EORTOLOGIO.jpg
Παρασκευή 17 Αυγούστου
Μύρωνος, Θύρσου, Κυπριανού, Ιουλιανής, Στράτωνος και Ευτυχιανού μαρτ.
Eortologio_Bottom.jpg
MHNYMAHMERAS.jpg

Δεν είδα εγώ μεγαλυτέραν ανάπαυσιν ως της τελείας υπακοής…
Εργασθήτε λοιπόν τώρα που είσθε νέοι, να θερίσετε καρπόν απάθειας εις το γήρας. Εάν δεν βιασθήτε και του Μαθουσάλα τα χρόνια να ζήσετε, δεν θα χαρήτε αυτά τα χαρίσματα…
Και θα ιδήτε τοιαύτην ακινησίαν πα­θών και ειρήνην ψυχής ως να είσθε μέσα εις τον Παράδεισον.

Γέροντας Ιωσήφ Ησυχαστής

 

Eortologio Bottom
PERIHGHSH.jpg
accordion joomla menu download
h3.jpg
DHMOFILH.jpg
Eortologio_Bottom.jpg
Εγγραφή Newsletter

ΙΕΡΕΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ

Ιερά Μονή Μεγάλου Μετεώρου
Θερινὸ ὡράριο: 9:00-16:00 Κάθε Τρίτη κλειστό
Ιερά Μονή Βαρλαάμ
Θερινὸ ὡράριο: 9:00-16:00 Κάθε Παρασκευὴ κλειστό
Ιερά Μονή Αγίου Στεφάνου
Θερινὸ ὡράριο: 9:00-13:30 & 15:30-17:30 Κάθε Δευτέρα κλειστό
Ιερά Μονή Αγίας Τριάδος
Θερινὸ ὡράριο: 9:00-17:00 Κάθε Πέμπτη κλειστό
Ιερά Μονή Ρουσάνου
Θερινὸ ὡράριο : 9:00-17:00 Κάθε Τετάρτη κλειστό
Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου Αναπαυσα
Θερινὸ ὡράριο: 9:00-15:30 Κάθε Παρασκευὴ κλειστό


64Η ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ

Μο­νή τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου βρί­σκε­ται στό νο­τι­ο­α­να­το­λι­κό ἄ­κρο τῆς συ­στά­δας τῶν με­τε­ω­ρι­κῶν βρά­χων, ἀ­κρι­βῶς πά­νω ἀ­πό τήν Κα­λαμ­πά­κα, καί εἶ­ναι τό μό­νο μο­να­στή­ρι πού ἐ­πι­σκέ­πτε­ται κα­νείς χω­ρίς να ἀ­νε­βεῖ σκα­λιά, για­τί ἡ προ­σπέ­λα­ση σ’ αὐ­τό γί­νε­ται μέ μι­κρή γέ­φυ­ρα.

Ἡ θέ­α ἀ­πό τόν ἐ­ξώ­στη τῆς μο­νῆς εἶ­ναι μα­γευ­τι­κή. Στά πό­δια τοῦ βρά­χου ἁ­πλώ­νε­ται ἡ πό­λη τῆς Κα­λαμ­πά­κας, μέ τόν πο­τα­μό Πη­νει­ό πιό πέ­ρα στό βά­θος.

Ἀ­πό τό 1961 λει­τουρ­γεῖ ὡς γυ­ναι­κεῖ­ο μο­να­στή­ρι μέ πο­λυ­με­λή καί δρα­στή­ρια ἀ­δελ­φό­τη­τα, ἡ ὁ­ποί­α, πα­ράλ­λη­λα μέ τό πλού­σιο πνευ­μα­τι­κό καί φι­λαν­θρω­πι­κό ἔρ­γο, ἔ­χει νά ἐ­πι­δεί­ξει καί ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στο ἀ­να­και­νι­στι­κό καί οἰ­κο­δο­μι­κό ἔρ­γο στή μο­νή. Πα­λαι­ά πα­ρά­δο­ση συν­δέ­ει τή μο­νή αὐ­τή πρός τό γυ­ναι­κεῖ­ο μο­να­χι­σμό.

Ὁ Σου­η­δός πε­ρι­η­γη­τής Ἰ­ω­νᾶς Björnstahl, πού ἐ­πι­σκέ­φθη­κε τόν Ἅ­γιο Στέ­φα­νο στίς 3 Ἀ­πρι­λί­ου τοῦ 1779, ση­μει­ώ­νει σχε­τι­κά τά ἑ­ξῆς γιά τή μο­νή, τά ὁ­ποῖ­α ἀ­σφα­λῶς τοῦ δι­η­γή­θη­καν τό­τε ἐ­κεῖ οἱ μο­να­χοί ἤ οἱ πε­ρί­οι­κοι: «Στήν ἀρ­χή ἦ­ταν προ­ο­ρι­σμέ­νη [ἡ μο­νή] γιά γυ­ναῖ­κες πού ἀ­γα­ποῦ­σαν νά ἡ­συ­χά­ζουν, ἀλ­λά ἀρ­γό­τε­ρα ἐ­ρει­πώ­θη­κε καί ἐγ­κα­τα­λεί­φθη­κε, ὥ­σπου ξα­να­κοι­τή­θη­κε ἀ­πό μο­να­χούς».

Ἡ ἱ­στο­ρί­α τῶν πρώ­των χρό­νων τῆς Μο­νῆς τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου, ὅ­πως καί τῶν πε­ρισ­σό­τε­ρων μο­να­στη­ρι­ῶν, χά­νε­ται στά βά­θη τῶν αἰ­ώ­νων καί κα­λύ­πτε­ται ἀ­πό τήν ἀ­χλύ τῶν θρύ­λων καί τῶν πα­ρα­δό­σε­ων.

Βέ­βαι­ο πάν­τως εἶ­ναι ὅ­τι σέ βρά­χο κον­τά στήν ἐ­ξω­τε­ρι­κή εἴ­σο­δο τοῦ μο­να­στη­ριοῦ ὑ­πῆρ­χε λα­ξευ­μέ­νη ἐ­πι­γρα­φή, τήν ὁ­ποί­α εἶ­χαν πα­ρα­τη­ρή­σει καί ἀ­να­φέ­ρουν πα­λαι­οί πε­ρι­η­γη­τές καί ἐ­πι­σκέ­πτες τῆς μο­νῆς (ὁ Σου­η­δός Björnstahl τόν Ἀ­πρ. τοῦ 1779, ὁ λό­γιος μη­τρο­πο­λί­της Και­σα­ρεί­ας τῆς Φι­λίπ­που Πα­λαι­στί­νης Ἀ­γα­θάγ­γε­λος τό 1835/36, ὁ Γά­λος πε­ρι­η­γη­τής - ἀρ­χαι­ο­λό­γος L. Heuzeyτόν Αὔγ. τοῦ 1858, ὁ Ρῶ­σος ἀρ­χι­μαν­δρί­της Πορ­φύ­ριος Uspenskij τόν Ἀ­πρ. τοῦ 1859), κα­θώς καί ντό­πιοι λό­γιοι τῶν ἀρ­χῶν τοῦ αἰ­ώ­να μας (ὁ ἱ­στο­ρι­κός-ἀρ­χαι­ο­λό­γος Ν. Γι­αν­νό­που­λος τό 1926 καί ὁ θε­ο­λό­γος κα­θη­γη­τής τοῦ Γυ­μνα­σί­ου Τρι­κά­λων Ἰ­ω. Πα­πα­σω­τη­ρί­ου τόν Ἰ­ού­λιο τοῦ 1927). Ἡ ἐ­πι­γρα­φή αὐ­τή, πού δυ­στυ­χῶς, ἄ­γνω­στο πό­τε (ὁ­πωσ­δή­πο­τε ὅ­μως με­τά τό 1927), χά­θη­κε, κα­τά τήν ἄ­πο­ψη τῶν πε­ρισ­σο­τέ­ρων πού τήν δι­ά­βα­σαν, ἔ­φε­ρε χα­ραγ­μέ­νη τή χρο­νο­λο­γί­α ....΄ ἀ­πό κτί­σε­ως κό­σμου [6700-5509/8=1191/92 ἀ­πό τή Γέν­νη­ση τοῦ Χρι­στοῦ] καί τό ὄ­νο­μα ΙΕΡΕΜΙΑC. Ἄν καί ἡ προ­έ­λευ­ση κα­θώς καί ὁ προ­ο­ρι­σμός τῆς ἐ­πι­γρα­φῆς δέν ἔ­χουν ἐ­ξα­κρι­βω­θεῖ, πι­θα­νό­τα­τα τό ὄ­νο­μα τοῦ Ἱ­ε­ρε­μί­α δη­λώ­νει τόν πρῶ­το ὅ­σιο ἐ­ρη­μί­τη πού κα­τοί­κη­σε σέ κά­ποι­α σπη­λιά τοῦ εὐ­λο­γη­μέ­νου αὐ­τοῦ βρά­χου.

Βέ­βαι­οι ὡ­στό­σο κτί­το­ρες τῆς μο­νῆς ἀ­να­φέ­ρον­ται δύ­ο: Πρῶ­τος ὁ ἀρ­χι­μαν­δρί­της ὅ­σιος Ἀν­τώ­νιος, γύ­ρω στό πρῶ­το μι­σό τοῦ ΙΕ΄ αἰ­ώ­να, τόν ὁ­ποῖ­ο με­τα­γε­νέ­στε­ρη πα­ρά­δο­ση ἔ­χει συν­δέ­σει μέ τήν ἔν­δο­ξη βυ­ζαν­τι­νή οἰ­κο­γέ­νεια τῶν Καν­τα­κου­ζη­νῶν, καί δεύ­τε­ρος ὁ ἱ­ε­ρο­μό­να­χος ὅ­σιος Φι­λό­θε­ος ἀ­πό τή Σθλά­ται­να ἤ Σκλά­ται­να, (ση­με­ρι­νό χω­ριό Ρί­ζω­μα τῆς ἐ­παρ­χί­ας Τρι­κά­λων), γύ­ρω στά μέ­σα τοῦ ΙΣΤ΄αἰ­ώ­να.

Ὁ ὅ­σιος Φι­λό­θε­ος λί­γο πρίν ἀ­πό τό 1545 ἀ­να­καί­νι­σε ἤ μᾶλ­λον ξα­νά­κτι­σε ἀ­πό τά θε­μέ­λιά του τό πα­λαι­ό μι­κρό καί κομ­ψό κα­θο­λι­κό τῆς μο­νῆς, τό να­ό τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου. Συγ­χρό­νως ἔ­κτι­σε κελ­λιά γιά τούς μο­να­χούς καί ἄλ­λα χρή­σι­μα γιά τή μο­νή οἰ­κο­δο­μή­μα­τα, φρόν­τι­σε νά ἐ­φο­διά­σει τό μο­να­στή­ρι μέ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κά σκεύ­η καί χει­ρό­γρα­φα βι­βλί­α καί ἐ­πέ­βα­λε, τέ­λος, τόν κοι­νο­βια­κό τρό­πο ζω­ῆς στή μο­να­στι­κή ἀ­δελ­φό­τη­τα.

Πό­τε εἶ­χε κτι­στεῖ ὁ ἀρ­χι­κός πα­λαι­ός να­ός τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου, τόν ὁ­ποῖ­ο ἀν­τι­κα­τέ­στη­σε στά μέ­σα τοῦ ΙΣΤ΄ αἰ­ώ­να μέ τό ση­με­ρι­νό να­ό ὁ ἱ­ε­ρο­μό­να­χος Φι­λό­θε­ος, δέν εἶ­ναι ἐ­ξα­κρι­βω­μέ­νο. Πι­θα­νό­τα­τα κα­τά τό ΙΔ΄/ΙΕ΄ αἰ­ώ­να, ὅ­πως ἔ­γι­νε καί μέ τούς να­ούς σχδόν ὅ­λων τῶν ἄλ­λων με­τε­ω­ρι­κῶν μο­νῶν.

Σι­γίλ­λιο τοῦ οἰ­κου­με­νι­κοῦ πα­τριά­ρχη Ἱ­ε­ρε­μί­α Α΄, πού γρά­φτη­κε τό Φε­βρ. τοῦ 1545 με­τά ἀ­πό αἴ­τη­ση τοῦ ὁ­σί­ου Φι­λο­θέ­ου, ἐ­πι­κυ­ρώ­νει τήν ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­α καί αυ­το­τέ­λεια τῆς μο­νῆς, κα­θώς καί τόν κοι­νο­βια­κό της χα­ρα­κτή­ρα, καί ἀ­να­φέ­ρε­ται στίς οἰκ­δο­μι­κές καί ἄλ­λες δρα­στη­ρι­ό­τη­τες τοῦ φι­λό­θε­ου πράγ­μα­τι καί πο­λυ­πρά­γο­να ἱ­ε­ρο­μο­νά­χου: «+ Ἐ­πει­δή ζή­λῳ θεί­ῳ κι­νη­θείς ὁ ὁ­σι­ώ­τα­τος ἐν ἱ­ε­ρο­μο­νά­χοις κύ­ριος Φι­λό­θε­ος ἀ­νε­καί­νι­σε τόν σε­βά­σμιον καί θεῖ­ον να­όν, τόν εἰς ὄ­νο­μα τι­μώ­με­νον τοῦ ἁ­γί­ου ἀρ­χι­δι­α­κό­νου Στε­φά­νου, τόν κεί­με­νον ἐν τῇ κο­ρυ­φῇ, ἔ­χων συ­νερ­γόν καί βο­η­θόν εἰς τήν ἔ­ξο­δον αὐ­τήν καί τόν ἐν ἱ­ε­ρο­μο­νά­χοις κύ­ριον Γε­ρά­σι­μον… ἀλ­λά δή καί τούς λοι­πούς μο­να­χούς, τούς ἐ­να­σκου­μέ­νους ἐν τῷ ῥη­θέν­τι σε­βα­σμί­ῳ να­ῷ, καί ὡς εἰ­πεῖν ἐκ βά­θρων θε­με­λί­ων τοῦ­τον ἀ­νή­γει­ρε καί ἐ­κό­σμη­σεν ὁ ῥη­θείς ὁ­σι­ώ­τα­τος ἱ­ε­ρο­μό­να­χος, καί κέλ­λας γύ­ρω­θεν πή­ξας πρός ἀ­νά­παυ­σιν τῶν ἐ­να­σκου­μέ­νων ἐ­κεῖ­σε καί τῶν ἄλ­λων πώς πα­ρα­τυγ­χα­νόν­των, καί λοι­παῖς οἰ­κο­δο­μαῖς, ἀ­να­κτί­σας καί βελ­τι­ώ­σας αὐ­τήν, ἔ­τι δέ καί σκεύ­η καί βι­βλί­α ἐκ­κλη­σι­α­στι­κά συ­νά­ξας καί ἱ­ε­ρέ­ων ἀλ­λα­γάς καί τ’ ἄλ­λα πάν­τα τά ἁρ­μό­ζον­τα τῇ μο­νῇ, πρός τοῖς δέ καί με­τό­χιον ἐν τῇ μο­νῇ, πρός τοῖς δέ καί με­τό­χιον ἐν τῇ χώ­ρᾳ τῆς Σθλά­ται­νας ποι­ή­σας… καί κοι­νο­βια­κῶς ζῆν ἐ­παγ­γει­λά­με­νοι, ἐ­ζή­τη­σαν τῇ ἡ­μῶν με­τρι­ό­τη­τι, ἵ­να διά γράμ­μα­τος αὐ­τῆς πα­τρι­αρ­χι­κοῦ βε­βαι­ώ­σω­μεν αὐ­τήν, τοῦ εἶ­ναι ἀ­κα­τα­πά­τη­τον πα­ρά τοῦ θε­ο­φι­λε­στά­του ἐ­πι­σκό­που Στα­γῶν καί τοῦ ὁ­σι­ω­τά­του κα­θη­γου­μέ­νου τῆς ὁ­σι­ω­τά­του κα­θη­γου­μέ­νου τῆς σε­βα­σμί­ας καί βα­σι­λι­κῆς τοῦ Με­τε­ώ­ρου μο­νῆς καί τῶν λοι­πῶν τῶν ἐν τῇ σκή­τῃ. …Τού­του γάρ χά­ριν ἐ­γέ­νε­το καί τό πα­ρόν ἡ­μέ­τε­ρον πα­τρι­αρ­χι­κόν γράμ­μα καί ἐ­πε­δό­θη τῇ ῥη­θεί­σῃ σε­βα­σμί­ᾳ μο­νῇ τοῦ ἁ­γί­ου ἀρ­χι­δι­α­κό­νου Στε­φά­νου ἐν ἔ­τει ζνγ΄ [7053 – 5508 = 1545] … μη­νί φε­βρου­α­ρί­ῳ, ἰν­δι­κτι­ῶ­νος γ΄».

Ὁ να­ΐ­σκος τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου, πού ἀ­νή­γει­ρε ὁ ὅ­σιος Φι­λό­θε­ος, εἶ­ναι ξυ­λό­στε­γη μο­νό­κλι­τη βα­σι­λι­κή μέ ἐ­σω­νάρ­θη­κα, πού χω­ρί­ζε­ται ἀ­πό τόν κυ­ρί­ως να­ό μέ τρί­βη­λο ἄ­νοιγ­μα, ἐ­πι­βί­ω­ση τοῦ τρό­που ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας τοῦ κεν­τρι­κοῦ κλί­τους μέ τό νάρ­θη­κα τῶν πα­λαι­ο­χρι­στι­α­νι­κῶν βα­σι­λι­κῶν.

Τό­τε, γύ­ρω στά 1545 ἤ λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, ἁ­γι­ο­γρα­φή­θη­κε τό να­ΐ­δριο τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου, ἐ­πί ἡ­γου­μέ­νου Μη­τρο­φά­νη. Οἱ τοι­χο­γρα­φί­ες του, λα­ά κα­θα­ρι­σμέ­νες καί συν­τη­ρη­μέ­νες σή­με­ρα, ἀ­πο­τε­λοῦν ἕ­να ἐν­δι­α­φέ­ρον ζω­γρα­φι­κό σύ­νο­λο τῆς με­τα­βυ­ζαν­τι­νῆς ἁ­γι­ο­γρα­φί­ας. Ἐ­κτός ἀ­πό τούς ὁ­λό­σω­μους ἁ­γί­ους καί ἄλ­λες πα­ρα­στά­σεις, ἀ­ξι­ο­πρό­σε­κτη εἶ­ναι ἡ ἀ­πει­κό­νι­ση τῶν 24 οἴ­κων τῶν Χαι­ρε­τι­σμῶν τῆς Θε­ο­τό­κου. Στό ἱ­ε­ρό ἔ­χο­με τό συ­νη­θι­σμέ­νο ἁ­γι­ο­γρα­φι­κό κύ­κλο: Τήν Πλα­τυ­τέ­ρα τῶν Οὐ­ρα­νῶν στήν κόγ­χη ὡς προ­στά­τι­δα τῶν χρι­στια­νῶν καί τοῦ κό­σμου ὅ­λου, τή θεί­α Με­τά­λη­ψη, μορ­φές με­γά­λων ἱ­ε­ραρ­χῶν. Στό νάρ­θη­κα, ἀ­ρι­στε­ρά καί δε­ξιά ἀ­πό τήν εἴ­σο­δο, εἰ­κο­νί­ζον­ται, μέ τίς μο­να­χι­κές τους ἐν­δυ­μα­σί­ες καί τά αὐ­στη­ρά ἀ­σκη­τι­κά τους χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, πλημ­μυ­ρι­σμέ­νοι ἀ­πό τή θε­ϊ­κή γα­λή­νη καί τήν οὐ­ρά­νια ἀ­τα­ρα­ξί­α, οἱ ὅ­σιοι κτί­το­ρες τῆς μο­νῆς, ἱ­ε­ρο­μό­να­χοι Ἀν­τώ­νιος καί Φι­λό­θε­ος, μέ τι­μη­τι­κή φρου­ρά στό πλά­ι τους τούς ἄρ­χον­τες τῶν οὐ­ρα­νί­ων ταγ­μά­των Γα­βρι­ήλ καί Μι­χα­ήλ.

Ἐ­πι­γρα­φή στό δυ­τι­κό τοῖ­χο τοῦ νάρ­θη­κα, πά­νω ἀ­πό τήν εἴ­σο­δο καί κά­τω ἀ­πό τήν πα­ρά­στα­ση τῆς Κοι­μή­σε­ως τῆς Θε­ο­τό­κου, μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ γιά τήν τοι­χο­γρά­φη­ση τοῦ να­οῦ, χω­ρίς νά δί­νει χρο­νο­λο­γί­α, καί γιά τή με­τα­γε­νέ­στε­ρη ἀ­να­καί­νι­ση τῆς τοι­χο­γρα­φί­ας τῆς Κοι­μή­σε­ως τῆς Θε­ο­τό­κου, πού ἔ­γι­νε ἀ­πό τόν Κα­λαμ­πα­κι­ώ­τη ἁ­γι­ο­γρά­φο ἱ­ε­ρέ­α καί κα­στρήν­σιο Νι­κό­λα­ο:

+ Ο ΠΑΝΣΕΠ(Τ)ΩΣ Κ(ΑΙ) ΘΕΙΩΣ ΝΑΩΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ Κ(ΑΙ) ΕΝΔΟΞΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΡΟς Κ(ΑΙ) ΑΡΧΙΔΙ/ΑΚΟΝΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ˙ ΕΙΣΤΩΡΙΘΗ ΔΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ Κ(ΑΙ) ΕΞΩΔΟΥ ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΠΑΝΟΣΙΩΤΑΤΟΥ ΚΑΘΕΙΓΟΥΜΕΝΟΥ/ ΚΥΡΟΥ ΜΗΤΡΟΦΑΝΟΥ ΙΕΡΟΜ(ΟΝΑ)ΧΟΥ˙ Κ(ΑΙ) ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΙΕΡ(Ο)Μ(ΟΝΑ)ΧΟΥ˙ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΑΙΡΩΝ ΑΝΑΚΕΝΙΣΘΗ, Η ΚΕΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙ(ΑΣ) ΔΕΣΠΕΙΝΗΣ ΗΜΩΝ/ Θ(ΕΟΤΟ)ΚΟΥ Κ(ΑΙ) ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΥ ΜΑΡΙ(ΑΣ)˙ Κ(ΑΙ) ΤΟΥ ΚΑΤΩΘΕΝ, ΔΙΑ ΣΗΝΔΡΟΜΗΣ Κ(ΑΙ) ΕΞΩΔΟΥ˙ ΤΟΥ ΠΑΝΟΣΙΩΤΑΤΟΥ Κ(ΑΙ) ΚΑΘΕΙΓΟΥΜΕΝΟΥ ΚΥΡΟΥ… ΟΥ ΙΕΡΟΜ(ΟΝΑ)ΧΟΥ˙/ Κ(ΑΙ) ΤΩΝ ΕΠΙΛΕΙΠΩΝ ΙΕΡ(Ο)Μ(ΟΝ)ΑΧ(ΩΝ)˙ ΕΙΣΤΩΡΙΘΗ ΔΕ Κ(ΑΙ) ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΚΑΜΟΥ ΤΟΥ ΑΜΑΡΤΩΛΟΥ˙ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΙΕΡΕΩΣ˙ Κ(ΑΙ) ΚΑΣΤΡΗΣΙΟΣ ΕΚ ΧΩΡ(ΑΣ) ΣΤΑΓΩΝ ΕΝ ΕΤΙ, Ζω

Κα­τά τήν πε­ρί­ο­δο τοῦ τε­λευ­ταί­ου πο­λέ­μου προ­κλή­θη­καν ζη­μι­ές στίς τοι­χο­γρα­φί­ες τοῦ να­οῦ τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου, κα­θώς καί στό κτί­ριο τοῦ να­οῦ τοῦ Ἁ­γί­ου Χα­ρα­λάμ­πους.

Στά 1798, ἐ­πί τοῦ ἐ­πι­σκό­που Στα­γῶν Πα­ϊ­σί­ου τοῦ Κλει­νο­βί­τη (1784, Μα­ΐ­ου 12 – 1808) καί ἐ­πί ἡ­γου­μέ­νου τῆς μο­νῆς Ἀμ­βρο­σί­ου, κτί­στη­κε τό ση­με­ρι­νό ἐ­πι­βλη­τι­κό κα­θο­λι­κό, πρός τι­μήν τοῦ Ἁ­γί­ου Χα­ρα­λάμ­πους, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ κά­ρα φυ­λάσ­σε­ται ἐ­κεῖ ὡς ἱ­ε­ρό θη­σαύ­ρι­σμα, δῶ­ρο ἀ­νε­κτί­μη­το τοῦ ἡ­γε­μό­να τῆς Βλα­χί­ας Viadislav καί τοῦ συγ­γε­νοῦς του με­γά­λου βορ­νί­κου Dragomir.

Ἄς ση­μει­ω­θεῖ ἐ­δῶ ὅ­τι ἀ­πό πο­λύ νω­ρίς ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς Μο­νῆς τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου συν­δέ­θη­κε στε­νά μέ τόν ρου­μα­νι­κό ἡ­γε­μο­νι­κό οἶ­κο τῆς Βλα­χί­ας, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­νή­γει­ρε καί ἀ­φι­έ­ρω­σε στή με­τε­ω­ρι­κή αὐ­τή μο­νή ὡς με­τό­χι τό μο­νύ­δριο τῆς Με­τα­μορ­φώ­σε­ως τοῦ Σω­τῆ­ρος στή θέ­ση Μπου­τό­ι (Butoiu), κον­τά στό Τιρ­γό­βι­στο τῆς Ρου­μα­νί­ας, καί δώ­ρι­σε στή Μο­νή τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου ἅ­για λεί­ψα­να, ἱ­ε­ρά σκεύ­η, ἄμ­φια κ.ἄ. Πό­τε ἀ­κρι­βῶς ἔ­γι­ναν αὐ­τά δέν εἶ­ναι ἐ­ξα­κρι­βω­μέ­νο. Προ­τεί­νον­ται δι­ά­φο­ρες χρο­νο­λο­γί­ες ἀ­πό τούς ἐ­ρευ­νη­τές, πού κυ­μαί­νον­ται ἀ­πό τά τέ­λη τοῦ ΙΔ΄ μέ­χρι καί τίς ἀρ­χές του ΙΣΤ΄ αἰ­ώ­να.

Τό νέ­ο κα­θο­λι­κό τῆς μο­νῆς ἀ­πο­μι­μεῖ­ται τό γνω­στό ἁ­γι­ο­ρει­τι­κό ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κό τύ­πο. Ὁ κυ­ρί­ως να­ός εἶ­ναι τε­τρα­κι­ό­νιος σταυ­ρο­ει­δής ἐγ­γε­γραμ­μέ­νος, μέ τίς δύ­ο κόγ­χες (χο­ρούς) ἀ­ρι­στε­ρά καί δε­ξιά˙ προ­η­γεῖ­ται εὐ­ρύ­χω­ρος ἐ­σω­νάρ­θη­κας-λι­τή μέ τέσ­σε­ρις κί­ο­νες στό κέν­τρο πού στη­ρί­ζουν τή στέ­γη του. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κοί καί ἐν­τυ­πω­σια­κοί εἶ­ναι οἱ ρα­δι­νοί καί ψη­λό­λι­γνοι τροῦλ­λοι, ὁ με­γά­λος καί κεν­τρι­κός τοῦ κυ­ρί­ως να­οῦ καί οἱ δύ­ο μι­κρό­τε­ροι τοῦ ἱ­ε­ροῦ, πά­νω ἀ­πό τήν πρό­θε­ση καί τό δι­α­κο­νι­κό. Στή βό­ρεια ἐ­ξω­τε­ρι­κή πλευ­ρά τοῦ να­οῦ ἔ­χει προ­στε­θεῖ το­ξω­τή στο­ά - ἐ­ξω­νάρ­θη­ξας, πού, σύμ­φω­να μέ τήν ἐ­πι­γρα­φή του, οἰ­κο­δο­μή­θη­κε ἐ­πί ἡ­γου­μέ­νου Θε­ο­φά­νη, ὁ ὁ­ποῖ­ος στίς ἀρ­χές τοῦ ΙΘ΄ αἰ. δι­α­δέ­χτη­κε τόν Ἀμ­βρό­σιο.

Με­γά­λη δρα­στη­ρι­ό­τη­τα, οἰ­κο­δο­μι­κή, πνευ­μα­τι­κή, κοι­νω­νι­κή κ.ἄ., ἀ­νέ­πτυ­ξε στά μέ­σα τοῦ πε­ρα­σμέ­νου αἰ­ώ­να ὁ Κα­λαμ­πα­κι­ώ­της ἡ­γού­με­νος τῆς μο­νῆς Κων­στάν­τιος, πού κα­τά τό ἔ­τος 1857 ἀ­νή­γει­ρε τήν τρά­πε­ζα τοῦ μο­να­στη­ριοῦ καί ἄλ­λα κτί­σμα­τα κον­τά στόν πα­λαι­ό να­ΐ­σκο τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου. Ἰ­δι­αί­τε­ρα ση­μαν­τι­κή ὅ­μως ὑ­πῆρ­ξε ἡ προ­σφο­ρά του στήν παι­δεί­α κα­τά τούς δύ­σκο­λους ἐ­κεί­νους και­ρούς. Μέ ἔ­ξο­δά του ἔ­κτι­σε τήν «Κων­στάν­τιον Δημ. Σχο­λήν Κα­λαμ­πά­κας» καί κλη­ρο­δό­τη­σε με­γά­λα χρη­μα­τι­κά πο­σά γιά τήν ἀ­νέ­γερ­ση σχο­λεί­ου στά Τρί­κα­λα.

Ἄς ση­μει­ω­θεῖ ἐ­δώ ὅ­τι ἡ Μο­νή τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου ἐν­δι­α­φε­ρό­ταν, κα­τά πα­ρά­δο­ση, ἰ­δι­αί­τε­ρα γιά τήν ἑλ­λη­νι­κή παι­δεί­α καί τά γράμ­μα­τα. Ὁ δι­ά­ση­μος ἱ­ε­ράρ­χης καί ἑλ­λη­νο­δι­δά­σκα­λος Δω­ρό­θε­ος Σχο­λά­ριος (1812-1888), ἀ­πό τό χω­ριό Βεν­τί­στα (ση­με­ρι­νό Ἀ­μά­ραν­το) τῆς ἐ­παρ­χί­ας Κα­λαμ­πά­κας, κα­τέ­φυ­γε στή μο­νή αυ­τή, γύ­ρω στα τέ­λη τῆς τρί­της δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ΙΘ΄ αἰ. γιά νά ἱ­κα­νο­ποι­ή­σει τήν ἔ­φε­σή του πρός τή μόρ­φω­ση. Ἀλ­λά καί πρό­σφα­τα, στή δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1970, λει­τούρ­γη­σε μέ ἐ­πι­τυ­χί­ας στή Μο­νή τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου Ὀρ­φα­νο­τρο­φεῖ­ο – Δη­μο­τι­κό Σχο­λεί­ο θη­λέ­ων, μέ δι­δα­σκά­λισ­σες ἁ­γι­ο­στε­φα­νί­τισ­σες μο­να­χές.

Στή μο­νή φυ­λάσ­σον­ται σή­με­ρα 147 χει­ρό­γραφ, πολ­λά ἀ­πό τά ὁ­ποῖ­α κο­σμοῦν­ται μέ ὡ­ραῖ­ες καί καλ­λι­τε­χνι­κές μι­κρο­γρα­φί­ες, πο­λυ­ποί­κι­λα ἐ­πί­τι­τλα καί πο­λύ­χρω­μα δι­α­κο­σμη­τι­κά πρω­το­γράμ­μα­τα. Ἀ­πό τούς ἐ­δῶ βι­βλι­ο­γρά­φους ἀ­να­φέ­ρο­με τούς γνω­στούς καλ­λι­γρά­φους-δι­α­κο­σμη­τές χει­ρο­γρά­φων τῶν μέ­σων τοῦ ΙΖ΄ αἰ­ώ­να, τοῦ καλ­λι­τε­χνι­κοῦ κύ­κλου τοῦ Λου­κᾶ Οὐγ­γρο­βλα­χί­ας καί τοῦ Ματ­θαί­ου Μυ­ρέ­ων, τόν Γι­αν­νι­ώ­τη ἱ­ε­ρο­μό­να­χο Ἄν­θι­μο, τόν ἱ­ε­ρο­μό­να­χο Ἠ­σα­ΐ­α καί τόν ἐ­πί­σκο­πο Σί­δης καί με­τέ­πει­τα Γά­νου καί Χώ­ρας Ἰ­ά­κω­βο. Ἀ­νά­με­σα στά χει­ρό­γρα­φα πού εἶ­ναι ἐ­κτε­θει­μέ­να στίς προ­σθῆ­κες τοῦ μου­σεί­ου, ἀ­ξι­ο­πρό­σε­χτα εἶ­ναι γιά τήν πα­λαι­ο­γρα­φι­κή τους ἀ­ξί­ας τέσ­σε­ρα περ­γα­μη­νά λυ­τά φύλ­λα, τοῦ ΣΤ΄/Ζ΄ αἰ­ώ­να, πού πε­ρι­έ­χουν ἀ­πο­σπά­σμα­τα ἀ­πό τό κα­τά Μαθ­ταῖ­ον εὐ­αγ­γέ­λιο σέ με­γα­λο­γράμ­μα­τη γρα­φή. Πλού­σια εἶ­ναι καί ἡ συλ­λο­γή σπά­νι­ων πα­λαι­ο­τύ­πων.

Στήν πα­λαι­ά τρά­πε­ζα, πού ἔ­χει δι­α­σκευα­σθεῖ σέ μου­σεῖ­ο, εἶ­ναι ἐ­κτε­θει­μέ­να γιά τούς ἐ­πι­σκέ­πτες τά ἀ­ξι­ο­λο­γό­τε­ρα κει­μή­λια τῆς μο­νῆς, ὅ­πως φο­ρη­τές με­τα­βυ­ζαν­τι­νές εἰ­κό­νες, χρυ­σο­κέν­τη­τα ἄμ­φια καί ἄλ­λα ὑ­φαν­τά, ξυ­λό­γλυ­πτοι καί ἀρ­γυ­ρό­δε­τοι σταυ­ροί, πε­ρί­τε­χνα ἔρ­γα ἀρ­γυ­ρο­χο­ΐ­ας (ἅ­για πο­τή­ρια, θυ­μι­α­τή­ρια κ.ἄ.). Ἀ­νά­με­σα στίς φο­ρη­τές εἰ­κό­νες πρέ­πει ἰ­δι­αί­τε­ρα νά ση­μει­ω­θεῖ ἡ «Ἀ­πο­κα­θή­λω­σις» ἔρ­γο τοῦ με­γά­λου Κρη­τι­κοῦ ἁ­γι­ο­γρά­φου Ἐμ­μα­νου­ήλ Τζά­νε (ΙΖ΄ αἰ.).

Ἐν­τυ­πω­σια­κός καί ὑ­ψη­λῆς τέ­χνης εἶ­ναι καί ὁ χρυ­σο­κέν­τη­τος ἐ­πι­τά­φιος τοῦ ἔ­τους 1857, μέ πο­λυ­πρό­σω­πη τήν κεν­τρι­κή σύν­θε­ση καί ἄλ­λες συμ­πλη­ρω­μα­τι­κές πα­ρα­στά­σεις στό πλαί­σιο (οἱ τέσ­σε­ρις εὐ­αγ­γε­λι­στές στίς γω­νί­ες˙ ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­σμός, ἡ Ἁ­γί­α Τριά­δα καί ἡ Βά­πτι­ση ἐ­πά­νω˙ ὁ Μυ­στι­κός Δεῖ­πνος, ἡ Σταύ­ρω­ση καί ἡ Ἀ­νά­στα­ση κά­τω), κα­θώς καί μέ πλού­σια φυ­τι­κή δι­α­κό­σμη­ση. Με­γά­λης καλ­λι­τε­χνι­κής ἀ­ξί­ας εἶ­ναι καί τά ὡ­ραῖ­α ἐ­πι­χρυ­σω­μέ­να ξυ­λό­γλυ­πτα βη­μό­θυ­ρα τοῦ τέμ­πλου τοῦ να­ΐ­σκου τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου, μέ τήν πα­ρά­στα­ση τοῦ Εὐ­αγ­γε­λι­σμοῦ στό ἐ­πά­νω μέ­ρος, ὅ­πως συ­νη­θί­ζε­ται.

Τέ­λος, ἐ­ξαί­ρε­το ἔρ­γο ξυ­λο­γλυ­πτι­κῆς, μέ πε­ρί­τε­χνη καί πο­λυ­ποί­κι­λη δυ­τι­κή δι­α­κό­σμη­ση σέ θαυ­μα­στούς συν­δυα­σμούς μέ πτη­νά, ζῶ­α καί ἀν­θρώ­πι­νες μορ­φές, εἶ­ναι τό τέμ­πλο τοῦ νε­ό­τε­ρου κα­θο­λι­κοῦ (Ἁ­γί­ου Χα­ρα­λάμ­πους) τῆς μο­νῆς, πού ἐ­λε­πτούρ­γη­σαν στά 1814, μέ ἔ­ξο­δα τοῦ ἐ­πι­σκό­που Στα­γῶν Γα­βρι­ήλ, ἐ­πί ἡ­γου­μέ­νου Θε­ο­φά­νη, οἱ Με­τσο­βί­τες τα­λι­α­δό­ροι (σκα­λι­στές), μα­στρο-Κώ­στας καί Δη­μή­τρης. Τό ἔρ­γο κό­στι­σε τό­τε 1000 γρό­σια. Ἀ­νά­λο­γης καλ­λι­τε­χνι­κῆς ἐ­κτέ­λε­σης καί ἀ­ξί­ας εἶ­ναι καί τό ξυ­λό­γλυ­πτο κι­βώ­ριο πά­νω ἀ­πό τήν Ἁ­γί­α­Τρά­πε­ζα στό ἱ­ε­ρό, κα­θώς καί τά τέσ­σε­ρα προ­κυ­νη­τά­ρια καί ὁ ἡ­γου­με­νι­κός – δε­σπο­τι­κός θρό­νος στόν κυ­ρί­ως να­ό. Κα­λαί­σθη­τα καί πε­ρί­τε­χνα ἐ­πί­σης εἶ­ναι καί τά δύ­ο ξυ­λό­γλυ­πτα προ­σκυ­νη­τά­ρια τῆς λι­τῆς (ἐ­σω­νάρ­θη­κα), κα­τα­σκευ­α­σμέ­να τό 1836 ἐ­πί ἡ­γου­μέ­νου Ἱ­ε­ρο­θέ­ου.

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 177 επισκέπτες και κανένα μέλος

Εμφανίσεις Άρθρων
16959263

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ