EORTOLOGIO.jpg
Παρασκευή 17 Αυγούστου
Μύρωνος, Θύρσου, Κυπριανού, Ιουλιανής, Στράτωνος και Ευτυχιανού μαρτ.
Eortologio_Bottom.jpg
MHNYMAHMERAS.jpg

Δεν είδα εγώ μεγαλυτέραν ανάπαυσιν ως της τελείας υπακοής…
Εργασθήτε λοιπόν τώρα που είσθε νέοι, να θερίσετε καρπόν απάθειας εις το γήρας. Εάν δεν βιασθήτε και του Μαθουσάλα τα χρόνια να ζήσετε, δεν θα χαρήτε αυτά τα χαρίσματα…
Και θα ιδήτε τοιαύτην ακινησίαν πα­θών και ειρήνην ψυχής ως να είσθε μέσα εις τον Παράδεισον.

Γέροντας Ιωσήφ Ησυχαστής

 

Eortologio Bottom
PERIHGHSH.jpg
accordion joomla menu download
h3.jpg
DHMOFILH.jpg
Eortologio_Bottom.jpg
Εγγραφή Newsletter

ΙΕΡΕΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ

Ιερά Μονή Μεγάλου Μετεώρου
Θερινὸ ὡράριο: 9:00-16:00 Κάθε Τρίτη κλειστό
Ιερά Μονή Βαρλαάμ
Θερινὸ ὡράριο: 9:00-16:00 Κάθε Παρασκευὴ κλειστό
Ιερά Μονή Αγίου Στεφάνου
Θερινὸ ὡράριο: 9:00-13:30 & 15:30-17:30 Κάθε Δευτέρα κλειστό
Ιερά Μονή Αγίας Τριάδος
Θερινὸ ὡράριο: 9:00-17:00 Κάθε Πέμπτη κλειστό
Ιερά Μονή Ρουσάνου
Θερινὸ ὡράριο : 9:00-17:00 Κάθε Τετάρτη κλειστό
Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου Αναπαυσα
Θερινὸ ὡράριο: 9:00-15:30 Κάθε Παρασκευὴ κλειστό

ΔΙΧΤΥ

Η ΜΟΝΗ ΒΑΡΛΑΑΜ

Ὁ ἐ­πι­βλη­τι­κός της βρά­χος, πο­λύ κον­τά καί ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πό τό βρά­χο τῆς Μο­νῆς τοῦ Με­γά­λου Με­τε­ώ­ρου, ἀλ­λά ἀρ­κε­τά μι­κρό­τε­ρος ἀ­π’ αὐ­τόν σέ ἔ­κτα­ση στό πλά­τω­μά του, κα­τοι­κή­θη­κε, κα­τά τήν πα­ρά­δο­ση, τό ΙΔ΄ αἰ­ώ­να γιά πρώ­τη φο­ρά, πρίν ἐ­ξα­κό­σια χρό­νια, ἀ­πό τό σύγ­χρο­νο τοῦ ὁ­σί­ου Ἀ­θα­να­σί­ου τοῦ Με­τε­ω­ρί­τη ἀ­σκη­τή-ἀ­να­χω­ρη­τή Βαρ­λα­άμ, ἀ­πό τόν ὁ­ποῖ­ο πῆ­ρε καί τήν ὀ­νο­μα­σί­α του τό μο­να­στή­ρι.

Τό με­γα­λό­πρε­πο ση­με­ρι­νό κα­θο­λι­κό, πού τι­μᾶ­ται στή μνή­μη τῶν Ἁ­γί­ων Πάν­των, ἔ­κτι­σαν στά 1541/42, ὅ­πως μαρ­τυ­ροῦν οἱ σχε­τι­κές ἐ­πι­γρα­φές καί ἄλ­λες ἀρ­χεια­κές πη­γές, οἱ Γι­αν­νι­ῶ­τες ἀ­δελ­φοί ἱ­ε­ρο­μό­να­χοι Θε­ο­φά­νης (+ 17 Μα­ΐ­ου 1544) καί Νε­κτά­ριος (+ 7 Ἀ­πρ. 1550) οἱ Ἀ­ψα­ρά­δες. Φαί­νε­ται ὅ­μως ὅ­τι στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τό κτί­σι­μο τοῦ κα­θο­λι­κοῦ εἶ­χε χον­δρι­κά μό­νο τε­λει­ώ­σει κα­τά τό 1541/42, ἐ­νῶ οἱ λε­πτο­μέ­ρει­ες τῶν οἰ­κο­δο­μι­κῶν καί ἄλ­λων ἐρ­γα­σι­ῶν τοῦ να­οῦ καί τοῦ νάρ­θη­κα συ­νε­χί­στη­καν μέ­χρι τό Μά­ϊ­ο τοῦ 1544, ὅ­πως συμ­πε­ραί­νει κα­νείς ἀ­πό τό ὑ­πό­μνη­μα τοῦ ἱ­ε­ρο­μο­νά­χου Κασ­σια­νοῦ, προ­η­γου­μέ­νου τῆς Μο­νῆς Σί­μω­νος Πέ­τρας, τό ὁ­ποῖ­ο ἀ­να­φέ­ρε­ται στό θά­να­το τοῦ ἱ­ε­ρο­μο­νά­χου Θε­ο­φά­νη. Σύμ­φω­να μέ τό κεί­με­νο αὐ­τό, ὁ Θε­ο­φά­νης, κα­τα­πο­νη­μέ­νος ἀ­πό βα­ριά δε­κά­μη­νη ἀ­σθέ­νεια, πέ­θα­νε στίς 17 Μα­ΐ­ου τοῦ 1544, ἡ­μέ­ρα Σάβ­βα­το (ξη­με­ρώ­νον­τας Κυ­ρια­κή τοῦ Τυ­φλοῦ).

 

Τίς τε­λευ­ταῖ­ες του λοι­πόν στιγ­μές, λί­γο πρίν πε­θά­νει, συγ­κέν­τρω­σε ὅ­λες του τίς δυ­νά­μεις, βγῆ­κε ἀ­πό τό κελ­λί του καί στη­ρι­ζό­με­νος στή βα­κτη­ρί­α του ἔ­φθα­σε μέ λα­χτά­ρα μέ­χρι τό να­ό, πού μό­λις τό­τε εἶ­χε τε­λει­ώ­σει. Μπῆ­κε μέ­σα καί ἔκ­θαμ­βος ἀ­πό τήν ὀ­μορ­φιά καί τή λάμ­ψη του δο­ξο­λό­γη­σε καί εὐ­χα­ρί­στη­σε τό Θε­ό καί τούς Ἁ­γί­ου Πάν­τας, στή μνή­μη τῶν ὁ­ποί­ων καί τόν ἀ­φι­έ­ρω­σε. Στή συ­νέ­χεια εὐ­λό­γη­σε ὅ­λο τό πα­ρευ­ρι­σκό­με­νο ἐ­κεῖ τε­χνι­κό συ­νερ­γεῖ­ο ἀ­δελ­φῶν τῆς μο­νῆς –λα­τό­μους, οἰ­κο­δό­μους, κτί­στες καί λε­πτουρ­γούς (ξυ­λο­γλύ­πτες)-, πού ἐρ­γά­στη­καν γιά τήν ἀ­πο­πε­ρά­τω­ση καί τόν καλ­λω­πι­σμό τοῦ να­οῦ, καί βα­θιά ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος καί συγ­κι­νη­μέ­νος ἐ­πέ­στρε­ψε στό κελ­λί του, ὅ­που ἤ­ρε­μα καί γα­λή­νια πα­ρέ­δω­σε τήν ψυ­χή του στα χέ­ρια τοῦ Πλά­στη του:

«Ἐ­πί ἔ­τους ζνβ΄ [7052-5508=1544], κα­τά τόν μῆ­να Μά­ϊ­ον, τῇ αὐ­τοῦ ιζ΄, Σαβ­βά­του λα­χού­σης τῆς ἡ­μέ­ρας, ὥ­ρᾳ δέ ἐ­νά­τῃ, ἐ­τε­λει­ώ­θη ὁ πάν­σε­πτος καί πε­ρι­καλ­λής να­ός σύν τῷ νάρ­θη­κι, ἐ­πά­νω τῆς ἱ­ε­ρᾶς πέ­τρας τοῦ Βαρ­λα­άμ, διά συν­δρο­μῆς, κό­πων τε καί ἐ­ξό­δων τῶν πα­νο­σι­ω­τά­των καί αἰ­δε­σι­μω­τά­των πα­τέ­ρων, τῶν καί αὐ­τα­δέλ­φων κυ­ροῦ Νε­κτα­ρί­ου καί κυ­ροῦ Θε­ο­φά­νους, τῶν μα­κα­ρί­ων ἀν­δρῶν. Ἐν τῷ­δε τῷ και­ρῷ ἠ­σθέ­νη­σεν ὡ­σεί μῆ­νας δέ­κα ὁ μα­κά­ριος Θε­ο­φά­νης καί το­σού­τῳ δα­μα­σθείς ὑ­πό τῆς πολ­λῆς ἀ­σθε­νεί­ας, ὅ­τι σχε­δόν ἐγ­γί­σας ἕ­ως τῶν πυ­λῶν τοῦ θα­νά­του˙ ἀ­πό δέ τοῦ πό­θου, οὖ­περ εἶ­χεν πρός τόν να­όν, ἐ­γερ­θείς προ­θύ­μως καί πε­ρι­χα­ρής, οἷ­α καί ἦν ἀ­σθε­νής στη­ρι­ζό­με­νος ὑ­πό τῆς ῥά­βδου αὐ­τοῦ, ἔν­δον εἰ­σελ­θών καί ἰ­δών τήν τε­λεί­ω­σιν τοῦ ἱ­ε­ροῦ να­οῦ καί ὑ­ψώ­σας τάς χεῖ­ρας εἰς τόν οὐ­ρα­νόν καί τό ‘δό­ξα σοι ὁ Θε­ό­ς’ ἐ­πει­ών, τούς δέ Ἁ­γί­ους Πάν­τας εὐ­χα­ρι­στή­σας ἐκ πό­θου –οὕ­τω γάρ τῷ να­ῷ τῷ κοι­νῷ οὗ­τος προ­ση­γο­ρεύ­σα­το-, ὁ­μοί­ως οὗν εὐ­χό­με­νος καί εὐ­λο­γῶν καί πάν­τας τούς ἀ­δελ­φούς, λα­τό­μους καί οἰ­κο­δό­μους, κτί­στας τε καί τούς λε­πτουρ­γούς, ἐ­πί­σης ἐ­δε­ξι­ώ­σα­το καί υ­πε­ρηυ­χή­σα­το ἡ ἡ­γι­α­σμέ­νη ψυ­χή. Εἶ­τα πά­λιν ἐ­στρά­φη τοῖς ἰ­δί­οις πο­σί πο­ρευ­ό­με­νος ἐν τῷ κελ­λί­ῳ αὐ­τοῦ καί, σχη­μα­τι­σά­με­νος ἑ­αυ­τόν τῷ τύ­πῳ τοῦ ζω­ο­ποι­οῦ σταυ­ροῦ, κα­τέ­θε­το τό ἱ­ε­ρόν σκῆ­νος ἐ­πί τήν στρω­μνήν αὐ­τοῦ, ὁ­ρῶν πρός ἀ­να­το­λάς…» (κώδ. 180 καί 275 Μ. Βαρ­λα­άμ).

Τό κα­θο­λι­κό τῆς Μο­νῆς Βαρ­λα­άμ εἶ­ναι ἕ­να τυ­πι­κό κομ­ψό κα­θο­λι­κό ἁ­γι­ο­ρει­τι­κοῦ τύ­που, μέ δι­κι­ό­νιο σταυ­ρο­ει­δή ἐγ­γε­γραμ­μέ­νο τόν κυ­ρί­ως να­ό, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­ρι­στε­ρά καί δε­ξιά φέ­ρει τίς χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές ἀ­θω­νι­κές κόγ­χες, δη­λα­δή τούς χο­ρούς. Τοῦ κυ­ρί­ως να­οῦ προ­η­γεῖ­ται εὐ­ρύ­χω­ρος ἐ­σω­νάρ­θη­κας (λι­τή) μέ ὡ­ραῖ­ο τροῦλ­λο στό κέν­τρο του, ἀ­νά­λο­γο μέ ἐ­κεῖ­νο τοῦ κυ­ρί­ως να­οῦ, στη­ρι­ζό­με­νο σέ τέσ­σε­ρις πεσ­σούς.

Ὁ κυ­ρί­ως να­ός, ὅ­πως μαρ­τυ­ρεῖ ἡ ἐ­πι­γρα­φή του (στό νό­τιο τοῖ­χο), τοι­χο­γρα­φή­θη­κε τό 1548. Δέν ἀ­να­γρά­φε­ται τό ὄ­νο­μα τοῦ ζω­γρά­φου, ὅ­μως ἡ τε­χνι­κή, τό χρῶ­μα, οἱ κι­νή­σεις καί ἡ δι­ά­τα­ξη τῶν μορ­φῶν καί τῶν σκη­νῶν, καί γε­νι­κό­τε­ρα τά τε­χνο­τρο­πι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τῶν τοι­χο­γρα­φι­ῶν αὐ­τῶν, πού εἶ­ναι ἴ­δια μέ ἐ­κεῖ­να τῶν τοι­χο­γρα­φι­ῶν τοῦ πα­ρεκ­κλη­σί­ου τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου στή Μο­νή τῆς Με­γί­στης Λαύ­ρας (στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος), τό ὁ­ποῖ­ο ἁ­γι­ο­γρά­φη­σε (σύμ­φω­να μέ τήν ἐ­πι­γρα­φή του) στά 1560 ὁ Θη­βαῖ­ος ζω­γρά­φος Φράγ­κος Κα­τε­λά­νος, ἀ­πο­δί­δουν μέ βε­βαι­ό­τη­τα τήν ἁ­γι­ο­γρά­φη­ση τοῦ κυ­ρί­ως να­οῦ τῆς Μο­νῆς Βαρ­λα­άμ στόν ἴ­διο δι­ά­ση­μο καλ­λι­τέ­χνη. Στό Φράγ­κο Κα­τε­λά­νο ἀ­πο­δί­δε­ται ἐ­πί­σης, μέ βά­ση τε­χνο­τρο­πι­κά πά­λι κρι­τή­ρια, καί ἡ ἱ­στό­ρη­ση τοῦ κα­θο­λι­κοῦ τῆς Μο­νῆς τοῦ Ὁ­σί­ου Νι­κά­νο­ρα στή Ζά­βορ­δα τῶν Γρε­βε­νῶν.

Στόν τροῦλ­λο ἐ­πά­νω εἰ­κο­νο­γρα­φεῖ­ται ὁ Παν­το­κρά­το­ρας ὡς Δί­και­ος Κρι­τής, στό τύμ­πα­νο ἡ τι­μη­τι­κή χο­ρεί­α τῶν προ­φη­τῶν καί ἀγ­γέ­λων, στά σφαι­ρι­κά τρί­γω­να οἱ τέσ­σε­ρις εὐ­αγ­γε­λι­στές, ἀ­πό τούς ὁ­ποί­ους ὁ Λου­κᾶς πα­ρι­στά­νε­ται νά «ἱ­στο­ρεῖ» τήν εἰ­κό­να τῆς Θε­ο­τό­κου. Στίς δύ­ο πλευ­ρι­κές κόγ­χες, τούς χο­ρούς, τοῦ κυ­ρί­ως να­οῦ εἰ­κο­νί­ζον­ται ὁ­λό­σω­μοι στρα­τι­ω­τι­κοί ἅ­γιοι, ἐ­νῶ οἱ ψη­λό­τε­ρες ἐ­πι­φά­νει­ες τῶν τοί­χων εἶ­ναι κα­τά­γρα­φες μέ πο­λυ­πρό­σω­πες συν­θέ­σεις, παρ­μέ­νες ἀ­πό τή ζω­ή καί τό πά­θος τοῦ Κυ­ρί­ου κα­θώς καί ἀ­πό τό πά­θος τοῦ Κυ­ρί­ου κα­θώς καί ἀ­πό τό ἑ­ορ­το­λό­γιο γε­νι­κό­τε­ρα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Στό δυ­τι­κό τοῖ­χο, πά­νω ἀ­πό τήν εἴ­σο­δο, ἡ κα­θι­ε­ρω­μέ­νη πα­ρά­στα­ση τῆς Κοι­μή­σε­ως τῆς Θε­ο­τό­κου˙ στό κέν­τρο δε­σπό­ζουν τό ἄ­ψυ­χο σῶ­μα τῆς Πα­να­γί­ας πά­νω στή νε­κρι­κή κλί­νη καί ὁ Χρι­στός πού κρα­τά­ει τρυ­φε­ρά τήν ἀ­μό­λυν­τη ψυ­χή τῆς πά­να­γνης μη­τέ­ρας του˙ ἀ­ρι­στε­ρά καί δε­ξιά ἄγ­γε­λοι, οἱ ἀ­πό­στο­λοι καί ἱ­ε­ράρ­χες. Θαυ­μά­σια ἡ ἀ­πό­δο­ση καί με­μο­νω­μέ­νων μορ­φῶν ἁ­γί­ων, ὅ­πως τῶν γλυ­κύ­φθογ­γων με­λω­δῶν τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας Ἰ­ω­άν­νη Δα­μα­σκη­νοῦ καί Κο­σμᾶ τοῦ Μα­ϊ­ου­μᾶ.

Στούς ἀ­να­το­λι­κούς πεσ­σούς, στά πλά­για τοῦ τέμ­πλου, εἰ­κο­νί­ζον­ται ὁ­λό­σω­μοι ἀ­ρι­στε­ρά ἡ Πα­να­γί­α καί δε­ξιά ὁ Χρι­στός, πού μέ τά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά καί πλού­σια δι­α­κο­σμη­μέ­να φω­το­στέ­φα­νά τους θυ­μί­ζουν ἔν­το­να φο­ρη­τές εἰ­κό­νες, ὅ­πως συμ­βαί­νει καί μέ ἄλ­λες με­μο­νω­μέ­νες μορ­φές ἁ­γί­ων καί ἀρ­χαγ­γέ­λων (Ἰ­ω. Προ­δρό­μου, Ἀρ­χαγ­γέ­λου Μι­χα­ήλ κ.ἄ.). Στούς δυ­τι­κούς πεσ­σούς ἱ­στο­ροῦν­ται οἱ κτί­το­ρες τῆς μο­νῆς μέ τή μο­να­χι­κή τους πε­ρι­βο­λή, γε­μά­τοι εὐ­λά­βεια καί τα­πεί­νω­ση, ἀ­ρι­στε­ρά κά­τω ἀ­πό τήν Πα­να­γί­α ὁ Θε­ο­φά­νης, κρα­τών­τας, ὅ­πως συ­νη­θί­ζε­ται, καί προ­σφέ­ρον­τας πε­ρί­τε­χνο ὁ­μοί­ω­μα τοῦ κτί­σμα­τός τους, καί δε­ξιά κά­τω ἀ­πό τό Χρι­στό ὁ Νε­κτά­ριος.

Στήν κόγ­χη τοῦ ἱ­ε­ροῦ ἐν­τυ­πω­σιά­ζει ἡ ἐ­πι­βλη­τι­κή πα­ρά­στα­ση τῆς Πλα­τυ­τέ­ρας τῶν Οὐ­ρα­νῶν μέ τή λάμ­ψη τοῦ χρυ­σοῦ καί τῶν ἄλ­λων χρω­μά­των της καί τή γλυ­κύ­τη­τα στήν ἔκ­φρα­ση τοῦ προ­σώ­που της. Πιό κά­τω ἡ γε­μά­τη ἱ­ε­ρο­πρέ­πεια καί μυ­στι­κή κα­τά­νυ­ξη πα­ρά­στα­ση τῶν ἀγ­γέ­λων ὡς λει­τουρ­γῶν τοῦ Ὑ­ψί­στου.

Ἡ λαμ­πρή τοι­χο­γρά­φη­ση τοῦ κυ­ρί­ως να­οῦ τοῦ κα­θο­λι­κοῦ τῆς Μο­νῆς Βαρ­λα­άμ ἔ­χει ὅ­λα τά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τῆς εἰ­κο­νο­γρα­φί­ας τοῦ Φράγ­κου Κα­τε­λά­νου, τήν ἀ­φη­γη­μα­τι­κή λε­πτο­μέ­ρεια καί ἀ­νά­λυ­ση τῶν ἱ­στο­ρι­κῶν γε­γο­νό­των στίς εἰ­κο­νο­γρα­φού­με­νες συν­θέ­σεις ἀ­πό τό ἕ­να μέ­ρος, καί τόν ἔν­το­νο ρε­α­λι­σμό ἀ­πό τό ἄλ­λο, δά­νει­ο ἴ­σως καί ἐ­πί­δρα­ση τῆς ἰ­τα­λι­κῆς τέ­χνης. Ὁ Φράγ­κος Κα­τε­λά­νος δέν μπό­ρε­σε βέ­βαι­α νά ἀ­πο­φύ­γει ἐν­τε­λῶς τήν ἐ­πί­δρα­ση τοῦ με­γά­λου Κρη­τι­κοῦ ζω­γρά­φου Θε­ο­φά­νη, ἀλ­λά, ὅ­πως πα­ρα­τη­ρεῖ ὁ Ἀ. Ξυγ­γό­που­λος, «τό ἔρ­γον του θά ἠ­δύ­να­το νά χα­ρα­κτη­ρι­σθῇ ὡς μί­α ἀν­τί­δρα­σις εἰς τόν γε­νι­κόν θαυ­μα­σμόν καί τήν, κα­τά τι­να τρό­πον, ὑ­πο­δού­λω­σιν εἰς τήν τέ­χνην τοῦ με­γά­λου Κρη­τός καλ­λι­τέ­χνου.

Δε­κα­ο­χτώ χρό­νια με­τά με­τά τήν ἱ­στό­ρη­ση τοῦ κυ­ρί­ως να­οῦ, στά 1566, σύμ­φω­να μέ τίς ἐ­πί­ση­μες ἐ­πι­γρα­φι­κές μαρ­τυ­ρί­ες, τοι­χο­γρά­φη­σαν τό νάρ­θη­κα (λι­τή)˙ τοῦ κα­θο­λι­κοῦ, μέ ἔ­ξο­δα τοῦ ἐ­πι­σκό­που Βελ­λᾶς Ἰ­ω­αν­νί­νων Ἀν­τω­νί­ου Ἀ­ψα­ρᾶ, οἱ αὐ­τά­δελ­φοι Θη­βαῖ­οι ἁ­γι­ο­γρά­φοι, ὁ Γε­ώρ­γιος ἱ­ε­ρέ­ας καί σα­κελ­λά­ριος Θη­βῶν καί ὁ Φράγ­κος. Οἱ δύ­ο αὐ­τοί ἀ­δελ­φοί ζω­γρά­φοι, ὅ­πως ἀ­πο­δει­κνύ­ουν οἱ κτι­το­ρι­κές ἐ­πι­γρα­φές ἐκ­κλη­σι­ῶν στά χω­ριά τῆς Ἠ­πεί­ρου Κρά­ψη καί Κλη­μα­τιά ἤ Βελ­τσί­τσα, ἔ­φε­ραν τό ἐ­πώ­νυ­μο Κον­τα­ρῆς. Τό να­ό τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου τῆς Κρά­ψης ἁ­γι­ο­γρά­φη­σαν ἀ­πό κοι­νοῦ οἱ ἀ­δελ­φοί Κον­τα­ρῆ­δες στά 1563, ἐ­νῶ τό να­ό τῆς Με­τα­μορ­φώ­σε­ως τοῦ Σω­τῆ­ρος τῆς Κλη­μα­τιᾶς μό­νος ὁ Φράγ­κος Κον­τα­ρῆς στά 1568.

Στήν κο­ρυ­φή τοῦ τρούλ­λου τοῦ νάρ­θη­κα κυ­ρια­ρχεῖ ἡ πα­ρά­στα­ση τοῦ Παν­το­κρά­το­ρα. Στόν ἀ­να­το­λι­κό τοῖ­χο ἡ πο­λυ­πρό­σω­πη σύν­θε­ση τῆς Δευ­τέ­ρας Πα­ρου­σί­ας μέ ὅ­λες τίς χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές σκη­νές τῆς ἀ­δέ­κα­στης ἐ­κεί­νης Κρί­σης. Στό δυ­τι­κό τοῖ­χο ἡ ἐν­τυ­πω­σια­κή ἀλ­λη­γο­ρι­κή πα­ρά­στα­ση τοῦ ὅ­σιου ἀ­σκη­τῆ Σι­σώ­η, ὁ ὁ­ποῖ­ο θρη­νεῖ πά­νω ἀ­πό τόν ἀ­νοι­κτό τά­φο μέ τό γυ­μνό σκε­λε­τό τοῦ ἔν­δο­ξου στρα­τη­λά­τη καί κο­σμο­κα­τα­κτη­τῆ Με­γά­λου Ἀ­λε­ξάν­δρουμ συμ­βο­λί­ζει τή φι­λο­σο­φί­ας τῆς μα­ται­ό­τη­τας τῶν ἐγ­κο­σμί­ων καί τήν ἀ­δυ­σώ­πη­τη καί ἀ­να­πό­φευ­κτη μοί­ρα τοῦ θα­νά­του γιά κά­θε ἄν­θρω­πο ἀ­νε­ξαί­ρε­τα: «Πάν­τα μα­ται­ό­της τά ἀν­θρώ­πι­να ὅ­σα οὐχ ὑ­πάρ­χει με­τά θά­να­τον˙ οὐ πα­ρα­μέ­νει ὁ πλοῦ­τος, οὐ συ­νο­δεύ­ει ἡ δό­ξα˙ ἐ­πελ­θών γάρ ὁ θά­να­τος, πάν­τα ταῦ­τα ἐ­ξη­φά­νι­σται…».

Στό ἀ­να­το­λι­κό τμῆ­μα τοῦ νό­τιου τοί­χου εἰ­κο­νί­ζον­ται πά­νω ἀ­πό τόν τά­φο τους οἱ ὅ­σιοι κτί­το­ρες Νε­κτά­ριος καί Θε­ο­φά­νης, κρα­τών­τας ἀ­πό κοι­νοῦ ὁ­μοί­ω­μα τοῦ να­οῦ˙ τά αὐ­στη­ρά ἀ­σκη­τι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά καί ἡ ὑ­περ­κό­σμια γα­λή­νη το­νί­ζον­ται ἰ­ο­δι­αί­τε­ρα στίς ἐ­ξα­ϋ­λω­μέ­νες μορ­φές τους. Στούς ἀ­να­το­λι­κούς πεσ­σούς, ἀ­ρι­στε­ρά ἡ Πα­να­γί­α ἡ Με­σί­τρια καί Προ­στά­τις τῶν Χρι­στια­νῶν καί δε­ξιά ὁ Χρι­στός. Ὅ­λες οἱ λοι­πές ἐ­πι­φά­νει­ες τῶν τοί­χων εἶ­ναι κα­τά­γρα­φες μέ σκη­νές μαρ­τυ­ρί­ων, ὁ­λό­σω­μους ἁ­γί­ους, ὅ­σιους ἀ­σκη­τές κ.ἄ.

Ἐ­πι­γρα­φή πά­νω ἀ­πό τήν τοι­χο­γρα­φί­α τῆς Πα­να­γί­ας στό νάρ­θη­κα, ἀ­ρι­στε­ρά, μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ ὅ­τι «ἐν ἔ­τει δέ Χρι­στοῦ ᾳψπ΄ [=1780] καί ᾳψπβ΄ [=1782] ἀ­νε­και­νί­σθη ἅ­πα­σα ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ ἁ­γί­ου βή­μα­τος τοῦ κα­θο­λι­κοῦ καί νάρ­θη­κος τού­του διά συν­δρο­μῆς καί δα­πά­νης τοῦ τα­πει­νοῦ ἐ­πι­σκό­που Στα­γῶν Παρ­θε­νί­ου εἰς μνη­μό­συ­νον καί ψυ­χι­κήν αὐ­τοῦ σω­τη­ρί­αν». Πρό­κει­ται γιά τό γνω­στό λό­γιο καί δρα­στή­ριο ἐ­πί­σκο­πο Στα­γῶν Παρ­θέ­νιο (Μάρτ. 1751 - + 26 Μαρτ. 1784), ὁ ὁ­ποῖ­ος ὑ­πῆρ­ξε ἀ­δελ­φός τῆς μο­νῆς καί με­γά­λος εὐ­ερ­γέ­της καί δω­ρη­τής. Με­τα­ξύ τῶν ἄλ­λων δώ­ρι­σε στή μο­νή καί τό ἀ­ξι­ό­λο­γο προ­σω­πι­κό του ἀρ­χεῖ­ο κα­θώς καί τή βι­βλι­ο­θή­κη του. Μέ προ­σω­πι­κά του ἔ­ξο­δα ἔ­κτι­σε τόν ἐ­ξω­νάρ­θη­κα τοῦ κα­θο­λι­κοῦ, τόν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­τε­λοῦ­σε στο­ά μέ κα­μά­ρες σέ δι­πλή σει­ρά, ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρε­ται καί πε­ρι­γρά­φε­ται στό στι­χούρ­γη­μα τοῦ ἱ­ε­ρο­μο­νά­χου Γα­βρι­ήλ Ἁ­γι­α­μο­νί­τη (1786). Ὁ ἐ­ξω­νάρ­θη­κας αὐ­τός δι­α­τη­ρή­θη­κε, φαί­νε­ται, ὥς τό 1857, ὁ­πό­τε, ὅ­πως ἔ­δει­χνε ἐν­τοι­χι­σμέ­νη ἐ­πι­γρα­φή, ἀ­να­και­νί­στη­κε ἤ ἀ­να­κτί­στη­κε στό ἴ­διο σχέ­διο, καί τε­λι­κά ἀν­τι­κα­τα­στά­θη­κε ἀ­πό τό ση­με­ρι­νό ἐ­ξω­νάρ­θη­κα μέ τόν ξε­νώ­να στόν ἐ­πά­νω ὄ­ρο­φο, ἐ­πί μη­τρο­πο­λί­τη Τρίκ­κης καί Στα­γῶν Πο­λυ­κάρ­που [Θω­μᾶ] καί ἡ­γου­μέ­νου τῆς μο­νῆς Χρι­στο­φό­ρου Μά­η, ὅ­πως μαρ­τυ­ρεῖ μαρ­μά­ρι­νη ἐν­τοι­χι­σμέ­νη πλά­κα τοῦ ἔ­τους 1930.

Ἀ­ξι­ο­πρό­σε­κτο γιά τή λε­πτή καί πε­ρί­τε­χνη ἐ­πε­ξερ­γα­σί­α του εἶ­ναι τό ξυ­λό­γλυ­πτο ἐ­πι­χρυ­σω­μέ­νο τέμ­πλο τοῦ κυ­ρί­ως να­οῦ τοῦ κα­θο­λι­κοῦ, κα­θώς καί ὁ ἡ­γου­με­νι­κός θρό­νος καί τά δύ­ο ἀ­να­λό­για μέ πλού­σια καί ὡ­ραί­α δι­α­κό­σμη­ση ἀ­πό φίλ­ντι­σι˙ ἐ­πι­γρα­φή στό ἕ­να ἀ­πό αὐ­τά μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ ὅ­τι κα­τα­σκευ­ά­στη­καν ἐ­πί ἐ­πι­σκό­που Στα­γῶν Πα­ϊ­σί­ου (τοῦ Κλει­νο­βί­τη, 1784-1808) καί ἡ­γου­μέ­νου τῆς μο­νῆς Ἀ­να­το­λί­ου.

Σή­με­ρα ἡ Μο­νή Βαρ­λα­άμ δι­α­θέ­τει πλού­σια καί ἀ­ξι­ό­λο­γη συλ­λο­γή χει­ρο­γρά­φων, τά ὁ­ποῖ­α ἀ­νέρ­χον­ται σέ 290. Ὁ­ρι­σμέ­να ἀ­π’ αὐ­τά πα­ρου­σιά­ζουν ἰ­δι­αί­τε­ρο ἐν­δι­α­φέ­ρον γιά τήν πο­λύ­χρω­μη καλ­λι­τε­χνι­κή τους δι­α­κό­σμη­ση (λί­γες μι­κρο­γρα­φί­ες, πολ­λά δι­α­κο­σμη­τι­κά πρω­το­γράμ­μα­τα καί ἐ­πί­τι­τλα). Ἀ­ξί­ζει νά ση­μει­ω­θεῖ ὅ­τι ἐ­δῶ, στά τέ­λη τοῦ ΙΣΤ΄ καί στίς ἀρ­χές του ΙΖ΄ αἰ­ώ­να, λει­τούρ­γη­σε τό πιό ὀρ­γα­νω­μέ­νο βι­βλι­ο­γρα­φι­κό ἐρ­γα­στή­ριο τῶν με­τε­ω­ρι­κῶν μο­νῶν, ὅ­που ἐρ­γά­ζον­ταν με­θο­δι­κά καί ἐν­τα­τι­κά εἰ­δι­κευ­μέ­νοι καλ­λι­γρά­φοι καί γρα­φεῖς-δι­α­κο­σμη­τές κω­δί­κων. Ἔ­τσι, στίς ἀρ­χές τοῦ ΙΖ΄ αἰ­ώ­να, ἐρ­γά­ζε­ται πλειά­δα καλ­λι­γρά­φων, δά­σκα­λοι καί μα­θη­τές, πού ἀ­νή­κουν ὅ­λοι τους στόν καλ­λι­τε­χνι­κό κύ­κλο τῆς Βλα­χί­ας. Ἁ­πλῶς μνη­μο­νεύ­ο­με τά ὀ­νό­μα­τα τοῦ γνω­στοῦ Κύ­πριου καλ­λι­γρά­φου-κω­δι­κο­γρά­φου Λου­κᾶ ἐ­πι­σκό­που Μπο­ζέ­ου (1583-1603) καί με­τέ­πει­τα μη­τρο­πο­λί­τη Οὐγ­γο­βλα­χί­ας (1603-1628), τοῦ ἠ­πει­ρώ­τη Ματ­θαί­ου Μυ­ρέ­ων (+1624) καί τῶν βαρ­λα­α­μι­τῶν ἱ­ε­ρο­μο­νά­χων Ἀρ­σε­νί­ου καί Ἰ­ω­αν­νι­κί­ου.

Ἀ­νά­με­σα στούς χει­ρό­γρα­φους κώ­δι­κες, πού εἶ­ναι ἐ­κτε­θει­μέ­νοι σέ προ­θῆ­κες τοῦ μου­σεί­ου τῆς μο­νῆς, ἀ­ξι­ο­πα­ρα­τή­ρη­τος εἶ­ναι ὁ κώ­δι­κας 298, ὑ­ψη­λῆς ποι­ό­τη­τας καί πα­λαι­ο­γρα­φι­κῆς ἀ­ξί­ας περ­γα­μη­νό τε­τρα­βάγ­γε­λο, που θε­ω­ρεῖ­ται τό προ­σω­πι­κό ἐγ­κόλ­πιο τοῦ βυ­ζαν­τι­νοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Κων­σταν­τί­νου Ζ΄ τοῦ Πορ­φυ­ρο­γέν­νη­του (912-959). Ὁ κώ­δι­κας ὅ­μως αὐ­τός, πού προ­έρ­χε­ται ἀ­πό τή Μο­νή Δου­σί­κου (Ἁ­γί­ου Βησ­σα­ρί­ω­νος), φαί­νε­ται νά ἔ­χει γρα­φεῖ, ὅ­πως δεί­χνει τό εἶ­δος τῆς γρα­φῆς του, αἰ­ῶ­νες ἀρ­γό­τε­ρα, στά τέ­λη του ΙΓ΄ ἤ στίς ἀρ­χές του ΙΔ΄ αἰ­ώ­να.

Ἀρ­κε­τά καί σπά­νια εἶ­ναι καί τά πα­λαι­ό­τυ­πα τῆς βι­βλι­ο­θή­κης τῆς μο­νῆς. Στό μου­σεῖ­ο τῆς μο­νῆς, ἐ­κτός ἀ­πό τά εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­να χει­ρό­γρα­φα, εἶ­ναι ἐ­κτε­θει­μέ­να καί πολ­λά ἄλ­λα ἐκ­κλη­σι­α­στι­κά κει­μή­λια, ὅ­πως με­τα­βυ­ζαν­τι­νές φο­ρη­τές εἰ­κό­νες, χρυ­σο­κέν­τη­τα ἄμ­φια καί ἐ­πι­τά­φιοι, δι­ά­φο­ρα εἴ­δη μι­κρο­τε­χνί­ας καί ἀρ­γυ­ρο­χο­ΐ­ας.

Με­τα­ξύ τῶν φο­ρη­τῶν εἰ­κό­νων, ἰ­δι­αί­τε­ρης καλ­λι­τε­χνι­κῆς ἀ­ξί­ας εἶ­ναι ἡ Θε­ο­τό­κος Βρε­φο­κρα­τοῦ­σα, ἀ­νά­με­σα σέ δύ­ο ἀγ­γέ­λους καί σέ ἁ­γί­ους πού τήν πα­ρα­στέ­κουν γύ­ρω της, ἔρ­γο τοῦ ἔ­τους 1668, τοῦ πε­ρί­φη­μου Κρη­τι­κοῦ ζω­γρά­φου Ἐμ­μα­νου­ήλ Τζά­νε. Ξε­χω­ρι­στή ση­μα­σί­α ὅ­μως, ἐ­κτός ἀ­πό τήν καλ­λι­τε­χνι­κή ἀ­ξί­α, ἔ­χει καί ὁ ἐν­τυ­πω­σια­κός χρυ­σο­κέν­τη­τος ἐ­πι­τά­φιος, σέ πρά­σι­νο βε­λοῦ­δο, ἔρ­γο τοῦ 1609, πού ἀ­πο­δει­κνύ­ει ὅ­τι στή Μο­νή Βαρ­λα­άμ λει­τουρ­γοῦ­σε καί εἰ­δι­κό ἐρ­γα­στή­ριο χρυ­σο­κεν­τι­κῆς, δι­ό­τι ἡ ἐ­πι­γρα­φή του ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι «τό πα­ρόν ἀ­νά­θη­μα ἐ­τε­λει­ώ­θη ἐν τῷ στύ­λῳ τοῦ Βαρ­λα­άμ δι’ ἐ­ξό­δων τῆς αὐ­τῆς μο­νῆς…». Στό πλαί­σιο του ὁ ἐ­πι­τά­φιος αὐ­τός φέ­ρει καί τή γνω­στή ἔμ­με­τρη ἐ­πι­γρα­φή: «Τήν φο­βε­ράν σου, βα­σι­λεῦ, Δευ­τέ­ραν Πα­ρου­σί­αν / πί­στει καί πό­θῳ προσ­δο­κῶ…».

Στό βο­ρει­ο­δυ­τι­κό ἄ­κρο τοῦ βρά­χου βρί­σκε­ται τό πα­ρεκ­κλή­σει τῶν Τρι­ῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν, μο­νό­κλι­το δρο­μι­κό να­ΐ­δριο, πού σύμ­φω­να μέ τήν ἐ­πι­γρα­φή του, κτί­στη­κε τό 1627 καί τοι­χο­γρα­φή­θη­κε τό 1637 ἀ­πό τόν Κα­λαμ­πα­κι­ώ­τη ἱ­ε­ρέ­α Ἰ­ω­άν­νη, βο­η­θού­με­νο ἀ­πό τά παι­διά του. Οἱ τοι­χο­γρα­φί­ες αὐ­τές, πο­λύ κα­λά δι­α­τη­ρη­μέ­νες, ἀ­πο­τε­λοῦν ἕ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ζω­γρα­φι­κό σύ­νο­λο τοῦ α΄ μι­σοῦ τοῦ ΙΖ΄ αἰ­ώ­να. Ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα ἐ­δῶ ἡ ἀ­πει­κό­νι­ση τῶν 24 οἴ­κων τοῦ Ἀ­κά­θι­στοῦ Ὕ­μνου. Ἐν­τυ­πω­σια­κές εἶ­ναι στό δυ­τι­κό τοῖ­χο δύ­ο πο­λυ­πρό­σω­πες συν­θέ­σεις, δε­ξιά ἡ Κοί­μη­ση τοῦ Ἰ­ω­άν. τοῦ Χρι­σο­στό­μου καί ἀ­ρι­στε­ρά ἡ Κοί­μη­ση τοῦ Ἐ­φραίμ τοῦ Σύ­ρου. Τό ση­με­ρι­νό πα­ρεκ­κλή­σι ἀν­τι­κα­τέ­στη­σε πα­λαι­ό­τε­ρο ὁ­μώ­νυ­μο τα­πει­νό να­ΐ­σκο, πού ἀρ­χι­κά εἶ­χε οἰ­κο­δο­μή­σει ὁ πρῶ­τος οἰ­κι­στής τοῦ βρά­χου ἀ­να­χω­ρη­τής Βαρ­λα­άμ καί στή συ­νέ­χεια εἶ­χαν ἀ­να­και­νί­σει οἱ αὐ­τά­δελ­φοι Ἀ­ψα­ρά­δες, Θε­ο­φά­νης καί Νε­κτά­ριος.

Ἄλ­λα ἀ­ξι­ό­λο­γα κτί­σμα­τα τῆς Μο­νῆς Βαρ­λα­άμ, μέ ἰ­δι­αί­τε­ρο ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κό ἐν­δι­α­φέ­ρον εἶ­ναι: Ἡ πα­λαι­ά τρά­πε­ζα, πού σή­με­ρα χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ὡς σκευ­ο­φυ­λά­κιο-μου­σεῖ­ο˙ ἡ ἐ­στί­α ἤ μα­γει­ρεῖ­ο, ἕ­να ἀ­πό τά κομ­ψό­τε­ρα καί ὡ­ραι­ό­τε­ρα κτί­σμα­τα τοῦ εἴ­δους του, θο­λο­σκέ­πα­στο, μέ κα­νο­νι­κό ὀ­κτά­πλευ­ρο τρουλ­λί­σκο ὡς κα­πνο­δό­χο (σή­με­ρα ἔ­χει δι­α­σκευα­σθεῖ ἐ­σω­τε­ρι­κά καί χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ὡς ἐκ­θε­τή­ριο ἐν­θυ­μί­ων)˙ τέ­λος, ἐν­δι­α­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει καί τό νο­σο­κο­μεῖ­ο.

Οἱ ἅ­γιοι κτί­το­ρες τῆς Μο­νῆς Βαρ­λα­άμ, Νε­κτά­ριος καί Θε­ο­φά­νης, σέ πο­λύ νε­α­ρή ἡ­λι­κί­α, πε­ρί τό ἔ­τος 1495, ἔ­λα­βαν τό μο­να­χι­κό σχῆ­μα ἀ­πό τό γέ­ρον­τά τους Σάβ­βα, κον­τά στόν ὁ­ποῖ­ο ἔ­μει­ναν γιά μιά δε­κα­ε­τί­α στό νη­σί τῶν Ἰ­ω­αν­νί­νων μέ­χρι τό θά­να­τό του (+ 9 Ἀ­πρ. 1505). Τόν ἴ­διο χρό­νο πι­θα­νό­τα­τα, με­τά τό θά­να­το τοῦ γέ­ρον­τά τους, ἔ­φυ­γαν ἀ­πό τό νη­σί τῶν Ἰ­ω­αν­νί­νων καί πῆ­γαν καί μό­να­σαν στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, στή Μο­νή Δι­ο­νυ­σί­ου, κον­τά στόν πρώ­ην οἰ­κουμ. Πα­τριά­ρχη Νή­φω­να (+ 12 Αὐγ. 1508). Με­τά ἀ­πό ὀ­λι­γο­χρό­νια πα­ρα­μο­νή ἐ­κεῖ ἐ­πέ­στρε­ψαν πά­λι στό­νη­σί τῶν Ἰ­ω­αν­νί­νων, ὅ­που ἀ­νή­γει­ραν μέ δι­κά τους ἔ­ξο­δα, γύ­ρω στά 1506/1507, τή Μο­νή τοῦ Τι­μί­ου Προ­δρό­μου. Ἀλ­λε­πάλ­λη­λες ὅ­μως ἐ­πεμ­βά­σεις τῆς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς καί τῆς πο­λι­τι­κῆς ἐ­ξου­σί­ας τούς ἐ­ξα­νάγ­κα­σαν νά ἐγ­κα­τα­λεί­ψουν, ὁ­ρι­στι­κά πιά, πε­ρί τό ἔ­τος 1510/11, τό κελ­λί τῆς με­τά­νοι­άς τους. Ἔ­τσι κα­τέ­λη­ξαν στούς με­τε­ω­ρί­τι­κους βρά­χους, ἀ­να­ζη­τών­τας ἐ­κεῖ τήν ἀ­σκη­τι­κή τους τε­λεί­ω­ση καί τήν ὑ­περ­κό­σμια γα­λή­νη. Στήν ἀρ­χή τούς πα­ρα­χω­ρή­θη­κε ὁ στύ­λος τοῦ Προ­δρό­μου, ὅ­που πα­ρέ­μει­ναν γιά μιά ἑ­πτα­ε­τί­α (1510/11-1517/18). Τέ­λος, στά 1517/18, ἐγ­κα­τα­στά­θη­καν στό μό­νι­μο πιά ἐ­ρη­μη­τή­ριό τους, τόν αὐχ­μη­ρό βρά­χο τοῦ Βαρ­λα­άμ. Ἐ­κεῖ, μέ τούς κό­πους καί ἱ­δρῶ­τες τους, μέ τήν αὐ­στη­ρή ἄ­σκη­ση καί τήν ἀ­νύ­στα­κτη προ­σευ­χή τους, καλ­λι­έρ­γη­σαν καί ἔ­θρε­ψαν ὥ­στε νά ἀ­να­πτυ­χθεῖ πο­λυ­δύ­να­μο τό δέν­τρο τῆς ἀ­ρε­τῆς μέ τούς πο­λύ­χυ­μους καρ­πούς του.

Οἱ ἴ­διοι οἱ κτί­το­ρες στά αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κά τους κεί­με­να (αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α, δι­α­θη­κῶ­ο γράμ­μα τοῦ ἔ­τους 1541/42, σύγ­χρο­νες ἐν­θυ­μή­σεις τους στόν κώδ. 127 Μ. Βαρ­λα­άμ), δί­νουν δι­α­φω­τι­στι­κές πλη­ρο­φο­ρί­ες καί εἰ­δή­σεις γιά τή ζω­ή καί τό ἔρ­γο τους, καί ἰ­δι­αί­τε­ρα γιά τήν οἰ­κο­δο­μι­κή ἀλ­λά καί τήν πνευ­μα­τι­κή τους δρα­στη­ρι­ό­τη­τα πά­νω στούς με­τε­ω­ρί­τι­κους βρά­χους. Πα­ρα­θέ­του­με χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ἀ­πο­σπά­σμα­τα ἀ­π’ αὐ­τά:

«Μεί­ναν­τες τοί­νυν ἡ­μεῖς ἐν τῷ οἰ­κο­δο­μη­θέν­τι κελ­λί­ῳ τοῦ Τι­μί­ου Προ­δρό­μου χρό­νον μι­κρόν, οὐκ ἦν ἀ­νε­κτόν τῷ πο­νη­ρῷ καί ἀν­θρω­πο­κτό­νῳ δι­α­βό­λῳ ὁ­ρᾶν ἡ­μᾶς κα­τά Θε­όν καί εἰ­ρη­νι­κῶς ζῶν­τας… Τοῦ­το οὖν ἐν­θυ­μη­θέν­τες, ἀ­παί­ρο­μεν τῆς πα­τρί­δος ἡ­μῶν καί πα­ρα­γε­νό­με­νοι ἐν τῷ θεί­ῳ να­ῷ τοῦ Με­τε­ώ­ρου τό­πον ἡ­συ­χί­ας καί αὖ­θις ᾐ­τή­σα­μεν. Ἐ­δό­θη δέ ἡ­μῖν τό ἡ­συ­χα­στή­ριον, ἤ­τοι ὁ στύ­λος τοῦ ἱ­ε­ροῦ Προ­δρό­μου πα­ρά τῶν τό­τε πα­τέ­ρων, ἐν ᾦ καί ἀ­να­βάν­τες καί ἐ­πί ἑ­πτά ὅ­λοις ἔ­τε­σιν οἱ δύ­ο μό­νοι ἐ­κεῖ­σε δι­α­πε­ρά­σαν­τες, πά­λιν δι­ε­σκε­ψά­με­θα κα­τελ­θεῖν ἐκ τού­του καί ἄλ­λο­θέν πο­θεν οἰ­κῆ­σαι. Ἐ­στε­νω­μέ­νος ἦν γάρ πά­νυ ὁ τοῦ ἱ­ε­ροῦ Προ­δρό­μου στύ­λος καί ἄλ­λως διά τήν ὑ­πο­κά­τω τῶν πα­ρα­βαλ­λόν­των σύγ­χυ­σιν˙ οὐ μήν ἀλ­λά καί οἱ πε­ρι­ερ­χό­με­νοι ἀ­έ­ρες αὐ­τῷ, βλα­πτι­κοί τε καί νο­σώ­δεις ὄν­τες, οὐκ εἴ­ων ἡ­μᾶς ἐ­κεῖ­σε διά­γειν καί πα­ροι­κεῖν. Διό καί εὑ­ρόν­τες τόν πλα­τύν καί εὐ­ά­ε­ρον καί ἡ­συ­χα­στι­κόν λί­θον εὐ­ρύ­χω­ρόν τε καί ἀ­ρε­στόν ἡ­μῖν πρός πα­ροί­κη­σιν ὄν­τα, ὅ­στις καί Βαρ­λα­άμ ἐ­κα­λεῖ­το, πα­ρά τι­νος μο­να­χοῦ Βαρ­λα­άμ, οἰ­κή­σαν­τος ἐν αὐ­τῷ πά­λαι, τήν ἐ­πω­νυ­μί­αν λα­βόν­τα, καί ἄ­οι­κον τῇ πο­λυ­ε­τί­ᾳ ὄν­τα καί ἔ­ρη­μον παν­τε­λῶς ὡς οἰ­κό­πε­δον, ἠρ­ξά­με­θα κα­τά τό ....... [7026-5509/8 = 1517/18] ἔ­τος ἀ­να­νε­οῦν καί οἰ­κο­δο­μεῖν αὐ­τόν πρός κα­τοί­κη­σιν, μή­τε κλί­μα­κα ἔ­χον­τα τό πρό­τε­ρον, μή­τε ἄλ­λην οἰ­κο­δο­μί­α, εἰ­μή μό­νον ση­μεῖ­ά τι­να κτι­σμά­των καί οἰ­κο­δο­μῶν πα­λαι­ῶν καί μέ­ρος τι ἐκ τοῦ βή­μα­τος τοῦ να­οῦ. Οὐ­δέ γάρ ἦν τις ἐν τοῖς εὑ­ρι­σκο­μέ­νοις τῆς σκή­τε­ως μο­να­χοῖς ἤ καί τοῖς πλη­σί­ον κο­σμι­κοῖς, ὅ­στις ἐ­νε­θυ­μεῖ­το ἐν τού­τῳ τι­νά κα­τοι­κή­σαν­τα. Καί δή κό­πον καί πό­νον βα­λόν­τες… πάν­τα ἐξ οἰ­κεί­ων κό­πων καί ἀ­να­λω­μά­των ἡ­μῶν, καί πρῶ­τον Θε­οῦ συ­νάρ­σει ἀ­νε­και­νί­σα­μεν ἐκ μέ­ρους τόν να­όν τῶν με­γά­λων Τρι­ῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν… Ἐ­πεί δέ Θε­οῦ συ­νερ­γί­ᾳ καί χά­ρι­τι καί πλεί­ο­νες τῶν ἀ­δελ­φῶν ὕ­στε­ρον συ­νει­σῆλ­θον ἕ­ως τρι­ά­κον­τα καί εἰς αὔ­ξη­σιν τά τοῦ ἡ­συ­χα­στη­ρί­ου ἐ­φέ­ρε­το, δεῖν ᾠ­ή­θη­μεν καί να­όν ἀ­νοι­κο­δο­μῆ­σαι ἐ­παρ­κοῦν­τα εὐ­τά­κτως εἰς τήν τῶν πλει­ό­νων ἀ­δελ­φῶν ἀ­νά­παυ­σιν. Καί με­τά σπου­δῆς καί προ­θυ­μί­ας πάν­τες οἱ πε­ρί ἡ­μᾶς ἀ­δελ­φοί πλεῖ­στα κε­κο­πι­α­κόν­τες σύν ἡ­μῖν ὁ­λο­ψύ­χως, τόν μέ­γαν του­το­νί να­όν πε­ποι­ή­κα­μεν, τι­μη­θέν­τα ἐ­π’ ὀ­νό­μα­τι τῶν Ἁ­γί­ων Πάν­των.Ἔ­κτι­σται δέ καί τε­τέ­λε­σται κα­τά τό ..... [7050-5509/8 = 1541/42] ἔ­τος, διά ἡ­με­ρῶν εἴ­κο­σιν ὅ­σον τά­χος ἐκ βά­θρων…» (αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α).

Στό δι­α­θη­κῶ­ο γράμ­μα τους (1541/42) ἐ­ξάλ­λου ση­μει­ώ­νουν τά ἑ­ξῆς:

«Ἔν­θεν τῇ βου­λῇ καί γνώ­μῃ τοῦ πα­νι­ε­ρω­τά­του Λα­ρί­σης καί τοῦ τό­τε ὁ­σι­ω­τά­του κα­θη­γου­μέ­νου τῆς σε­βα­σμί­ας καί βα­σι­λι­κῆς μο­νῆς τοῦ Με­τε­ώ­ρου τόν τοῦ Βαρ­λα­άμ λί­θον ἐ­λά­βο­μεν καί κα­τά δε­σπο­τεί­αν ἔ­χειν τοῦ­τον συ­νε­χω­ρή­θη­μεν.

Ἐ­πεί δέ καί πρό­τε­ρον κἀν τού­τῳ σε­βά­σμιος να­ός ᾠ­κο­δό­μη­το, ἐ­πί τῷ τῶν ἁ­γί­ων με­γά­λων δι­δα­σκά­λων καί ἱ­ε­ραρ­χῶν Βα­σι­λεί­ου, Γρη­γο­ρί­ου καί Χρυ­σο­στό­μου ὀ­νό­μα­τι τι­μώ­με­νος, τῇ πο­λυ­ε­τί­ᾳ δέ φθα­ρείς ἤ­δη καί τῇ τῶν ἀν­θρώ­πων ἐ­ρη­μώ­σει ἤ­δη καί τῇ τῶν ἀν­θρώ­πων ἐ­ρη­μώ­σει παν­τε­λεῖ ἀ­φα­νι­σμῷ ἐκ­δο­θείς, ὡς ἴ­χνος καί μό­νον ἐκ τού­του σώ­ζε­σθαι, καί ἀ­νε­κτί­σα­μεν πρός τό βέλ­τιον. Ἐ­βου­λό­με­θα δέ ποι­ῆ­σαι καί εἰς κρεῖτ­τον κάλ­λος καί σχῆ­μα καί μέ­γε­θος, διά δέ τόν τῶν κρα­τούν­των φό­βον οὐκ ἐ­τολ­μή­σα­μεν τό πα­ρά­παν αὐ­ξῆ­σαι τό σύ­νο­λον.

Συ­νέ­βη γάρ τό­τε ἐν τοῖς και­ροῖς ἐ­κεί­νοις ὁ­ρι­σμός ἐ­ξελ­θεῖν ὑ­πό τοῦ σουλ­τά­νου, ἵ­να τά και­νούρ­για ὅ­λα χαλ­νοῦ­σιν ὅ­σα τε ἀ­να­και­νί­σθη­σαν νε­ω­στί ἐ­πί ταῖς τῶν χρι­στια­νῶν ἐκ­κλη­σί­αις, καί διά τού­του τοῦ φό­βου οὐκ ἐ­ποι­ή­σα­μεν αὐ­τόν κα­θώ­σπερ ἡ ἔ­φε­σις καί ἡ βου­λή ἡ­μῶν ἦ­τον, ἀλ­λά μι­κρό τι μο­νύ­δριον χά­ριν τοῦ χάλ­λειν καί ἐ­κτε­λεῖν τάς ἀ­κο­λου­θί­ας ἡ­μῶν. Ἐν τού­τῳ δέ τῷ ῥη­θέν­τι να­ῷ οὐκ ὀ­λί­γῳ και­ρῷ δι­α­τρί­ψαν­τες, εἶ­τα Θε­οῦ συ­νάρ­σει καί ἕ­τε­ρον ἐκ βά­θρων ἐ­γε­ρεῖν ἐ­βου­λή­θη­μεν˙ ὅν καί ἀ­νη­γεί­ρα­μεν διά δύ­ο τρούλ­λων σταυ­ρο­θό­λιν ὡ­ραῖ­ον καί ποι­κι­λό­τα­τον, κό­πους τε καί ἱ­δρῶ­τας καί ἐ­ξό­δους ἐν τού­τῳ οὐ τούς τυ­χόν­τας ἐν­δει­ξάν­τες. Συ­ναν­τι­λαμ­βα­νο­μέ­νου δέ ἡ­μῖν καί τοῦ τά πάν­τα τε­λει­οῦν­τος παν­το­δυ­νά­μου Θε­οῦ, ἐν τού­τῳ καί κέλ­λας ἐ­πή­ξα­μεν πρός ἀ­νά­παυ­σιν τῶν ἐ­να­σκου­μέ­νων μο­να­χῶν καί τῶν ἄλ­λων πως πα­ρα­τυγ­χα­νόν­των, καί λοι­πάς οἰ­κο­δο­μάς καί ἀ­να­κτί­σεις ἐ­βελ­τι­ώ­σα­μεν. Ἔ­τι δέ καί σκεύ­η καί βι­βλί­α καί ἱ­ε­ρά παν­τοῖ­α καί ἱ­ε­ρέ­ων καί δι­α­κό­νων ἀλ­λα­γάς κα­τε­πλου­τή­σα­μεν αὐ­τήν εἰς αἶ­νον καί δό­ξαν Θε­οῦ.

Πρός τοῖς δέ καί κτή­μα­τα παν­τοῖ­α, ἀμ­πε­λῶ­νάς τε καί ἀ­γρούς, κή­πους τε καί πα­ρα­δεί­σους καί με­τό­χια καί μύ­λω­νας καί ἐ­λαι­ῶ­νας δι­α­φό­ρους… ἐν αὐ­τῇ ἀ­φι­ε­ρώ­σα­μεν… Εἶ­τα κα­τε­στή­σα­μεν ταύ­την κοι­νό­βιον εἰ­λι­κρι­νές τε καί ἄ­δο­λον εἶ­ναί τε ὁ­μοῦ καί ὀ­νο­μά­ζε­σθαι καί πράτ­τειν τε καί φυ­λάτ­τειν πάν­τα τά νό­μι­μα αὐ­τοῦ…».

Οἱ αὐ­τά­δελ­φοι Ἀ­ψα­ρά­δες ἤ Ἀ­ψα­ρά­τες κα­τά­γον­ταν ἀ­πό πα­λαι­ά καί ἐ­πι­φα­νή βυ­ζαν­τι­νή οἰ­κο­γέ­νεια καί δι­έ­θε­ται με­γά­λη χρη­μα­τι­κή καί κτη­μα­τι­κή πε­ρι­ου­σί­α. Οἱ γο­νεῖς τους πέ­θα­ναν καί οἱ δύ­ο ὡς μο­να­χοί, μέ τά ὀ­νό­μα­τα Κα­τα­φυ­γή (+ 1506), Νο­εμ. 7) καί Ἰ­ώβ (+ 1523/24). Μο­να­χές ἐ­πί­σης ἦ­σαν καί οἱ τρεῖς ἀ­δελ­φές τους, ἡ Ἀ­θα­να­σί­α (+ 11 Νο­εμ. 1512), ἡ Εὐ­γε­νί­α (+ 1513/14) καί μί­α τρί­τη τῆς ὁ­ποί­ας δέν πα­ρα­δί­δε­ται τό ὄ­νο­μα.

Γιά τίς ἀ­δελ­φές καί τούς γο­νεῖς τους οἱ ἱ­ε­ρο­μό­να­χοι Νε­κτά­ριος καί Θε­ο­φά­νης ἀ­νή­γει­ραν μο­να­στι­κό ἡ­συ­χα­στή­ριο κον­τά στή Μο­νή Προ­δρό­μου στό νη­σί τῶν Ἰ­ω­αν­νί­νων: «Με­τά τοῦ­το καί τό πλη­σί­ον τοῦ χω­ρί­ου κελ­λί­ον ἐ­κτί­σθη πα­ρ’ ἡ­μῶν, εἰς ὅ­περ αἱ κα­τά σάρ­κα καί κα­τά πνεῦ­μα ἡ­μῶν ἀ­δελ­φαί κα­τῴ­κουν, τόν μο­νή­ρη βί­ον προ­ε­λό­με­ναι˙ τρεῖς γάρ ἦ­σαν αὗ­ται καί σύν αὐ­ταῖς καί ὁ πα­τήρ καί ἡ μή­τηρ ἡ­μῶν, τῷ ἱ­ε­ρῷ καί οὗ­τοι τῶν μο­να­χῶν σχή­μα­τι τε­λει­ω­θέν­τες» (αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α).

Ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα κεί­με­να καί ἄλ­λα στοι­χεῖ­α γιά τή ζω­ή καί τή δρά­ση τῶν αὐ­τα­δέλ­φων ἱ­ε­ρο­μο­νά­χων πε­ρι­έ­χουν τά χει­ρό­γρα­φα τῆς Μ. Βαρ­λα­άμ 127, 134, 180, 275 καί 281, κα­θώς καί τό χει­ρό­γρα­φο 172 τῆς Μο­νῆς Παν­τε­λε­ή­μο­νος τοῦ Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους, πού ἀ­νῆ­κε ἄλ­λο­τε στή με­τε­ω­ρι­κή Μο­νή Βαρ­λα­άμ.

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 191 επισκέπτες και κανένα μέλος

Εμφανίσεις Άρθρων
16959277

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ