Αρχιμ. π. Γαβριήλ Διονυσιάτης (1886-1983)

῾Ο Μεσενικολίτης «῾Υπουργός ᾽Εξωτερικῶν» τῆς ῾Αγιωνύμου Πολιτείας

τοῦ κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου

Στό Μεσενικόλα Καρδίτσας εἴδαν τό φῶς τῆς ἡμέρας πολλοί ἄνδρες πού ἔπαιξαν σπουδαίο ρόλο στή ζωή τῆς πατρίδας καί τῆς ᾽Εκκλησίας μας. ῞Ενας Μεσενικολίτης πού ὁ πανδαμάτωρ χρόνος δέν κατόρθωσε νά τόν ρίξει στή λήθη εἶναι ἀναμφισβήτητα ὁ μακαριστός ἡγούμενος τῆς ῾Αγιορείτικης Μονῆς τοῦ ῾Οσίου Διονυσίου ᾽Αρχιμανδρίτης Γαβριήλ.
Τά παιδικά του χρόνια
῾Ο μακαριστός π. Γαβριήλ, κατά κόσμον Γεώργιος Καζάσης, γεννήθηκε τό 1886 στό χωριό Μεσενικόλας Καρδίτας, ἀπό εὐλαβείς, ἐναρέτους καί ἐργατικούς γονεῖς, τόν Θεοδόσιο καί τήν Κωνσταντίνα καί ἦταν ἕνα ἀπό τά ἑπτά παιδιά τους. Οἱ εὐλογημένοι γονεῖς του τόν ἀνέθρεψαν σύμφωνα μέ τά διδάγματα τῆς ἐκκλησίας μας. Τόν ἔμαθαν νά σέβεται καί νά ἀγαπάει τό Θεό καί τή Μητέρα Του. Τόν συμβούλευαν τί πρέπει νά κάνει καί τί νά ἀποφεύγει γιά νά μή λυπεῖ τό Θεό. Τόν προέτρεπαν νά πηγαίνει στήν ἐκκλησία ὄχι μόνο γιά νά βοηθάει τόν ἱερέα τοῦ χωριοῦ, ἀλλά καί γιά νά μάθει νά διαβάζει καί νά ὑμνεῖ τό Δημιουργό. Τακτικά τόν ἔπαιρνε ἡ μητέρα του καί πήγαιναν στά ἐξωκκλήσια τοῦ χωριοῦ γιά νά ἀνάψουν τά κανδήλια καί νά προσευχηθοῦν. Οἰκογενειακῶς πήγαιναν ἀρκετές φορές τό χρόνο, γιά προσκύνημα, στό πολύ ἀγαπητό τους μοναστήρι, τήν Κορώνα. ῾Η μητέρα του ἀπό πρίν ἑτοίμαζε πρόσφορα, ἔπαιρνε ἀπό τά βαρέλια τό καλύτερο σέ ποιότητα κρασί κι ἕνα μπουκάλι λάδι κι ἀφού τά φόρτωναν στό μουλάρι τους ξεκινοῦσαν γιά τό μοναστήρι. ᾽Εκεί κοιμόντουσαν τό βράδυ καί τό πρωί μετά τή Θεία Λειτουργία γύριζαν στό χωριό, ὅπου τούς περίμεναν πολλές γεωργικές ἐργασίες. ῞Οπως ὅλοι οἱ Μεσενικολίτες, ἔτσι κι αὐτοί, ἀσχολούνταν μέ τήν ἀμπελουργία, τούς κήπους πού ἦταν, συνήθως, κοντά στό χωριό καί τά χωράφια πού ἦταν στή Νεβρόπολη, σημερινή λίμνη Πλαστήρα. Στή Νεβρόπολη φύτευαν φασόλια, καλαμπόκι, πατάτες καί ἄλλα. Σ᾽ ὅλες αὐτές τίς δουλειές πρῶτος καί καλύτερος ὁ νεαρός Γεώργιος. Οἱ ἐργατικοί γονεῖς του, τοῦ μετέδωσαν ὄχι μόνο τήν ἀγάπη πρός τήν ἐργασία, ἀλλά καί τήν πατρίδα. ῾Ο πατέρας του πάντα μιλοῦσε στά παιδιά του μέ ἐνθουσιασμό γιά τήν πατρίδα μας, γιά τή δόξα της καί τούς ποικίλους ἐχθρούς της.
῾Ο Γεώργιος τελείωσε τό Δημοτικό, τό τριτάξιο Γυμνάσιο καί μετά πῆγε στό Σχολαρχεῖο ὅπου φοίτησε γιά μιά μόνο χρονιά διότι τόν «ἔκοψε» ὁ πατέρας του. ῞Οταν ἔμαθαν τήν πράξη του αὐτή οἱ συγγενεῖς, οἱ συγχωριανοί καί οἱ δάσκαλοι προσπάθησαν νά τόν μεταπείσουν, ἀλλ᾽ αὐτός τούς ἔλεγε: «Δέ θ᾽ ἀφήσω τό παιδί μου νά μάθει γράμματα, νά πάει νά σπουδάσει καί μετά νά᾽ ρθει στό χωριό ἄθεος καί νά μᾶς λέγει ὅτι ὁ ἄνθρωπος κατάγεται ἀπό τόν πίθηκο. Χίλιες φορές κοντά στό Θεό κι ἄς εἶναι ἀγράμματος». Αὐτά τά ἔλεγε διότι τήν περίοδο ἐκείνη γύρισε στό χωριό ἕνας νέος πού πῆγε γιά σπουδές στό ἐξωτερικό καί στό καφενεῖο καθημερινά ἔλεγε στούς συγχωριανούς του ὅτι «δέν ὑπάρχει Θεός κι ὅτι ὁ ἄνθρωπος κατάγεται ἀπό τόν πίθηκο».
Κοντά στόν Παῦλο Μελᾶ
Μιά μέρα, ἀνώ ἦταν 17 ἐτών, ὁ Γεώργιος ἐξαφανίσθηκε ἀπό τό χωριό. Μάταια οἱ γονεῖς προσπαθοῦσαν νά τόν βροῦνε. Πού νά πῆγε; Μήπως τοῦ συνέβει κάτι κακό; ῞Ολοι οἱ χωριανοί, ἦταν ἀγαπημένοι τότε καί ὁ πόνος τοῦ ἑνός ἦταν καί πόνος ὅλων, μάταια ἔψαχναν στίς ρεματιές, τίς σάρες, στ᾽ ἀμπέλια, στά δάση καί στή Νεβρόπολη νά βροῦνε τόν Γεώργιο. ῞Οταν πιά οἱ ἐλπίδες γιά νά τόν βροῦνε ζωντανό ἔσβυσαν, ἦλθε ἡ εἴδηση ὅτι ζεῖ καί ὅτι κατατάχτηκε ὡς ἐθελοντής στά ἀντάρτικα σώματα τοῦ μεγάλου μακεδονομάχου Παύλου Μελᾶ. ᾽Εκεί πολέμησε σά λιοντάρι γιά νά μείνει ῾Ελληνική ἡ Μακεδονία μας. ῞Οταν γύρισε πίσω ὅλοι τόν περιεκύκλωσαν καί ἤθελαν νά μάθουν γιά τίς μάχες πού πῆρε μέρος.
Στή Θεσσαλονίκη
Τό 1910, ὥριμος ὁ μπαρουτοκαπνισμένος Γεώργιος ἐξαφανίσθηκε γιά δεύτερη φορά ἀπό τή γενέτηρά του. ῎Εχοντας, ὅπως μού ἔλεγε, ἕνα ντρουβά στόν ὥμο μέσα στόν ὁποῖο εἶχε λίγο ψωμί, τυρί καί μερικές ἐλιές ἄφησε καί πάλι τό χωριό του καί πῆρε τό δρόμο γιά τή Θεσσαλονίκη. ᾽Από ἐκεῖ εἶχε σκοπό, νά πάρει κανένα καράβι γιά νά πάει στόν ῎Αθωνα, αὐτός ἦταν ὁ προορισμός του. ᾽Από τή Θεσσαλονίκη, ἦταν Τουρκοκρατούμενη ἀκόμα, ἔστειλε γράμμα στούς δικούς καί τούς ἔγραφε ὅτι θά πάει στήν ᾽Αμερική γιά νά δουλέψει. Μάλιστα τούς ἔγραφε ὅτι τά ρούχα του τά εἶχε βάλει κάτω ἀπό τήν κάδη καί ὅτι μποροῦν νά τά φορέσουν τά ἀδέλφια του, γιατί δέ θά τά ξαναχρειαστεῖ.
Στή Θεσσαλονίκη συνάντησε ἕνα συγχωριανό του στρατιωτικό, πού λέγονταν Νταής, καί τοῦ ζήτησε νά τόν βοηθήσει νά πάει στόν προορισμό του. Συνάντησε ἀκόμα κι ἕναν ἄλλο Μεσενικολίτη ὁ ὁποῖος τόν ρώτησε γιά πού πηγαίνει καί τοῦ ἀπάντησε «στόν ῎Αθωνα». ᾽Εκεῖνος φαίνεται ὅτι πρώτη φορά ἄκουσε τή λέξη ῎Αθωνας καί τόν ρώτησε: «ποῦ εἶναι ὁ ῎Αθωνας;» Στήν ᾽Αμερική ἀπάντησε ὁ Γεώργιος. Τήν ἄλλη μέρα μπῆκε σ᾽ ἕνα καΐκι πού πήγαινε στή Δάφνη.
Στό περιβόλι τῆς Παναγίας
Πράγματι μετά ἀπό ἕνα κοπιαστικό ταξίδι ἔφθασε στό ῾Αγιορείτικο λιμάνι τῆς Δάφνης. Πρός τά πού νά κατευθυνθεῖ; Θά πάω στό σπίτι τοῦ Προδρόμου, εἶπε. Εὐλαβοῦνταν πολύ τόν Τίμιο Πρόδρομο. Πράγματι ἕνα καραβάκι τόν ἔφερε στή Μονή τοῦ ῾Οσίου Διονυσίου.
῎Ας δοῦμε πῶς περιγράφει τό μοναστήρι ὁ παπα- Γαβριήλ: «᾽Από θαλάσσης ὁρωμένη ἡ μετέωρος αὔτη οἰκοδομή ὡς σύνολον μέ τούς ἐπαλλήλους πρός τήν κατωφέρειαν ὁρόφους, φαίνεται ὡς συγκεκολλημένη ἐπί τοῦ βράχου. ῾Ο διά πρώτην φοράν ἐπισκεπτόμενος καί ἀτενίζων αὐτήν κάτωθεν ἀπό τοῦ Νεωρίου, τήν ὑποθέτει σελαγίζουσαν εἰς τό κενόν τοῦ αἰθέρος καί ἐν καιρῷ νυκτός συγχέονται τά μικρά φῶτα τῶν κελλίων της πρός τά ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ. ... Καί ὅλα μέν ταύτα, παρά τήν ἰδιοτυπίαν των θεωροῦνται τοῦ κύκλου τῆς ἁγιορειτικῆς οἰκοδομῆς, ἐκεῖνο ὅμως τό ὁποῖον φέρει τήν κατάπληξιν καί προκαλεῖ τήν ἀπορίαν καί τόν φόβον συνάμα, εἶναι ἡ ἄκρως τολμηρά διασκευή τῶν ἐξωστῶν της πρός τήν θάλασσαν πλευρᾶς, κλιμακηδόν ἐξερχομένων κατ᾽ ὅροφον εἰς τό κενόν, οὕτως ὥστε ἐν τῷ ἕκτῳ ὁρόφω τοῦ ῾Ηγουμενείου ὁλόκληρος ἡ θερινή αἴθουσα νά ἐξέχει τοῦ τοίχου, στηριζομένη μόνον ἐπί ξυλίνων δοκῶν καί τῶν ὑποβασταζόντων αὐτάς ὁμοίων ἀντερεισμάτων. ...» (῾Η ἐν ῾Αγίῳ ῎Ορει ῾Ι. Μονή τοῦ ῾Αγίου Διονυσίου, ἐκδ. ᾽Αστήρ, ᾽Αθήνα 1959).
᾽Αφού τακτοποιήθηκε ζήτησε νά δεῖ τόν ἡγούμενο τοῦ Μοναστηριοῦ. ῾Ο Γέροντας τῆς Μονῆς τοῦ Διονυσίου, ὅταν ἄκουσε ὅτι ἦλθε γιά νά μονάσει τοῦ ὑπενθύμησε τίς δυσκολίες τῆς μοναχικῆς ζωῆς. «᾽Εδώ, παιδί μου, πρέπει νά ξέρεις ὅτι ὅλοι ἐργαζόμεθα, ἀγρυπνοῦμε, νηστεύουμε, προσευχόμεθα, σηκωνόμεθα ἀπό τά βαθιά χαράματα γιά νά κάνουμε τόν κανόνα μας καί νά λατρεύσουμε τό Θεό. Δέν πρέπει νά ξεχνᾶς ὅτι τό μοναστήρι στό ὁποῖο ἦλθες εἶναι τό αὐστηρότερο στό ῾Αγίον ῎Ορος».
-Γέροντα, δέξουμε σά δόκιμο καί ἄν δεῖς ὅτι δέν κάνω γιά μοναχός νά μή μέ κουρέψεις. Τίς μέρες ἐκεῖνες εἶχαν ἔλθει στό μοναστήρι ἄλλοι δύο νέοι γιά νά μονάσουν, δέν τούς κράτησε ὅμως ὁ ἔμπειρος ἡγούμενος. Γιά τό Γεώργιο ἔδωσε εὐλογία νά παραμείνει σά δόκιμος. Μέ τό ἄγρυπνο μάτι του παρακολουθοῦσε τή βιοτή τοῦ νέου δοκίμου. Δέν ἄργησε ὁ Γεώργιος νά κερδίσει τήν ἐμπιστοσύνη τοῦ ἡγουμένου. Μιά μέρα τόν κάλεσε στό ἡγουμενεῖο καί τοῦ εἶπε: ἀφού φυτέψει στό κοιμητήριο τῆς μονῆς ἕνα κυπαρίσσι νά ἐτοιμαστεῖ γιά νά πάει νά ὑπηρετήσει στό μετόχι τοῦ Μονοξυλίτη. «Μού εἶπες, τοῦ λέγει, ὅτι στόν κόσμο ἀσχολούσουνα μέ τήν ἀμπελοκαλλιέργεια, γι᾽ αὐτό θά πᾶς στό μετόχι αὐτό πού ἔχουμε ἀμπελῶνες γιά νά προσφέρεις τίς γνώσεις σου. Μή ξεχάσεις ἐκεί τίς μοναστικές σου ὑποχρεώσεις». Χωρίς τήν παραμικρή ἀντίρρηση ἐτοιμάστηκε καί μόλις δώθηκε ἡ εὐκαιρία, ἀφού πῆρε τήν εὐχή τοῦ Γέροντα, τῆς Παναγίας τοῦ «᾽Ακαθίστου» καί τῶν πατέρων τῆς μονῆς, ἀνεχώρησε γιά τή νέα πνευματική του παλαίστρα.
῞Οταν ἔφτασε στόν προορισμό του κατευθύνθηκε στό ναό τοῦ ῾Αγίου Βασιλείου, προσκύνησε τίς εἰκόνες καί πῆγε στό κελλί πού τοῦ ὑπέδειξαν οἱ πατέρες πού ὑπηρετοῦσαν ἐκεί. Πόσες ἀναμνήσεις δέν τοῦ ξύπνησαν οἱ ἀπέραντοι ἀμπελῶνες! Σάν κινηματογραφική ταινία πέρασαν ἀπ᾽ τό μυαλό του οἱ κατάφυτες ἀπό ἀμπελῶνες πλαγιές τοῦ χωριοῦ του. Γρήγορα ἐπανῆλθε στήν πραγματικότητα. ᾽Εδώ ἦλθε ὄχι γιά νά ζεῖ μέ τίς θύμησες τοῦ κόσμου ἀλλά γιά νά κερδίσει τή Βασιλεία τοῦ Θεού. ᾽Αμέσως μπῆκε στή δούλεψη κάτω ἀπό τό ἄγρυπνο μάτι ἑνός γεροντότερου μοναχοῦ. Κάθε μέρα μετά τήν ἀκολουθία πήγαινε στούς ἀμπελῶνες κι ἐργαζόταν. Κλάδευε, βλαστολογοῦσε, ξετσίμπλαζε, στερέωνε τά κλήματα πού ἔπεσαν, ἔσκαβε ... «Τό ἀμπέλι σέ θέλει εἰκοσιτέσσερις ὧρες τό εἰκοσιτετράωρο μέσα», ἔλεγε ὁ ἐπικεφαλής μοναχός.
Μιά μέρα ἦρθε ἀπό τό μοναστήρι ἡ εἴδηση «ὁ δόκιμος Γεώργιος νά γυρίσει γιά νά γίνει ἡ κουρά του». ῾Η κακοκαιρία τόν ἐμπόδισε νά φτάσει στό μοναστήρι του τήν ἴδια μέρα, γι᾽ αὐτό παρέμεινε στή Μονή τοῦ Αγίου Παντελεήμονος (Ρωσικό), ὅπου φιλοξενήθηκε ἐκεῖνο τό βράδυ καί τό πρωί τῆς ἄλλης ἡμέρας θά συνέχιζε τό ταξίδι του γιά τό μοναστήρι τοῦ Προδρόμου, διότι τήν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ θά γινόταν ἡ κουρά του. Στήν τράπεζα οἱ πατέρες εἶχαν κι ἐλιές ἀπό τίς ὁποῖες ὁ δόκιμος ἔφαγε τρείς, ξεχνῶντας ὅτι τό τυπικό τῆς Μονῆς Διονυσίου προβλέπει τριήμερη ἀσιτία πρίν τήν κουρά. ῞Οταν πῆγε στό μοναστήρι κι ἐξομολογήθηκε στό Γέροντα καί Πνευματικό τῆς Μονῆς π. Δοσίθεο ὅτι ἔφαγε ἐλιές ἐκεῖνος ἀνέβαλε γιά ἀργότερα τήν κουρά του. Γιά ναά παρακολουθήσουν τήν κουρά του καί νά τόν εὐχηθοῦν, εἶχαν ἔλθει πολλοί πατέρες ἀπό τά μοναστήρια, τίς σκήτες καί τήν ἔρημο, οἱ ὁποίοι καταστενοχωρήθηκαν, ὅταν ἔμαθαν τό λόγο γιά τόν ὁποῖο ἀναβάλλεται. ᾽Ανάμεσα σ᾽ αὐτούς ἦταν καί ὁ φημισμένος γερο-᾽Ισαάκ ὁ ῾Ησυχαστής.
Πράγματι μετά ἀπό λίγες ἡμέρες ἔγινε μεγαλόσχημος μοναχός ἀπό τόν ἡγούμενο παπα-Δοσίθεο καί πῆρε τό ὄνομα Γαβριήλ μέ τό ὁποῖο εἶναι γνωστός. Τό βράδυ πρίν ἀπό τήν κουρά του ἔπρεπε νά ξενυχτήσει γιά νά προσευχηθεῖ. ᾽Ανάμεσα σ᾽ αὐτούς πού ἦρθαν γιά τήν κουρά ἦταν καί ὁ ὀνομαστός παπα-᾽Ιγνάτιος ὁ πνευματικός, ἀπό τήν ῾Αγία ῎Αννα. Πλησίασε τό δόκιμο καί τοῦ λέγει: -«πού θά περάσεις τή νύχτα;» -«Στό παρεκκλήσι τοῦ Χρυσοστόμου» ἦταν ἡ ἀπάντηση. -«Θά ξενυχτήσω κι ἐγώ μαζί σου» τοῦ λέγει. Πράγματι ὅταν οἱ ἄλλοι ἀποσύρθηκαν στά κελλιά τους αὐτοί πῆγαν στό παρεκκλήσι τοῦ Χρυσοστόμου καί ὁ παπα-᾽Ιγνάτιος τοῦ εἶπε νά διαβάσει τούς Χαιρετισμούς τοῦ ῾Αγίου. ῞Οταν τούς τελείωσε εἶδε νά λούζει ἄκτιστο φῶς, ἔνδειξη τῆς ἁγίας βιοτῆς του, τόν παπα-᾽Ιγνάτιο. Τότε ὁ δόκιμος ἔπεσε καί ἔκανε ἐδαφιαία μετάνοια στόν παπα-᾽Ιγνάτιο.
Τήν ἄλλη ἡμέρα μέσα σέ μιά εὐφρόσυνη ἀτμόσφαιρα ἔγινε ἡ κουρά καί ὁ νέος μεγαλόσχημος μοναχός ὀνομάσθηκε Γαβριήλ. ῾Ο Γαβριήλ πιστός στίς ὑποχρεώσεις του ἔδειξε τώρα μεγαλύτερο ζήλο στά πνευματικά καί ἐπεδόθηκε σέ μεγαλύτερούς πνευματικούς ἀγῶνες. ῾Ο ἡγούμενος βλέποντας τήν εὐφυία, τήν ὡριμότητα, τά χαρίσματα καί τόν ἐνάρετο βίο του τοῦ ἀνέθετε δύσκολες ἀποστολές ὄχι μόνο μέσα στό Περιβόλι τῆς Παναγίας ἀλλά καί ἔξω στόν κόσμο. ῞Ολες τίς ὑποθέσεις τῆς Μονῆς, πού τοῦ ἀνατέθηκαν νά φέρει σέ πέρας, τίς προώθησε καί τίς τελείωσε μέ τά καλύτερα ἀποτελέσματα γι᾽ αὐτήν.
῞Οταν ἡ Μακεδονία ἀπελευθερώθηκε ἀπό τούς Τούρκους οἱ πατέρες ἔκριναν ἀπαραίτητο νά ἐπανακατοχυρωθούν τά ἐκτός τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους Μετόχια, μέ ἑλληνικούς τίτλους. ῾Η ῾Ιερά Κοινότητα τή δύσκολη αὐτή ὑπόθεση ἀνέθεσε στόν π. Γαβριήλ. ῞Οταν ἐπέστρεψε στόν ῎Αθωνα ὅλοι τόν ὑποδέχθηκαν μέ χαρά, διότι κατάφερε παρά τίς μεγάλες δυσκολίες νά λύσει κι αὐτό τό πρόβλημα πού ἀπασχολοῦσε τή μοναχική πολιτεία.
Τό 1916 -17 βρισκόταν στό ᾽Ορφάνι τοῦ Παγγαίου, ὅπου ἡ Μονή εἶχε Μετόχι. Στήν περιοχή ἐκείνη στάθμευε τότε μία μεραρχία στρατοῦ. Μιά ὁμάδα ἀξιωματικῶν, μυημένοι στόν πνευματισμό, συνήθιζαν νά συγκεντρώνονται τά βράδια γύρω ἀπό ἕνα τραπέζι, καί, μέ τή μεσολάβηση ἑνός στρατιώτη-μέντιουμ, καλοῦσαν τά πνεύματα τοῦ βασιλέως Γεωργίου, τοῦ Τρικούπη καί ἄλλων διασήμων νεκρῶν. ῞Οταν τό τραπεζάκι ἐκινεῖτο (σημεῖο ὅτι ἄρχισε ἡ ἐπικοινωνία μέ τό «πνεῦμα»!) ἔκαναν ἐρωτήσεις καί ἐκ μέρους τοῦ «πνεύματος» ἀπαντούσε ὁ στρατιώτης-μέντιουμ. ῎Ετυχε ἕνα βράδυ σέ μιά τέτοια σύναξη, νά παρευρίσκεται καί ὁ π. Γαβριήλ. Κατάλαβε, ὅτι ἡ ὅλη προσπάθεια ἦταν ἐπίκληση δαιμόνων. ῞Οταν ἔφυγαν, βρῆκε τήν εὐκαιρία νά κολλήσει κάτω ἀπό τό τραπέζι δύο κεριά σέ σχῆμα Σταυροῦ. ῞Οταν ξαναπῆγαν καί προσπάθησαν νά ἐπαναλάβουν τήν ἐπίκληση τῶν «πνευμάτων», δοκίμασαν ὀδυνηρή ἔκπληξη. ᾽Ενώ «καλοῦσαν» ὥρα πολλή, τό τραπεζάκι δέν ἐκινεῖτο ἀπό τή θέση του καί τό «πνεῦμα» δέν ἔκανε τήν ἐμφάνισή του. ῎Αρχισαν νά ἐρευνοῦν, μήπως κάποιος κάρφωσε τό τραπέζι στό πάτωμα! Καί ἐρευνῶντας, ἀνακάλυψαν τό Σταυρό ἀπό κερί κάτω ἀπό τό τραπέζι.
- «Τό ἔκαμα, γιά νά πεισθεῖτε ὅτι στήν πράξη σας κρύβεται δαιμονική ενέργεια» τούς εἶπε ὁ π. Γαβριήλ.
Δέν τό παραδέχθηκαν. Καί ἄρχισαν νά ἀραδιάζουν διάφορες πνευματιστικές θεωρίες, ὅτι τάχα τό κερί σάν οὐσία εἶναι «δέκτης καλός» καί συγκεντρώ¬νει τό ... ρεῦμα τῆς ἐπικοινωνίας κλπ.
-Καλά, τούς εἶπε τότε ὁ π. Γαβριήλ. ᾽Αφού φταίει τό κερί, ἀφαιρέσατέ το. ᾽Αλλά νά μοῦ ἐπιτρέψετε νά κάμω κάτι ἄλλο. ᾽Αφού ἄναψε ἕνα κερί, σχημάτισε μέ τόν καπνό ἕνα Σταυρό κάτω ἀπό τό τραπέζι. Μετά τούς εἶπε, νά κάμουν τίς ἐπικλήσεις τους. ῎Αρχισαν αὐτοί καί πάλι νά καλοῦν τά δαιμόνια. ᾽Αλλά τό τραπεζάκι πάλι ἔμενε ἀκίνητο. Δέν γινόταν τίποτε. ᾽Αναγκάσθηκαν τότε νά παραδεχθοῦν, ὅτι δέν εἶχαν νά κάμουν μέ ἐπικοινωνία πνευμάτων νεκρῶν ἀνθρώπων, ἀλλά μέ τό διάβολο!
῾Η σύλληψή του ἀπό τούς Βουλγάρους
Τόν ᾽Ιούνιο τοῦ 1917 εὐρισκόμενος σέ ἀποστολή σέ μετόχι τῆς Μονῆς ἀνέβηκε στό Μοναστήρι τῆς Εἰκοσιφοίνισσας μέ ἄλλους τρείς ῾Αγιορείτες γιά νά προσκυνήσουν. Μιά μέρα κατέφθασαν στό μοναστήρι Βούλγαροι Κομιτατζίδες καί τούς συνέλλαβαν μαζί μέ τούς πατέρες τῆς Μονῆς. ῎Ας ἀφήσουμε τό Γερο-Γαβριήλ νά μᾶς περιγράψει τήν ὁμηρία του (᾽Αναμνήσεις καί Νοσταλγίαι, Θεσ/νίκη 1958, σελ. 38). «Μᾶς ἔδειξαν τήν πόρτα τῆς Μονῆς γιά νά ἐξέλθωμεν ἔχοντας ὁ καθένας ἀπό 1-2 κουβέρτες γιά τό ταξίδι καί τίποτε ἄλλο. Δυό μέρες πεζοπορία χωρίς ψωμί, καί δή μέ γέροντας 80 ἐτῶν, καί φορτωμένοι τά ὁλίγα ἔπιπλα μας κατά τό τέλος τοῦ ᾽Ιουνίου εἰς τό καῦμα καί τή σκόνη τοῦ βάλτου. Παρ᾽ ὅλα αὐτά εἴμεθα εὐχαριστημένοι, διότι παρά πάσαν ἐλπίδα φθάσαμεν ζωντανοί εἰς τήν Δράμαν. ᾽Εκεί πρός τό βράδυ στήν αὐλή τοῦ Γυμνασίου βρήκαμε ἄλλους διακόσιους περίπου Κληρικούς καί μοναχούς. ... Τήν ἐπομένην κατά φάλαγγα ὡδηγηθήκαμε εἰς τόν σταθμόν, ἀπ᾽ ὅπου εἰς ἀνοικτά βαγόνια, αὐτά πού φορτώνουν πετροκάρβουνα, ξεκινήσαμε γιά τό θλιβερό ταξείδι τῆς ὁμηρίας, μακράν τῆς πατρίδος, πρός τήν ἄξενο γῆ τῆς Βουλγαρίας. Ξεκινήσαμε μέ τήν ψυχή βαρειά γιά τήν ἐγκατάλειψη τῆς φιλτάτης γῆς, ἀλλά καί μέ ἀτσαλωμένη τήν ἀπόφασιν νά μή ὑποκύψωμεν εἰς τίς Βουλγαρικές κολακείες καί ἀπειλές, ἀλλά νά ζήσωμε καί νά πεθάνωμε ἀξιοπρεπώς σάν ῞Ελληνες». Δυό χρόνια ἔμεινε ὅμηρος στά χέρια τῶν Βουλγάρων ὑπομένοντας καρτερικά τά βασανιστήρια πού τούς ὑπέβαλλαν.
῞Οταν οἱ ῞Ελληνες ἐλευθέρωσαν τά αἱματοβαμένα χώματα τῆς Μακεδονίας οἱ Βούλγαροι τούς ἄφησαν ἐλεύθερους, κι ὁ π. Γαβριήλ ἐπέστρεψε στό ἀγαπημένο του μοναστήρι.
᾽Εκλέγεται ἡγούμενος τῆς ῾Ιερᾶς Μονῆς Διονυσίου
῞Οταν κοιμήθηκε ὁ ἡγούμενος Δοσίθεος ὅλοι οἱ πατέρες τῆς Μονῆς τοῦ Διονυσίου ἀποφάσισαν νά ἀναθέσουν τήν ἡγουμενία στόν Μεσενικολίτη Μοναχό Γαβριήλ. ῎Ετσι στίς 21 ᾽Ιουνίου τοῦ 1936 χειροτονεῖται Διάκονος καί τήν ἄλλη ἡμέρα Πρεσβύτερος καί στή συνέχεια ἔγινε μέσα σέ ἀτμόσφαιρα κατανύξεως καί ἐνθουσιασμοῦ ἡ ἐνθρόνισή του. Στό πρόσωπό του βρῆκαν ἐφαρμογή τά λόγια τοῦ Κυρίου μας: «τό φῶς ἐπί τήν λυχνίαν».
᾽Από τό νέο του μετερίζει φρόντισε γιά τά προβλήματα ὄχι μόνο τῆς Μονῆς ἀλλά ὅλης τῆς ῾Αγιορείτικης Πολιτείας. ῾Η ῾Ιερά Κοινότητα καί πάλι αὐτόν ἔστελνε στόν «κόσμο» γιά νά ἐπιλύσει τά προβλήματα τῆς Μονῆς, γι᾽ αὐτό καί τόν ὀνόμασαν «῾Υπουργό ᾽Εξωτερικῶν τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους».
῾Η φήμη του ὡς ἁγίου κληρικοῦ γρήγορα ἀπλώθηκε σέ ὅλη τήν περιοχή. Πολλοί ἦταν ἐκείνοι πού κατέφυγαν σ᾽ αὐτόν γιά νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό τό βάρος τῆς ἁμαρτίας ἤ νά τούς δώσει τρόφημα καί ὅτι ἄλλο εἶχαν ἀνάγκη. Συμβούλεψε τούς πατέρες πού διακονοῦσαν στά μετόχια τῆς Μονῆς νά ἀπαλύνουν τόν πόνο τῶν κατοίκων τῶν γύρω περιοχῶν μέ ὅποιο τρόπο μποροῦσαν. Οἱ πράξεις του αὐτές τόν ἔκαναν ἀξιαγάπητο. Αὐτό φαίνεται κι ἀπό τά παρακάτω. ᾽Επιστρέφοντας, ἀπό τή Θεσσαλονίκη, κατά τό 1945, μέσω τοῦ Χολομώντα, σταμάτησαν οἱ ἀντάρτες τό λεωφορεῖο. ῎Εβγαλαν ἔξω μερικούς, μαζί καί τόν ἴδιο, καί ὕστερα, ἀπό μία πρόχειρη ἀνάκριση τούς ἐκτελοῦσαν ἕναν -ἕναν. ῏Ηλθε καί ἡ σειρά τοῦ ἡγουμένου. ῞Ενας «εἰσαγγελέας», τοῦ ἀποδίδει τήν κατηγορία ὅτι ἦταν τύραννος τοῦ λαού. Καί ὁ γενναῖος Γέροντας, μέ ψυχραιμία, ἀπαντᾶ: - ῾Ο λαός ἐδώ εἶναι, γιά ρωτῆστε!»
Στρέφεται λοιπόν, πρός τούς παρόντες, ἔφερε καί ἄλλους ἀπό διάφορες γειτονικές περιοχές, καί, τούς ρωτᾶ: - Ξέρετε αὐτόν τόν καλόγηρο;
- Ναί, τόν ξέρουμε.
- ῏Ηταν καταπιεστής στά μετόχια;
- ῎Οχι, ἦταν πολύ καλός καί ἐλεήμων· φάγαμε ψωμί ἀπό κοντά του...
Σημειωτέον ὅτι, στή Χαλκιδική, ἡ ῾Ιερά Μονή Διονυσίου, εἶχε μεγάλα μετόχια καί ὁ Γέροντας, ἔθρεψε ὅλους τούς φτωχούς τῆς περιοχῆς. Τό θαῦμα ἔγινε. Στρέφεται, ἀπογοητευμένος καί ἀγριεμένος πρός τόν Γέροντα, καί τοῦ λέγει: -Τί νά σοῦ κάνω; ῎Εχεις μεγάλο ἅγιο προστάτη, εἰδ΄ ἄλλως, δέν γλύτωνες.
῾Ο π. Γαβριήλ συνέταξε τήν περίφημη ἐκείνη ἐπιστολή τήν ὁποία ἡ ῾Ιερά Κοινότητα ἔστειλε στό δικτάτορα τῆς Γερμανίας ᾽Αδόλφο Χίτλερ μέ τήν ὁποία ζητοῦσε νά ἀναλάβει ὑπό τήν προσωπική του προστασία τήν ῾Αγιορείτικη πολιτεία. Κατά θεία νεύση, ὁ σκληρός ἐκεῖνος δικτάτορας, συγκατένευσε καί ἔθεσε ὑπό τήν προστασία του τάν ᾽Αθωνική πολιτεία, εἰς τρόπον ὥστε, οἱ μοναχοί, ἀπερίσπαστοι ἐνδιέτριβαν σέ ἀδιάλειπτη προσευχή ὑπέρ τῆς πατρίδας μας ἀλλά καί τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου καί μάλιστα ὑπό τήν προστασία τοῦ Γερμανικοῦ στρατοῦ.
᾽Αλλά καί ἀπό τούς ἀντάρτες, μετά τόν πόλεμο τοῦ 1940-44, κατόρθωσε νά διαφυλάξει, μέ διπλωματικό ἐλιγμό, ἀπό ὁμαδική σφαγή πολλούς ἁγιορείτες, μεταξύ τῶν ὁποίων καί τόν ἴδιον.
῞Οταν μιλοῦσε γιά τά ἐθνικά θέματα πάντοτε ἔκλεγε. Προσεύχονταν πολύ γιά τήν πατρίδα μας καθῶς καί γιά τή μαρτυρική Κύπρο. ῞Οταν οἱ ῎Αγγλοι ἀπαγχόνισαν στήν Κύπρο τούς ἥρωες Καραολή καί Δημητρίου, ὁ π. Γαβριήλ μαζί μέ τούς ἄλλους ῾Αγιορεῖτες ἐπέστρεψε στή Βασίλισσα τῆς ᾽Αγγλίας τό παράσημο πού τοῦ εἶχε ἀπονήμει, ἐπειδή κατά τήν κατοχή ἔκρυψε καί διέσωσε πολλούς ῎Αγγλους στρατιῶτες βοηθῶντας τους νά φτάσουν στήν Αἴγυπτο.
῾Ο μακαριστός γέροντας ἔλεγε μέ δάκρυα στά μάτια: «ἄν αγαποῦσα τό Χριστό, ὅσο ἀγαπῶ τήν ῾Ελλάδα, θά ἔμπαινα μέ τά τσαρούχια στόν Παράδεισο».
῾Η φήμη του ὡς καλοῦ πνευματικοῦ ἔφτασε καί στό Πατριαρχεῖο. ῾Ο τότε Πατριάρχης ᾽Αθηναγόρας τόν κάλεσε στή Βασιλεύουσα γιά νά ἐξομολογηθεῖ ὁ ἴδιος καθῶς καί οἱ χριστιανοί τῆς Πόλης. Στήν Πόλη τόν περίμενε μία εὐχάριστη ἔκπληξη. Σέ μία ἐκκλησία πού τόν πῆγαν γιά νά ἐξομολογήσει παρουσιάσθηκαν «Τούρκοι» καί τοῦ εἶπαν στά Ποντιακά ὅτι εἶναι βαπτισμένοι ᾽Ορθόδοξοι καί ὅτι θέλουν νά ἐξομολογηθοῦν καί νά Κοινωνίσουν. Αφοῦ τούς ἐξομολόγησε, τούς ἔκανε Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία γιά νά τούς Κοινωνήσει, τούς συμβούλεψε νά μένουν πιστοί στήν πίστη μας καί τέλος διάβασε ἐξόδιο ἀκολουθία ἔχοντας μπροστά του ἕνα τσουβαλάκι χῶμα πού εἶχαν φέρει ἀπό τό χωριό τους καί μνημόνευσε τά ὀνόματα ὅλων τῶν κεκοιμημένων τους. Στό τέλος τόν παρακάλεσαν νά βαπτίσει τά παιδιά τους. Τήν ἄλλη ἡμέρα τούς ἔκανε τήν ἀναστάσιμη ἀκολουθία κι ἀφού τούς ἔδωσε Θεία Κοινωνία γιά νά μεταλάβουν ὅσοι συγχωριανοί τους δέ μπόρεσαν νά ἔλθουν, ἀνεχώρησαν γιά τόν τόπο κατοικίας τους.
Τό παρακάτω περιστατικό δείχνει τό κῦρος του μέσα στήν ἐκκλησία καί τήν κοινωνία. ᾽Επί τῶν ἡμερῶν τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Θεσσαλιώτιδος κυρού Κωνσταντίνου ὑπῆρξε διαμάχη μεταξύ τῆς Κοινότητος Μεσενικόλα καί τῆς Μονῆς Κορώνης γιά τά σύνορα τοῦ δάσους. ῾Η ὑπόθεση θά λυνόταν δικαστικά μέ ἀποτέλεσμα νά ξοδευτοῦν κι ἀπό τίς δύο πλευρές τεράστια χρηματικά ποσά. ῾Ο εὐφυής ῾Ιεράρχης κάλεσε στήν Καρδίτσα τό Γέροντα-Γαβριήλ καί τόν ἐνημέρωσε γιά τή διαμάχη. -«Γέροντα, θέλω νά μοῦ δείξεις ἐσύ τά ὅρια τοῦ δάσους». Πράγματι τάν ἄλλη μέρα τόν πῆρε μέ τό αὐτοκίνητό του καί πῆγαν στήν Κορώνα ὅπου προσκύνησαν καί μετά πῆραν τόν ἀμαξωτό πού συνδέει τό Μοναστήρι μέ τή γενέτηρα τοῦ Γέροντα. Σέ κάποια στροφή τοῦ δρόμου ὁ ἡγούμενος λέγει στόν ὁδηγό νά σταματήσει, ὅταν κατέβηκαν ἀπό τό αὐτοκίνητο ὁ π. Γαβριήλ λέγει: -«᾽Εδώ εἶναι τά σύνορα Σεβασμιώτατε». ῾Ο μακαριστός Κωνσταντῖνος τοῦ ἀπαντᾶ: -«ὅπως λέγεις ἐσύ Γέροντα». Τά ὅρια αὐτά τά δέχτηκε χωρίς τήν παραμικρή ἀντίρρηση καί τό Κοινοτικό Συμβούλιο τοῦ Μεσενικόλα κι ἔτσι λύθηκε εἰρηνικά μία διαμάχη.
Σά λειτουργός ἦταν μοναδικός. ᾽Εντυπωσίαζε μέ τόν κατανυκτικό του λόγο. Λένε πολλοί ὅτι δέν θά μποροῦσες νά καταλάβεις τήν οὐσία καί τό «πνεῦμα» του ῾Αγίου ῞Ορους, ἄν δέν ἄκουγες τόν π. Γαβριήλ νά ἀπαγγέλει τόν «ἑξάψαλμο» στήν ἀρχή τοῦ ῎Ορθρου, μέσα στό ἱλαρό φῶς τῶν καντηλιῶν. Φωνή κατανυκτική, γεμάτη ἱλαρότητα καί μετάνοια, ἔκφραση ὅλου τοῦ πνεύματος τοῦ ἁγιορείτου μοναχοῦ, ὁ ὁποῖος ζεῖ τήν ἑνδεκάτη ὥρα καί εἶναι νοσταλγός τῆς δωδεκάτης ὥρας καί ἀγωνίζεται στήν πνευματική του ζωή μέ τήν προοπτική τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ, ὁπότε ζητᾶ τό ἔλεος καί τήν συγχωρητικότητα τοῦ δικαιοκρίτου Χριστοῦ.
῞Οταν τόν προσκαλοῦσαν νά προεξάρχει τῶν ῾Αγιορειτικῶν πανηγύρεων, κατά γενική ὁμολογία, ἦταν μεγαλοπρεπής. Μέχρι καί τῆς ἡλικίας τῶν 90 ἐτῶν, παρέμενε σέ ὅλη, σχεδόν, τή διάρκεια τῆς πολυώρου (12-14 ὧρες) ἀγρυπνίας, ὄρθιος καί ἀκλόνητος στόν ἡγουμενικό σύνθρονο.
῾Ο Γέροντας Γαβριήλ δέν περιοριζόταν μόνο στά καθήκοντα τοῦ ἡγουμένου, ἀλλά ἀσχολοῦνταν μέ πολλές χειρωνακτικές ἐργασίες. Οἱ πατέρες τῆς Μονῆς λέγουν ὅτι ἡ ἐργασία του στόν κῆπο τῆς μονῆς ἦταν μόνιμη. Μετά τή θεία Λειτουργία πήγαινε στούς κήπους ὅπου ἀκούραστος ἔσκαβε, φύτευε, βοτάνιζε, ἤ πότιζε. ῞Οταν τελείωνε αὐτή ἡ ἐργασία πήγαινε στό μετόχι τοῦ ἁγίου ᾽Ονουφρίου, περισσότερο ἀπό μία ὥρα ἀπόσταση καί σέ ὕψος 600 μέτρων, ἀνεβαίνοντας ἀπό ἕνα ἐλικοειδές λιθόστρωτο... Κι ἐκεί ἐπιμελοῦνταν τούς κήπους, φύτευε κρεμμύδια, πατάτες, ντομάτες, κλάδευε τά ὀπωροφόρα δέντρα, πολλά ἀπό τά ὁποία ὁ ἴδιος εἶχε φυτέψει, καί μάζευε τούς καρπούς τους.
Τό ἀνύστακτο ἐνδιαφέρον του γιά τήν διαφύλαξη τῆς ᾽Ορθόδοξης πίστης μας ἦταν μεγάλο. Λυπόταν κάθε φορά πού μάθαινε ὅτι γίνονται συνομιλίες μέ τούς διαφόρους σχησματικούς καί αἰρετικούς. Σέ ἐρώτηση γιά τό θέμα αὐτό σέ δημοσιογράφο τῆς ἐφημερίδας «῾Ελληνικός Βορράς (6 Φεβρουαρίου 1964) ἀπάντησε: «Τί νά συζητήσωμεν μέ τούς Καθολικούς; ῎Αν εἶναι ἐν τάξει ἡ προσθήκη τους εἰς τό Σύμβολον τῆς Πίστεως, τό ὁποῖον τηροῦμεν ἡμεῖς ἀναλλοίωτον χάριτι Χριστοῦ,... ἤ ἐπί τῆς μωρολογίας τοῦ ἀλάθητου τοῦ Πάπα, τό ὁποῖον οὐδέ χωρεῖ εἰς τόν νοῦν τοῦ κοινοῦ ἀνθρώπου...; Δέν κατεχόμεθα ἀπό μισαλλοδοξίαν, ὡς θέλουν νά μᾶς χαρακτηρίζουν οἱ ἐπιπόλαιοι φιλενωτικοί, προμαχοῦμεν τῆς πίστεως τῶν Πατέρων μας καί κατά καθῆκον πνευματικόν φέρομεν εἰς γνώσιν τοῦ χριστεπωνύμου ᾽Ορθοδόξου πληρώματος τά ἀνωτέρω, ἵνα προφυλάξωμεν αὐτό ἀπό τάς σατανικάς παγίδας τοῦ Οὐνιτισμοῦ».

Το συγγραφικό του έργο
῞Οπως προαναφέραμε τά γράμματα πού ἔμαθε ὁ Γέροντας ἦταν ἐλάχιστα, ἄν καί τά ἀγαποῦσε. ῞Οταν τόν ρωτοῦσαν πού σπούδασε, ἀπαντοῦσε: «Στό πανεπιστήμιο τῆς ἐρήμου». ῏Ηταν ἕνας αὐτοδίδακτος ἁγιορείτης, τόν ὁποῖο θαύμαζαν ὅσοι συζητοῦσαν μαζί του. ᾽Εκτός ἀπό τά ἄρθρα πού δημοσίευσε σέ διάφορα περιοδικά, ἔγραψε καί ἀρκετά βιβλία, μάλιστα τό ἔργο του «᾽Αναμνήσεις καί Νοσταλγίαι» πῆρε τό Α´ βραβεῖο διαγωνισμοῦ τοῦ ῾Υπουργείου Προεδρείας Κυβερνήσεως.
Τά κυριότερα ἔργα του πού ἐκδόθηκαν εἶναι: «῾Ο νέος Εὐεργετινός», «῾Ο Μοναχισμός κατά τούς Πατέρες», «Λαυσαϊκόν τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους», «῾Ο πνευματικός-εξομολόγος», «Σύγχρονα Μαρτυρολόγια», «῾Η ἐν ῾Αγίῳ ῎Ορει ῾Ι. Μονή τοῦ ῾Αγίου Δινυσίου» καί πολλά ἄλλα.
Σέ μιά ἐπίσκεψή μας στή Μονή ἐνώ ἐξηγοῦσε τίς παραστάσεις ἀπό τήν ᾽Αποκάλυψη πού ὑπάρχουν ἔξω ἀπό τήν τράπεζα τόν ρώτησα -«Γιατί, Γέροντα, δέν τά ἐκδίδετε σέ βιβλίο ὅσα μᾶς λέτε;» ῾Η ἀπάντηση τοῦ π. Γαβριήλ ἦταν «῎Εστειλα τά χειρόγραφα σέ ἐκδοτικό οἶκο ἀλλά δέν ἀναλαμβάνουν νά τά ἐκδόσουν διότι τό θέμα αὐτό δέν ἔχει ἐμπορική ἀξία». Τήν ἐποχή ἐκείνη δέν ἀπασχολοῦσε τούς πιστούς πότε θά γίνει ἡ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου, ἡ ἐμφάνιση καί τό χάραγμα τοῦ ᾽Αντιχρίστου, οἱ ταυτότητες καί δέν εἶχε γίνει ἀκόμα ἡ ἔκριξη τοῦ Τσέρνομπιλ. Δέν γνωρίζουμε ἄν βρέθηκαν στό κελλί του τά χειρόγραφά του.
῾Η κοίμησή του
Γιά τελευταία φορά συνάντησα τό Γέροντα ἐρχόμενος ἀπό τήν ῾Αγίου Παύλου στή Διονυσίου. Τήν ἡμέρα ἐκείνη ἡ Μονή Διονυσίου πανυγύριζε τό Γενέθλιο του Προδρόμου. Μόλις μπῆκα στή μονή κατευθύνθηκα στό νοσοκομεῖο ὅπου ἦταν ὁ γέροντας. ῾Ο παπα-Γαβριήλ ἦταν στό νοσοκομεῖο διότι εἶχε κτυπήσει στά πόδια του καί δέν μποροῦσε νά περπατήσει. ῾Ο μοναχός Καλλίνικος πού τόν φρόντιζε, ὅταν τοῦ εἶπα ὅτι εἶμαι συγχωριανός τοῦ γέροντα μέ ὁδήγησε στό δωμάτιο πού τόν εἶχαν. Δάκρυα στά μάτια κύλησαν ὅταν τοῦ ὑπενθύμησα ποιός εἶμαι. Κάθησε, παιδί μου, μοῦ λέγει κι ἄρχισε νά μέ ρωτᾶ γιά τούς δικούς μου καί γιά τό Μεσενικόλα. Πάνω ἀπό τό κρεβάτι του, γιά νά συμμετέχει στίς ἀκολουθίες εἶχαν ἕνα θυροτηλέφωνο ἀπό τό ὁποῖο ἄκουγε τίς ἀκολουθίες ποί γινόταν στό καθολικό. ῎Αν καί ἡ ὥρα ἦταν περασμένη δέν εἶχε τελειώσει ἡ Θεία Λειτουργία τήν ὁποία τελοῦσε ὁ τότε Μητροπολίτης Δημητριάδος καί μετέπειτα ᾽Αρχιεπίσκοπος ᾽Αθηνῶν μακαριστός Χριστόδουλος. ῞Οταν πλησίαζε νά τελειώσει ἡ Θεία Λειτουργία μοῦ λέγει: -«Πήγαινε τώρα στήν τράπεζα καί προσπάθησε νά μπεῖς μέ τούς πρώτους, ὅσα θά δεῖς καί θά ἀκούσεις δέν θά τά ξεχάσεις ποτέ». Πράγματι ἄν καί πέρασαν τόσα χρόνια θυμάμαι ὅλα ὅσα εἶπε ὁ μακαριστός Χριστόδουλος καί ὁ ῾Ηγούμενος τῆς Μονῆς. ῞Οταν τελείωσε ἡ τράπεζα κατέβηκα καί πάλι στό νοσοκομεῖο τίς νουθεσίες του διαδέχονταν οἱ ἀναμνήσεις. Κράτησε ὥρα πολύ αὐτή ἡ συνάντηση. ῞Οταν κατάλαβα ὅτι ἦταν κουρασμένος πήρα τήν εὐχή του καί πῆγα στό κελλί γιά νά ξεκουραστῶ.
Τήν ἄλλη μέρα πήγα νά τόν ἀποχαιρετίσω καί νά πάρω τήν εὐχή του. Μαζί μέ τήν εὐχή του μ᾽ ἔδωσε καί δύο βιβλία του. Φεύγοντας μού εἶπε: «Καλή ἀντάμωση στήν ἄλλη ζωή».
῾Ο μακαριστός ἡγούμενος τῆς μονῆς τοῦ ῾Οσίου Διονυσίου Γαβριήλ, «ἡ συνείδηση τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους», ὅπως τόν ὀνόμασαν, κοιμήθηκε στίς 24 ᾽Οκτωβρίου 1983. ῾Εκατοντάδες μοναχοί ἀπό τίς Μονές, τίς Σκῆτες, τήν ἔρημο καί τόν κόσμο ἦλθαν γιά νά προπέμψουν στήν αἰωνιότητα τή μεγαλύτερη μορφή τοῦ ῎Αθωνα, πού γιά 70 χρόνια ἦταν ὁ στυλοβάτης της καί νά πάρουν τήν εὐχή του. ᾽Εμείς κάθε φορά πού ἐπισκεπτόμεθα γιά προσκυνηματικούς λόγους τή Μονή Διονυσίου πηγαίνουμε στό κοιμητήριο τῆς Μονῆς καί ζητοῦμε τήν εὐχή του καί τίς προσευχές.
῎Ας εἶναι αἰωνία ἡ μνήμη τοῦ μακαριστοῦ Καθηγουμένου τῆς ῾Ιερᾶς Μονῆς Διονυσίου παπα-Γαβριήλ.


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ