μου να μένουν αδειανά τα καθίσματα, ώστε να έχω περισσότερη ησυχία για να χάνομαι μέσα στο δέρμα μου και μετά να επαινώ τον εαυτό μου με τις τρίωρες σκέψεις μίας πτήσεως.  

        

Ξέρετε, βαραίνει η συνείδηση και θέλεις να λες στον εαυτό σου πως όλα πηγαίνουν καλά, πως όλα τα κάνεις όπως πρέπει, πως μάλιστα αξίζεις επαίνους που καταφέρνεις να είσαι σκληρόκαρδος. Ούτε μια στιγμή δεν αφήνεσαι να μην επαινείς τον εαυτό σου, γιατί άμα το κάνεις αυτό, δίνεις χρόνο ομιλίας στη συνείδηση που ξέρει να σου σπάει τα νεύρα με όλα αυτά τα ηθικά της. 

        

Η συνείδηση είναι ειλικρινής και η μόνη φωνή της αλήθειας. Όταν πιαστείς να φιμώνεις τη συνείδηση σου, λογαριάσου για αλήτης και ληστής: εγκληματίας!  

        

Πρόσφατα, πετάγαμε παρέα με μία συμπαθέστατη γιαγιά που πήγαινε να δει την εγγόνα της σε κάποιο προάστιο του Λονδίνου. Ήταν γι’ αυτήν ένα κατόρθωμα που ανέβηκε πάνω στο αεροπλάνο. Είχε μεγάλη υπερηφάνεια, γιατί έπραττε κάτι θαρραλέο με σκοπό να συναντήσει την εγγόνα της που είχε παντρευτεί μ’ έναν Άγγλο.   

         «Να μην πάω να δω το σπιτικό τους;» έλεγε όλη την ώρα η γιαγιά. «Να μην πάω να ευλογήσω τα δισέγγονα; Την ευχή μου να δώσω, παιδί μου!».  

        

Για όλη τη ζωή της στο χωριό είχε για μόνο αξιοθέατο τη φρέσκια δροσιά μιας πηγής, που κατεβάζει θρεμμένο νερό, όπως έλεγε ωραία η γιαγιά. Μου έλεγε, επίσης, η καημένη πως τώρα το χωριό τους ερήμωσε και μείνανε είκοσι άνθρωποι, αλλά μέσα σ’ αυτούς κι ένα παιδί, που το έχουνε σαν όλη την ελπίδα τους.        

        

Κουβεντιάζοντας μ’ αυτήν τη γιαγιά αισθάνθηκα λιγάκι ντροπιασμένος μπροστά σ’ έναν καλύτερο άνθρωπο. Ένιωσα ακόμη αμήχανος και σε κάποια λεπτά ένα τρακ, λες και μού ακούμπαγε το χέρι κάποιος πολύ σημαντικός από κάποια διεθνή ηγεσία που ορίζει τις τύχες του κόσμου. 

Η κακοτράχαλη παλάμη της γιαγιάς έβγαζε ένα γάλα με πάχος, το οποίο εισέρχονταν μέσα μου κι έπινα άσπρο ασβέστιο.        

        

Εκεί προς το τέλος της πτήσης, λίγο πριν κατεβούμε από τα σύννεφα, δεν άντεξα να μην τη ρωτήσω, εάν βλέπει κι αυτή τα μανταρίνια, όπως τα έβλεπε η Μαρία. 

        «Γιαγιούλα, βλέπεις τίποτα;» είπα και της έδειξα τα σύννεφα.

        «Ναι, παιδί μου, μανταρίνια!» είπε απλά η γιαγιά.   

        

Σιγουρεύτηκα, τότε, από μέσα μου, πως όλοι οι καλόψυχοι άνθρωποι, κι όχι μόνον οι ψυχούλες των παιδιών, μπορούν να κοιτάξουν από κάτω τους και να δουν τα γελαστά μανταρίνια που ξεφλουδίζονται πάνω στα σύννεφα.     

        

Έτσι κι αλλιώς τα παιδάκια έχουν ακόμη χρυσόσκονες ψυχές. Μα κοίτα που υπάρχουν και γέροι με την ίδια χρυσόσκονη μέσα τους!    

        

Είμαι λιγάκι ανυπόμονος για το πότε θα δω τα μανταρίνια. Οπωσδήποτε έχω προοδέψει, μα νομίζω θα αργήσει πολύ εωσότου πλησιάσει το θέαμα.

        

Τώρα, έχω γίνει φιλόξενος, κι άμα μού δίνεται ευκαιρία, κοιμίζω συγγενείς στο σπίτι μου, που παλιότερα κατέβαζα τα μούτρα κι έβρισκα φθηνές δικαιολογίες. Ετοιμάζομαι να κάνω οικογένεια με μία απλούστατη κοπέλα, ένα κορίτσι με γυαλιά μυωπίας που παλιότερα το είχα πληγώσει, γιατί ίσως με αγάπαγε πολύ, κι εγώ σαν σκληρόκαρδος που ήμουν δεν μπορούσα ν’ ανεχθώ τόση αγάπη.

         

Συμβαίνει στους σκληρόκαρδους ανθρώπους, τους με τρακτέρ καλλιεργημένους εγωιστές, ούτε αυτό να μην μπορούν να υποφέρουν: τη γνήσια αγάπη. Δεν μπορούν να αντιληφθούν το ασβέστιο που τρέφει τους σπονδύλους της αγάπης: τη θυσία. Θυσία ΕΓΩ; Αφού ΕΓΩ…   

        

Ας μη χάνει ευκαιρία κανείς σας και όλοι οι καλόψυχοι άνθρωποι να ταξιδεύετε πάντα μ’ αεροπλάνα που ανεβαίνουν ψηλά στους αιθέρες. Εσείς με τις ψυχές περιστεριών κι εσείς με τις ψυχές της Μαρίας, είστε η μόνη ηγεσία του κόσμου μας.


        Θεέ μου, να δούμε μανταρίνια! Αμήν. Να γίνει!   


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ