τοῦ κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου

Ἀναγέννηση τοῦ Μετεωρίτικου Μοναχισμοῦ


Ἡ ἐνθρόνιση τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Τρίκκης καί Σταγῶν κυροῦ Διονυσίου ἦταν αἰτία νά ἔλθουν στά Τρίκαλα ἀρκετοί μορφωμένοι καί φοβούμενοι τό Θεό κληρικοί καί λαϊκοί. ῎Αλλοι ἀπό αὐτούς ὑπηρέτησαν τό λαό τοῦ Θεοῦ μέ αὐταπάρνηση καί ἀνιδιοτέλεια στίς ἐνορίες πού τοποθετήθηκαν καί ἄλλοι ἐπάνδρωσαν τά μοναστήρια τῆς μητροπόλεως καί τά ἔβγαλαν ἀπό τό μαρασμό καί τήν κατάρρευση.
῾Ο ἀείμνηστος Μητροπολίτης ὡς φιλομόναχος, ἦταν ἀδελφός τῆς ῾Ιερᾶς Μονῆς Μεγίστης Λαύρας ῾Αγίου ῎Ορους μέ λύπη διαπίστωσε ὅτι τά μοναστήρια τῆς περιοχῆς ὄχι μόνον ἔφθιναν ἀλλά καί εἶχαν ἐκτροχιαστεῖ ἀπό τόν προορισμό τους. Αὐτό τόν ἔκανε νά δραστηριοποιηθεῖ καί νά ἀναζητήσει φιλόθεους καί φιλομόναχους κληρικούς καί λαϊκούς τούς ὁποίους προσκάλεσε καί τούς ἀνέθεσε νά ἀναγεννήσουν τό μοναχισμό στή Μητρόπολή του. Πράγματι μέσα σέ σύντομο χρονικό διάστημα, πρῶτα ἡ Μονή Βαρλαάμ καί στή συνέχεια ὅλα τά μοναστήρια τῆς Μητροπόλεως, ἀνδρικά καί γυναικεία, γνώρισαν πνευματική ἄνθιση.
Γιά τήν ἱστορία, ἡγούμενος τῆς Μονῆς Βαρλαάμ τήν περίοδο ἐκείνη ἦταν ὁ πρώην Μητροπολίτης Πειραιῶς κ. Καλλίνικος καί ἀδελφοί τῆς Μονῆς ὁ μακαριστός ᾽Αρχιεπίσκοπος ᾽Αθηνῶν κυρός Χριστόδουλος, ὁ Μητροπολίτης Καλαβρύτων κ. ᾽Αμβρόσιος, ὁ Μητροπολίτης πρώην Κίτρους κ. ᾽Αγαθόνικος, ὁ μακαριστός πνευματικός τῶν Τρικάλων π. Χαρίτων, ὁ εὐλαβής καί ἐνάρετος κληρικός π. Χρυσόστομος, πού σήμερα ἀσκεῖται στό Μετεωρίτικο μονύδριο τοῦ ῾Αγίου ᾽Αντωνίου, ὁ π. Νεκτάριος, σήμερα ἐφημέριος στό ἀντικαρκινικό νοσοκομεῖο ῞Αγιος Σάββας καί ὁ π. ᾽Ισίδωρος, ὁ νέος κτήτορας τῆς Μονῆς Βαρλαάμ, πού εἶναι σήμερα ἡγούμενος τῆς Μονῆς.

Ἡ γενέτειρά του
Ἀνάμεσα σ᾽ αὐτούς πού προσέτρεξαν καί προσετέθησαν στήν παραπάνω συνοδεία ἦταν καί ὁ μοναχός ᾽Αρσένιος. Τόν μακαριστό π. ᾽Αρσένιο τόν γνωρίσαμε στή μονή Βαρλαάμ ὅπου ὁδήγησε τά βήματά του ὁ Θεός.
῾Ο π. Αρσένιος γεννήθηκε στό Βελβίτσιο Πατρῶν τό 1912. Οἱ γονεῖς του ἐπηρεασμένοι ἀπό τό κοσμικό πνεῦμα τοῦ καιροῦ τους ἦταν ἄνθρωποι πού ζοῦσαν μακριά ἀπό τήν ἐκκλησία καί ὡς ἐκ τούτου δέ χαρακτηρίζονταν γιά τήν εὐσέβειά τους. ῾Ο π. ᾽Αρσένιος ὅταν μιλοῦσε γιά τό θέμα αὐτό βούρκωναν τά μάτια του καί καθημερινά γονατιστός ὕψωνε χείρας ἱκέτιδας στό Θεό νά τούς συγχωρήσει καί νά ἀναπαύσει τίς ψυχές τους. Παρ᾽ ὅλο πού τό οἰκογενειακό του περιβάλλον ἦταν ἀντίθεο δύο
ἀδελφές του ἔγιναν μοναχές.
῾Ο ἴδιος ὅταν ἐνηλικιώθηκε κατετάγει στή χωροφυλακή. ῞Οπως γράφει στήν αὐτοβιογραφία του τήν περίοδο ἐκείνη ζοῦσε στήν ἄγνοια καί στό πνευματικό σκοτάδι. ῾Ο Κύριος ὅμως τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς, «ὃς πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» διά μέσου πολλῶν παρεμβάσεών Του τόν ἔσωσε ἀπό θανατηφόρους κινδύνους κι ἐπειδή εἶχε ἐκλεπτυσμένη ψυχή ἦλθε σέ εἰλικρινή μετάνοια.

῾Η κουρά του
῾Η μετάνοια τόν ἔκανε νά ὁδηγήσει τά βήματά του στή μονή Βλαχερνῶν Κυλλήνης ὅπου κατετάγει σά δόκιμος μοναχός. Μετά τή δοκιμασία μέ ἀπόφαση τοῦ ἡγουμένου τῆς μονῆς καί τή συγκατάθεση τῆς ἀδελφότητος ἔλαβε τό 1943 τό ἀγγελικό σχῆμα καί ἀπό ᾽Αντώνιος ὀνομάσθηκε ᾽Αγάπιος μοναχός. Παρ᾽ ὅλο πού ἀγάπησε τή μετάνοιά του λόγοι ἀνεξάρτητοι τῆς θελήσεώς του τόν ἀνάγκασαν μέ πόνο ψυχῆς νά ἀναχωρήσει γιά τό Περιβόλι τῆς Παναγίας καί νά ἐγκατασταθεῖ τό 1945 στή μονή Γρηγορίου.

῾Η μετονομασία του σέ ᾽Αρσένιο
῞Ενα ἀπόγευμα ἔφτασε στό μοναστήρι τοῦ ῾Οσίου Γρηγορίου. ῾Ο ἡγούμενος τῆς μονῆς δέχτηκε νά μείνει στό μοναστήρι καί τοῦ ἀνέθεσε διάφορα διακονήματα τά ὁποία ὑπηρέτησε μέ ὑπακοή καί αὐτοθυσία. Γρήγορα κέρδισε τήν ἀγάπη καί τήν ἐκτίμηση τοῦ ἡγουμένου τῆς μονῆς ἱερομονάχου Βησσαρίωνος καθώς καί τό σεβασμό τῶν συμμοναστῶν του. ῾Ο Γέροντας τῆς Μονῆς καί τό ἡγουμενοσυμβούλιο ἀποφάσισαν νά τόν κάνουν μεγαλόσχημο μοναχό. Πράγματι στίς 29 ᾽Ιουνίου 1946 στό περίλαμπρο καθολικό τῆς μονῆς ἔγινε μεγαλόσχημος μοναχός καί πῆρε τό ὄνομα τοῦ μεγάλου ἀσκητοῦ τῆς ἐρήμου ὁσίου ᾽Αρσενίου.
῾Ο ἡγούμενος κατά τή διάρκεια τῆς κουρᾶς τόν συμβούλεψε νά ἀγωνισθεῖ καί νά προσπαθήσει νά ὁμοιάσει τόν ὅσιο ᾽Αρσένιο καί τοῦ ἐτόνισε ὅτι κάθε φορά πού θά ἔχει δυσκολίες καί πειρασμούς νά καταφεύγει στόν ῞Οσιο ᾽Αρσένιο καθώς καί στούς: ῞Οσιο Γρηγόριο, τόν κτήτορα τῆς μονῆς καί στόν ἅγιο Νικόλαο τόν προστάτη τοῦ μοναστηριοῦ. Αὐτοί, τοῦ ἐτόνισε, θά τόν βοηθοῦν νά βγαίνει νικητής στόν πόλεμό του μέ τόν ἀνθρωποκτόνο διάβολο. ᾽Ακόμα τόν συμβούλεψε ποτέ νά μήν ἀποχωρίζεται τό σχῆμα του καί τοῦ ἐξήγησε τί σημαίνουν αὐτά πού εἶναι κεντημένα ἐπάνω.
-Παιδί μου, εἶπε ὁ ῾Ηγούμενος, ὅποιος γίνεται μεγαλόσχημος μοναχός, φορά¬ει αὐτό τό σχῆμα, πού εἶναι τό σύμβολο τοῦ δεύ¬τερου βαπτίσματος του.
Τό σχῆμα ἔχει κεντημένο πάνω του, με κόκκινη κλωστή, τό Σταυρό,
πάνω στό Γολ¬γοθᾶ (πού παριστάνεται σά βάθρο), τή λόγχη καί τό σπόγγο – σύμβολα τοῦ Πάθους τοῦ Κυρίου μας. Τά γράμματα πού εἶναι κεντημένα πάνω στό μοναχικό σχῆμα συμβολίζουν: Οἱ πρῶτες σειρές ἔχουν εὔκολους συμβολι¬σμούς. ῎Ητοι:
ΤT ΔΦ Τοῦτο τό Σχῆμα Δαίμονες Φρίττουσι. (Δηλαδή, αὐτό τό ἀγγελικό σχῆμα τό τρέμουν οι δαίμονες).
ΡΡ ΔΡ Ρητορικοτέρα Ρημάτων, Δακρύων Ροή (Δηλαδή κι ἀπ᾽ τά πιό περίτεχνα λόγια, ἀξίζουν περισσότερο τά δάκρυα τῆς μετάνοιας, πού δείχνουν ἀληθινή ἀγάπη γιά τό Θεό).
XX XX Χριστός Χριστιανοῖς Χαρίζεται Χάριν (Στούς Χριστιανούς ὁ Χριστός χαρίζει τή χάρη Του).
ΘΘ ΘΘ Θεοῦ Θέα Θεῖον Θαῦμα. (Δηλαδή δέν ὑπάρχει μεγαλύτερο θαῦμα, λαμπρότερη ὀμορφιά, πιό ἀνείπωτη χαρά, ἀπ᾽ τό νά ἀπολαμβάνεις τή θέα τοῦ θεϊ¬κοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ).
ΕΕ ΕΕ ᾽Εωσφόρος Έπεσεν. Εὔρωμεν ᾽Εδέμ. (Δηλαδή ἀπό τόν ἐγωισμό του ὁ ᾽Εωσφόρος, ὁ λαμπρός ἄγγελος, ἔπεσε ἀπό τόν Παράδεισο. ᾽Εμεῖς, ὅμως, ἄς μήν τοῦ μοιάσουμε. ᾽Ελᾶτε νά βροῦμε τήν ᾽Εδέμ, δηλαδή τόν Παράδεισο).
῾Υπάρχει κι ἀκόμα μία ἐξήγηση γι᾽ αὐτά τά σύμβολα: ῾Ελένης Εὔρεση ῾Εβραίων ῎Ελεγχος. (Δηλαδή ἡ ἁγία ῾Ελένη βρῆκε τό Σταυρό. Κι αὐτός ὁ Σταυρός, ἐλέγχει τούς ῾Εβραίους) .
ΦΧ ΦΠ Φῶς Χριστοῦ Φαίνει Πάσι. (Δηλαδή τό φῶς τῆς χάρης τοῦ Χριστοῦ φωτίζει τά πάντα. Φωτίζει ἐμᾶς, τά πλάσματα Του κι ὅλη τήν πλάση).
ΤΚ ΠΓ Τόπος Κρανίου Παράδεισος Γέγονεν. (Δηλαδή ὁ Γολγοθᾶς ἔγινε Παράδεισος. Γιατί ὁ Θάνατος, πέθανε, ἡ ἁμαρτία νικήθηκε, πάνω στό Σταυρό τοῦ Χριστοῦ κι ὅλοι, οὐρανός καί γῆ, πανηγυρίζουν).

Νέοι ἀγῶνες καί μεγάλα παλαίσματα
᾽Αφοῦ ὅλοι οἱ πατέρες τοῦ εὐχήθηκαν «καλό Παράδεισο» ὁ π. ᾽Αρσένιος κλείστηκε στό κελί του καί προσευχήθηκε θερμά στό Θεό, στήν Κυρία Θεοτόκο καί στούς ῾Αγίους προστάτας τῆς Μονῆς νά τόν βοηθήσουν νά πραγμοτοποιήσει τίς ὑποσχέσεις πού ἔδωσε κατά τή διάρκεια τῆς κουρᾶς του.
Νέοι ἀγῶνες καί νέα παλαίσματα τώρα. ῞Οπως λέγουν οἱ συμμοναστές του μετά τό διακόνημά του κλεινόταν στό κελί του κι ἐκεῖ ἔπιανε κουβέντα, προσεύχονταν, μέ τά πιό ἀγαπητά του πρόσωπα, τόν Κύριό μας, τήν Παναγία καί τούς ἁγίους τῆς ἐκκλησίας μας ὄχι μόνο γιά τά δικά του προβλήματα, ἀλλά καί τῶν ἀδελφῶν του. Εἶχε, ἄλλωστε πολλά νά πεῖ μ᾽ Αὐτούς. Πόσοι καί πόσοι πιστοί δέν τόν παρακαλοῦσαν νά
προσευχηθεῖ γι᾽ αὐτούς.
῎Ας δοῦμε πῶς τόν σκιαγραφεῖ ἕνας ἀπό τούς συμμοναστές του: -«῏Ηταν πρᾶος, εἰρηνικός καί γαλήνιος. ῏Ηταν εὐπροσήγορος, ταπεινός καί μειλί-χιος. ῏Ηταν ἁπλός, εὐθύς καί εἰλικρινής. Σπάνια θύμωνε. Σπανιώτατα φώναζε. Ποτέ δέν ὀργιζόταν. Εἶχε καθάριο βλέμμα καί παιδικό, βάδισμα ἀργό καί συνετό, πρόσωπο λαμπερό καί εὐχάριστο, ἀπαύγασμα τῆς ἄδολης ψυχῆς του. Πρῶτος στήν ὑπακοή, πρῶτος στήν ταπείνωση, πρῶ-τος στή μετάνοια. ῞Οσιος, ἄκακος, ἄμεμπτος, ὑπομονετικός, σάν τόν ᾽Ιώβ, καί πρό πάντων, μοναχός “θεομητορικός”, ἀγαπητό παιδί τῆς Παναγίας».

Στήν ῾Αγιομετεωρίτικη πολιτεία
῞Οταν ἀνέλαβε ὡς ἡγούμενος τῆς Μονῆς Βαρλαάμ ὁ π. Καλλίνικος θέλοντας νά βοηθήσει τούς νέους στήν ἡλικία μοναχούς νά προοδεύσουν πνευματικά ζήτησε τή συμπαράσταση δύο γνωστῶν του μοναχῶν, δηλαδή τοῦ π. ᾽Αρσενίου καί τοῦ π. Χαρίτωνος.
Καί οἱ δύο γνωρίζοντας τήν πνευματικότητα, τήν αὐταπάρνηση καί τήν ἀνιδιοτέλειά του ἦλθαν στή Μονή Βαρλαάμ καί προσετέθησαν στά μέλη τῆς ἀδελφότητος. Καί οἱ δυό τους ἔγιναν γιά τούς ὑπάρχοντας μοναχούς πρότυπα καί φωτεινά παραδείγματα.
῾Ο π. ᾽Αρσένιος, ὅπως ἔλεγε, μέ πόνο ψυχῆς ἄφησε τή μετάνοιά του, ἄχρι καιροῦ, κι ἔγινε στυλίτης στή Μονή Βαρλαάμ πού τήν περίοδο ἐκείνη «ἀναγεννιόταν ἀπό τήν τέφρα». Πολύτιμη ἡ παρουσία του μέσα στή νέα ἀδελφότητα. Μέ τήν πείρα, τή σύνεση καί τήν πνευματικότητά του πολύ βοήθησε τούς πατέρας. ῎Εγινε ὑπόδειγμα ἐργατικότητος, ὑπακοῆς καί ταπεινώσεως. Πάντα ἄν καί ἄγρυπνος ὅλη τή νύχτα δέν ἔπαψε νά εἶναι πρῶτος στό καθολικό γιά νά συμμετάσχει στήν πρωινή ἀκολουθία.
᾽Εδῶ στόν ἁγιασμένο αὐτόν χῶρο γνωρίσαμε τό μακαριστό π. ᾽Αρσένιο. Κάθε φορά πού τόν ἐπισκεπτόμασταν πρῶτα ἔτρεχε νά μᾶς φιλέψει λουκούμι καί νερό καί στή συνέχεια ἀφοῦ μάθαινε τά νέα μας μέ λόγους ἀγαθούς μᾶς νουθετοῦσε. Πάντα σέ ὅλους ἔλεγε, ὅτι ἄν θέλουν νά πᾶνε κοντά στό Θεό πρέπει νά ἔχουν, ὅπως καί οἱ μοναχοί, μνήμη θανάτου καί ὅτι ἡ ταπείνωση εἶναι τό κλειδί πού ἀνοίγει τόν Παράδεισο. ῎Εφερνε δέ σάν παράδειγμα τούς κτήτορες τῆς Μονῆς ῾Οσίους Νεκτάριο καί Θεοφάνη πού ἄν καί κατάγονταν ἀπό ἀρχοντική καί πλούσια οἰκογένεια ταπεινώθηκαν πολύ σέ τούτη τή ζωή κι ὁ Θεός τούς ἀνύψωσε πολύ στή Βασιλεία Του.
῞Οσους τόν ἐπισκέπτονταν τούς συμβούλευε τά προβλήματά τους νά τά ἐναποθέτουν στήν Παναγία, τήν ὁποία ἰδιαίτερα εὐλαβοῦνταν, διότι πολλές φορές ἐπενέβει στή ζωή του καί τόν ἔσωσε ἀπό τίς παγίδες τοῦ
νοητοῦ δράκοντα.
Στούς συμμοναστές του ἔλεγε: «ὅποιος δέν κεντηθεῖ στήν καρδιά του ἀπό ἀγάπη καί γλυκασμό πρός τήν ἁγνή Παρθένο, θά βρεῖ πολύ κου-ραστική τή μοναχική ζωή καί θά στραφεῖ στόν κόσμο. ῞Οποιος ὅμως τήν ἀγαπήσει, θά αἰσθανθεῖ τόν παράδεισο ἀπό τώρα. Μαζί μέ τόν ὑμνωδό συχνά ἔλεγε ὁ μακάριος: «Σύ τῆς ἐμῆς καρδίας τό ἀγαλλίαμα, Θεοτόκε, σύ μοῦ τό κραταίωμα, σύ μοῦ τό καύχημα καί τό φῶς, σύ μου θυμηδία, σύ δόξα καί ἐγκαλλώπισμα, ζωή, πνοή, γλυκύτης, ἡδονή, εὐφροσύνη καί χαρά καί τρυφῆς ἡ ἀπόλαυσις».
῾Ο παράδελφός του π. ᾽Ισίδωρος πού ἀσκεῖται καί εἶναι ἡγούμενος στή Μονή Βαρλαάμ μᾶς εἶπε γιά τόν π. ᾽Αρσένιο τά παρακάτω: -«῾Ο π. ᾽Αρσένιος ἀντλοῦσε δύναμη καί κουράγιο γιά νά ἀνταπεξέλθει στά μοναχικά του καθήκοντα ἀπό τή συχνή Θεία Κοινωνία. Κοινωνοῦσε τακτικά. ᾽Ενθυμοῦμαι ὅτι μιά φορά πού ἔπαθε ἐγκεφαλικό φώναζε: -Πέστε στόν παπά νά μέ Κοινωνίσει, φοβούμενος μή φύγει ἀπό τόν κόσμο τοῦτο χωρίς τό ἐφόδιο τῆς ἀθανασίας.
῾Ο γερω-᾽Αρσένιος ἔπαιρνε καθημερινά πολλά γράμματα ἀπό ἀνθρώπους πού τόν γνώριζαν καί οἱ ὁποίοι τοῦ ζητοῦσαν, συνήθως νά προσευχηθεῖ γι᾽ αὐτούς. Αὐτός πάντα διάβαζε τίς ἐπιστολές καί καθημερινά γονάτιζε μπροστά στίς εἰκόνες καί στά ἅγια λείψανα τῆς Μονῆς καί ὕψωνε χείρας ἱκέτιδας καί ζητοῦσε μέ δάκρυα στά μάτια ἀπό τό Θεό καί τούς ῾Αγίους νά ἐπέμβουν καί νά δώσουν λύση στά προβλήματα τῶν ἀνθρώπων. ῾Ο π. ᾽Αρσένιος τούς θυμῶταν ὅλους καί τή λύση τῶν προβλημάτων τους τήν ἀνέθετε στόν Οὐρανό.
῎Ελεγε στούς πατέρες τῆς μονῆς: -πάω στήν οἰκογένειά μου, ἐννοῶντας τίς εἰκόνες πού εἶχε στό κελί του τίς ὁποῖες καθημερινά θυμίαζε καί ἀσπάζονταν, πάω νά μιλήσω μέ τούς ἀδελφούς μας.
Σέ ὅλες τίς ἐργασίες καί τά διακονήματα τῆς Μονῆς ἦταν πάντα πρῶτος. Δέν τόν ἀκούσαμε ποτέ νά πεῖ κουράστηκα. Συγχρόνως μέ τήν ἐργασία του προσεύχονταν, ἔλεγε τήν εὐχή.
῾Ο π. ᾽Αρσένιος ἦταν μοναχός ὑπακοῆς. Ποτέ δέν τόν εἴδαμε ἤ δέν τόν ἀκούσαμε νά γογγύσει. ῞Οτι ἔλεγε ὁ γέροντας τῆς Μονῆς, ἦταν γι᾽ αὐτόν
ὑποχρέωση καί καθῆκον. Τό ὅτι ἦταν μοναχός ὑπακοῆς φαίνεται κι ἀπό τοῦτο τό γεγονός: Τήν περίοδο ἐκείνη στό μοναστήρι μας γινόταν πολλά ἀναστηλωτικά ἔργα καί τά μπάζα τά πετούσαμε στό χῶρο πού ὑπάρχει πίσω ἀπό τό Καθολικό. ῾Ο π. Καλλίνικος γιά νά πρασινίσει ὁ βράχος ἔφερε μερικά κυπαρίσσια καί εἶπε νά τά φυτέψουμε πίσω ἀπό τό Καθολικό. ᾽Εμεῖς οἱ νέοι μοναχοί, ὅταν ἀκούσαμε αὐτό, εἴπαμε: -εἶναι δυνατόν νά πιάσουν τά κυπαρίσσια στό χῶρο αὐτό πού ἔχει ὅλο μπάζα καί ἐλάχιστο χῶμα; Τούς ἐνδιασμούς μας τούς ἄκουσε ὁ γερω-᾽Αρσένιος καί μᾶς εἶπε: -Ξεχάσατε, ὅτι μία ἀπό τίς ἀρετές τοῦ μοναχοῦ εἶναι ἡ ὑπακοή στό Γέροντα; Γιατί ἀμφιβάλλετε ὅτι θά πιάσουν; ᾽Αφοῦ εἶπε τά παραπάνω λόγια πῆρε τό λισγάρι κι ἔφτιαξε τήν πρώτη λακκούβα ὅπου φύτεψε ἕνα ἀπό τά κυπαρίσσια. Στή συνέχεια φυτέψαμε κι ἐμεῖς τά ὑπόλοιπα. Τά κυπαρίσσια ὄχι μόνον ἔπιασαν ἀλλά ψήλωσαν τόσο πολύ πού φοβηθήκαμε μήπως μέ κάποιο δυνατό ἀέρα σπάσουν καί κάνουν ἀνεπανόρθωτη ζημιά στό Καθολικό καί τά κόψαμε, ἐκτός ἀπό ἕνα πού τό ὀνομάζουμε μέχρι σήμερα «Τό κυπαρίσσι τῆς ὑπακοῆς».
῾Ο Γέροντας ᾽Ισίδωρος τελείωσε τίς ἐνθυμήσεις του μέ τά παρακάτω: -ὅταν π. ᾽Αρσένιος ἐπέστρεψε στή Μονή Γρηγορίου τοῦ ζητήσαμε νά ξαναέλθει στό μοναστήρι ἀλλ᾽ αὐτός πάντα ἀρνοῦνταν ὄχι γιατί δέ μᾶς ἀγαποῦσε ἀλλά γιατί φοβόταν μήπως πεθάνει ἐκτός ῾Αγίου ῎Ορους. ῾Ο π. ᾽Αρσένιος πολύ μᾶς ὠφέλησε καί μᾶς δίδαξε κατά τήν ἐδῶ παραμονή του. Πάντα τόν θυμούμεθα καί τόν μνημονεύουμε στίς προσευχές καί τίς ἀκολουθίες μας».

Καί πάλι στόν ῎Αθωνα
Δεκατρία χρόνια ἀσκήτεψε στό στύλο τοῦ Βαρλαάμ. Μέ τήν εὐχή τῶν πατέρων ἀνεχώρησε γιά τόν προσφιλή του ῎Αθωνα. Στήν ἀρχή, τό 1974, μόνασε σέ κελί τῆς Νέας Σκήτης καί τό 1975 πῆγε στή μονή Γρηγορίου στήν ὁποία ἦταν ἡγούμενος ὁ μακαριστός ᾽Αρχιμανδρίτης π. Γεώργιος Καψάνης. Οἱ πατέρες μέ μεγάλη χαρά τόν δέχτηκαν καί προσπαθοῦσαν νά κάνουν τό κάθε τί πού θά διευκόλυνε τήν πνευματική του ζωή.
᾽Από τίς πρῶτες κιόλας ἡμέρες κατάλαβαν ὅτι ὁ γερω-᾽Αρσένιος ἦταν τώρα ἕνας μεστωμένος πνευματικά μοναχός καί γι᾽ αὐτό προσπαθοῦσαν νά τόν συναντήσουν καί νά τρυγήσουν ἀπό τήν πατερική σοφία του. Κι αὐτός πάντα κάτι εἶχε ὠφέλιμο νά τούς πεῖ. Στούς πατέρες πάντα τόνιζε τήν ἀξία καί τή δύναμη τῆς προσευχῆς. ῎Ελεγε: «γιά νά εἶναι εὐάρεστη ἡ προσευχή μας στό Θεό, θά πρέπει νά μήν ἔχουμε τίποτε κατά κανενός. Μή ξεχνᾶτε τόν κανόνα σας. Μή λησμονεῖτε ποτέ τήν εὐχή». Τούς νέους μοναχούς τούς νουθετοῦσε μέ τό λόγο του καί μέ τό παράδειγμά του. Τούς προέτρεπε νά προκόπτουν στίς ἀρετές γιατί ἔτσι θά βοηθοῦν τούς προσκυνητές καλύτερα, παρά μέ τά λόγια τους. «῎Εργα, παράδειγμα καί θεάρεστη πολιτεία ζητᾶ ὁ κόσμος ἀπό μᾶς», ἔλεγε. ᾽Επίσης ἔλεγε: «῞Οταν θά πᾶμε στόν παράδεισο ἔχουμε νά δοῦμε ἐκεῖ τρεῖς ἐκπλήξεις: Πρῶτα- πρῶτα θά ἀναρωτηθοῦμε: ἐγώ στόν παράδεισο; Δεύτερον, θά βροῦμε ἀνθρώπους πού δέν ἐλπίζαμε νά τούς δοῦμε. Καί τρίτον, δέ θά δοῦμε ἄλλους πού περιμέναμε νά δοῦμε».
Τόν γέροντα τόν γοή¬τευε ἡ θεία λατρεία γι᾽ αὐτό κι ὅταν ἦταν ἄρρωστος ἀλλά κι ἀργότερα πού μεγάλωσε στήν ἡλικία μέ τή βοήθεια τοῦ μπαστουνιοῦ του πήγαινε στό ναό γιά μή χάσει, ὅπως ἔλεγε, τή χάρη τοῦ Θεοῦ.
Μιά μέρα ἕνας νέος μοναχός τόν ρώτησε: -Τί συμβουλές ἀφήνετε σ᾿ ἐμᾶς τούς νεωτέρους, πρίν ἀναχωρήσετε ἀπό τήν παροῦσα ζωή;
-Τί νά σοῦ εἰπῶ, ἀδελφέ μου. Ἔχω πικράν πεῖραν καί μεγάλες ἐμπειρίες ὅτι οἱ συμβουλές δέν πιάνουν. ῞Οταν μᾶς πιάνουν λογισμοί, δέν ἀκοῦμε τότε καμμία συμβουλή. Μόνο νά παρακαλοῦμε ἡ Θεία Χάρη νά μᾶς βοηθεῖ καί νά μᾶς ἑτοιμάζει γιά τό ταξίδι ὅλων μας πρός τή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
Οἱ συμβουλές, ἀδελφέ, ὁμοιάζουν μέ τά ξερά χώματα, τά ὁποῖα δέν κολλοῦν στόν τοῖχο. Δέ μπορῶ νά δώσω γενικές συμβουλές, διότι οἱ ἄνθρωποι διαφέρουν στά πνευματικά τους μέτρα. ῾Ο Θεός θά σᾶς διδάξει καί θά σᾶς γυμνάσει μέ τόν τρόπο πού Ἐκεῖνος ξέρει. Φυλάγομαι, δέν δίνω συμβουλές, διότι δέν πιάνουν. Αὐτό μ᾿ ἔχει διδάξει ἡ πεῖρα. Ὁ ἄνθρωπος ὁμοιάζει μέ τίς καιρικές συνθῆκες. Σήμερα εἶναι γαλήνη καί σέ λίγο ἔρχεται συννεφιά, θαλασσοταραχή, ἀστραπές καί βροντές. Ἔτσι κι ὁ ἄνθρωπος, μεταβάλλεται ξαφνικά. Ἀπό τή χαρά μεταπίπτει στή λύπη καί δέν θυμᾶται τή χαρά πού ἔζησε χθές.
῞Ενας συμμοναστής του μᾶς εἶπε: -῞Οταν γέρασε ὁ Γέρω-᾽Αρσένιος καθόταν στό κελί του σέ μία καρέκλα καί ἔλεγε τήν εὐχή στραμμένος πρός τίς εἰκόνες. Μιά μέρα ἦταν πολύ χαρούμενος καί εἶπε σέ συμμοναστή του: «῎Εχει μία χαρά ἡ ψυχή μου, τρέλα χαρᾶς, τώρα πού θά φύγω ἀπ᾽ αὐτόν τόν κόσμο».
Τήν ἄλλη μέρα ὅμως ἦταν κατηφής καί στενοχωρημένος. -Τί ἔχεις, π. ᾽Αρσένιε; τόν ρώτησε ὁ ἴδιος μοναχός.
-Τί νά σοῦ πῶ! Κοιτάζω τίς εἰκόνες καί γυρνάει ἡ Μαννούλα (Παναγία) τό πρόσωπό της ἀλλοῦ, δέ θέλει νά μέ δεῖ, τό ἴδιο κι ὁ Χριστός κι ὁ ῞Αγιος Νικόλαος… Μά τί σᾶς ἔφταιξα; τούς λέω.
Αὐτό κράτησε γιά 3 - 4 ἡμέρες ἀκόμα. ῞Ομως τήν Πέμπτη ὁ π. ᾽Αρσένιος ἦταν πάλι χαρούμενος, κατενυγμένος, δακρυσμένος καί ἐξήγησε τήν ἀλλαγή του: -῎Αρχισα νά ψάχνω τί φταίει. Καί σκέφτηκα μήπως ἐκεῖνος ὁ λόγος πού εἶπα ὅτι ἔχει μία χαρά ἡ ψυχή μου πού θά φύγει ἀπό τόν κόσμο, μήπως αὐτό εἶναι ὑπερηφάνεια; Κι ἄρχισα νά λέω: «Χριστέ μου, κι αὐτό δικό σου εἶναι, ἐγώ εἶμαι ἕνας βρωμιάρης. Κι ἄν αἰσθάνομαι ἔτσι ἐσύ μοῦ ἔδωσες αὐτό τό αἴσθημα, δέν εἶναι δικό μου».
Μέ τήν αὐτομεμψία του ταπεινώθηκε καί τήν ἄλλη ἡμέρα εἶπε ὅτι ὅλες οἱ εἰκόνες τόν κοιτοῦσαν μέ ὁλάνυχτα τά μάτια.

῾Η ἔξοδός του
῾Ο π. ᾽Αρσένιος ἀγαποῦσε καί εὐλαβεῖτο πάρα πολύ τήν Παναγία γιατί τόν ἔσωσε ἀπό τούς Γερμανούς καί τόν βοήθησε πολλές φορές. Τήν ἀποκαλοῦσε «Μαννούλα» κι ὅταν ἔφευγε ἀπό τό Μοναστήρι, μᾶς εἶπε ἕνας ἀπό τούς πατέρες τῆς Μονῆς, γιά διακονία, ἔπαιρνε πάντα μαζί του μιά παλιά εἰκόνα της.
Κάποτε ἔπαθε ἐγκεφαλικό. Στό κελί του ἦταν κοντά του μερικοί πατέρες
καί ὁ ἡγούμενος, ὁ ὁποῖος τόν ρωτοῦσε ἄν εἶχε δεῖ τήν Παναγία. Στήν κατάσταση πού ἦταν δέ μποροῦσε νά ἀποκρύψει τίποτε καί ἀπάντησε ὅτι τή βλέπει.
-Στήν ᾽Εκκλησία ἤ στό κελί σου;. τόν ρώτησε πάλι ὁ ἡγούμενος, κι αὐτός ἀπάντησε: -Καί στήν ᾽Εκκλησία καί στό κελί μου.
Πρίν τήν κοίμησή του, στίς 16.1.1991, ὑπέμεινε δίχως κανένα παράπονο
καί γογγυσμό τίς ἀσθένειες πού ἐπέτρεψε ὁ Θεός νά ἔρθουν, γιά νά τόν δοκιμάσει. ῎Εφυγε ἀπό τό μάταιο τοῦτο κόσμο γιά τήν ποθεινή πατρίδα, πού τόσο ποθοῦσε καί πού πολύ ἀγωνίστηκε νά κατακτήσει, τήν ὥρα τοῦ ἑσπερινοῦ τῆς μνήμης τοῦ ῾Αγίου ᾽Αντωνίου τοῦ Μεγάλου, τοῦ ἁγίου πού ἔλαβε τό ὄνομα στήν κολυμβήθρα.
῾Η ἐξόδιος ἀκολουθία ἔγινε μέ τή συμμετοχή ὄχι μόνον τῶν πατέρων τῆς μονῆς ἀλλά καί πολλῶν ἄλλων μοναχῶν πού ἦλθαν ἀπό τά ἄλλα ἁγιορείτικα μοναστήρια καθώς κι ἀπό τίς Σκῆτες.

Συμμοναστές του τόν σκιαγραφοῦν
῞Ενας Γρηγοριάτης μοναχός εἶπε: -῾Ο μακαριστός π. ᾽Αρσένιος ἀγαποῦσε πολύ τό Θεό, τήν Παναγία καί τούς συναθρώπους του. Εἶχε φόβο Θεοῦ, ἀληθινή καί ἀταλάντευτη πίστη, θερμή προσευχή, πλήρη ἐμπιστοσύνη στό Θεό, εἰλικρινή ταπείνωση, ἀφελότητα καρδίας, φεγγοβολοῦσε ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ καί ποθοῦσε τόν παράδεισο ὁλόψυχα. Στίς συναντήσεις μᾶς μιλοῦσε γιά θαύματα, μετάνοια, ταπείνωση καί προσευχή.
Κι ἕνας ἄλλος σημείωσε: -῾Η ζωή του, κύλησε μέσα σέ πολλά θεία ὁράματα, πού τά ἑρμήνευε ἁπλᾶ καί ταπεινά. Εἶχε ζωηρή τή μνήμη τοῦ θανάτου στήν ψυχή του. Εἶχε πιάσει φιλία μέ τούς ἁγίους, τούς ὁποίους παρακαλοῦσε νά τόν συνδράμουν σέ διάφορα προβλήματά του, ὅπως καί πράγματι ἔκαναν. Οἱ θεῖες παρηγοριές τόν ἐνίσχυαν συχνά στόν ἀγωνιστικό του δρόμο. ῎Εγραφε στά τετράδιά του πώς ὅποιος δέν κεντηθεῖ στήν καρδιά του ἀπό ἀγάπη καί γλυκασμό πρός τήν ἁγνή Παρθένο, θά βρεῖ κουραστική τήν μοναχική (καί, ἐν γένει, τή χριστιανική) ζωή καί θά στραφεῖ πρός τόν κόσμο. ῞Οποιος ὅμως τήν ἀγαπήσει, θά αἰσθανθεῖ τόν παράδεισο ἀπό τώρα. ῾Ο ἴδιος φεγγοβολοῦσε ἀπό Χάρη Θεοῦ, ποθοῦσε τόν Παράδεισο. Νά ἔχουμε τήν εὐχή του».


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ