mesenikolitesτοῦ κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου

Στό νότιο μέρος τῆς χερσονήσου τοῦ ῎Αθω βρίσκεται ἡ σκήτη τῆς ῾Αγίας Τριάδος ἤ τά Καυσοκαλύβια, ὅπως εἶναι γνωστή. Στά Καυσοκαλύβια ἀσκήθηκαν μεγάλοι καί 

φημισμένοι ἀσκητές πού ἀποτέλεσαν πρότυπα γιά πολλούς ἄλλους μοναχούς. ᾽Εδώ ἀσκήθηκαν οἱ: ῞Οσιος Μάξιμος ὁ Καυσοκαλυβίτης, ὁ ὁποῖος ἔδωσε καί τό ὄνομα στή σκήτη, ὁ ῞Οσιος ᾽Ακάκιος καί πολλοί ἄλλοι ἅγιοι τῆς ᾽Εκκλησίας μας.

Οἱ Μεσενικολίτες αὐτάδελφοι

   ᾽Ανάμεσα στούς πατέρες πού ἀσκήθηκαν στήν περιοχή εἶναι καί οἱ Μεσενικολίτες αὐτάδελφοι π. Παντελεήμων ὁ πνευματικός καί π. ᾽Ιωαννίκιος ὁ    

       Τό Κυριακό τῆς Σκήτης         ἱερομόναχος.  Πληροφορίες  γιά  τή  ζωή  τους  ἀντλοῦμε ἀπό τρεῖς πηγές,  ἤτοι: 1ον) ᾽Από τό βιβλίο «᾽Ασκητικές Μορφές καί διηγήσεις ἀπό τόν ῎Αθω» τοῦ π. Μαξίμου Καυσοκαλυβίτη. 2ον) ᾽Από τό βιβλίο «Βίος καί λόγοι» ῾Οσίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου. 3ον) ᾽Από τήν αὐτοβιογραφία τοῦ μακαριστοῦ Μεσενικολίτου καθηγουμένου Γαβριήλ Διονυσιάτου.

   ῎Ας δοῦμε τά βιογραφικά τοῦ καθενός, ὅπως ἀναγράφονται στίς πηγές πού προαναφέραμε.

   Στό κεφάλαιο «ἱερομόναχος Παντελεήμων» τοῦ βιβλίου «᾽Ασκητικές Μορφές καί διηγήσεις ἀπό τόν ῎Αθω» ὁ συγγραφέας του π. Μάξιμος Καυσοκαλυβίτης γράφει ὅτι:  «ὁ ἱερομόναχος Παντελεήμων καταγόταν ἀπό τό χωριό Σαμαρίνα τῶν Ζαγορίων τῆς ᾽Ηπείρου, ἀλλά σέ μικρή ἡλικία μετῴκισε μέ τούς γονεῖς του στήν Καρδίτσα τῆς Θεσσαλίας».

   Αὐτό μπορεῖ νά ἀληθεύει διότι τήν περίοδο ἐκείνοι οἱ σκλαβωμένοι ῞Ελληνες πολλές φορές ἐγκατέλειπαν τόν τόπο καταγωγῆς τους καί πήγαιναν σέ ἄλλα μέρη νά κατοικήσουν, κυρίως σέ ὀρεινές περιοχές γιά νά ἀποφύγουν τά μαρτύρια πού τούς ὑπέβαλαν οἱ κατακτητές ἤ γιά νά ἐργαστοῦν. Οἱ κάτοικοι τῶν Ζαγορίων φημίζονται ὡς καλοί «πετράδες», οἰκοδόμοι, καί πήγαιναν σέ διάφορα μέρη γιά νά ἐργαστοῦν. Αὐτό μπορεῖ νά συνέβει καί μέ τούς γονεῖς τῶν πατέρων Παντελεήμονος καί ᾽Ιωαννικίου. Οἱ γονεῖς τους θά ἐγκαταστάθηκαν στό κεφαλοχώρι τοῦ νομοῦ Καρδίτσας, τό Μεσενικόλα, γιά νά ἐργαστοῦν.  

   ᾽Από ἔρευνα πού κάναμε διαπιστώσαμε ὅτι δυό οἰκογένειες πού κατοικοῦν στό Μεσενικόλα ἔχουν τήν καταγωγή τους ἀπό τήν ῎Ηπειρο.

   Στό βιβλίο «Βίος καί λόγοι» ῾Οσίου Πορφυρίου σελ. 71 διαβάζουμε: «Οἱ γέροντες ἦταν ἱερεῖς κι οἱ δύο. ῏Ηταν ἀπ᾽ τά μέρη τῆς Καρδίτσας. ᾽Από ἕνα χωριό, πού εἶναι ψηλά. Κάπως τό λένε τό χωριό. ῎Εχει ἀξία νά τό θυμηθοῦμε... Τό θυμήθηκα! Εἶναι τό χωριό Μεσενικόλας Καρδίτσας. ᾽Από ᾽κεῖ εἶχα τή βελέντζα μου, πού κοιμόμουν μέχρι πρόσφατα».  

   ῾Ο ἀείμνηστος π. Γαβριήλ Διονυσιάτης σημειώνει: «῞Οτε ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἔνευσεν εἰς τήν καρδίαν μου ἵνα ἔλθω εἰς τόν εὐλογημένον τοῦτον τόπον τῆς ἡσυχίας καί προσευχῆς, ἦτο Φεβρουάριος τοῦ σωτηρίου ἔτους 1910˙ ὁ πόθος μου ἦτο νά μεταβῶ εἰς τήν Σκήτην τῶν Καυσοκαλυβίων, ὅπου ἤσκησεν ὁ συντοπίτης μου ῞Οσιος ᾽Ακάκιος καί ὅπου ἐμόναζον καί μονάζωσιν εἰσέτι δύο αὐτάδελφοι ἱερομόναχοι συμπολίται μου, ὧν ὁ πνευματικός Παντελεήμων (Γέροντας τοῦ ῾Οσίου Πορφυρίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου), ὁσιώτατος καί εἰς ἄκρον ἐνάρετος, εἶναι καί ὁ πρεσβύτερος ἴσως τῶν ἐπιζώντων ἁγιορειτῶν ἤδη 103 ἐτῶν γέροντας».

Ιερομόναχος π. Παντελεήμων ὁ πνευματικός.

   Στό Μεσενικόλα γεννήθηκε τό 1860 ὁ ἱερομόναχος Παντελεήμων. ᾽Από τούς εὐσεβεῖς γονεῖς του ἔμαθε νά ἀγαπάει τό Θεό καί τήν ᾽Εκκλησία Του. Γρήγορα μέσα του ἄναψε ὁ πόθος τῆς ὁλοκληρωτικῆς του ἀφιερώσεως στό Θεό καί γι᾽ αὐτό τό 1885 ἐγκατέλειψε τούς γονεῖς του καί πῆγε στό Περιβόλι τῆς Παναγίας γιά νά μονάσει. ῞Οταν ἔφτασε στό Ορος πῆγε γιά προσκύνημα σέ μοναστήρια καί σκῆτες ὅπου πληροφορήθηκε γιά τόν διάσημο γέροντα Νικήτα πού ἀσκοῦνταν στό Φιλοθεΐτικο κελί τοῦ ῾Αγίου Δημητρίου καί πῆγε κοντά του νά μονάσει. ᾽Εδῶ διδάχθηκε τή νοερά προσευχή καί τό πῶς θά βγαίνει νικητής στόν πόλεμο πού ἔχει νά κάνει μέ τό μισόκαλο διάβολο. ῾Ο γερο-Νικήτας βλέποντας τήν τελεία ὑπακοή καί αὐταπάρνηση τοῦ ὑποτακτικοῦ του ἀποφάσισε νά τόν κάνει μοναχό. ῎Ετσι τό 1887 ἔγινε ἡ κουρά του καί ὁ Παντελεήμων ἐνδύθηκε τό μοναχικό τριβώνιο. Νέοι ἀγῶνες τώρα καί μεγάλα πνευματικά παλαίσματα τόν περίμεναν. Μέ τήν εὐχή τοῦ γέροντά του προχώρησε στήν ἀσκηση καί στήν ἀρετή. Τό 1890 ὁ γερο-Νικήτας βλέποντας τήν ἁγιότητα τοῦ βίου του ἀποφάσισε νά χειροτονηθεῖ Διάκονος καί στή συνέχεια ἱερέας.

   ῾Ο π. Παντελεήμων μή ἀντέχοντας τή σκληρή ζωή τοῦ κελιώτου, ἐπειδή ἦταν ἀσθενικῆς κράσεως, μέ τήν ἄδεια καί τήν εὐλογία τοῦ γέροντά του ἔφυγε ἀπό τό κελί τοῦ ῾Αγίου Δημητρίου καί κοινοβίασε στή Μονή Φιλοθέου γιά μεγάλο χρονικό διάστημα, ὅπου εἶχε τά καθήκοντα τοῦ ἐφημερίου.

   ᾽Αργότερα ἄναψε μέσα του ἡ ἐπιθυμία νά πάει γιά προσκύνημα στούς ῾Αγίους Τόπους. Πράγματι μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ καί τίς εὐχές τῶν Φιλοθεϊτῶν πατέρων πῆγε στά ῾Ιεροσόλυμα ὅπου παρέμεινε γιά ἕνα ἔτος. Οἱ ῾Αγιοταφίτες βλέποντας τό ἀκέραιο τοῦ χαρακτήρα του καί ἀναγνωρίζοντας ὅτι εἶναι καλλίφωνος τόν διόρισαν ὡς ἀριστερό ψάλτη στόν πανίερο ναό τῆς ᾽Αναστάσεως. ᾽Από τή θέση του αὐτή βοήθησε πολλούς πατέρες καί προσκυνητές νά πλησιάσουν πιό πολύ τόν Κύριό μας.

   ῾Η νοσταλγία τοῦ ῎Αθωνα δέν τόν ἄφηνε νά «ἡσυχάσει» γι᾽ αὐτό ἔπέστρεψε ἐκεῖ καί ἐγκαταστάθηκε στό ἡσυχαστήριο τοῦ ῾Αγίου Παντελεήμονος τῆς Σκήτης τῆς ῾Αγίας ῎Αννης. Στή συνέχεια γιά περισσότερη ἡσυχία ἦλθε στήν Κερασιά ὅπου ἀσκοῦνταν σέ μιά καλύβα πού ἦταν κάτω ἀπό τό κελί τοῦ ῾Αγίου ᾽Ιωάννου τοῦ Θεολόγου. ᾽Εδώ τόν βρῆκε ὁ ἀδελφός του ᾽Ιωάννης, πού ἦλθε κι αὐτός νά μονάσει. ᾽Επειδή ἡ ζωή στήν καλύβα τους ἦταν πολύ δύσκολη κατέβηκαν στή Σκήτη τῶν Καυσοκαλυβίων,  ὅπου ἀγόρασαν τό κατεστραμένο ἀπό τό μεγάλο σεισμό τοῦ 1905 κελί τοῦ ῾Αγίου Γεωργίου τό ὁποῖο μέ προσωπική ἐργασία καί πολλές θυσίες ἀνακαίνισαν. ῎Εκτισαν καί ναό πρός τιμήν τοῦ ῾Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου. Στήν εἰκόνα πού ὑπάρχει στό τέμπλο τοῦ ναοῦ ὁ ῞Αγιος Γεώργιος εἰκονίζεται ἔφιππος σέ μαῦρο ἄλογο. ῎Ισως εἶναι ἡ μοναδική εἰκόνα πού ὁ ἅγιος Γεώργιος ἱππεύει σέ μαῦρο ἄλογο.

      ᾽Επειδή δέ σώζεται φωτογραφία του ἄς δοῦμε πῶς μᾶς τόν περιγράφει ὁ ὑποτακτι-

κός του ῞Οσιος Πορφύριος. Διαβάζουμε στό βιβλίο «Βίος καί λόγοι» σελ. 60 «᾽Εκεῖ πού ἤμουνα, στό καράβι, τούς ἔβλεπα ὅλους πού περνοῦσαν. Σέ μιά στιγμή ἀνέβηκε ἕνας ψηλός γέρος, σεβάσμιος, μέ μακριά γενειάδα, φορτωμένος τά δισάκια του». Στή σελίδα 63 διαβάζουμε: «Τό χέρι τοῦ Θεοῦ μ᾽ ἔφερε στά χέρια ἑνός ἁγίου γέροντα καί πνευματικοῦ, πού αὐτός θά μέ προστάτευε. ῾Ο Θεός τόν εἶχε στείλει, κι αὐτός ὁ γέροντας μέ ἔσωσε».  

   Λόγω τῆς μεγάλης του ἀρετῆς ὁ παπα-Παντελεήμων μέ ἀπόφαση τῶν πατέρων τῆς σκήτης ὁρίσθηκε πολλές φορές Δικαῖος καί ἔφερε σέ πέρας ἀλλεπάληλες ἀποστολές πού τοῦ ἀνέθεσαν. ᾽Ακόμα, πάνω ἀπό ἑξήντα χρόνια, ἀνέπαυσε πνευματικά ὄχι μόνον τούς πατέρες τῆς Σκήτης ἀλλά καί πολλούς προσκυνητές.

   ῾Ο Θεός στίς 3 ᾽Ιουλίου τοῦ 1952 ἡμέρα Τετάρτη τόν κάλεσε κοντά Του γιά νά τόν ξεκουράσει.

   ῾Ο π. Μάξιμος κλείνει τή βιογραφία του: «᾽Απῆλθε στίς αἰώνιες μονές ἀφήνοντας μνήμη ἀγαθή τῆς πραότητος, τῆς ἐγκρατείας καί τῶν λοιπῶν ἀρετῶν του».   

῾Ο ῾Ιερομόναχος π. ᾽Ιωαννίκιος

   Τό 1897 ὁ π. Παντελεήμων ἐνῶ ἀσκήτευε στό κερασιώτικο κελί τοῦ ῾Αγίου ᾽Ιωάννου τοῦ Θεολόγου δέχθηκε τήν ἐπίσκεψη τοῦ κατά σάρκα ἀδελφοῦ του ᾽Ιωάννου. ᾽Ασφαλῶς ἡ συνάντηση θά ἔγινε μέσα σέ κλίμα μεγάλης συγκίνησης ἡ ὁποία θά μεγάλωσε ἀκόμα περισσότερο ὅταν ἔμαθε τό σκοπό τῆς ἐπισκέψεως, ὅτι δηλαδή ὁ ἀδελφός του ἦλθε γιά νά μονάσει κοντά του.

   ῾Ο π. ᾽Ιωαννίκιος, κατά κόσμον ᾽Ιωάννης, γεννήθηκε τό 1875 στό Μεσενικόλα  καί σέ ἡλικία 22 ἐτῶν, τό 1897, ἐγκατέλειψε τούς γονεῖς του καί ἦρθε στόν ῎Αθωνα νά συναντήσει τόν ἀδελφό του πού ἀσκοῦνταν στήν Κερασιά. Στό χῶρο αὐτό ὑποτάχτηκε στόν ἀδελφό του καί μετά ἀπό ἕνα χρόνο δοκιμασίας, τό 1898, ἔγινε μοναχός καί πῆρε τό ὄνομα ᾽Ιωαννίκιος. Νέοι ἀγῶνες καί νέες προσπάθειες γιά τήν τελείωση τοῦ ἑαυτοῦ του καί τόν ἐξαγιασμό του ἄρχισαν˙ ἀγῶνες πού δέ σταματοῦν ποτέ, γιατί ὁ ἐχθρός τῆς ψυχῆς δέν κοιμᾶται καθόλου, ἀλλά συνεχῶς ἐπιτίθεται γιά νά ρίξει τήν κορωνίδα τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ, τόν ἄνθρωπο, στήν ἁμαρτία. ῾Ο ᾽Ιωαννίκιος μέ τήν εὐχή τοῦ γέροντά του καί τόν προσωπικό του ἀγῶνα προχώρησε στήν ἀρετή καί τήν ἁγιότητα κι ὁ Θεός τόν ἀξίωσε νά γίνει καί ὑπηρέτης τῶν μυστηρίων Του. Τό 1904 τόν ἀξίωσε ὁ Θεός νά γίνει διάκονος καί ἀργότερα πρεσβύτερος. Τώρα σάν ἱερομόναχος δέν ὑπηρέτησε μόνον τό κελί του ἀλλά καί ὅλη τή σκήτη τῶν Καυσοκαλυβίων.   

   Μέ μεγάλη χαρά οἱ πατέρες Παντελεήμων καί ᾽Ιωαννίκιος δέχτηκαν στή συνοδεία τους ὡς δόκιμον καί ἀργότερο ὡς μοναχόν τό νεαρό στήν ἡλικία, Εὐάγγελο Μπαϊρακτάρη, τό γνωστό σέ ὅλους μας ῞Οσιο Πορφύριο τόν Καυσοκαλυβίτη.

   Στίς 20 Σεπτεμβρίου 1955 ἡμέρα Σάββατο ὁ π. ᾽Ιωαννίκιος προαισθάνθηκε ὅτι  ἦλθε ἡ ὥρα νά φύγει γιά τήν ποθεινή πατρίδα καί ἐξαφανίσθηκε. ῾Η σωρός του οὐδέποτε ἀνευρέθηκε. Οἱ Καυσοκαλυβίτες πατέρες ἔψαλαν τή νεκρώσιμη ἀκολουθία χωρίς τό σκήνωμά του καί εὐχήθηκαν: «Κύριε, ᾽Ιησοῦ Χριστέ, ἀνάπαυσον τήν ψυχή τοῦ δούλου Σου ᾽Ιωαννικίου ἱερομονάχου».

᾽Εργαζόμενοι ταῖς ἰδίαις χερσί

   Οἱ  πατέρες  Παντελεήμων  καί  ᾽Ιωαννίκιος  γιά  νά  ἐξοικονομοῦν  τά πρός  τό    ζῆν

ἐργαζόντουσαν χειρωνακτικά. Γιά ἐργόχειρό τους εἶχαν «τά περίτεχνα κουταλοπήρουνα, κουτάλες καί χαρτοκόπτες μέ διακόσμηση φυτευτή». Στό ἐργαστήριό τους, γιά χάρη τῆς νοερᾶς ἐργασίας, δέν ἔβαζαν κανέναν ἐπισκέπτη, μοναχό ἤ λαϊκό.

   ῾Η τροφή τους κυρίως ἦταν ἄγρια λάχανα πού ἀφθονοῦν στήν περιοχή καί σέ ἐξαιρετικές περιπτώσεις, μετά ἀπό βροχή, σαλιγκάρια πού τά μάζευαν στήν εὐρύτερη περιοχή τῆς Σκήτης. 

   Τό εἰκοσιτετράωρο τό περνοῦσαν μέσα στό ναό τοῦ κελιοῦ τους ἤ στό Κυριακό τῆς Σκήτης προσευχόμενοι, μελετῶντας πατερικά βιβλία καί ἐργαζόμενοι. Πολλές φορές ἀποσύρονταν ἔξω ἀπό τή Σκήτη γιά περισσότερη ἡσυχία καί προσεύχονταν.

   Κουβέντες πολλές δέν ἔλεγαν καί πάντα προσπαθοῦσαν νά λέγουν τήν εὐχή ὅ,τι κι ἄν          

      Τό κελί τοῦ ῾Αγίου Γεωργίου              ἔκαναν.

Πώς τούς σκιαγραφοῦν

   ῎Ας δοῦμε πῶς σκιαγραφοῦν τούς δυό Μεσενικολίτες πατέρες ἄλλοι συνασκητές τους.

   ῾Ο ῞Οσιος Πορφύριος ἀνάμεσα στά ἄλλα λέγει γιά τούς γεροντάδες του: «κατά κοινή ὁμολογία ἦταν ἰδιαίτερα αὐστηροί, μέ μεγάλη ἀγάπη καί μέ πνεῦμα ἀπόλυτης ὑπακοῆς». Στή διαθήκη του γράφει: «Μοῦ ἔτυχε, οἱ Γεροντάδες, νά εἶναι πολύ εὐσεβεῖς καί ἐνάρετοι καί τούς ἀγάπησα πολύ, γι᾽ αὐτό μέ τήν εὐχή τους ἔκανα ἄκρα ὑπακοή. Αὐτό μέ βοήθησε πάρα πολύ, αἰσθάνθηκα καί μεγάλη ἀγάπη πρός τό Θεό καί πέρασα πάρα πολύ καλά».

   Στό βιβλίο Βίος καί λόγοι ῾Οσίου Πορφυρίου (σελ. 71) διαβάζουμε: «῞Οπως ἤδη εἶπα, οἱ Γεροντές μου ἦταν ὁ π. Παντελεήμων κι ὁ παράδελφός του, ὁ π. Ιωαννίκιος. Τούς ἀγαποῦσα, ἐνῶ ἦταν πολύ αὐστηροί. Εγώ τότε δέν τό καταλάβαινα αὐτό. ᾽Επειδή τούς ἀγαποῦσα, νόμιζα ὅτι δέν μοῦ φέρονται αὐστηρά. Τούς εἶχα μεγάλο σεβασμό κι εὐλάβεια κι ἀγάπη. ... ᾽Επειτα ἀπό τό Θεό ἦταν οἱ Γέροντες. ῏Ηταν ἱερεῖς κι οἱ δύο».

   Στή σελ. 72, σημειώνει: «μιά φορά μοῦ λέγανε κάτι κι ἐγώ τό τηροῦσα. Παράδειγμα, μοῦ εἶπε μιά φορά ὁ Γέροντας: -Παιδί μου, νά πλένεις τά χέρια σου καί πρίν ἀπό τό φαγητό, ἀλλά καί κάθε φορά πού πρόκειται νά πᾶμε στήν ἐκκλησία, γιατί μπαίνουμε σέ ἅγιο χῶρο καί πρέπει ὅλα νά εἶναι καθαρά. ...

   ᾽Αγαποῦσα, (σελ. 74), καί τούς δύο Γέροντές μου, ἀλλά ἰδιαίτερα ἀκουμποῦσα στόν πνευματικό, τόν γέροντα Παντελεήμονα. ᾽Αλήθεια σᾶς λέω! Κι ἡ καρδιά μου ἦταν μαζί μέ τήν καρδιά του. Τόν ἔβλεπα, τόν αἰσθανόμουνα. Μ᾽ ἔπαιρνε ἔξω καί πηγαίναμε στό Κυριακό κι ἀπό ᾽κεῖ γιά δουλειές μαζί ... Πολύ μεγάλος ἅγιος ἦταν! Κι ὅμως δέν μοῦ ἔλεγε τίποτα ὁ Γέροντας. ῎Οχι μόνο δέν ἔλεγε ἀπό ποῦ κατάγεται, ἀλλ᾽ οὔτε τό ἐπίθετό του, οὔτε, οὔτε, οὔτε ... Ποτέ δέν εἶπε, «στήν πατρίδα μου» ἤ «οἱ γονεῖς μου, τ᾽ ἀδέλφια μου» κλπ. Πάντα ἦταν σιωπηλός καί πάντα προσηύχετο καί πάντα ἦταν πράος. ῎Αν θύμωνε καμιά φορά, ὁ θυμός του κι ὅ,τι ἔλεγε ὅλα ἦταν πλαστά. Τόν ἀγαποῦσα καί πιστεύω ὅτι μέ τήν ὑπακοή πού τοῦ ἔκανα καί μέ τήν ἀγάπη πού τοῦ εἶχα μ᾽ ἐπισκέφθηκε κι ἐμένα ἡ χάρις. ... Βαδίζαμε ὁλόκληρο δρόμο. ᾽Ανεβαίναμε ἀπ᾽ τά Καυσοκαλύβια πρός τά πάνω στό βουνό, γιά νά κόψομε πουρνάρια. ῞Ολο τό

δρόμο τίποτα, οὔτε μιά μιλιά. ...

   Οἱ Γέροντές μου δέν μέ βάζανε σέ βαριές δουλειές. Πότιζα μόνο τόν κῆπο κι ἔκανα τό ἐργόχειρο, δηλαδή τά ξυλόγλυπτα. Οὔτε μοῦ ἔκαναν διδασκαλίες. ... Μοῦ λέγανε:         -Κοίτα νά μάθεις τό ἐργόχειρο. ᾽Εδῶ δέν μπορεῖς νά μείνεις (ἄεργος). ᾽Εδῶ δέν εἶναι μοναστήρι, δηλαδή κοινόβιο γιά νά ἔχουμε πολλά κηπευτικά, ἀμπέλια, σταφίδες, φροῦτα. Πρέπει νά ἐργασθεῖς γιά νά ἀγοράσεις τό παξιμάδι. ...

   Οἱ Γέροντές μου ἦταν ἁγιότατοι. Μέ ἐκπαιδεύανε μέ πολλούς τρόπους, καί μάλιστα αὐστηρούς. Ποτέ δέν  μοῦ εἶπαν «μπράβο», οὔτε «ὡραία τό ἔκανες. Ποτέ δέν μ᾽ ἐπαίνεσαν. Πάντα μέ συμβουλεύανε πῶς ν᾽ ἀγαπήσω τόν Θεό καί πῶς νά ταπεινώνομαι. Νά ἐπικαλοῦμαι τόν Θεό  νά μ᾽ ἐνισχύει στήν ψυχή μου καί νά τόν ἀγαπάω πολύ. Αὐτό ἔμαθα».

    ῾Ο προηγούμενος τῆς ῾Ι. Μ ᾽Ιβήρων π. Βασίλειος Γοντικάκης στό βιβλίου του «Τ κάλλος θ σώση τν κόσμο» στό κεφάλαιο πού ἀναφέρεται στό ῞Οσιο Πορφύριο  μᾶς δίνει πολύτιμες πληροφορίες γιά τούς γεροντάδες του. Σημειώνει: «Κανες δν τν στέλνει κα κανείς δν τν περιμένει. Τν καλύπτει οράτως « φυλάσσων τ νήπια» Θεός. Τ φέρνει τσι Παναγία, κα καταλήγει στ Καυσοκαλύβια, στν καλύβη τοΑγίου Γεωργίου. κε ζον δύο γέροντες, πλοί, δροί. Γνήσιοι γιορετες. Γεωργον τν γρ τς ψυχς τους. Κάνουν τ καλογερικά τους. γαπον τς κολουθίες. Λένε τν εχή. Δν χουν καμία δέα γι τν αυτό τους. Τρέφονται π τν παράδοσι τοερο τόπου, πως τ αωνόβια δέντρα π τ χμα τοΑγίου ῎Ορους. Δέχονται ατ τ δωδεκάχρονο παιδί. Δν το κάνουν διαίτερες διδασκαλίες. Τγαπον –κα τ καταλαβαίνει– χωρς ν το λένε ποτ μπράβο. ᾽Απλς, τ παίρνουν στς κολουθίες. Το δίδουν να κομποσχοίνι, ν λέει τν εχή. Ατς βοηθιέται, τρέφεται πνευματικά, μ τ ν ζ μαζί τους, ν τος βλέπη, κα νναπνέη τν εωδία τογίου ρους. [...] Γι τν νέο ατ δόκιμο λα εναι φορμ χαρς κα γνώσεως. Σν σφουγγάρι, ρουφλη τ χάρι π τς ψαλμωδίες, τς εκόνες καλο τ περιβάλλον τς Σκήτης. Τ πάντα τν νθουσιάζουν κα το μιλον, κολουθία στν Καλύβη, γρυπνία στ Κυριακό, λη φύσι τογίου ρους: τ νερά, τ δέντρα, τ πουλιά, τ βράχια».

Δίκαιοιεςτναἰῶνα ζσι

   Δέ χωρεῖ ἀμφιβολία τά ὅσα διαβάζουμε στό βιβλίο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης «Σοφία Σολομῶντος» ὅτι «Δίκαιοι εἰς τόν αἰῶνα ζῶσι» ἔχουν πλήρη ἐφαρμογή καί στά πρόσωπα τῶν δύο Καυσοκαλυβιτῶν αὐταδέλφων π. Παντελεήμονος τοῦ πνευματικοῦ καί π. ᾽Ιωαννικίου τοῦ ἱερομονάχου. ῎Ας ἔχουμε τήν εὐχή τους.


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ