᾽Αρχιμ. π. ᾽Ιάκωβος Κουτρούμπας

῾Ο ἀσκητής καί ἐλεήμων ἡγούμενος τῆς ῾Ι. Μ. Κορώνης

τοῦ κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου

Σήμερα πού τά πάντα ἰσοπεδόθηκαν καί τά πρότυπα ἔγιναν σπάνια ἀξίζει νά γυρίζουμε πίσω, στό παρελθόν, κι ἀπό ἐκεῖ νά ἀντλοῦμε παραδείγματα καί διδάγματα γιά τήν πορεία τῆς ζωῆς μας καί τήν ὁλοκλήρωση τοῦ ἑαυτοῦ μας. Μιά τέτοια φωτεινή προσωπικότητα πού ἄφησε τά ἴχνη της στό χῶρο πού ἀθλήθηκε καί τά ὁποία δέν μπόρεσε ὁ πανδαμάτωρ χρόνος νά ἐξαφανίσει καί νά σβήσει, ἄν καί ἦταν ἐλαχίστων γραμματικῶν γνώσεων, εἶναι ὁ μακαριστός ἡγούμενος τῆς ῾Ιερᾶς Μονῆς Κορώνης π. ᾽Ιάκωβος Κουτρούμπας.
Τό μακαριστό γέροντα εἶχα τήν εὐλογία νά τόν γνωρίσω καί νά συνδεθῶ μαζί του ἕνα καλοκαίρι πού ἡ οἰκογένειά μας ἀνέβηκε στή γενέτειρα τοῦ πατέρα μου, τό Μεσενικόλα Καρδίτσης. ῞Οπως σχεδόν ὅλοι οἱ Μεσενικολῖτες ἔτσι κι ἐμεῖς θεωρούσαμε ὑποχρέωσή μας νά ἐπισκεφθοῦμε οἰκογενειακῶς τήν ῾Ιερά Μονή Κορώνης, πού δέν ἀπέχει καί πολύ ἀπό τό χωριό. Συνήθως ξεκινούσαμε πρωί, πρίν ἀνεβεῖ ὁ ἥλιος, καί ἀκολουθούσαμε τόν ἀμαξωτό δρόμο πού συνδέει τήν Καρδίτσα μέ τά χωριά τῆς λίμνης Πλαστήρα. Πηγαίναμε στό μοναστήρι γιά νά προσκυνήσουμε τή θαυματουργό εἰκόνα τῆς Παναγίας καί τήν ἁγία κάρα τοῦ ῾Ιερομάρτυρος Σεραφείμ, πού φυλάσσονται ἐκεῖ.
Τό μοναστήρι τῆς Κορώνης, πού παλαιότερα ὀνομάζονταν ῾Ιερά Μονή τῆς Κρυερᾶς Πηγῆς, βρίσκεται στό ἀνατολικό τμῆμα τῆς Νότιας Πίνδου, στόν ὀρεινό ὄγκο τῶν ᾽Αγράφων καί πάνω ἀπό τόν κάμπο τῆς Καρδίτσας, σέ μιά κατάφυτη ἀπό βελανιδιές καί καστανιές πλαγιά, ὅπου τό κελάρυσμα τῶν πηγῶν γίνεται ἕνα μέ το κελάηδισμα τῶν γλυκόλαλων πουλιῶν. Γιά να συντομέψουμε τό δρόμο ἀλλά καί νά ἀποφύγουμε τήν καλοκαιριάτικη ζέστα ἀκολουθούσαμε διάφορα μονοπάτια μέσα ἀπό τό δάσος. Μεγάλη ἦταν ἡ χαρά ὅλων μας, ὅταν ἀπό μακριά ἀντικρίζαμε τό μοναστήρι. ῾Η πόρτα τοῦ μοναστηριοῦ ἦταν πάντα ἀνοιχτή ἀπό τήν ἀνατολή τοῦ ἡλίου μέχρι νά σουρουπώσει γιά νά μποροῦν οἱ προσκυνητές νά ἀνάψουν τό κεράκι τους, νά προσκυνήσουν καί νά προσευχηθοῦν. Πάντα μᾶς ὑποδέχονταν ὁ μικρός τό δέμας ἀλλά μεγάλος σέ ἀρετή ἡγούμενος τοῦ μοναστηριοῦ ᾽Αρχιμ. π. ᾽Ιάκωβος Κουτρούμπας. ᾽Αφοῦ μᾶς ἄνοιγε τό καθολικό γιά νά ἀνάψουμε τό κεράκι μας καί νά προσκυνήσουμε τίς εἰκόνες καί τήν ἁγία κάρα τοῦ τόσο προσφιλούς στούς κατοίκους τῆς περιοχῆς κι ὄχι μόνον ῾Αγίου Σεραφείμ μᾶς ὁδηγοῦσε στό ἀρχονταρίκι γιά νά μᾶς κεράσει λουκούμι καί καφέ.
Τό ἀρχονταρίκι ἦταν ἕνα ὑπόγειο δωμάτιο δεξιά τῆς πέτρινης σκάλας πού σέ ὁδηγεῖ ἀπό τήν πύλη τῆς Μονῆς στό ἐσωτερικό της. Τό ὑπόγειο φωτίζονταν ἀπό ἕνα παράθυρο πού ὑπῆρχε πρός τήν πλευρά τῆς αὐλῆς, ἀπό ἕνα γκαζοκάντιλο πού ἦταν κρεμασμένο στόν τεῖχο κι ἀπό τό φῶς τῶν ξύλων πού ἔκαιγαν στό τζάκι. Στό τζάκι συνήθως πάντα ὑπῆρχε φωτιά καί στή χόβολη ἔψηνε μόνος του ὁ π. ᾽Ιάκωβος τόν καφέ. Τό μπρίκι τό εἶχε κρεμασμένο σ᾽ ἕνα καρφί πού ἦταν ἐξω ἀπό τζάκι. «᾽Εσεῖς τά μικρά, μᾶς ἔλεγε, θά φάτε μόνο λουκούμι, μά σάν μεγαλώσετε νά ρθεῖτε νά σᾶς φιλέψω καί καφέ».
᾽Αφοῦ ἔφτιαχνε τόν καφέ ἄρχιζε νά μᾶς λέγει τή ἱστορία τοῦ μοναστηριοῦ. «Πέρασε πολλά αὐτό τό μοναστήρι ἀπό τά παλαιά τά χρόνια μέχρι καί τά τελευταία, μά ἡ Παναγία καί ὁ ῞Αγιος Σεραφείμ πάντα τό προφύλαξαν καί δέν ἔπαθε μεγάλες καταστροφές. ῎Εχουν δεῖ τά μάτια μου πολλά θαύματα καί πολλές ἐπεμβάσεις τῆς Παναγίας καί τοῦ ῾Αγίου στή ζωή πολλῶν ἀνθρώπων. ῎Αμα ζητήσεις κάτι ἀπό τή μητέρα μας τήν Παναγία καί τόν ῞Αγιο μέ πίστη καί ταπείνωση πάντα θά στό δώσουν».
῞Οταν ἔβλεπε ὅτι ἐμεῖς τά μικρά ἀρχίζαμε νά ἀλλάζουμε θέσεις μᾶς ἔστελνε νά ἀγναντέψουμε τόν κάμπο, μᾶς τόνιζε: «προσέξτε νά μήν πέσετε, γιατί τό ὕψος εἶναι μεγάλο, νά εἶστε φρόνιμα».
Μέ καμάρι ἔλεγε ὅτι ἀπό τό μοναστήρι πέρασαν μεγάλες ἐκκλησιαστικές προσωπικότητες, ὅπως: ὁ Ἀρχιμανδρ. Χριστόφορος Παπανδρεόπουλος (ἤ Παπανδρέου) (1907-1917 καὶ 1922-1923) καὶ ὁ μετέπειτα ᾽Αρχιεπ. ᾽Αθηνῶν καί ἀντιβασιλέας Δαμασκηνὸς Παπανδρέου (1917-1922). Στό μοναστήρι μόνασαν ἀκόμα ὁ Δωρόθέος Κοταρᾶς (μετέπειτα Ἀρχιεπ. Ἀθηνῶν), Ἰεζεκιὴλ Τσουκαλᾶς (μετέπειτα Ἀρχιεπ. Αὐστραλίας) καί ὁ Μητροπολίτης, τότε, ἀπό ῎Αρτας, ᾽Ιωαννίνων Σεραφεὶμ (μετέπειτα Ἀρχιεπ. Ἀθηνῶν). Γιά τόν μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ ἔλεγε μέ καμάρι ὅτι «ἐγώ φρόντισα νά σπουδάσει, τόν ἔστειλα στήν ἐκκλησιαστική σχολή τῆς Κορίνθου νά μάθει τά ἱερά γράμματα, γιατί ἐκεῖ ἦταν Μητροπολίτης ὁ Δαμασκηνός».

Τόπος καταγωγῆς του
῾Ο μακαριστός Γέροντας ᾽Ιάκωβος, κατά κόσμον ᾽Ιωάννης Κουτρούμπας, γεννήθηκε τό 1897 στήν Καΐτσα, τή σημερινή Μακρυρράχη Δομοκοῦ Φθιώτιδος, τότε ὑπάγονταν στό νομό Καρδίτσης, ἦταν δέ ἕνα ἀπό τά ἕξι παιδιά τῆς οἰκογένειας τοῦ Χρήστου καί τῆς Αἰκατερίνης Κουτρούμπα. Παιδί πτωχῆς καί ἀγροτικῆς οἰκογένειας μεγάλωσε μέσα στίς στερήσεις, «δέν χόρτασε ποτέ τό ψωμί», ὅπως ἔλεγε, γι᾽ αὐτό σ᾽ ὅλη του τή ζωή ἦταν λιτοδίαιτος. Γράμματα δέν ἔμαθε γιατί ἀπό μικρός βγῆκε στή δούλεψη. Φύλαγε τά λιγοστά ζῶα πού εἶχε ἡ οἰκογένειά του ἤ βοηθοῦσε τόν πατέρα του στίς ἄλλες ἀγροτικές δουλιές, ὅπως στά κήπια ἤ στίβάζε τά ξύλα πού ἔκοβαν γιά νά πυρωθοῦν τό χειμώνα. ῾Ο ᾽Ιωάννης ἐπειδή ἦταν φιλομαθής, ὅπως ἔλεγε, μαζί μέ τό φαγητό ἔβαζε στό ντρουβά καί «φυλλάδες» (βίοι ἁγίων, τήν ἐπιστολή τοῦ Χριστοῦ ἤ τῆς Παναγίας) πού τοῦ ἔδινε ὁ παπάς τοῦ χωριοῦ του˙ ὅταν τά γίδια κάθονταν στό γρέκι γιά νά ξεκουραστοῦν αὐτός εὔρισκε χρόνο νά διαβάσει. Τήν ἀναγνωστική του ἱκανότητα τήν τελειοποίησε, ὅταν ἦλθε στό μοναστήρι τῆς Κορώνης γιά νά μονάσει, «ἐδῶ τρίφτηκε ἡ γλώσσα μου», ἔλεγε.

Στό ζυγό τοῦ Χριστοῦ
Παιδιῶθεν ἡ καρδιά τοῦ ᾽Ιωάννη ἐφλέγετο νά ἀφιερωθεῖ στόν Κύριο. Σέ ποιό μοναστήρι ὅμως νά πάει νά μονάσει; ῎Ακουσε ὅτι στά ῎Αγραφα εἶναι τό φημισμένο μοναστήρι τῆς Κορώνης, ὅπου μόνασε καί ὁ μεγάλος ἅγιος τῆς περιοχῆς ῾Ιερομάρτυς Σεραφείμ, ἐκεῖ εἶχε ἔλθει πρίν ἀπό λίγο καιρό ἕνας φωτισμένος κληρικός, ὁ ᾽Αρχιμ. Χριστόφορος. Πῆρε λοιπόν ἀπόφαση ἐκεῖ νά πάει νά μονάσει.
῎Ετσι ἕνα πρωινό, μιᾶς ἡμέρας πού ὁ ἥλιος ἀνέτειλε νωρίτερα καί θά ἔδυε ἀγρότερα ἀπ᾽ ὅτι τήν προηγούμενη, τοῦ 1915 καί σέ ἡλικία 18 ἐτῶν, ἀφοῦ ἀσφάλισε τό κοπαδάκι του μέ τά γίδια κι ἔβαλε στό ντρουβά του ἕνα κομμάτι μπομπότα καί μιά σφήνα τυρί ἐγκατέλειψε τή γενέτειρά του. Μέσα ἀπό δασωμένες πλαγιές, φιδωτά μονοπάτια, φουσκωμένα ρέματα καί κοπιαστική πορεία ἔφθασε μπροστά στή σιδερένια πόρτα τῆς ῾Ιερᾶς Μονῆς Κορώνης. ῾Ηγούμενος τήν ἐποχή αὐτή ἦταν ὁ ᾽Αρχιμ. Χριστόφορος Παπανδρεόπουλος (ἤ Παπανδρέου). Αὐτός τόν δέχτηκε μέ ἀγάπη, ὅταν ἔμαθε τό σκοπό τοῦ ἐρχομοῦ του, καί τόν ἔβαλε σά βοσκό τοῦ κοπαδιοῦ τῆς Μονῆς. Τό 1917 ὁ π. Χριστόφορος παραιτήθηκε ἀπό ἡγούμενος καί τά ἡνία τῆς μονῆς ἀνέλαβε στά στιβαρά του χέρια ὁ ἀνεψιός του π. Δαμασκηνός, ὁ μετέπειτα ἀντιβασιλέας ᾽Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνὸς Παπανδρέου. Μόλις συμπλήρωσε τρία χρόνια σά δόκιμος ὁ Δαμασκηνός τόν ἔκειρε μοναχό καί στή συνέχεια φρόντισε νά χειροτονηθεῖ διάκονος. ᾽Αργότερα, ἀφοῦ συμπλήρωσε τήν ἡλικία πού προβλέπουν οἱ ἱεροί κανόνες, χειροτονήθηκε ῾Ιερέας. ῞Οταν ὁ μακαριστός π. ᾽Ιεζεκιήλ Τσουκαλᾶς παραιτήθηκε ἀπό ἡγούμενος τήν ἡγουμενία ἀνέλαβε ὁ π. ᾽Ιάκωβος.

Οἱ περιπέτειές του
῾Η ζωή τοῦ μακαριστοῦ ῾Ηγουμένου ᾽Ιακώβου εἶχε πολλές περιπέτειες. Τά περισσότερα χρόνια στό Μοναστήρι τά πέρασε μέ ἐλάχιστους ἀδελφούς ἤ μόνος του.
Κατά τήν περίοδο τῆς ᾽Ιταλογερμανικῆς κατοχῆς ἐπειδή στή Νευρόπολη, σημερινή λίμνη Πλαστήρα, δροῦσαν ἀνταρτικές ὁμάδες καί οἱ κατακτητές εἶχαν πληροφορίες ὅτι στό μοναστήρι τῆς Κορώνης ἔβρισκαν καταφύγιο οἱ ἀντάρτες, ἀποφάσισαν νά τό γκρεμίσουν. Πῆραν πυροβόλα τά ὁποία ἔστησαν στό Παλαιόκαστρο, τή σημερινή Μητρόπολη, κι ἀπό ἐκεῖ σκόπευαν νά τό ἐξαφανίσουν. Αὐτό τό ἔμαθε ὁ π. ᾽Ιάκωβος καί γιά νά μή φαίνεται τό μοναστήρι ἔβαψε μαύρη ὅλη τήν ἀνατολική πλευρά του. ῎Ετσι σώθηκε τό μοναστήρι. Βέβαια ἀργότερα τά Γερμανικά στρατεύματα τό ἔκαψαν.
Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ἐμφυλίου, ἡ περιοχή ἦταν στὸ ἐπίκεντρο τῶν συγκρούσεων μεταξύ τῶν ἀντιμαχομένων ἀνταρτικῶν ὁμάδων, τοῦ Ζέρβα καί τοῦ Βελουχιώτη, πού δροῦσαν στό ὀροπέδιο τῆς Νευροπόλεως. ᾽Επειδή κινδύνευε ἡ ζωή τῶν πατέρων ἡ Μητρόπολη Θεσσαλιώτιδος τούς προέτρεψε, ἀφοῦ ἀσφαλίσουν τά ἱερά κειμήλια, νά κλείσουν τό μοναστήρι καί νά καταφύγουν σέ ἀσφαλές μέρος, ἄχρι καιροῦ.
Μετὰ τὸ τέλος τῆς δραματικῆς ἐκείνης περιόδου ἐπανέρχεται ὁ π. Ἰάκωβος μέ λίγους μοναχούς, ἀλλὰ σιγὰ – σιγὰ ἡ ἀδελφότητα διαλύεται καὶ μένει μόνος του, μετὰ τὸν θάνατο τοῦ ὁποίου, τὸ 1967, κλείνει μία σημαντικὴ ἱστορικὴ περίοδος τῆς Μονῆς.

῾Ιεροπρεπής καί νηστευτής
῞Οπως λέγουν οἱ ῾Ιεροί Πατέρες τῆς ᾽Εκκλησίας μας ἡ ἐξωτερική ἐμφάνιση ἑνός ἀνθρώπου τίς περισσότερες φορές δείχνει τόν ἐσωτερικό του κόσμο καί τό πνευματικό του ἐπίπεδο. Τό αὐτό συμβαίνει καί μέ τούς κληρικούς. Οἱ εὐλαβεῖς καί ἐνάρετοι κληρικοί προσέχουν πολύ τήν ἐξωτερική τους ἐμφάνιση, διότι γνωρίζουν ὅτι εἶναι δυνατόν νά σκανδαλίσουν χρστιανούς καί νά τούς ὁδηγήσουν στήν κατάκριση καί τήν αἰώνια κόλαση. ῾Ο μακαριστός π. ᾽Ιάκωβος ποτέ δέν κυκλοφοροῦσε ἀσκεπής καί χωρίς τό ἐξώρασό του. ῎Ηθελε oἱ ἱερεῖς νά μή ψαλιδίζουν τά γένια καί τά μαλλιά τους, γιατί ὅπως ἔλεγε: «ὁ κληρικός ἐπειδή λειτουργεῖ τακτικά ὅλο του τό εἶναι τρέφεται μέ τό Πανάγιο Σῶμα καί Αἷμα τοῦ Κυρίου μας». Πόση θλίψη τό κυρίευε ὅταν ἐπισκέπτονταν τό μοναστήρι μοντέρνοι κληρικοί! Θά ἀναφέρουμε τό ἑξῆς γεγονός πού μᾶς διηγήθηκε ὁ ἴδιος: «῎Εμαθε ὅτι κάποιος ᾽Αρχιερέας ἔκοβε τά μαλλιά του καί ψαλίδιζε τά γένια του. ῎Ηθελε νά τόν παραγγείλει, ὅταν θά μικραίνει τά μαλλιά καί τά γένια του νά τοῦ τά στέλνει γιά νά κάνει μ᾽ αὐτά φυλακτά καί νά τά δίνει στούς προσκυνητές τῆς Μονῆς. ῾Η εὐκαιρία δώθηκε ὅταν στό μοναστήρι ἦλθε τό ᾽Εκκλησιαστικό Φροντιστήριο τῆς ῾Ιερᾶς Μητρόπολεως πού ποιμένονταν ἀπό τόν παραπάνω ᾽Επίσκοπο. Μετά τήν ξενάγηση λέγει στούς μαθητές τοῦ φροντιστηρίου -«ποιός θά μεταφέρει κάτι πού θά σᾶς πῶ στό δεσπότη σας;» Οἱ ἱερεῖς τοῦ ἀπαντοῦν -«εἶναι ἀνάμεσά μας ὁ διάκος του», «πολύ ὡραία» λέγει ὁ μακαριστός ἡγούμενος καί τοῦ εἶπε τί ἤθελε νά μεταφέρει στό Δεσπότη του.
Τί θά αἰσθάνονταν ἄν ζοῦσε σήμερα καί ἔβλεπε τόν μοντερνισμό καί τήν ἀλλοτρίωση πού εἰσχώρησε στίς τάξεις τοῦ κλήρου ἀλλά καί στήν ᾽Ορθόδοξη ἐκκλησία μας;
῾Ο π. ᾽Ιάκωβος διακρινόταν καί γιά τήν πιστή τήρηση τῶν νηστειῶν πού καθόρισαν οἱ ῞Αγιοι Πατέρες. ῞Οπως συμβούλευε τούς πιστούς νά μή καταλύουν τήν Τετάρτη, τήν Παρασκευή καί τίς ἄλλες τεσσαρακοστές, ἔτσι κι αὐτός ποτέ δέν τίς κατέλυε. Πληροφορηθήκαμε ὅτι, ὅταν στίς τελευταῖες ἡμέρες τῆς ζωῆς του τόν πῆγαν στό νοσοκομεῖο οἱ ἰατροί τοῦ πρότειναν μιά δίαιτα ἀναγκαία γιά τή θεραπεία του, αὐτός ὅμως δέν ἤθελε νά τήν ἐφαρμόσει, διότι ἦταν ἡ τεσσαρακοστή τῶν ῾Αγίων ᾽Αποστόλων. ᾽Από τούς πρώτους πού προσέτρεξαν κοντά του ἦταν καί ὁ τότε Μητροπολίτης ᾽Ιωαννίνων Σεραφείμ. ῾Ο Σεβασμιώτατος προσπάθησε νά τόν πείσει ὅτι ἐπιτρέπεται, ἐπειδή εἶναι ἄρρωστος, νά φάγει τά φαγητά πού τοῦ ἔδειναν στό νοσοκομεῖο, γιατί τά φάρμακα πού ἔπαιρνε ἦταν δυνατά, αὐτός ὅμως ἀρνοῦνταν μέχρι τό τέλος του νά καταλύσει τή νηστεία.

῎Αριστος Λειτουργός καί Πνευματικός
῾Ο μακαριστός Γέροντας ἦταν καί ἄριστος λειτουργός. ῎Ηθελε πολύ νά λειτουργεῖ γιά μετέχει στό ποτήριο τῆς ζωῆς. Λειτουργοῦσε ὑποδειγματικά. Ποτέ δέν βιάζονταν νά τελειώσει, ἔστω κι ἄν εἶχε κάποια δουλειά νά κάνει. ᾽Επειδή στό μοναστήρι γιά πολλά χρόνια ἦταν μόνος του, γιά νά λειτουργήσει καλοῦσε συνήθως τόν ψάλτη τοῦ Μεσενικόλα γιά νά ψάλλει. Πόσο χαιρόταν ὅταν πήγαινε στό μοναστήρι κάποιος ἄλλος ἱερέας καί λειτουργοῦσε καλά. ῎Ελέγε ὅτι: «ἀπό τό πῶς λειτουργεῖ ὁ ἱερέας μπορεῖς νά καταλάβεις τό ποιόν του καί τήν πνευματικότητά του». Αὐτό μοῦ τό εἶπε ἀργότερα καί ὁ μακαριστός γέροντας τῆς Πάτμου ᾽Αμφιλόχιος.
Μιά μέρα πού πῆγα στό μοναστήρι γεμάτος χαρά μέ φώναξε νά πάω κοντά του καί μοῦ λέγει: -«Μωρέ, τί ἔχετε ἐσεῖς ἐκεῖ στά Τρίκαλα;» -«Τί ἔχουμε, Γέροντα», τοῦ λέγω. -«῎Εχετε ἕνα διαμάντι. Προημερῶν ἦλθαν ἀπό τά Τρίκαλα οἱ κύκλοι κυριῶν τῆς Μητροπόλεως καί λειτούργησε ὁ π. Παντελεήμων (Καθρεπτίδης, σήμερα Μητροπολίτης Κορωνίας). Τί λειτουργία πού ἔκανε! ῎Αν καί νέος κληρικός σέ ὅλη τή Θεία Λειτουργία δέν πῆρε στό χέρι του τό ῾Ιερατικό, τά εἶπε ὅλα ἀπ᾽ ἐξω. Πρώτη φορά συνέβει αὐτό στό Μοναστήρι μας, Μπράβο στόν ῞Αγιο Τρίκκης πού ἔχει τέτοιους κληρικούς. Καί στό Κήρυγμά του ἦταν ποταμός, νέος Χρυσόστομος θά γίνει».
῾Ο μακαριστός ἀγαποῦσε πολύ τό κήρυγμα, γιατί πίστευε ὅτι, ὅταν βγαίνει ἀπό τά χείλη ἀνθρώπου πού πιστεύει καί ζεῖ αὐτά πού συμβουλεύει τούς ἄλλους προκαλεῖ σεισμό στίς καρδιές τῶν ἀκροατῶν, ξυπνάει κοιμισμένες συνειδήσεις καί ὁδηγεῖ στή μετάνοια καί τό ἐξομολογητήριο. Πάντα στήν πανήγυρη τῆς Μονῆς, 8 Σεπτεμβρίου, καλοῦσε νά μιλήσει στό πλῆθος τῶν πιστῶν πού προσέρχονταν στό μοναστήρι τόν μακαριστό ῾Ιεροκήρυκα τῆς Καρδίτσης π. Εὐστάθιο Μπιλάλη.
Δέν παρέλειπε, παρά τή μεγάλη του ἡλικία καί τό ὅτι ἦταν μόνος του, νά διαβάζει καθημερινά ὅλες τίς ἀκολουθίες, ὅπως: Μεσονυχτικό, ῎Ορθρο, ῏Ωρες, ῾Εσπερινό καί ᾽Απόδειπνο. ῞Οταν στό μοναστήρι ὑπήρχαν προσκυνητές, κατά τή θερινή περίοδο σχεδόν καθημερινά, διάβαζε τήν Παράκληση τῆς Παναγίας ἤ τοῦ ῾Αγίου Σεραφείμ.
῞Ενα ἀπό τά βιβλία πού πολύ μελετοῦσε ὁ π. ᾽Ιάκωβος ἦταν τό Πηδάλιο. Στήν καθημερινή του ζωή προσπαθοῦσε ὅλες του οἱ πράξεις καί ἀποφάσεις νά εἶναι σύμφωνες μέ τά ὅσα γράφει ὁ ῞Αγιος Νικόδημος στό Πηδάλιο. «῎Αν πορεύεσαι στή ζωή σου σύμφωνα μέ τά ὅσα λέγει τό Πηδάλιο, δέν ἔχεις φόβο νά μή σοῦ ἀνοίξει τήν πόρτα τοῦ Παραδείσου ὁ Κύριος» ἔλεγε καί πίστευε.
῾Ο Γέροντας δέχονταν κάθε χρόνο δεκάδες πιστούς γιά ἐξομολόγηση. ῞Οπως λέγουν πνευματικά του παιδιά συνδύαζε τήν αὐστηρότητα μέ τήν ἀγάπη. Πάντα προσπαθοῦσε νά ἐνθαρρύνει τόν ἐξομολογούμενο γιά νά μήν ἀποκάμει καί ἀπογοητευτεῖ. ᾽Επείδη ἦταν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καί πιστός οἰκονόμος Του τραβοῦσε σά μαγνήτης τούς κουρασμένους καί κτυπημένους ἀπό τήν ἁμαρτία ἀνθρώπους καί τούς ἀνέπαυε στό πετραχήλι του.

῾Ο σύνδεσμός του μέ τούς ῾Αγίους
῾Ο μακαριστός Γέροντας εὐλαβοῦνταν πολύ τήν Παναγία καί τόν ῞Αγιο Σεραφείμ. ῎Εμενε γιά πολλές ὧρες γονατιστός μπροστά στήν εἰκόνα τῆς Παναγίας καί στήν κάρα τοῦ ῾Αγίου Σεραφείμ καί προσεύχονταν. «Αὐτοί εἶναι τό ἀποκούμπι μου» ἔλεγε.
Σχεδόν καθημερινά πήγαινε στόν τόπο πού κατά τήν παράδοση βρέθηκε ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας γιά νά ἀνάψει τό κανδηλάκι. ᾽Εκεῖ ἀργότερα ἔκτισε ναΐσκο μέ τὴν ἐπωνυμία «Παναγία τῶν Ἀγγέλων».
῾Η Μονή Κορώνης ἔχει πάνω ἀπό τό χωριό Μοσχάτο, παλαιά Βλάσδο, ἕνα κτήμα μέ ναό πρός τιμήν τοῦ ῾Αγίου Τρύφωνος. Καί αὐτόν τόν ναό ἐπισκεπτόταν τακτικά γιά νά ἀνάψει τά καντήλια καί νά προσευχηθεῖ.
῞Οπως εἶναι φυσικό στήν καρδιά του μετά τήν Παναγία τήν ἐπόμενη θέση εἶχε ὁ ῞Αγιος Σεραφείμ, πού ἦταν ἀδελφός τῆς Μονῆς καί μαρτύρησε γιά τοῦ Χριστοῦ τήν πίστη τήν ἁγία στά Τρίκαλα. ῾Ο π. ᾽Ιάκωβος ἔκτισε στήν Καρδίτσα κατά τήν ᾽Ιταλο-Γερμανική Κατοχή σά Μετόχι τοῦ μοναστηριοῦ του μικρό ναό ἐπ΄ ὀνόματι τοῦ ῾Αγίου Σεραφείμ. ᾽Αλλά καί στή γενέτειρα τοῦ ῾Αγίου, τή Μπεζούλα, ἔκτισε εἰκονοστάσι πάνω στά ἐρείπια τοῦ σπιτιοῦ του.
῎Αλλος τοπικός ῞Αγιος πού κατεῖχε χῶρο στήν καρδιά τοῦ μακαριστοῦ ἡγουμένου π. ᾽Ιακώβου ἦταν ὁ ῞Οσιος ᾽Ακάκιος ὁ Καυσοκαλυβίτης. Γιά νά μποροῦν νά τόν τιμοῦν οἱ χριστιανοί τό 1950 ἐξέδωσε μέ προσωπικά χρήματα τὴν Ἀκολουθία καὶ τὸ βίο του. ῾Η ἔκδοση αὐτή ἦταν ἀνάτυπο ἀπό τήν ῾Αγιορείτικη Βιβλιοθήκη.
῾Ο μακαριστός π. ᾽Ιάκωβος δέν ξέχασε ποτέ τόν τόπο πού εἶδε τό πρῶτο φῶς, τήν Καΐτσα, ἀπόδειξη εἶναι τό ὅτι μέ ἔξοδα του ἔκτισε ἐκεῖ τό 1963 ναό πρός τιμήν τοῦ ῾Αγίου Δημητρίου˙ καί στά λουτρά τῆς Καΐτσας ἔκτισε ναό πρός τιμήν τοῦ ῾Αγίου Παντελεήμονος.

῎Αγρυπνος καί ἀκούραστος φύλακας τῆς Μονῆς
῾Ο π. ᾽Ιάκωβος γιά πολλά χρόνια ἔμεινε μόνος του στό Μοναστήρι, αὐτός φρόντιζε νά ἀνοίγει τήν κεντρική εἴσοδο τῆς Μονῆς τό πρωί καί νά τήν κλείνει ὅταν σουρούπωνε. ᾽Επίσης φρόντιζε ὅσοι ἔμπαιναν στό μοναστήρι νά εἶναι εὐπρεπῶς ἐνδεδυμένοι. ῎Αν ἔβλεπε κάποιον προσκυνητή μέ κοντό παντελόνι δέν τόν ἐπέτρεπε νά μπεῖ στήν αὐλή τοῦ μοναστηριοῦ. Τό ἴδιο ἔκανε καί ὅταν ἔρχονταν γυναῖκες μέ κοντές φούστες ἤ μέ ἐξώπλατα φορέματα. Γιά νά δείξει ὅτι ὁ χῶρος εἶναι ἱερός εἶχε παραγγείλλει στό ῞Αγιον ῎Ορος μία μεγάλη εἰκόνα στήν ὁποία ἀπεικονίζονταν τό ὄνειρο τοῦ ᾽Ιακώβ, δηλαδή ὁ ᾽Ιακώβ κοιμῶταν καί ἀπό πάνω του μιά σκάλα πού εἶχε τή μία ἄκρη της στή γῆ καί τήν ἄλλη στόν οὐρανό καί ἔγραφε: «῎Ως φοβερός ὁ τόπος τοῦτος. Οὐκ ἔστι τοῦτο ἀλλ' οἶκος Θεοῦ καί αὔτη ἡ πύλη τοῦ οὐρανοῦ». Τήν πινακίδα αὐτή πού τήν εἶχε τοποθετήσει δεξιά τῆς σκάλας πού ὁδηγεῖ στήν αὐλή τῆς Μονῆς, ἐκεῖ πού σήμερα εἶναι τό ἐκθετήριο, ἔδειχνε στούς ἐπισκέπτες πού ἦταν ἀκατάλληλα ντυμένοι. ῞Ολους δέ τούς συμβούλευε ὅτι τουλάχιστον, ὅταν πηγαίνουν στήν ἐκκλησία καί στά ἱερά προσκυνήματα νά ντύνονται σεμνά.
Μέ λύπη ἔβλεπε ὅτι ἀπό τήν πάροδο τοῦ χρόνου τό Μοναστήρι ἤθελε ἐπισκευές τίς ὁποῖες ἀδυνατοῦσε νά κάνει, γιατί δέν εἶχε ἀπό πουθενά οἰκονομική βοήθεια. ῞Ολα τά κελιά τῆς νότιας πτέρυγας τῆς Μονῆς βρισκόταν σέ ἄθλια κατάσταση. Αὐτός ἔμενε σέ ἕνα ὑπόγειο κελί τῆς πλευρᾶς αὐτῆς ἀρκετά σκαλοπάτια κάτω ἀπό τήν ἐπιφάνεια τῆς αὐλῆς. Κι ὅταν ἀργότερα ἀνοικοδομήθηκε ἡ βορεινή πλευρά στήν ὁποία ὑπήρχαν ὡραιότατα κελιά αὐτός ἔμεινε στήν ὑπόγεια πνευματική του παλαίστρα, ὅπου ξεκουράζονταν γιά ἐλάχιστες ὧρες τό εἰκοσιτετράωρο.
῾Ο Γέροντας γιά νά ἐξοικονομεῖ τά πρός τό ζῆν, παρά τήν ἡλικία του, καί γιά τίς ἀνάγκες τῆς φιλοξενίας τῶν προσκυνητῶν εἶχε κήπους κάτω ἀπό τήν ἀνατολική πλευρά τῆς Μονῆς. Στούς κήπους πού φρόντιζε μόνος του φύτευε καλαμπόκι, φασολιές, ντοματιές καί ἄλλα ζαρζαβατικά. Βέβαια τά ἀγαθά πού ἔπαιρνε ἀπό τούς κήπους αὐτούς ποτέ δέν ἔφθαναν γιά νά καλύψουν τίς ἀνάγκες τῆς Μονῆς. Οἱ κάτοικοι τῶν γύρω χωριῶν πάντα ὅταν ἔρχονταν γιά προσκύνημα κάτι θά ἔφερναν γιά τό μοναστήρι, ἀλλά καί ὅταν μαζί του μόναζε ὁ μακαριστός μοναχός π. Γεννάδιος Βαρδάκας ἀπό τό Βουνέσι, σημερινό Μορφοβούνι, τόν ἔστελνε στά χωριά πού ζητοῦσαν γιά εὐλογία τά λείψανα τοῦ ῾Αγίου Σεραφείμ καί οἱ χωρικοί πάντα προσέφεραν γιά τίς ἀνάγκες τοῦ μοναστηριοῦ κάτι ἀπό τό ὑστέρημα ἤ τό περίσσευμά τους. ῾Η Παναγία καί ὁ ῞Αγιος Σεραφείμ ἔλεγε «δέν μᾶς ἄφησαν ποτέ νηστικούς».
῎Αλλη οἰκονομική πηγή γιά τό μοναστήρι ἦταν τά γίδια πού συντηροῦσε καί πού ἔβοσκαν στό δάσος πού ὑπάρχει γύρω ἀπό τό μοναστήρι. Μέ τό γάλα τους ἔπηζε τυρί γιά τίς ἀνάγκες τῆς Μονῆς, ἀλλά καί γιά νά δείνει σέ πτωχούς προσκυνητές.

Τό ὁσιακό τέλος του
Τό μακαριστό παπα-᾽Ιάκωβο τόν εἶδα γιά τελευταία φορά στίς 4 Δεκεμβρίου τοῦ 1965. Τήν ἡμέρα αὐτή πανηγυρίζει τό μοναστήρι τή μνήμη τοῦ ῾Αγίου ῾Ιερομάρτυρος Σεραφείμ. Εἶχε ξημερώσει ὅταν τελείωσε ἡ ἀγρυπνία τήν ὁποία παρακολούθησαν δεκάδες πιστοί. Φεύγοντας ἀπό τό μοναστήρι ζήτησα τήν εὐχή του καί τίς προσευχές του. ᾽Αφοῦ μ᾽ ἔβγαλε μέχρι τήν εἴσοδο τῆς Μονῆς μού ἔδωσε τίς τελευταῖες συμβουλές του. Τό ἐπόμενο καλοκαίρι δέν ἀνέβηκα στό Μεσενικόλα κι ἔτσι δέν τόν συνάντησα. Τό καλοκαίρι τοῦ 1967 πληροφορήθηκα ὅτι ὁ Γέροντας ᾽Ιάκωβος κοιμήθηκε στὶς 10 ᾽Ιουνίου μετά ἀπό ἐπώδυνη ἀσθένεια. Κατά τήν ἐπιθυμία του τόν ἐνταφίασαν κοντά στό παρεκκλήσιο τῆς Εὐρέσεως τῆς θαυματουργοῦ εἰκόνας τῆς Παναγίας, πού βρίσκεται δεξιὰ τῆς πλατείας ποὺ εἶναι μπροστὰ στὴ Μονή.
Τὰ λείψανα του μετὰ τὴν ἐκταφή μεταφέρθηκαν στὸ παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας Τριάδος.
᾽Ιακώβου τοῦ μακαριστοῦ Καθηγουμένου τῆς ῾Ιερᾶς Μονῆς Κορώνης, αἰωνία εἴη ἡ μνήμη καί εἴθε ὁ Θεός νά ἀναδείξει ἀξίους διαδόχους του.
Τρίκαλα 4 ᾽Ιανουαρίου 2013


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ