τοῦ κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου

pHaritonὍσοι ἐπισκέπτονται τακτικά τό ῞Αγιον ῎Ορος, ἄν δέν τήν ἔχουν ἐπισκεφθεῖ, θά ἔχουν ἀκούσει γιά τήν περιοχή πού ὀνομάζεται Βίγλα. ῾Η περιοχή τῆς ἀνεμόεσσας Βίγλας βρίσκεται στό νότιο ἄκρο τῆς ᾽Αθωνικῆς χερσονήσου καί μοιάζει μέ ὀροπέδιο-μπαλκόνι πάνω ἀπό τή θάλασσα. Τήν περιοχή, ὅπως λέγει καί ἡ λέξη ἀνεμόεσσα, τή δέρνουν ἀλύπητα δυνατοί ἄνεμοι γι᾽ αὐτό οἱ καλύβες καί τά κελιά τῶν πατέρων πού μονάζουν στήν περιοχή εἶναι χτισμένα μέσα σέ «γούβες»-κοιλώματα τῆς γής γιά νά προστατεύονται ὅσο εἶναι δυνατόν ἀπό τούς σφοδρούς ἀνέμους.

   Στήν ἀφιλόξενη αὐτή περιοχή πρίν ἀπό πολλά χρόνια ἀσκήτεψε κι ἕνας συμπατριώτης μας, γνωστός ὡς ἱερομ. Χαρίτων Βιγλιώτης πού κατάγονταν ἀπό τό Μεγάλο Μέρτσι, τό σημερινό Μεγάλο Κεφαλόβρυσο.

῾Η γενέθλια γῆ

   ῾Ο π. Χαρίτων Παπαγεωργόπουλος ἤ Παπαδόπουλος γεννήθηκε στίς 14 Δεκεμβρίου 1836 στό Μεγάλο Μέρτσι, τό σημερινό Μεγ. Κεφαλόβρυσο, πού βρίσκεται 7 χιλ. βορειοδυτικά τῶν Τρικάλων. ῾Ο πατέρας του ἦταν ἱερέας καί διακρινόταν γιά τήν εὐλάβεια, τήν πίστη, τήν καλοσύνη, τά εὐγενικά αἰσθήματα καί τήν προσήλωσή του στά ἐφημεριακά καθήκοντά του. ῞Ολα αὐτά τόν ἔκαναν ἀξιοσέβαστο καί ἀγαπητό ἀνάμεσα στούς κατοίκους τοῦ χωριοῦ. ῾Ο μικρός Χαράλαμπος, αὐτό ἦταν τό κοσμικό του ὄνομα, μεγάλωσε καί ἀνδρώθηκε μέσα σ᾽ ἕνα οἰκογενειακό περιβάλλον πού μύριζε λιβάνι καί ἁγιότητα. ᾽Από μικρός βοηθοῦσε τόν πατέρα του ὄχι μόνον στἠν ἐκκλησία ἀλλά καί στίς ἄλλες ἐργασίες τοῦ σπιτιοῦ.

   Στήν αὐτοβιογραφία του γράφει τά ἑξῆς: «῾Ο πατέρας μου ἦταν ἱερέας καί εἶχε ἔργο πολύ βαρύ καί δύσκολο στά χρόνια της Τουρκοκρατίας καί μάλιστα λίγο μετά τήν ἐπανάσταση τοῦ 1821. Μέ ἔπαιρνε, ὅταν ἤμουν ἡλικίας δέκα ἔως δώδεκα χρονῶν, μαζί του νά τόν βοηθήσω νά κάνει τίς θεῖες λειτουργίες σέ χωριά μακριά ἀπό τό δικό μας, διότι δέν εἶχαν ἱερέα. Περνούσαμε τή νύχτα μέ φόβο καί τρόμο ἀπό τό νεκροταφεῖο ἑνός χωριοῦ πού ἦταν πολλοί Τούρκοι κάτοικοι.Στό κεφαλοχώρι αὐτό, ὅταν περνούσαμε ἀπό τό τούρκικο νεκροταφεῖο, βλέπω πάνω σέ κάθε τάφο νά κάθεται καί ἕνα σκυλί. ᾽Από τά σκυλιά αὐτά ἄλλο εἶχε γιά στρῶμα ἕνα ὡραῖο χαλί, ἄλλο κάθονταν πάνω σέ μαξιλαράκι, ἄλλο σέ ἕνα κουρέλι καί ἄλλο τελείως κάτω στό χῶμα καί τίς λάσπες, κι ὅλα ἔτρεμαν ἀπό τό κρύο.Βλέποντας αὐτά ἐγώ, καθόμουν καί χάζευα.  ᾽Εν τῷ μεταξύ ὁ πατέρας μου φεύγοντας νόμιζε πώς ἐγώ τόν ἀκολουθῶ κι ἔτσι εἶχε ἀρκετά ἀπομακρυνθεῖ. Σάν εἶδε πῶς δέν πήγαινα κοντά του, γύρισε καί μέ βρῆκε νά παρατηρῶ τούς τάφους.Στήν ἐρώτηση γιατί παρέμεινα ἐκεῖ, τοῦ διηγήθηκα αὐτά τά παράξενα καί περίεργα πράγματα πού συνέβαιναν στούς τάφους τῶν Τούρκων. ῾Ο πατέρας μου, ὁ οποῖος δέν ἔβλεπε τίποτε ἀπ᾽ αὐτά πού ἐγώ εἶδα, μοῦ ἐξήγησε πῶς ὅταν πεθαίνει ὁ ἄνθρωπος, τό σῶμα θάβεται στή γῆ, ἀλλά ἡ ψυχή πηγαίνει στό δίκαιο Κριτή νά δώσει λόγο γιά τίς πράξεις πού ἔκαμε στή ζωή μέ τό σῶμα ἐδῶ στή γῆ. Καί ἀνάλογα μέ τά ἔργα του ὁ καθένας θά πληρωθεῖ. Γι᾽ αὐτό τά σκυλιά πού βλέπεις νά κοιμοῦνται πάνω στούς τάφους εἶναι οἱ ψυχές τῶν Τούρκων πού εἶναι ἄπιστοι  γιατί δέν πίστεψαν στή μόνη πραγματική καί ἀληθινή θρησκεία τῶν Χριστιανῶν, ἀλλά ἐπειδή σ᾽ αὐτή τήν ψεύτικη θρησκεία πού διδάχθηκαν μένουν πιστοί, ὅπως πιστά μένουν τά σκυλιά στά ἀφεντικά τους, ἔτσι καί αὐτῶν ἡ ψυχή πῆρε τή μορφή σκύλου. Καί ἐπειδή μερικοί ἀπ᾽ αὐτούς στή ζωή τους μπορεῖ νά εἶχαν κάνει καλά ἔργα καί κοινωφελεῖς πράξεις, ὁ Θεός σάν δίκαιος πού εἶναι δίνει στήν ψυχή τους μέχρι τή Δευτέρα Παρουσία πού θά γίνει ἡ τέλεια κρίση καί ἀνταπόδοση σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἀπό τώρα μερική ἀπόλαυση. Γι᾽ αὐτό καί βλέπεις ἄλλα σκυλιά νά εἶναι πάνω σέ χαλιά, ἄλλα σέ ἀπλό πανί καί ἄλλα κάτω στή γῆ.

   ῞Οταν ἄκουσα αὐτά ἀπό τόν πατέρα μου, γεννήθηκε μέσα μου ἡ ἰδέα πῶς καί μέ ποιό τρόπο θά σώσω τήν ψυχή μου. ῎Ετσι μετά τά πρῶτα σχολικά γράμματα, σάν ἔγινα παλικάρι εἴκοσι χρόνων, ἔφυγα κρυφά ἀπό τούς γονεῖς μου καί πῆγα γιά λίγο στά βράχια τῶν Μετεώρων………».

   ῞Οταν δέν τόν χρειαζόταν ὁ πατέρας του στό ναό φύλαγε τά πρόβατα, τίς γελάδες καί τά βουβάλια πού εἶχαν. Παράλληλα μέ τίς ἄλλες του ἀσχολίες προσπαθοῦσε νά βρεῖ χρόνο γιά νά μάθει γράμματα. ῾Ο πατέρας του πάντα τοῦ ἔλεγε γιά τήν ἀξία τῶν γραμμάτων. «Πρέπει, παιδί μου, νά μάθεις νά διαβάζεις, ὄχι συλλαβιστά ἀλλά νά λυθεῖ ἡ γλώσσα σου, γιατί σά μεγαλώσεις θέλω νά μέ διαδεχθεῖς στά ἐφημεριακά μου καθήκοντα. Δέ φτάνει νά μάθεις νά διαβάζεις, χρειάζεται νά γίνεις καί ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ἄνθρωπος καλλιεργημένος ψυχικά, ἄνθρωπος γεμᾶτος ἀρετές καί ἁγιότητα. ῎Αν δέν κατορθώσεις νά ἀποκτήσεις αὐτά, ὅσα γράμματα κι ἄν μάθεις δέ θά εἶσαι ἄξιος γιά τήν ἱερωσύνη». Αὐτά τά ἔβαλε καλά στό μυαλό του καί προσπαθοῦσε νά τά κάνει πραγματικότητα. ῎Εκανε ἀγώνα γιά νά κόψει τά ἐλαττώματά του καί νά ἀποκτήσει ψυχοσωτήριες ἀρετές καί κυρίως τήν ὑψοποιό ταπείνωση.

   Μεγάλη θέληση ἔδειξε στό νά μάθει νά διαβάζει. Βιβλία του, ὅπως καί ὅλων τῶν παιδιῶν τά χρόνια αὐτά, ἦταν τό Μέγα ᾽Ωρολόγιο, τό Ψαλτήρι, ἡ ᾽Οκτώηχος καί τά ἱερά Συναξάρια. Τά ἱερά συναξάρια δέν τόν βοήθησαν μόνο νά μάθει νά διαβάζει ἀλλά καί νά ἀποκτήσει πρότυπα γιά τή ζωή του.

   Γιά νά τελειοποιήσει τίς γνώσεις του συνέχισε τίς σπουδές του στά Τρίκαλα, πού δέν ἦταν μακριά ἀπό τό χωριό του, μεταξύ τῶν ἐτῶν 1844-1852.

Μεταξύ οὐρανοῦ καί γῆς

   ῏Ηταν πιά ὤριμος, τό 1854, ὅταν μέ τήν εὐλογία τοῦ πατέρα του, τίς εὐχές τῆς μάνας του καί τή συγκατάθεση τῶν ἀδελφῶν του, ἄφησε τό πατρικό του σπίτι καί κατευθύνθηκε πρός τό πέτρινο δάσος τῶν Μετεώρων. ᾽Από τό χωριό του, ὅταν ἦταν καθαρή ἡ ἀτμόσφαιρα, διέκρινε τούς πανύψηλους βράχους τῶν Μετεώρων. ῎Αλλωστε δέν τοῦ ἦταν ἄγνωστη ἡ περιοχή. ᾽Εκεῖ πήγαινε τακτικά μέ τόν πατέρα του καί ἄλλους συγχωριανούς του. Στά Μετεωρίτικα μοναστήρια ὁ πατέρας του λειτουργοῦσε καί συνομιλοῦσε γιά πνευματικά καί ἐθνικά θέματα μέ τούς μοναχούς. Πόση χαρά ἔνιωθε ὅταν προσκυνοῦσε τά ἅγια λείψανα, ὁρισμένα εὐωδίαζαν, καί σάν ἔμπαινε στίς βιβλιοθῆκες τῶν μοναστηρῶν ἄνοιγε ἡ καρδιά του. Στόν εὐλογημένο αὐτό τόπο ἦλθε γιά νά ἀφιερωθεῖ στό Κύριο.

   ῏Ηταν ἀπόγευμα, ὅταν μετά ἀπό κοπιαστική πολύωρη πορεία ἔφτασε στό πέτρινο δάσος τῶν Μετεώρων καί κατευθύνθηκε στό μοναστήρι, μάλλον τοῦ ῾Αγίου Στεφάνου, πού τότε ἦταν ἀνδρικό. Οἱ μοναχοί τόν βοήθησαν νά μπεῖ στή μονή, ὅπου εἶχε πάει πολλές φορές μέ τόν πατέρα του. Κάτι τό διαφορετικό ἔνιωσε τή φορά αὐτή.   ῾Ο Γέροντας τῆς Μονῆς καί οἱ πατέρες τόν δέχτηκαν μέ χαρά κι ἀφοῦ ξεκουράστηκε γιά λίγο ὅλοι κατευθύνθηκαν στό Κυριακό γιά τόν ῾Εσπερινό καί τό ᾽Απόδειπνο. Στήν ἀκολουθία τόν ἔβαλαν νά διαβάσει καί νά ψάλλει. Σύντομα ἐξοικειώθηκε μέ τό περιβάλλον καί ἀπέκτησε τήν ἀγάπη τῆς ἀδελφότητας.

   Στά Μετέωρα διακρίθηκε διά τήν ταπείνωσή του, τήν εὐθύτητα τοῦ χαρακτήρα του καί τήν ἀγάπη του ὄχι μόνον γιά τίς ἀκολουθίες ἀλλά καί γιά τή μελέτη. ῾Η βιβλιοθήκη τοῦ μοναστηριοῦ εἶχε πολλά χειρόγραφα μέ λόγους τῶν Πατέρων τῆς ᾽Εκκλησίας στά ὁποία κατέφευγε γιά νά συλλέξει σάν ἄλλη φίλεργος μέλισσα τό πνευματικό νέκταρ, τή σοφία τῶν Πατέρων. ῾Ο βιογράφος του σημειώνει: «Νωρίς βυθίσθηκε στα καθάρια νερά των πλούσιων μοναστηριακῶν βιβλιοθηκῶν, λαμβάνοντας παραδείγματα και σοφά διδάγματα. ᾽Αντέγραφε χωρίς νά κουράζεται λόγους χάριτος».

   Οἱ πατέρες βλέποντας τήν πνευματική του πρόοδο ἀποφάσισαν νά τόν κάνουν μοναχό. Αὐτός ὅμως δέν ἔβλεπε τόν ἑαυτό του ἄξιο γιά μιά τέτοια μεγάλη τιμή γι᾽ αὐτό ἀρνοῦνταν νά γίνει ἡ κουρά του. ῞Οταν οἱ πιέσεις ἔγιναν πολλές ἀναγκάστηκε νά φύγει κρυφά πρός ἄγνωστη κατεύθυνση.

Στό περιβόλι τῆς Παναγίας

   ῾Η μεγάλη ἀγάπη του γιά τό διάβασμα τόν ἔκανε, μέ πόνο ψυχῆς, νά ἀφήσει τό μοναστήρι πού τόσο ἀγάπησε καί βοηθήθηκε πνευματικά καί νά πάει μετά ἀπό κοπιαστικό ταξίδι στό Περιβόλι τῆς Παναγίας, τό ῞Αγιον ῎Ορος, τό 1857. ᾽Εκεῖ μετά άπό νέα δοκιμασία ἕνα ἀπόγευμα, τήν ὥρα τοῦ ἑσπερινοῦ κάνοντας ὑπακοή στό γέροντα του «φόρεσε μέ χαρά ψυχῆς μεγάλη τό ράσο τοῦ δόκιμου». ᾽Αργότερα, τό 1862 μετά ἀπό τρίχρονη δοκιμασία, ἔγινε μικρόσχημος μοναχός καί πῆρε τό ὄνομα τοῦ μεγάλου ἁγίου τῆς ᾽Εκκλησίας μας ὁσίου Χαρίτωνος.

   ᾽Εδῶ ἀγωνίστηκε πολύ γιά τήν κάθαρση τοῦ ἑαυτοῦ του ἀπό τά πάθη, πού σάν ἄνθρωπος εἶχε, καί μέ τήν ἄγρυπνη προσοχή καί προσευχή τοῦ πνευματικοῦ του πατέρα ἀλλά καί τήν προσωπική του προσπάθεια κατάφερε νά γίνει δοχεῖο τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, πραγματικά χαριτωμένος ἄνθρωπος.

   Κι ἐδῶ ὁ π. Χαρίτων ἄν δέν ἦταν στό ναό θά τόν ἔβρισκες στή βιβλιοθήκη ἤ νά ξεκουράζεται μέ ἕνα βιβλίο στό χέρι. Στό μοναστήρι ἔκανε τίς πιό ταπεινές ἐργασίες, χωρίς ποτέ νά βαρυγκομήσει. Μάλιστα ἄν ἔβλεπε κάποιο γεροντάκι νά προσπαθεῖ νά κάνει κάτι πού ἦταν πάνω ἀπό τίς δυνάμεις του ἔτρεχε νά τό κάνει αὐτός. ῾Η ὅλη του στάση καί διαγωγή τόν ἔκαναν ἀξιαγάπητο καί ἀξιοσέβαστο σέ ὅλους τούς μοναχούς.

Στήν ῾Αγία Γῆ

   Μετά ἀπό ὀκτώ χρόνια παραμονῆς στήν ἁγιασμένη χερσόνησο τοῦ ῎Αθωνα μέ τίς εὐχές τῶν γεροντάδων του ἡ μεγάλη ἀγάπη του γιά τόν Κύριο καί ἡ δίψα γιά νά μελετήσει κι ἄλλα πατερικά συγγράμματα τόν ἔκαναν τό 1865 νά ἀφήσει τήν πνευματική του παλαίστρα, τό κελί καί τό μοναστήρι του, καί νά πάει στούς ῾Αγίους Τόπους, ἐκεῖ πού γεννήθηκε, ἔζησε καί σταυρώθηκε ὁ Χριστός καί Σωτῆρας μας.

   Μέ τήν εὐχή τῆς ἀδελφότητας καί μ᾽ ἕνα ντροβά στόν ὦμο ὅπου εἶχε τά προσωπικά του ἀντικείμενα, λίγα παξιμάδια καί ἐλιές κατέβηκε στόν ἀρσανά τοῦ μοναστηριοῦ ἀπ᾽ ὅπου μ᾽ ἕνα καράβι φορτωμένο ξυλεία ἀναχώρησε γιά τόν προορισμό του, τά ῾Ιεροσόλυμα καί τό Θεοβάδιστο ὄρος Σινᾶ.

   Τό καράβι τόν ἄφησε στό λιμάνι τῆς Χάϊφας κι ἀπό ἐκεῖ μετά ἀπό ἡμέρες ἔφτασε στόν προορισμό του, τά ῾Ιεροσόλυμα.

   ῎Αν καί ἦταν κατάκοπος κατευθύνθηκε στόν πανίερο ναό τῆς ᾽Αναστάσεως, ὅπου προσκύνησε τόν τάφο τοῦ Κυρίου καί τά ἄλλα ἱερά προσκυνήματα πού περιέχει. Σέ μιά γωνιά τοῦ ναοῦ πέρασε τή νύχτα προσευχόμενος. Τήν ἄλλη ἡμέρα ἐπειδή δέν τόν ἔκανε ἡ καρδιά του νά ἀπομακρυνθεῖ ζήτησε ἀπό τόν ὑπεύθυνο τοῦ ναοῦ νά παραμείνει ἐκεῖ. Μέ τήν ἄδειά του παρέμεινε γιά κάμποσο καιρό ἐργαζόμενος καί βοηθῶντας στίς δουλειές πού τοῦ ἀνέθεταν.

   ῞Οπως εἶναι φυσικό δέν παρέμεινε μόνο στά ῾Ιεροσόλυμα, ἀλλά πῆγε καί στά ἄλλα προσκυνήματα τῆς ῾Αγίας Γῆς, δηλαδή τή Βηθλεέμ, τόν Ιορδάνη ποταμό καί στά διάφορα μοναστήρια πού ὑπάρχουν ἐκεῖ. Τοῦ ἔκανε μεγάλη ἐντύπωση ἡ ἀγάπη καί ὁ σεβασμός πού ἔδειχναν ὅλοι οἱ πατέρες στό πρόσωπό του, ἀλλά καί ἡ προσκλησή τους νά παραμείνει κοντά τους.

Στό Θεοβάδιστο ὄρος

   ᾽Αφοῦ πέρασε ἀπό ὅλα τά ἱερά προσκυνήματα καί σά φίλεργη μέλισσα ἔδρεψε γλυκούς χυμούς ἀπό τήν ἐμπειρία τῶν ῾Αγιοταφιτῶν πατέρων κατευθύνθηκε στό Θεοβάδιστο ὄρος Σινᾶ καί τό μοναστήρι τῆς ἁγίας Αἰκατερίνας, τό δεύτερο σταθμό τῆς ἱερᾶς του ἀποδημίας.

   Στόν ἁγιασένο αὐτό χῶρο ἔζησαν μεγάλοι ἅγιοι τῆς ᾽Εκκλησίας μας πού μέ τά συγγράμματά τους βοήθησαν πλῆθος μοναχῶν καί πιστῶν νά πετύχουν τόν προορισμό τους καί νά γίνουν πολίτες τῆς οὐρανίου Βασιλείας. ᾽Ανάμεσα σ᾽ αὐτούς εἶναι οἱ ῞Αγιοι: ᾽Ιωάννης ὁ συγγραφέας τῆς Κλίμακος, οἱ ᾽Αναστάσιοι, οἱ νηπτικοί Νείλος, ῾Ησύχιος καί Φιλόθεος, ὁ Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης.  

   ᾽Αφοῦ ἀνέβηκε στήν κορυφή τοῦ ὄρους Σινᾶ προσκύνησε στήν ῾Αγία Βάτο καί στά λοιπά ἱερά σεβάσματα παρέμεινε στό μοναστήρι. Μέ τήν ἄδεια τοῦ ἡγουμένου τῆς Μονῆς τόν ἐλεύθερο χρόνο του τόν περνοῦσε στή βιβλιοθήκη μέ τό πλῆθος τῶν χειρογράφων βιβλίων ὅπου ὄχι μόνον μελέτησε ἀλλά κι ἀντέγραψε καλλιγραφικά πολλά χειρόγραφα.

   Κι ἐδῶ ὁ π. Χαρίτων ἐπεδώθηκε σέ μεγάλους πνευματικούς ἀγῶνας καί ἔγινε ὑπόδειγμα τῶν ἄλλων συμμοναστῶν του. Οἱ Σιναΐτες πατέρες ἐκτιμῶντας τούς ἀγῶνες του καί τήν προσφορά του στή Μονή τους τόν ἔκαναν σταυροφόρο μοναχό.

Καί πάλι στόν ῎Αθωνα

   Πέντε χρόνια πέρασαν ἀπό τήν ἡμέρα πού ἔφυγε ἀπό τό ῞Αγιον ῎Ορος. Πότε πέρασαν κι ὅλας; Τό μυαλό του, ἄν καί δέν τοῦ ἔλειπε τίποτε ἀπό αὐτά πού ἐπιθυμοῦσε ἡ ψυχή του, ἦταν πάντα ἐκεῖ, κοντά στούς πατέρες καί ἁγιορεῖτες ἀδελφούς του. Δέν τούς ξέχασε ἀλλά πάντα ζοῦσε μέ τήν ἐπιθυμία νά ξαναγυρίσει κοντά τους. ῎Ετσι μία ἡμέρα ἀφοῦ προσκύνησε τό ἱερό λείψανο τῆς ἁγίας Αἰκατερίνας κι ἀφοῦ πῆρε τήν εὐχή τοῦ ἡγουμένου, τόν ὁποῖο εὐχαρίστησε γιά τή μακροχρόνια φιλοξενία του, καί τῶν ἄλλων Πατέρων πού ἀσκοῦνταν στή Μονή ἔφυγε γιά τόν πολυπόθητο ῎Αθωνα.

   Μετά ἀπό πολυήμερο ταξίδι, τό 1870, ἔφτασε στό Περιβόλι τῆς Παναγίας. Χωρίς δεύτερη σκέψη ἦλθε νά μονάσει στή σκήτη τοῦ ῾Αγίου Βασιλείου, πού εἶναι στούς πρόποδες τοῦ ῎Αθω. Κι ἐδῶ οἱ πατέρες τόν δέχθηκαν μέ εὐχαρίστηση, γιατί πολλά θά εἶχαν νά ὡφεληθοῦν ἀπ᾽ αὐτόν. ᾽Αγωνίσθηκε κι ἐδῶ ὑπεράνθρωπα γιά τήν κάθαρση τοῦ ἑαυτοῦ του ἀπό τά πάθη πού σάν ἄνθρωπος εἶχε. Στόν ἅγιο Βασίλειο μόνασε δυό χρόνια μετά πῆγε στό Κελί τοῦὁσίου Νείλου τοῦ Μυροβλύτου, τό 1872, πού βρίσκεται στήν περιοχή τῶν Καυσοκαλυβίων καί ὑπετάγει στόν γέροντα Ἱερόθεο τόν Πάτμιο, πρώην Ξενοφωντινό. ᾽Εδῶ, ὅπως γράφει στήν αὐτοβιογραφία του, ἔγινε μεγαλόσχημος μοναχός καί ἀργότερα χειροτονήθηκε Διάκονος καί ῾Ιερέας.

   Στό κελί αὐτό ὅλη τὴν ἡμέρα ἐργαζόταν μὲ τοὺς πατέρες στόν ἐλαιῶνα καὶ στίς ἄλλες ἀγροτικές ἐργασίες, νήστευε πολύ καί τή νύχτα δέν ξάπλωνε στό κρεβάτι γιά νά ξεκουραστεῖ, ἀλλάἀγρυπνοῦσε στό στασίδι. ῾Ο Γέρο- Ἱερόθεος βλέποντας τήν ἄσκησή του τὸν συνεβούλευσε νὰ πάρει Κελὶ στόν ῞Αγιο Βασίλειο, διότι τέτοια ἀσκητική ζωή πούἐπιθυμοῦσε, δέν ἦταν δυνατόν νά ζήσει στόν ῞Αγιο Νεῖλο καίἂν συνέχιζε, θάἀρρώσταινε.

   Μέ πόνο ψυχῆς τό 1873 ἔγκαταλείπει τό κελί τοῦ ῾Αγίου Νείλου καί πηγαίνει στή Μονή Κωνσταμονίτου γιά νά προσφέρει τίς ὑπηρεσίες του ὡς ἐφημέριος τῆς Μονῆς.  

   Οἱ πατέρες τῆς Μονῆς γρήγορα ἐξετίμησαν τόν π. Χαρίτωνα καί ἀποφάσισαν νά τόν κάνουν πνευματικό τους πατέρα. Τώρα ὅλη ἡ ἀδελφότητα τῆς Μονῆς ξεκουράζονταν πνευματικά καί ἔπαιρναν τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν τους ἀπό τόν παπα-Χαρίτωνα. ῾Η πλούσια βιβλιοθήκη τῆς μονῆς ἦταν τό καταφύγιό του. ᾽Εκεῖ πήγαινε μετά τίς ἀκολουθίες καί τό διακόνημά του καί διάβαζε τά χειρόγραφα ἤ ἄν ἔβλεπε κάποιο φθαρμένο τό ἀντέγραφε γιά νά διασωθεῖ.

   Σχεδόν πέντε χρόνια (1873-1877) ἔμεινε στό μοναστήρι τοῦ Πρωτομάρτυρα Στεφάνου μέ τό πλῆθος τῶν χειρογράφων, τῶν ἱερῶν λειψάνων καί τῶν θαυματουργῶν εἰκόνων. Τίς τιμές, πού τοῦ ἔκαναν οἱ πατέρες τῆς μονῆς, ὄχι μόνον τίς θεώρησε ὑπερβολικές καί ἀνάξιες γιά τό πρόσωπό του, ἀλλά κι ἐπικίνδυνες γιά τή σωτηρία τῆς ψυχῆς. ῎Ετσι μιά μέρα του 1877 ἔφυγε ἀπό τό μοναστήρι καί ἦρθε στήν Κερασιά ὅπου ἔζησε ὡς ὑποτακτικός στόν περίφημο γιά τήν ἄσκησή του καί τήν ἁγιότητά του Γέροντα Χατζηγιώργη, ὅπου ἔμεινε μέχρι τίς 25 Νοεμβρίου τοῦ 1880. Πίστευε ὅτι κοντά στόν μεγάλο καί φημισμένο αὐτό ἀσκητή θά βρεῖ ψυχική ἀνάταση καί ὅτι πολύ θά ὠφεληθεῖ.

   Κι ἐδῶ οἱ Πατέρες γρήγορα ἄρχισαν νά τόν τιμοῦν πολύ γι᾽ αὐτό ἀναγκάστηκε νά φύγει καί νά ξαναπάει στή σκήτη τοῦ ῾Αγίου Βασιλείου, ὅπου ἀγόρασε σπίτι καί ἀσκοῦνταν. Τήν ἄλλη χρονιά, τέλος ᾽Ιουνίου τοῦ 1881, ἦλθε κοντά του ὁ Κοσμᾶς τόν ὁποῖο ἔκυρε μεγαλόσχημο μοναχό στίς 25 Μαρτίου 1882, ἡμέρα πού συνέπιπταν ἡ ἑορτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καί ἡ Μεγάλη Πέμπτη. ᾽Εκεῖ ἔμεινε μέχρι τό 1887.

   Λόγοι ἀνεξάρτητοι τῆς θελήσεώς του τόν ἔκαναν νά ἐγκατασταθεῖ στό κελί τοῦ ῾Αγίου ᾽Αρτεμίου, πού ἦταν κοντά στόν ῞Αγιο Νείλο. Στό κελί τοῦ ῾Αγίου ᾽Αρτεμίου ἦλθε στίς 31 Νοεμβρίου τοῦ 1887 καί ἔμεινε μέχρι τό τέλος ᾽Απριλίου τοῦ 1889.

Στή σπηλιά τοῦ ῾Οσίου ᾽Αθανασίου

  Τήν ἐποχή ἐκείνη ἡ σπηλιά ὅπου ἀσκήθηκε ὁ ῞Οσιος ᾽Αθανάσιος ὁ ᾽Αθωνίτης ἦταν ἀκατοίκητη, γιατί ὁ παπα-Νικηφόρος πού ἀσκήτευε ἐκεῖ κοιμήθηκε. ῎Ετσι οἱ Πατέρες τῆς Μεγίστης Λαύρας, στήν ὁποία ὑπάγεται, ἀποφάσισαν νά στείλουν ἐκεῖ τόν παπα-Χαρίτωνα. ῎Ανθρωπος τῆς ὑπακοῆς καθῶς ἦταν ὁ παπα-Χαρίτων τόν Δεκέμβριο τοῦ 1891 ἦλθε καί κατοίκησε στό σπήλαιο τοῦ ῾Οσίου ᾽Αθανασίου τοῦ ᾽Αθωνίτου.

   ᾽Εδῶ μεγάλωσε τά παλαίσματά του καί τούς ἀγῶνες του γιά τήν κάθαρση τῆς ψυχῆς του. Στό ἀσκητήριό του δεχόταν τίς κουρασμένες καί τραυματισμένες ἀπό τήν ἀμαρτία ψυχές καί ἐπούλωνε μέ τίς συμβουλές καί τίς νουθεσίες του τά τραύματά τους.

   ῾Ως διακριτικός πνευματικός πού ἦταν, τόν προσκαλοῦσαν νά ἐξομολογήσει στίς ῾Ιερές Μονές ῾Αγίου Παντελεήμονος (Ρωσικό), Κουτλουμουσίου, Κωνσταμονίτου καθῶς καί στήν εὐρύτερη περιοχή τῆς Μεγίστης Λαύρας. ῾Ο παπα-Χαρίτων, ὡς πνευματικός «ἄφησε ἐποχή», στερέωσε καί βοήθησε δυσαρίθμητες ψυχές πού προσέτρεχαν σ᾽ αὐτόν στούς τόπους πού κατά καιρούς ἀσκήθηκε.

   Στήν αὐτοβιογραφία του διαβάζουμε: «᾽Εδῶ στή Σπηλιά πολύ σκληρά πολεμήθηκα ἀπό τόν πολυμήχανο ἐχθρό τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, τό Διάβολο. ῞Οπως βλέπετε κι ἐσεῖς παιδιά μου, ἔλεγε, κάθε μέρα ἐξακολουθεῖ νά μᾶς πειράζει καί τῶρα, ρίχνει βράχια στή σπηλιά μπροστά γιά νά μᾶς σκοτώσει, ἀλλά ἐπειδή δέν ἔχει ἐξουσία δέν ἔχει τήν ἄδεια ἀπό τό Θεό, δέ μπορεῖ νά μᾶς βλάψει».

   ῞Ενας ἀπό τούς βιογράφους του σημειώνει: «῾Ο περιφημότερος τῶν τελευταίων χρόνων πού ἀγωνίστηκε στήν σπηλιά  αὐτήν, τοῦ ἁγίου Αθανασίου, ἦταν ὁ παπά-Χαρίτων ὁ Πνευματικός. Αὐτός ἔζησε στό Κάθισμα στίς ἀρχές τοῦ 20ου αἰ. μέ μεγάλη γιά τόν χῶρο συνοδεία. ῾Ο Γέροντας αὐτός   ἦταν ὀνομαστός γιά τήν ἁγιότητα καί τήν σοφία του καί ἐξομολογοῦσε τούς προϊσταμένους καί μοναχούς τῆς ἀδελφότητας τῆς Λαύρας, τούς ἀσκητές τῆς περιοχῆς καί πολλούς ἄλλους πού προσέρχονταν στό πετραχήλι του καί στήν σωστική του πατρότητα».

῎Αλλος βιογράφος σημειώνει: «Κοιμόταν λίγο καί στό στασίδι, ἔτρωγε μία φορά τήν ἡμερα, καί λάδι μόνο τό Σαββατοκύριακο. ᾽Αγαπητοί του τόποι τά σπήλαια τῶν ἁγίων τῆς μείζονος περιοχῆς τῶν Καυσοκαλυβίων. ᾽Επρόκειτο γιά ἡσυχαστή, σιωπηλό, φιλήσυχο, ἐγκρατή, ταπεινό καί φιλομαθή».

   ᾽Ανάμεσα σ᾽ αὐτούς πού τοῦ ζήτησαν νά τούς θεραπεύσει ἀπό τά δαιμονικά τραύματα ἦταν κι ἕνας περιβόητος ληστής ὁ ὁποῖος ὄχι μόνον ἐξομολογήθηκε στόν παπα-Χαρίτωνα ἀλλά ἔμεινε κοντά του καί μετά ἀπό δοκιμασία ἔγινε μοναχός μέ τό ὄνομα Νικήτας καί εἶχε ὁσιακό τέλος.

   Στό κελί αὐτό σύντομα προσήλθαν καί ἄλλοι πατέρες κι ἔγιναν ὑποτακτικοί του. Οἱ πατέρες αὐτοί ἦταν: ὁ ἱερομόναχος Κοσμᾶς καί ὁ αὐτάδελφός του Δαμιανός ἱεροδιάκονος. Τίς χειροτονίες τῶν παραπάνω πατέρων ἔκανε στό καθολικό τῆς Μεγίστης Λαύρας ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ᾽Ιωακείμ ὁ Γ´. Οἱ ἄλλοι πατέρες πού προσετέθησαν στή συνοδεία ἦταν οἱ μοναχοί ᾽Αθανάσιος καί Χαρίτων.

   ῞Ολοι μαζί ἀγωνίζονταν γιά τήν τελείωσή τους. Τό τυπικό τους ἦταν ἀσκητικὸ καὶἡσυχαστικό. Ἔτρωγαν μία φορὰ τὴν ἡμέρα ἀλάδωτο. Τὸ συνηθισμένο τους φαγητὸἦταν φασουλόζουμο μὲ παξιμάδι. Ἀλλὰ γιὰ περισσότερη ἡσυχία ἐφάρμοζαν τὸ τυπικὸ τοῦἉγίου Παχωμίου. Ἔπαιρνε ὁ καθένας τὸ πιάτο του καὶ πήγαινε καὶἔτρωγε στὸ κελί του μόνος του.Κάθε πρωΐ, ξυπνοῦσαν στὶς 5:30 μὲ τὸἁγιορείτικο· περίπου μισὴὥρα πρὶν τὸ μεσονύκτιον. Ἀφοῦἔκαναν τὸν κανόνα τους στὰ κελιά τους, μετὰ διάβαζαν τὴν ἀκολουθία τους ὅλοι μαζὶ στὴν ἐκκλησία καὶἔπειτα γινόταν ἡ Θεία Λειτουργία. Τὰἔλεγαν ὅλα ψαλτικά. Ὅλο τό χρόνο ἔκαναν τό Μεγάλο Ἀπόδειπνο.

Ἡ συνοδεία του ἦταν πολὺὑπάκουη, πιστή στό καθῆκον. Εἶχαν τήν νηπτική. ῾Οἕνας δὲν ἔβλεπε τὸν ἄλλο τήν ἡμέρα. Προσευχή, διακονήματα καὶ γραψίματα.

   Ποτέ δέν ξέχασε ὁ παπα-Χαρίτων τό πρῶτο του διακόνημα πού ἦταν νά ἀντιγράφει χειρόγραφα, προκειμένου νά τά γλιτώσει ἀπό τή φθορά τοῦ χρόνου κι ἐδῶ ἐπιδόθηκε μέ μεγάλη ἀφοσίωση στό ἔργο αὐτό.

   Τή ζωή του ὁ παπα-Χαρίτων τήν πέρασε μέσα στίς σπηλιές μέ συνεχή νηστεία, ἀγρυπνία, προσευχή, κυρίως τή νοερά, καί χαμαικοιτία. Εἶχε κανονίσει νά μήν μαθαίνει κανεὶς λεπτομέρειες ἀπὸ τόν βίο του. Δὲν πήγαινε οὔτε σὲ Μοναστήρια οὔτε σὲ μαγαζιά. Μόνο κελὶ-ἐκκλησία καὶἀντέγραφε. Καὶ τὶς ἀγρυπνίες τὶς ἔκαναν στὸ Σπήλαιο μόνοι τους. Ἦταν ἔγκλειστος, ἀπέφευγε καὶ τὶς συζητήσεις μὲἄλλους πατέρες. Δεχόταν μόνο γιὰἐξομολόγηση. ῞Ολα αὐτά εἶχαν ὡς ἀποτέλεσμα ὅλοι νά τὸν σέβονται καί νά ζητοῦν τήν εὐχή του καί τίς συμβουλές του .

   ῾Ο Κύριος, πού τόσο ἀγάπησε καί ἀγαπήθηκε ἀπ᾽ Αὐτόν τόν εὐλόγησε πολύτροπα καί πολυποίκιλα, τοῦ ἔδωσε πολλά οὐράνια χαρίσματα. Αὐτό δέ σημαίνει ὅτι ἡ ζωή του ἦταν ἀνέφελη. ᾽Αντίθετα πολλές φορές ἀρρώστησε, ποτέ ὅμως δέ γόγγυσε, ἔλεγε ὅτι: «οἱ ασθένειες καθαρίζουν τήν ψυχή ἀπό τά πάθη της». Δέχθηκε πειρασμικές καί δαιμονικές ἐπιθέσεις στίς ὁποῖες βγῆκε νικητής μέ τήν προσευχή καί τόν Τίμιο Σταυρό.

   ῞Οταν στό κελί του ἔρχονταν ἐπισκέπτες, μοναχοί καί λαϊκοί, τούς παρέθετε ἐκτός ἀπό ὑλική καί πνευματική τράπεζα. Πάντοτε τήν ὁμιλία του τήν ἄρχιζε ὡς ἑξῆς: «Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἤρξατο ὁ ᾽Ιησοῦς ποιεῖν τε καί διδάσκειν». Τά λόγια του ἦταν μετρημένα, πάντα ἀπέφευγε τήν ἀργολογία ὡς πρόξενο πολλῶν κακῶν.

   Τήν περίοδο ἐκείνη ἐπισκέφθηκαν τὴν Μεγίστη Λαύρα Ἰταλοὶἐπιστήμονες καί εἶχαν συζήτηση μὲ τὸν π. Ἀθανάσιο Καμπανάο, τὸν ἰατρό. Αὐτὸς ἔχοντας σὲ εὐλάβεια τὸν παπα-Χαρίτωνα τοὺς ἀνέφερε τὸὄνομά του καὶ οἱἸταλοὶ ζήτησαν νὰ τὸν δοῦν. Πράγματι πῆγαν στό σπήλαιο τοῦ ῾Οσίου ᾽Αθανασίου καί συνομίλησαν μὲ τὸν παπα-Χαρίτωνα στὴ γλῶσσα τους. ῞Οταν ἐπέστρεψαν στή Λαύρα εἶπαν στὸν Καμπανάο: «Ἀπ᾽ ὅσα μᾶς εἶπες, εἴδαμε περισσότερα».

   ῾Ο παπα-Χαρίτων καί ἡ συνοδεία του οἰκονομοῦνταν πολὺ δύσκολα, διότι δὲν δεχόταν εὐλογίες ἀπὸ κανέναν, μόνο τὴν εὐλογία τῆς Λαύρας ἔπαιρναν καὶὅ,τι ἀπέδιδε τὸἐργόχειρό τους, ἡῥαπτική. Πολλές φορές οἱῬῶσσοι τούς προσέφεραν τρόφιμα, χρήματα καὶἐκκλησιαστικὰ εἴδη, ἀλλὰ δὲν τὰἐδέχετο γιὰ λόγους καλογερικῆς ἀκρίβειας.

   ῞Οσους τόν ἐπισκέπτονταν καθῶς καί τούς πατέρες τῆς συνοδείας του τούς νουθετοῦσε ὡς ἑξῆς: «Τήν ἀγρυπνίαν ἀγάπα, νηστείαν, δάκρυα, εὐχάς καί ψαλμωδίας καί Γραφῶν τήν μελέτην, γενοῦ ταπεινόφρων καί γαληνός, καί τόν τύφον ἀπόρριπτε, μή σέ νικήση ὁ φθόνος καί τῶν παθῶν, ἀκρασία ἡ ψυχόλεθρος».

῾Ο Παπα-Χαρίτων καί ὁ ῞Αγιος Νεκτάριος

   ῾Η σπηλιά τοῦ ῾Οσίου ᾽Αθανασίου πάντα ἦταν πόλος ἔλξεως θεοφιλῶν καί φιλαγίων ψυχῶν. Παρά τίς δυσκολίες πρόσβασης οἱ Θεοτοκόφιλες ψυχές ἔρχονταν νά προσκυνήσουν, νά ζητήσουν ἀπό τόν ῞Οσιο ᾽Αθανάσιο νά μεσιτεύσει στό Θεό γιά κάτι πού εἶχαν ἀνάγκη καί νά ξεκουραστοῦν πνευματικά στό πετραχήλι τοῦ πνευματικοῦ πού πάντα ὑπῆρχε ἐκεῖ.

   Τήν περίοδο πού στό σπήλαιο ἀσκοῦνταν ἡ εὐλογημένη συνοδεία τοῦ παπα-Χαρίτωνα ὁ ἀριθμός τῶν προσκυνητῶν αὐξήθηκε κατά πολύ. ᾽Ανάμεσα σ᾽ αὐτούς πού ἦλθαν νά προσκυνήσουν εἶναι καί ὁ ῞Αγιος Νεκτάριος. ῾Ο ῞Αγιος Νεκτάριος, ὅπως διαβάζουμε στή βιογραφία του, ἦλθε πολλές φορές στό Περιβόλι τῆς Παναγίας μέ στόχο νά προσκυνήσει θαυματουργές εἰκόνες, ἅγια λείψανα ἀλλά καί νά συναντήσει διακριτικούς πατέρες ἀπό τή συναναστροφή τους καί τίς συνομιλίες μαζί τους πολλά ὠφελήθηκε. Μεταξύ τῶν πατέρων πού ἦρθαν ἦταν καί ὁ ἅγιος Νεκτάριος. Οἱ βιογράφοι δέ μᾶς διασώζουν τί συζήτησαν οἱ δυό ἅγιοι κληρικοί, πάντως γνωρίζουμε ὅτι ὁ ῞Αγιος Νεκτάριος ἐξετίμησε τόν παπα-Χαρίτωνα καί τοῦ προσέφερε δυό του βιβλία, τά ὁποῖα διασώζονται στή βιβλιοθήκη τοῦ Κυριακοῦ τῆς Σκήτης τῶν Καυσοκαλυβίων. Τά βιβλία εἶναι: 1. Οἱ ”Κατηχήσεις 1899” (ὑπ’ ἀριθμὸν 203). Στήν ἀφιέρωσή του γράφει: «Τῷ πανοσιοτάτῳ πνευματικῷ πατρί Χαρίτωνι εἰς ἔνδειξιν ὑπολήψεως καί ἀγάπης. Εὐχετικῶς. † ὁ Πενταπόλεως» καί 2. ἡ ”Χριστολογία, 1900” (ὑπ’ ἀριθμὸν 184). Στήν ἀφιέρωσή του ὁ ῞Αγιος Νεκτάριος σημειώνει: «Τῷ πανοσιοτάτῳ πνευματικῷ Χαρίτωνι εἰς σπήλαιον τῆς Παναγίας. Εὐχετικῶς. † ὁ Πενταπόλεως Νεκτάριος». ῾Η δωρεά τῶν βιβλίων καί οἱ θερμές ἀφιερώσεις δείχνουν τό μέγεθος τῆς κατά Θεόν ἀγάπης πού εἶχε ἀναπτυχθεῖ ἀνάμεσα στούς δύο ἁγιασμένους Πατέρες ἀλλά καί τή μεγάλη ἐκτίμηση πού ἔτρεφε ὁ ῞Αγιος Νεκτάριος στό πρόσωπο τοῦ παπα-Χαρίτωνα.

Τό προορατικό του χάρισμα

   Χάρις στόν προσωπικό του ἀγῶνα καί μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ ὁ παπα-Χαρίτων ἀπέκτησε πολλά χαρίσματα. ῞Ενα ἀπό αὐτά ἦταν καί τό προορατικό χάρισμα, πού λίγοι τό ἀποκτοῦν.  

   Τό ὅτι εἶχε τό χάρισμα αὐτό φαίνεται ἀπό τά ἀκόλουθα γεγονότα:

   1. Τό 1905 ἔγινε στό ῞Αγιον ῎Ορος μεγάλος καί καταστροφικός σεισμός. ῾Ο π. Χαρίτων τόν προεῖδε καί ξύπνησε τούς ὑποτακτικούς του μισή ὥρα γρηγορότερα ἀπό τό καθορισμένο καί τούς συμβούλεψε νά μποῦν στό βάθος τῆς σπηλιᾶς, στό ἐκκλησάκι τῆς Παναγίας τῆς ᾽Εγγυήτριας καί νά προσπέσουν μέ δάκρυα στήν προσευχή, γιατί θά ἀκολουθήσει μεγάλος χαλασμός, πρᾶγμα πού ἔγινε. Οἱ πατέρες ὅπως περιέγραφαν ἀργότερα, γονάτισαν φοβισμένοι κι ἄρχισαν τό κομποσχοίνι ζητῶντας τό ἔλεος καί τήν προστασία τοῦ Θεοῦ καί τῆς Παναγίας. Κάποια στιγμή αἰσθάνθηκαν τό ἔδαφος καί ὅλα ὅσα ἦσαν γύρω τους νά χοροπηδοῦν, ἄκουγαν τά βράχια νά ξεκολλᾶνε ἀπό τούς γκρεμούς καί νά ἐκσφενδονίζονται μέ πάταγο στή θάλασσα καί φαινόταν ὅτι ὅλο τό ὄρος εἶχε διαρρηγεῖ σάν ἀπό κρατήρα ἡφαιστείου. Καπνοί, κονιορτοί καί  δυνατή ὀσμή ἀπό τήν προστριβή τῶν ἀλλεπάλληλων βράχων ἔδιναν τήν ἐντύπωση ὅτι τό πᾶν εἶχε χαθεῖ. Οἱ λίθοι παρέσυραν καί τά οἰκήματα τῶν μοναχῶν, κελιά, πού ἦσαν ἔξω ἀπό τό σπήλαιο καί τά γκρέμισαν στή θάλασσα πού εἶναι σέ 300 μέτρα βάθος σέ μέρος πολύ κατωφερές καί ἀπόκρημνο.

   ῎Ας ἀφήσουμε τούς ὑποτακτικούς τοῦ Παπα-Χαρίτωνα νά μᾶς περιγράψουν τά τοῦ σεισμοῦ: «Εἰσελθόντες οἱ Πατέρες καί μελετῶντες ἐν κατανύξει τὴν ᾽Ακολουθίαν, κατάἐκείνη ἀκριβῶς τήν ὥραν ἤρχισε νά σείεται ὅλον τό Σπήλαιον καίὀγκωδέστατοι λίθοι ἔπεσον ἐκ τοῦὕψους τοῦ Σπηλαίου μετά μεγάλου κρότου, ὥστε ἐφαίνετο ὅτι ὅλον τόὄρος διεῤῥήγετο ὡς ὑπό κρατῆρος ἡφαιστείου· καπνοί, κονιορτοί, καὶἰσχυράὀσμήἐκ τῆς προστριβῆς τῶν ἀλλεπαλλήλων βράχων, ἐφαίνετο ὅτι τό πᾶν ἐχάνετο. Τούτων γενομένων, οἱ λίθοι παρέσυραν καί τάἔξωθεν τοῦ Σπηλαίου οἰκήματα ἕως τῆς θαλάσσης ἥτις ἐκ τοῦ Σπηλαίου ἀπέχει ἄνω τῶν τριακοσίων μέτρων ὡς λίαν ἀπόκρημνον καί κατωφερές μέρος. Τοιουτοτρόπως ἡ Κυρία Θεοτόκος, Προστάτις καί Φρουρός τους, ἐσκέπασε αὐτούς ἀβλαβεῖς ἐντός τοῦ Σπηλαίου χωρίς νάὑποστῶσιν οὐδεμίαν σωματικήν βλάβην. ᾽Αφοῦ δέἐφάνη ἡ φωταυγής ἡμέρα ἐξῆλθον ἐκ τοῦ Σπηλαίου δοξάζοντες τόν Κύριον καί εὐχαριστοῦντες τήν Κυρίαν Θεοτόκον ἥτις τούς διεφύλαξεν ἀβλαβεῖς ἐκ τοῦ τρομεροῦ κινδύνου».

  Μετά τό σεισμό ὁ ἡγούμενος τῆς Μεγίστης Λαύρας ἔστειλε πατέρες μέ ζῶα καί ἱερέα γιά νά δώσουν βοήθεια σέ ὅποιον τυχόν εἶχε γλυτώσει ἀπό τό σεισμό, ὑποθέτοντας ὅτι ἀναμφίβολα δέν θά εἶχε σωθεῖ κανείς. ῞Οταν ὅμως κατέβηκαν στό σπήλαιο, βρῆκαν τούς πατέρες, ὄχι μόνο σώους καί ἀβλαβεῖς ἀλλά καί ψύχραιμους, παρόλο πού εἶχαν χάσει ὅλα τά ὑπάρχοντά τους ἀπό τήν μανία τοῦ σεισμοῦ. Συγκλονισμένοι τότε, ἄκουσαν τούς πατέρες γιά τό παράδοξο θαῦμα τῆς Θεοτόκου, ἐνῶἐκεῖνοι πῆγαν νά τούς ψάλλουν τρισάγια καί ἄλλα νεκρώσιμα τροπάρια, ὡς κεκοιμημένους. Καί ἀναχώρησαν, δοξάζοντας τόν Θεό καί τήν Θεοτόκο, πού ἐγγυᾶται τή σωτηρία ὅλων ὅσων μέ εὐλάβεια καί πίστη προστρέχουν στή σκέπη της.

   2. ῞Οταν πῆγε νὰ μείνει στὴν συνοδεία τους ὁ νεώτερος ἀδελφὸς τοῦ παπα-Κοσμᾶ, ὁ π. Δαμιανός, ὁ παπα-Χαρίτων τόν ρώτησε: «Μπορεῖς νά τόν οἰκονομήσεις καί νά τόν συντηρήσεις ἢ νά τόν στείλω κάπου ἀλλοῦ; Γιατίὁ Θεός, θὰ παραχωρήσει γιά κανόνα νά γηροκομήσεις τόν ἀδελφό σου». ῾Ο παπα-Κοσμᾶς δέχθηκε νά μείνει ὁἀδελφός του καί νά τοῦ προσφέρει ὅ,τι χρειασθεῖ. Πράγματι ἀργότερα ἐπαληθεύθηκε ἡ προόρρηση τοῦ παπα-Χαρίτωνος. ῾Ο π. Δαμιανός ἔσπασε τὸ χέρι του καί ἦταν πλέον ἀνίκανος γιάἐργόχειρο, ἔτσι ὁ ἀδελφός του τόν ὑπηρέτησε μέ μεγάλη αὐταπάρνηση.

᾽Ανθολόγημα ἀπό τά ἔργα του

   ῞Οπως προαναφέραμε ὁ π. Χαρίτων δέν ἀντέγραφε μόνο, περί τά 100 ὑπολογίζονται τά χειρόγραφα βιβλία πού προέρχονται ἀπό τό χέρι του, ἀλλά καί ἔγραφε. ῾Η καθημερινή του ἐνασχόληση μέ τά βιβλία στίς πλούσιες ἀπό συγγράμματα βιβλιοθῆκες πού πέρασε εἶναι φυσικό νά πλούτησαν τίς γνώσεις του. ῎Ετσι ὅλα αὐτά πού διάβασε καί πού ἄκουσε ἀπό τούς πατέρες πού συναναστράφηκε πολλές φορές τά ἀποτύπωνε στό χαρτί προκειμένουν νά βοηθηθοῦν καί ἄλλοι πνευματικά.

   ᾽Εκτός ἀπό τήν αὐτοβιογραφία του ἔγραψε τό Γεροντικό τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους, Σινᾶ καί Μετεώρων. ᾽Επίσης ἀνθολόγησε ἡ συμπλήρωσε ὁ ἴδιος πολλές ἀκολουθίες, ὅπως τόν Κανὼνα εἰς τόν ῞Οσιον Νήφωνα τόν Ἀθωνίτην, καί συνέθεσε ἄλλες ἀπαρχῆς.  Συνέγραψε 12 Μηναία πού βρίσκονται σέ χειρόγραφα στή βιβλιοθήκη τοῦ Κυριακοῦ τῆς Σκήτης τῶν Καυσοκαλυβίων. Συνέθεσε τροπάριο τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ψαλλόμενον πρὸς τὸ "Χριστός ᾽Ανέστη", ὅταν τύχῃὁ Εὐαγγελισμὸς ἐν τῇἑβδομάδι τοῦ Πάσχα. ῎Εγραψε καί ἕνα ἄλλο ποιητικό ἔργο, τό «Ταξίδι στούς οὐρανούς» μέ μεστά ἀπό πνευματικό περιεχόμενο τροπάρια.

   ῞Ολα τά βιβλία καί τά χειρόγραφα τοῦ παπα-Χαρίτωνα σήμερα φυλάσσονται στή βιβλιοθήκη τοῦ Κυριακοῦ τῆς ῾Ιερᾶς Σκήτης τῶν Καυσοκαλυβίων, στήν ὁποία τά δώρισε ὁ τελευταῖος ἀπό τούς μαθητές του μοναχός ᾽Αθανάσιος.

   ῾Ο παπα-Χαρίτων ἐκτός τῶν ἄλλων εἶχε καί τό χάρισμα νά συνθέτει ὕμνους. ῞Ως ὑμνογράφος καί ἄριστος γνώστης τοῦἐκκλησιαστικοῦ τυπικοῦ, μᾶς ἄφησε πλῆθος τυπικές διατάξεις γιά μεγάλες ἑορτές, ἀνθολόγησε ἤ συνέθεσε συμπληρώματα πολλῶν ἀκολουθιῶν ἤ, τέλος, συνέθεσε ὁἴδιος ἄλλες.

   ᾽Από τό ὑμνογραφικό του ἔργο παραθέτουμε μερικά τροπάρια ἀπό τό ἔργο του: «Ταξίδι στούς οὐρανούς». Τά τροπάρια ψάλλονται σέ ἦχο α´ καί κατά «Τῶν οὐρανίων ταγμάτων.

   1. «Τήν ἀγρυπνίαν ἀγάπα, νηστείαν δάκρυα,* εὐχάς καί ψαλμωδίας, καί Γραφῶν τήν μελέτην,* γενοῦ ταπεινόφρων καί γαληνός, καί τόν τῦφον ἀπόρριπτε,* μή σέ νικήσῃ ὁ φθόνος καί τῶν παθῶν, ἀκρασία ἡ ψυχόλεθρος».

   2. «῾Υπακοήν πάσαν ἔχε, τῷ προεστώτι σου,* ἀγάπην τε πρός τοῦτον, καί πρός πάντας ἐξ ἴσου,* τούς ἀδελφούς γνησίαν ὦ μοναχέ, καί μηδόλως ἀντίλεγε,* τοῖς ἐπιτάγμασι τούτου ἴν΄ ἐκ Θεοῦ, μαρτυρίου λάβῃς στέφανον».

   3. «Μή ἐπιλάθου τοῦ ψάλλειν, ὥρας μεσώρια,* τήν πρώτην καί τήν τρίτην, ἕκτην καί τήν ἐνάτην,* τά τυπικά συνήθως, ἑσπερινόν καί ἀπόδειπνον ὄρθον τε,*καί ἐν νυκτί καί ἡμέρα τήν τοῦ Θεοῦ, μνήμην ἔχε ἐν καρδίᾳ σου».

   4. «῞Όταν ἀκούσεις σημάντρου, δρᾶμε ὡς ἔλαφος,* εἰς τόν ναόν Κυρίου, καί προσεύχου καί ψάλλε,* πρόσχες μή ἐξέλθεις ἐκ τοῦ ναοῦ, πρίν ἀπόλυσις γένηται,* καί ἐν νυκτί καί ἡμέρα τῆς φοβερᾶς, τοῦ Χριστοῦ δίκης μνημόνευε».

   5. «᾽Αεί σαυτόν ἐκβιάζου, ἵνα σωθεῖς ἀδελφέ,* Παρασκευή Τετράδι καί Δευτέρα ἐπίσης,* ἔσθιε ἐφ΄ ἅπαξ ἄρτον ξηρόν, καί τό ὕδωρ σου μέτριον,* πίνε Θεῷ ὁλοψύχως εὐχαριστῶν, καί τῆς θείας ἐπιτεύξει τρυφῆς».

   6. «᾽Εξομολόγησιν ποίει, τῶν πονηρῶν λογισμῶν,* κακῶν ἀπέχου πάντων, τήν μετάνοιαν πόθη,* δίωκε ταχέως τό πονηρόν, τῆς πορνείας ἐνθύμιον* καί ταῦτα πάντα φυλάξας ὦ μοναχέ, κατοικήσης εἰς Παράδεισον».

   7. «Χρημάτων ὅλων φροντίδα, ποίει μηδέποτε,* οὔτε τῶν ἐδεσμάτων οὔτε τῶν ἰματίων,* πλήν τῶν ἀναγκαίων καί ἰκανῶν, πρός τήν σύστασιν σώματος,* ἔχε δέ μέριμναν μόνην ἐν σῇ ψυχῇ, Παραδείσου τῆς τερνότητος».

   8. «῾Ο ποιητής τῶν ἁπάντων, Χριστός ὁ Κύριος,* διά τήν σωτηρίαν, τῶν ἀνθρώπων κατῆλθεν,* ἐξ ὕψους οὐρανίου ἐπί τῆς γῆς, καί γενόμενος ἄνθρωπος,* ὁδόν ἀρίστην ὑπέδειξεν τοῖς βροτοῖς, σωτηρίας ἐπιτεύξασθαι».

Νουθεσίες

   ῞Οπως προείπαμε ὁ μακαριστός παπα-Χαρίτων εἶχε στή σπηλιά τοῦ ῾Αγίου ᾽Αθανασίου τετραμελή συνοδεία. Γνώριζε, ὁ μακάριος, ὅτι μιά μέρα θά δώσει λόγο στό Θεό γιά τίς ψυχές αὐτές πού τοῦ ἐμπιστεύτηκε. Καθημερινά τούς συμβούλευε καί τούς νουθετοῦσε μέ ταπείνωση, ἀγάπη καί καλοσύνη. ᾽Από ὅσα γνωρίζουμε ἔλεγε:     -Νὰ μὴν παρακαλέσετε τὸ Θεὸ νὰ σᾶς δώσει ποτὲἀρρώστιες, διότι μπορεῖ νὰ μὴν ὑποφέρετε τὸν πόνο καὶ νὰ γογγύσετε. ῞Οταν ὅμως ἔρθει ἀῤῥώστια καὶ πόνος, νὰ κάνετε ὑπομονὴ καὶ νὰ δοξολογεῖτε τὸ Θεό».

   «Παιδιά μου μή φοβεῖσθε τό Διάβολο διότι δέ μπορεῖ νά σᾶς πειράξει περισσότερο ἀπό τήν ἀντοχή καί τή δύναμη πού ἔχετε λάβει ἀπό τό Θεό…»

   Σ᾽ ἕνα χειρόγραφό του διαβάζουμε: «Τήν ἀγρυπνίαν ἀγάπα, νηστείαν, δάκρυα, εὐχάς καί ψαλμωδίας, καί Γραφῶν τήν μελέτην, γενοῦ ταπεινόφρων καί γαληνός, καί τόν τύφον ἀπόρριπτε, μή σέ νικήσει ὁ φθόνος καί τῶν παθῶν, ἀκρασία ἡ ψυχόλεθρος».

   Τό ἔργο του «Ταξίδι στούς οὐρανούς» τελειώνει μέ τίς παρακάτω νουθεσίες: «Πορεύθητι καί λάβε τήν ρίζαν τῆς πνευματικῆς πτωχείας καί τῆς ὑπομονῆς τά φύλλα, καί τοῦ χρυσοβαλάνου τήν ταπείνωσιν καί τῶν νοσούντων τήν εὐχήν, καί τρίψας αὐτά ἐν ἰγδίῳ (γουδί) τῆς ὐπακοῆς, εἴλισσον ἅπαντα μετά κοσκίνου τῶν καθαρῶν λογισμῶν καί βάλε αὐτά εἰς καθαράν χύτραν τοῦ ἑαυτοῦ σου. ᾽Επίθες καί τό ὕδωρ τῆς ἀγάπης καί ὑποκάτω τῆς χύτρας ἄναψον τήν φλόγα τοῦ θείου πόθου. Καί ὅταν βράσῃς ἰκανῶς, κένωσον αὐτά μετά πνευματικῆς διακρίσεως καί μετάλαβε αὐτών διά κοχλιαρίου κατανύξεως, καί μή στραφῇς εἰς τά ὁπίσω τάς ἡμέρας τῆς ζωῆς σου. Αὔτη ἔστιν ἡ πόα (τό χόρτο), ἡ λύουσα ἁμαρτημάτων πληθύν».

῾Η κοίμησή του

   ῾Ο «ταπεινός ἱερομόναχος καί ἐλάχιστος Πνευματικός Χαρίτων», ὅπως ὑπέγραφε, πέρασε ὅλη του τή ζωή νηστεύοντας, ἀγρυπνῶντας, γράφοντας καί ἀντιγράφοντας συγγράμματα, ἐξομολογῶντας καί συμβουλεύοντας μοναχούς καί λαϊκούς, μέ ἄλλα λόγια ἀπό τότε πού πῆγε ὡς δόκιμος στήν ἁγία Λιθούπολη μέχρι πού τόν κάλεσε ὁ Θεός κοντά Τουδένἔδωσε «ὕπνωντοῖςὀφθαλμοῖς καί τοῖςβλεφάροις νυσταγμόν καί ἀνάπαυσιντοῖς κροτάφοις» του.

   ῾Ο μακαριστός παπα-Χαρίτων ἔζησε ὅλα τά εἴδη τοῦ μοναχισμοῦ. ῾Ως στυλίτης στά Θεοσκέπαστα ῞Αγια Μετέωρα. ῾Ως σκητιώτης στή σκήτη τοῦ ῾Αγίου Βασιλείου τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους. ῾Ως κοινοβιάτης στήν ῾Ιερά Μονή Κωνσταμονίτου, στά μοναστήρια τῆς ῾Αγίας Γῆς καί στήν ῾Ιερά Μονῆ Σινᾶ. ῾Ως σπηλαιώτης στή σπηλιά τοῦ ῾Οσίου ᾽Αθανασίου. ᾽Επίσης ἔζησε ὡς ὑποτακτικός ἀλλά καί ὡς Γέροντας. ῞Ολα αὐτά τόν βοήθησαν νά ἀνεβεῖ πνευματικά καί νά γίνει δοχεῖο τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος.      

   Στίς 14 Αὐγούστου 1906 ὁ παπα-Χαρίτων «ἀνεπαύθη ἐν Κυρίῳ στά χέρια τοῦ ὑποτακτικοῦ του ᾽Αθανασίου». ῾Ο πνευματικός πού στό πετραχήλι του ξαπόστασαν καί βρῆκαν ψυχική ἡρεμία καί γαλήνη δεκάδες κληρικοί, μοναχοί καί λαϊκοί ἀνεχώρησε γιά τήν οὐράνια πατρίδα του, ἔχοντας στά χέρια του τό εἰσιτήριο πού σοῦ ἐπιτρέπει νά διαβεῖς τήν πόρτα τοῦ Παραδείσου καί νά γίνεις πολίτης Του. Τήν ψυχή του τήν παρέλαβαν ῎Αγγελοι φαιδροί καί φωτεινοί καί τήν ὁδήγησαν μπροστά στό θρόνο τοῦ Θεοῦ γιά νά πάρει τό βραβεῖο τῶν κόπων του καί τῆς ἀφοσιώσεώς του σ᾽ Αὐτόν.

   ῾Η εἴδηση τῆς κοιμήσεώς του διαδόθηκε ἀμέσως σέ ὅλο τό ῞Αγιον ῎Ορος. Στά μοναστήρια καί τίς σκῆτες, παντοῦ ὅπου ὑπῆρχε ἱερομόναχος, ἔγιναν τρισάγια γιά τήν ἀνάπαυση τῆς ψυχῆς του. Οἱ μοναχοί μέ τό κομποχοίνι τους ἔλεγαν ἀκατάπαυστά τό: «Κύριε ᾽Ιησοῦ Χριστέ ἀνάπαυσον τόν δοῦλο Σου». Οἱ πατέρες τῆς συνοδείας του ἄρχισαν σαρανταλείτουργο γιά τήν ἀνάπαυση τῆς ψυχῆς του.

   Τήν ἡμέρα τοῦ ἐνταφιασμοῦ του ἦλθαν στό σπήλαιο τοῦ ῾Οσίου ᾽Αθανασίου πλῆθος μοναχῶν καί λαϊκῶν γιά νά πάρουν γιά τελευταία φορά τήν εὐχή του καί νά προσευχηθοῦν γιά τήν ἀνάπαυση τῆς ψυχῆς του.

   ῞Ενας ἀπό τούς ὑποτακτικούς του γράφει: «Τό ἔτος 1906 Αὐγούστου 14 ὁ μακάριος οὖτος πνευματικός παπα-Χαρίτων Παπαγεωργόπουλος ἀνεπαύθη ἐν Κυρίω ἄγων τό ἑβδομηκοστόν ἔτος τῆς ἡλικίας του. ῏Ητο σεβαστός εἰς τήν θεωρίαν καί λίαν πεπαιδευμένος καί ἔμπειρος τῆς θείας Γραφῆς. Τό γένειόν του ἦτο κατάλευκον καί μακρύ ἔως τήν ὀσφύν του καί ἐνάρετος πολύ. ῾Η δε πατρίς του ἦτο τό χωρίον Μεγάλο Μέρτσιον ἀπό τά Τρίκαλα τῆς Θεσσαλίας. ῾Ο θάνατος αὐτοῦ ἐλύπησεν πάντας τούς μοναχούς ῾Αγιορείτας, διότι εἶχαν αὐτόν πνευματικόν τους πατέρα.

«Θλίψις, χαρά καί βάσανα ἐνταῦθα τελευτῶσιν,* μόνον δέ τά καλά ἔργα εἰς τόν αἰῶνα ζῶσι.* Πλοῦτος, δόξα καί ἀξιώματα πρός τούτοις ματαιότης,* ἀγάπη δέ ὑπομονή, ταπείνωση ὄντως μακαριότης». ᾽Απεβίωσεν καί ἐτάφη οὖτος ἐν τῷ Σπηλαίῳ τοῦ ῾Αγίου ᾽Αθανασίου».

Θαυματουργική ἐνέργεια μετά τήν κοίμησή του

   Στά χειρόγραφα πού σώζονται στή βιβλιοθήκη τοῦ Κυριακοῦ τῆς Σκήτης τῶν Καυσοκαλυβίων διαβάζουμε: «Λίγο μετά τό θάνατο τοῦ Παπα-Χαρίτωνα, ένας ἀδελφός ἀπό τή συνοδεία του, ὁ ᾽Αθανάσιος, ἔπαθε δηλητηρίαση. ῾Ο παπα-Κοσμᾶς, ἐπειδή δέ γνώριζε τί νά κάνει, πῆγε στόν τάφο τοῦ πεθαμένου Γέροντά του καί μέ δάκρυα στά μάτια ἔκανε τρεῖς μετάνοιες καί εἶπε: -«Γέροντα, ὁ ᾽Αθανάσιος ἀρρώστησε καί πεθαίνει, πές μου σέ παρακαλῶ τί νά κάνω;»

   Τότε ἀπότομα γέμισε ὁ τόπος ἀπό φῶς. ῏Ηταν νύχτα καί ἔφεξε ὁ τόπος. ᾽Αμέσως παρουσιάζεται μπροστά του ἡ μορφή τοῦ Γέροντα καί πνευματικοῦ του Χαρίτωνα καί τόν ρώτησε: -«Τί θέλεις; Τί συμβαίνει καί κλαῖς καί φωνάζεις; Δῶστου ἕνα γαρύφαλλο νά φάει καί θά γίνει καλά. Δέν ἔχει τίποτε».

   ῾Ο παπα-Κοσμᾶς ἔτρεξε, πῆρε δύο γαρύφαλλα, τά ἔδωσε στόν ἀσθενή, ὁ ὁποῖος ἔφαγε μόνο τό ἕνα καί ἔγινε ἀμέσως καλά. Πέρασαν ὅλοι οἱ πόνοι πού τόν ἐνοχλοῦσαν καί κυριολεκτικά σφάδαζε.

   ῾Ο παπα-Κοσμᾶς τότε θυμήθηκε ὅτι ὁ Γέροντάς του ἦταν πρό πολλοῦ πεθαμένος. Πῶς λοιπόν παρουσιάσθηκε μπροστά του καί συνομίλησε μαζί του; Τρέχει ἀμέσως στόν τάφο καί ἄρχισε ἀπό τή χαρά  καί τή συγκίνηση νά φωνάζει καί νά εὐχαριστεῖ τό Γέροντά του. ῎Εμεινε δέ ἐκεῖ ὅλη τή νύχτα προσευχόμενος καί δοξάζων τόν Θεό πού εἶναι «θαυμαστός ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ». (Ψαλμ. ΞΖ΄36)»

Στό θρόνο τοῦ Θεοῦ

   ῾Ο μακαριστός παπα-Χαρίτων σήμερα ἀναμφίβολα, βρίσκεται μπροστά στό θρόνο τοῦ Θεοῦ ὅπου ἀπολαμβάνει τή δόξα Του καί μαζί μέ τούς ῾Αγίους καί τίς ἐπουράνιες Δυνάμεις ἀναπέμπει δοξολογίες καί δέεται γιά τή σωτηρία τῶν ψυχῶν μας.

   Πιστεύουμε ὅτι δέν εἶναι μακρινή ἡ ἡμέρα πού ἡ ῾Αγία μας ᾽Εκκλησία θά τόν ἀνακηρύξει ἅγιο καί θά ὁρίσει τήν ἡμέρα πού θά ἑορτάζεται ἡ μνήμη του.

   ῎Ας ἔχουμε τήν εὐχή του, τήν προστασία του καί τήν προσευχή του.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

   ᾽Αθανασίου Δημήτριος, ᾽Ασκητές τῆς ᾽Αθωνικῆς Βίγλας,ἐκδόσεις «Μῦρτος», ῾Αγίας Λαύρας 24, 153 44 Γέρακας.

   Γεωργ. Στ. ᾽Αποστολάκη, ῾Ο Τρικαλινός ἱερομ. Χαρίτων ὁ ῾Αγιορείτης, ὁ ἐνάρετος, ὁ χαριτωμένος. (1836-1906) ῾Ο πνευματικός, ὁ λόγιος, ὁ ὑμνογράφος, ὁ ασκητικός,

    Κοτσώνη ᾽Ιωαννικ. ίερομ.. ᾽Ανθοδέσμη ἀπό τό Περιβόλι τῆς Παναγίας, Κουφάλια Θεσσαλονίκης 1992, σσ. 13-55.

   Μαξίμου Καυσοκαλυβίτου, ᾽Ασκητικές Μορφές καί διηγήσεις ἀπό τόν ῎Αθω, παπα-Χαρίτων ὁ Πνευματικός, σελ 213-216, ῞Αγιον ῎Ορος 2000

   Μωυσέως Μοναχ. ῾Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό ἐναρέτων ἁγιορειτῶν τοῦ 20ου αἰ. Τόμος Α΄ , 1901-1955, ῾Ιερομ. Χαρίτων Βιγλιώτης (1836-1906), ᾽Εκδ. Μυγδονία, Α΄ ἔκδοση, Σεπτέμβριος 2011.

   Παταπίου Μοναχ. ῾Αγιορείτου:Χαρίτων ὁ Πνευματικός. Βίος καί ἔργα,ἐκδ. Βρυέννιος, Σειρὰ "῾Οσίων Θησαύρισμα"Θεσ/νίκη 2003.

   Παταπίου Μοναχ. ῾Αγιορείτου: ῾Α­γι­α­σμέ­νες μορ­φές τῶν Καυ­σο­κα­λυ­βίων,Ἔκδοση Ἱ. Καλύβης ῾Αγίου Ἀκακίου Σειρά: Ἐρημοπολῖτες ἀρ. 9, ῞Αγιον ῎Ορος 2013


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ