EORTOLOGIO.jpg
Παρασκευή 17 Αυγούστου
Μύρωνος, Θύρσου, Κυπριανού, Ιουλιανής, Στράτωνος και Ευτυχιανού μαρτ.
Eortologio_Bottom.jpg
MHNYMAHMERAS.jpg

Δεν είδα εγώ μεγαλυτέραν ανάπαυσιν ως της τελείας υπακοής…
Εργασθήτε λοιπόν τώρα που είσθε νέοι, να θερίσετε καρπόν απάθειας εις το γήρας. Εάν δεν βιασθήτε και του Μαθουσάλα τα χρόνια να ζήσετε, δεν θα χαρήτε αυτά τα χαρίσματα…
Και θα ιδήτε τοιαύτην ακινησίαν πα­θών και ειρήνην ψυχής ως να είσθε μέσα εις τον Παράδεισον.

Γέροντας Ιωσήφ Ησυχαστής

 

Eortologio Bottom
PERIHGHSH.jpg
accordion joomla menu download
h3.jpg
DHMOFILH.jpg
Eortologio_Bottom.jpg
Εγγραφή Newsletter

ΙΕΡΕΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ

Ιερά Μονή Μεγάλου Μετεώρου
Θερινὸ ὡράριο: 9:00-16:00 Κάθε Τρίτη κλειστό
Ιερά Μονή Βαρλαάμ
Θερινὸ ὡράριο: 9:00-16:00 Κάθε Παρασκευὴ κλειστό
Ιερά Μονή Αγίου Στεφάνου
Θερινὸ ὡράριο: 9:00-13:30 & 15:30-17:30 Κάθε Δευτέρα κλειστό
Ιερά Μονή Αγίας Τριάδος
Θερινὸ ὡράριο: 9:00-17:00 Κάθε Πέμπτη κλειστό
Ιερά Μονή Ρουσάνου
Θερινὸ ὡράριο : 9:00-17:00 Κάθε Τετάρτη κλειστό
Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου Αναπαυσα
Θερινὸ ὡράριο: 9:00-15:30 Κάθε Παρασκευὴ κλειστό

IeraMoniAgiouNikolaouΗ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΝΑΠΑΥΣΑ

Μο­νή τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου Ἀ­να­παυ­σᾶ βρί­σκε­ται πο­λύ κον­τά στό χω­ριό Κα­στρά­κι. Εἶ­ναι τό πρῶ­το μο­να­στή­ρι πού συ­ναν­τά­ει κα­νείς ἀ­νε­βαί­νον­τας ἀ­πό τό χω­ριό αὐ­τό στά Με­τέ­ω­ρα. Τρι­γύ­ρω του βρί­σκον­ται καί τά ἐ­ρει­πω­μέ­να μο­να­στή­ρια Προ­δρό­μου, Ἁ­γί­ας Μο­νῆς καί Παν­το­κρά­το­ρος, κα­θώς καί τό ἐκ­κλη­σά­κι τῆς Πα­να­γί­ας τῆς Δού­πια­νης.

Ὁ βρά­χος, πά­νω στόν ὁ­ποῖ­ο κτί­στη­κε τό μο­να­στή­ρι εἶ­ναι πο­λύ μι­κρός σέ ἔ­κτα­ση καί στε­νό­χω­ρος στό πλά­τω­μα τῆς κο­ρυ­φῆς του. Αὐ­τό ἐ­πη­ρέ­α­σε καί τήν κτι­ρια­κή δι­α­μόρ­φω­ση καί συγ­κρό­τη­ση τῆς μο­νῆς, πού ἀ­ναγ­κα­στι­κά δέν μπό­ρε­σε νά ἀ­να­πτυ­χθεῖ σέ ἔ­κτα­ση καί γ’ αὐ­τό ὡς τε­λι­κή λύ­ση χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν τά ἀλ­λε­πάλ­λη­λα πα­τώ­μα­τα.

Ἀ­νε­βαί­νον­τας τήν κτι­στή σκά­λα συ­ναν­τά­ει κα­νείς πρῶ­τα τό πο­λύ μι­κρό πα­ρεκ­κλή­σι τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀν­τω­νί­ου καί τήν κρύ­πτη, ὅ­που φυ­λάσ­σον­ταν πα­λαι­ό­τε­ρα οἱ κώ­δι­κες καί τά κει­μή­λια τῆς μο­νῆς. Τό ἐκ­κλη­σά­κι τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀν­τω­νί­ου ἔ­χει ἰ­δι­αί­τε­ρη ση­μα­σί­α, για­τί στούς τοί­χους του δι­α­τη­ρεῖ λί­γα ὑ­πο­λείμ­μα­τα πα­λαι­ῶν τοι­χο­γρα­φι­ῶν, πού ἀ­νά­γον­ται ἴ­σως στό ΙΔ΄ αἰ­ώ­να.

Στόν ἑ­πό­με­νο ὄ­ρο­φο, κον­τά σ’ ἕ­να μα­κρό­στε­νο δι­ά­δρο­μο, εἶ­ναι κτι­σμέ­νο τό κα­θο­λι­κό τῆς μο­νῆς, ὁ να­ός τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου, ἐ­νῶ στόν τε­λευ­ταῖ­ο ὄ­ρο­φο βρί­σκε­ται ἡ πα­λαι­ά τρά­πε­ζα τοῦ μο­να­στη­ριοῦ, δι­α­κο­σμη­μέ­νη καί μέ τοι­χο­γρα­φί­ες (Πα­να­γί­α βρε­φο­κρα­τοῦ­σα, πα­ρα­βο­λή τοῦ πλου­σί­ου καί τοῦ πτω­χοῦ Λα­ζά­ρου) ὄ­χι ἀ­ξι­ό­λο­γης τέ­χνης. Ἡ τρά­πε­ζα, ἀ­να­και­νι­σμέ­νη σή­με­ρα, χρη­σι­μεύ­ει ὡς ἐ­πί­ση­μος χῶ­ρος ὑ­πο­δο­χῆς. Στόν ἴ­διο, τόν τε­λευ­ταῖ­ο, ὄ­ρο­φο βρί­σκε­ται ἐ­πί­σης τό ὀ­στε­ο­φυ­λά­κιο τῆς μο­νῆς καί τό πρό­σφα­τα (1971) ἀ­να­και­νι­σμέ­νο πα­ρεκ­κλή­σι τοῦ Ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Προ­δρό­μου.

Δέν εἶ­ναι ἐ­ξα­κρι­βω­μέ­νο ποῦ ὀ­φεί­λει τήν ἐ­πω­νυ­μί­ας της ἡ Μο­νή τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου Ἀ­να­παυ­σᾶ. Πι­θα­νό­τα­τα σέ κά­ποι­ον πα­λαι­ό κτί­το­ρά της, πού θά πρέ­πει νά το­πο­θε­τη­θεῖ χρο­νι­κά στό ΙΔ΄ αἰ­ώ­να, μα­ζί μέ τίς ἀ­παρ­χές τῆς μο­να­στι­κῆς ζω­ῆς πά­νω στό βρά­χο αὐ­τό. Ἄλ­λοι συ­σχε­τί­ζουν ἐ­τυ­μο­λο­γι­κά τό ὄ­νο­μα μέ τό ρῆ­μα «ἀ­να­παύ­ο­μαι», ὁ­πό­τε Ἀ­να­παυ­σᾶς θά πρέ­πει νά ση­μαί­νει τόν τό­πο ἀ­νά­παυ­σης καί ἀ­να­ψυ­χῆς.

Γιά τήν πρώ­τη ὀρ­γά­νω­ση μο­να­στι­κῆς ζω­ῆς στό βρά­χο τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου Ἀ­να­παυ­σᾶ θά πρέ­πει νά λη­φθοῦν ὑ­πό­ψη τά λί­γα ὑ­πο­λείμ­μα­τα τοι­χο­γρα­φι­ῶν τοῦ ΙΔ΄ αἰ­ώ­να στό μι­κρό πα­ρεκ­κλή­σι τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀν­τω­νί­ου, κα­θώς καί ἡ προ­τρο­πή τοῦ ὁ­σί­ου Ἀ­θα­να­σί­ου τοῦ Με­τε­ω­ρί­τη πρός τούς συ­να­σκη­τές του τῆς Μο­νῆς τοῦ Με­γά­λου Με­τε­ώ­ρου νά ἐ­κλέ­γουν τόν ἑ­κά­στο­τε ἡ­γού­με­νό τους «καί με­τά γνώ­μης τοῦ ἡ­γου­μέ­νου τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου». Ἐ­άν ἡ μνη­μο­νευ­ό­με­νη ἐ­δῶ Μο­νή τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου ταυ­τί­ζε­ται πρός τήν ὁ­μώ­νυ­μη με­τε­ω­ρι­κή Μο­νή τοῦ Ἀ­να­παυ­σᾶ θά πρέ­πει νά ἀ­να­χθεῖ στίς πρῶ­τες δε­κα­ε­τί­ες τοῦ ΙΔ΄ αἰ­ώ­να.

Ἄς ση­μει­ω­θεῖ ἐ­δῶ ὅ­τι σέ ἐ­πί­ση­μο γράμ­μα τοῦ ἔ­τους 1392/93, πού φυ­λάσ­σε­ται στό ἀρ­χεῖ­ο τῆς Μο­νῆς τοῦ Με­γά­λου Με­τε­ώ­ρου, μνη­μο­νεύ­ε­ται «μο­νύ­δριο» τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου, τό ὁ­ποῖ­ο πι­θα­νό­τα­τα ταυ­τί­ζε­ται μέ τήν ὁ­μώ­νυ­μη με­τε­ω­ρι­κή μο­νή, τήν ἐ­πι­λε­γό­με­νη τοῦ Ἀ­να­παυ­σᾶ.

Τό μο­να­στή­ρι ἀ­να­και­νί­ζε­ται ρι­ζι­κά κα­τά τήν πρώ­τη δε­κα­ε­τί­α τοῦ ΙΣΤ΄ αἰ­ώ­να καί ἀ­νε­γεί­ρε­ται ἀ­πό τά θε­μέ­λιά του τό ση­με­ρι­νό κα­θο­λι­κό (να­ός τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου) ἀ­πό τό μη­τρο­πο­λί­τη Λα­ρί­σης ἅ­γιο Δι­ο­νύ­σιο τόν Ἐ­λε­ή­μο­να (+ 28 Μαρτ. 1510), πού ἐγ­κα­τα­βί­ω­σε καί πέ­ρα­σε ἐ­κεῖ εἰ­ρη­νι­κά τά τε­λευ­ταῖ­α του χρό­νια ὡς μο­να­χός, καί ἀ­πό τόν ἔ­ξαρ­χο Στα­γῶν ἱ­ε­ρο­μό­να­χο Νι­κά­νο­ρα (+ 1521/22). Ὁ ἱ­ε­ρο­μό­να­χος Νι­κά­νωρ ἀ­να­γρά­φε­ται, σέ κτη­το­ρι­κό ση­μεί­ω­μα, δω­ρη­τής στή Μο­νή τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου Ἀ­να­παυ­σᾶ χει­ρό­γρα­φης Πα­ρα­κλη­τι­κῆς (ἄλ­λο­τε ὑ­π’ ἀ­ριθ. 42 κώδ. τοῦ Ἀ­να­παυ­σᾶ = ση­με­ρι­νός κώδ. 61 τῆς Μο­νῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος).

Τό κα­θο­λι­κό τῆς μο­νῆς ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πό ἕ­να μι­κρό μο­νό­χω­ρο να­ό, σχε­δόν τε­τρά­γω­νο, ἀ­κα­νό­νι­στο ὅ­μως καί πα­ρά­γω­νο ἐ­ξαι­τί­ας τῆς στε­νό­τη­τας τοῦ βρά­χου, μέ μι­κρό τροῦλ­λο στό κέν­τρο τῆς στέ­γης, σκο­τει­νό καί χω­ρίς πα­ρά­θυ­ρα, ἀ­φοῦ ἔ­πρε­πε νά κτι­σθεῖ ἐ­πά­νω καί ἄλ­λος ὄ­ρο­φος. Τοῦ κυ­ρί­ως να­οῦ προ­η­γεῖ­ται, ὅ­πως συ­νη­θί­ζε­ται, ἐ­σω­νάρ­θη­κας (λι­τή), ἀρ­κε­τά εὐ­ρύ­χω­ρος σέ σύγ­κρι­ση μέ τό στε­νό­χω­ρο κυ­ρί­ως να­ό.

Τόν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 1527 (ἔ­τος ἀ­πό κτί­σε­ως κό­σμου ΄ζλς΄ = 4036), σύμ­φω­να μέ τήν κτι­το­ρι­κή ἐ­πι­γρα­φή πά­νω ἀ­πό τήν εἴ­σο­δο τοῦ νάρ­θη­κα πρός τόν κυ­ρί­ως να­ό, τό κομ­ψό κα­θο­λι­κό τῆς μο­νῆς ἔ­χει ἁ­γι­ο­γρα­φη­θεῖ ἀ­πό τόν πε­ρί­φη­μο Κρη­τι­κό ζω­γρά­φο Θε­ο­φά­νη Στρε­λί­τζα, τόν ἐ­πι­λε­γό­με­νο Μπα­θᾶ:

+ ΑΝΙΓΕΡΘΗ ΕΚ ΒΑΘΡΩΝ Ο ΘΕΙΩΣ Κ(ΑΙ) ΠΑΝΣΕΠΤΩΣ ΝΑΩΣ ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΗΣ ΠΑΤΡΟΣ ΕΙΜΩΝ/ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΠΑΝΙΕΡΟΤΑΤΟΥ ΜΙΤΡΟΠΩΛΙΤΟΥ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΗΡ ΔΙΟΝΙΣΙΟΥ Κ(ΑΙ) ΤΟΥ ΩΣΕΙΩΤ(Α)ΤΟΥ/ ΕΝ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΕ(Ι)Σ ΚΗΡ ΝΙΚΑΝΩΡΟΣ Κ(ΑΙ) ΕΞΑΡΧΟΥ ΣΤΑΓΩΝ Κ(ΑΙ) Τ(ΩΝ) ΕΥΡΙΣΚΟΜΕΝΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ˙ ΕΙΣΤΩ/ΡΙΘΗ ΔΕ Κ(ΑΙ) ΔΙΑ ΕΞΟΔΟΥ ΤΟΥ ΕΥΤΕΛΟΥΣ [Κ]ΥΠΡΙΑΝΟΥ ΙΕΡΟΔΙΑΚΩΝΟΥ / ΕΤΟΥΣ) ...... ΜΗΝΙ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ ΙΒ˙ ΕΝ ΙΝ(ΔΙΚΤΙΩΝΙ) Α­η /ΧΕΙΡ ΘΕΟΦΑΝΗ Μ(ΟΝΑ)Χ(ΟΥ) ΤΟΥ ΕΝ ΤΗ /ΚΡΙΤΗ˙ ΣΤΡΕΛΗΤΖΑΣ.

Ὁ Θε­ο­φά­νης Στρε­λί­τζας-Μπα­θᾶς κα­τά­γε­ται ἀ­πό οἰ­κο­γέ­νεια καλ­λι­τε­χνῶν, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πό τήν τουρ­κο­κρα­τού­με­νη Πε­λο­πόν­νη­σο, πι­θα­νό­τα­τα ἀ­πό τήν πα­λιά βυ­ζαν­τι­νή πό­λη Μου­χλί, με­τα­νά­στευ­σε, κα­τά τίς τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες τοῦ ΙΕ΄ αἰ., καί ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στή βε­νε­το­κρα­τού­με­νη Κρή­τη. Ὁ ζω­γρά­φος Θε­ο­φά­νης γεν­νή­θη­κε τήν τε­λευ­ταί­α δε­κα­πεν­τα­ε­τί­α τοῦ ΙΕ΄ αἰ. στο Ἡ­ρά­κλει­ο, ὅ­που ἀ­κο­λού­θη­σε τό οἰ­κο­γε­νεια­κό καλ­λι­τε­χνι­κό ἐ­πάγ­γελ­μα. Παν­τρεύ­τη­κε καί ἀ­πέ­κτη­σε δύ­ο γιούς, τόν Συ­με­ών καί τόν Νε­ό­φυ­το, ζω­γρά­φους κι αὐ­τούς. Πρίν ἀ­πό τό 1527 (προ­η­γή­θη­κε πι­θα­νό­τα­τα ὁ θά­να­τος τῆς συ­ζύ­γου του) ἔ­γι­νε μο­να­χός. Πέ­θα­νε στή γε­νέ­θλια πό­λη του, στό Ἡ­ρά­κλει­ο, στίς 24 Φε­βρ. τοῦ 1559. Μο­να­χοί ἐ­πί­σης ἔ­γι­ναν καί οἱ δύ­ο γιοί του. Ἀ­π’ αὐ­τούς ὁ Συ­με­ών συ­νερ­γά­στη­κε μέ τόν πα­τέ­ρα του στήν τοι­χο­γρά­φη­ση τοῦ κα­θο­λι­κοῦ τῆς Μο­νῆς Σταυ­ρο­νι­κή­τα τοῦ Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους κα­τά τό τέ­λος τοῦ 1545 καί ὥς τά μέ­σα τοῦ 1546. Ὁ Νε­ό­φυ­τος ἐρ­γά­στη­κε ἀρ­γό­τε­ρα, τό 1573, στίς τοι­χο­γρα­φί­ες τοῦ να­οῦ τῆς Κοι­μή­σε­ως τῆς Θε­ο­τό­κου τῆς Κα­λαμ­πά­κας.

Ἡ τοι­χο­γρά­φη­ση τοῦ κα­θο­λι­κοῦ τῆς μο­νῆς τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου Ἀ­να­παυ­σᾶ ἀ­πο­τε­λεῖ τό πα­λαι­ό­τε­ρο ἐ­πώ­νυ­μο ἔρ­γο τοῦ με­γά­λου καλ­λι­τέ­χνη καί ἀρ­χη­γέ­τη τῆς Κρη­τι­κῆς Σχο­λῆς Θε­ο­φά­νη, τοῦ «ἀ­ρί­στου ἁ­γι­ο­γρά­φου», ὅ­πως τόν χα­ρα­κτη­ρί­ζει ὁ γιός του μο­να­χός Νε­ό­φυ­τος στήν ἐ­πι­γρα­φή τοῦ να­οῦ τῆς Πα­να­γί­ας τῆς Κα­λαμ­πά­κας.

Στό νάρ­θη­κα εἰ­κο­νί­ζε­ται με­γά­λη σει­ρά ἀ­πό ὁ­λό­σω­μους ὁ­σί­ους, ἀ­σκη­τές καί ἁ­γί­ους, ὅ­πως ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης τῆς Κλί­μα­κος, ὁ ἅ­γιος Πα­χώ­μιος πού συ­νο­μι­λεῖ μέ ἄγ­γε­λο Κυ­ρί­ου, ἅ­γιος Ἀν­τώ­νιος, ἅ­γιος Σάβ­βας, ὅ­σιος Εὐ­θύ­μιος, ὅ­σιος Θε­ο­δό­σιος, ὅ­σις Θε­ο­φά­νης ὁ Γρα­πτός κ.ἄ. Κά­τω χα­μη­λά, ἀ­νά­με­σα στήν ἔν­θρο­νη καί βρε­φο­κρα­τοῦ­σα Πα­να­γί­α καί στόν ὅ­σιο Ἀ­θα­νά­σιο τόν Με­τε­ω­ρί­τη, εἰ­κο­νί­ζον­ται ὁ­λό­σω­μοι, μέ τή μο­να­χι­κή τους πε­ρι­βο­λή, οἱ κτί­το­ρες τῆς μο­νῆς, ἀ­ρι­στε­ρά ὁ μη­τρο­πο­λί­της Λα­ρί­σης ἅ­γιος Δι­ο­νύ­σιος ὁ Ἐ­λε­ή­μων καί δε­ξιά ὁ ἔ­ξαρ­χος Στα­γῶν ἱ­ε­ρο­δι­ά­κο­νος Νι­κά­νωρ. Στήν ἐ­πά­νω ζώ­νη με­γά­λη ἔ­κτα­ση κα­τα­λαμ­βά­νουν τά θαύ­μα­τα τοῦ Χρι­στοῦ (θε­ρα­πεί­α τοῦ ὑ­δρω­πι­κοῦ, τῶν δαι­μο­νι­ζο­μέ­νων, τοῦ ἐκ γε­νε­τῆς τυ­φλοῦ, τοῦ πα­ρα­λύ­του˙ πει­ρα­σμός τοῦ Χρι­στοῦ στήν ἔ­ρη­μο, ὁ γά­μος στήν Κα­νά κ.ἄ.). Κυ­ρί­αρ­χη θέ­ση κα­τέ­χουν οἱ ἐ­πι­βλη­τι­κές καί πο­λυ­πρό­σω­πες συν­θέ­σεις τῆς Δευ­τέ­ρας Πα­ρου­σί­ας, τῆς Κοι­μή­σε­ως τοῦ ἁ­γί­ου Ἐ­φραίμ τοῦ Σύ­ρου καί τῆς Κοι­μή­σε­ως τοῦ ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου. Ἐν­τυ­πω­σια­κή εἶ­ναι καί ἡ πα­ρά­στα­ση τοῦ Ἀ­δάμ στόν πα­ρά­δει­σο, ὅ­που ὀ­νο­μα­το­θε­τεῖ τά δι­ά­φο­ρα ζῶ­α καί πτη­νά: «Καί ἐ­κά­λε­σεν Ἀ­δάμ ὀ­νό­μα­τα πᾶ­σι τοῖς κτή­νε­σι καί πᾶ­σι τοῖς πε­τει­νοῖς τοῦ οὐ­ρα­νοῦ καί πᾶ­σι τοῖς θη­ρί­οις τοῦ ἀ­γροῦ» (Γέν. 2, 20).

Στόν κυ­ρί­ως να­ό, στήν κο­ρυ­φή τοῦ τρούλ­λου, δε­σπό­ζει ἡ γε­μά­τη γλυ­κύ­τη­τα καί συμ­πό­νοι­α μορ­φή τοῦ Παν­το­κρά­το­ρα, πού εἰ­κο­νί­ζε­ται ἐ­δῶ ὡς «Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός ὁ Ἐ­λε­ή­μων». Στήν πρώ­τη ζώ­νη πού ἀ­κο­λου­θεῖ με­τά τόν Παν­το­κρά­το­ρα εἰ­κο­νί­ζε­ται ἡ Λει­τουρ­γί­α τῶν Ἀγ­γέ­λων καί στήν ἄλ­λη ζώ­νη οἱ δέ­κα προ­φῆ­τες, μέ ἔν­το­νη κι­νη­τι­κό­τη­τα καί μέ εἰ­λη­τά­ρια στά χέ­ρια τους, ὅ­που ἀ­να­γρά­φον­ται ρη­τά σχε­τι­κά μέ τόν Χρι­στό. Στα σφαι­ρι­κά τρί­γω­να εἰ­κο­νί­ζον­ται, ὅ­πως συ­νη­θί­ζε­ται, οἱ τέσ­σε­ρις εὐ­αγ­γε­λι­στές. Στούς τοί­χους χα­μη­λά, στήν κά­τω ζώ­νη, εἰ­κο­νο­γρα­φοῦν­ται ὁ­λό­σω­μοι στρα­τι­ω­τι­κοί καί ἄλ­λοι ἅ­γιοι (Εὐ­στά­θιος, Ἀρ­τέ­μιος, Νι­κό­λα­ος ὁ Νέ­ος, Γε­ώρ­γιος, Δη­μή­τριος, Νέ­στωρ, Θε­ό­δω­ρος ὁ Τή­ρων, Θε­ό­δω­ρος ὁ Στρα­τη­λά­της, Κων­σταν­τί­νος καί Ἑ­λέ­νη, Ἀρ­χάγ­γε­λοι Μι­χα­ήλ καί Γα­βρι­ήλ, ἅ­γιος Νι­κό­λα­ος ὁ ἐν Μύ­ροις κ.ἄ.). Πιό πά­νω, τέ­λος, εἰ­κο­νί­ζον­ται ἅ­γιοι σέ στη­θά­ρια καί σκη­νές ἀ­πό τό Δω­δε­κά­ορ­το καί τά πά­θη τοῦ Χρι­στοῦ (Εὐ­αγ­γε­λι­σμός τῆς Θε­ο­τό­κου, Κοί­μη­ση τῆς Θε­ο­τό­κου, Γέν­νη­ση τοῦ Χρι­στοῦ, Βά­πτι­ση, Ὑ­πα­παν­τή, Βα­ϊ­ο­φό­ρος, Νι­πτήρ, Μυ­στι­κός Δεῖ­πνος, Ἄρ­νη­ση τοῦ Πέ­τρου, Προ­δο­σί­α, Μα­στί­γω­ση, Ἐμ­παιγ­μός, Σταύ­ρω­ση, Ἀ­νά­στα­ση κ.ἄ.). Πο­λύ ὡ­ραί­α εἶ­ναι ἡ τοι­χο­γρα­φί­α στήν πρό­θε­ση τοῦ ἱ­ε­ροῦ, ὅ­που εἰ­κο­νί­ζε­ται ὁ Χρι­στός ὡς ἡ Ἄ­κρα Τα­πεί­νω­σις.

Ἀ­ναμ­φι­σβή­τη­τα, ἡ τοι­χο­γρα­φί­α τοῦ κα­θο­λι­κοῦ τῆς μι­κρῆς αὐ­τῆς με­τε­ω­ρι­κῆς μο­νῆς φέ­ρει τήν προ­σω­πι­κή σφρα­γί­δα μέ ὅ­λα τά ἰ­δι­αί­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τῆς ἀ­νε­πα­νά­λη­πτης τέ­χνης τοῦ με­γά­λου Κρη­τι­κοῦ ζω­γρά­φου, εὐ­γέ­νεια, ζων­τά­νια, δρο­σε­ρό­τη­τα, πλα­στι­κό­τη­τα, μα­λα­κούς καί φω­τει­νούς τό­νους καί γε­νι­κά ὑ­ψη­λή ποι­ό­τη­τα καί τε­λει­ό­τη­τα στό σχε­δια­σμό καί στή χρω­μα­τι­κή ἀ­πό­δο­ση τῶν μορ­φῶν, γνω­ρί­σμα­τα πού τε­λι­κά ἀ­πο­κρυ­σταλ­λώ­θη­καν, τυ­πο­ποι­η­μέ­να ὅ­μως, στά με­γά­λα τοι­χο­γρα­φι­κά σύ­νο­λα τῆς ὡ­ρι­μό­τη­τάς του στίς ἁ­γι­ο­ρει­τι­κές μο­νές Με­γί­στης Λαύ­ρας (κα­θο­λι­κοῦ, 1535˙ πι­θα­νό­τα­τα καί τρά­πε­ζας, 1535/1541) καί Σταυ­ρο­νι­κή­τα 1545/1546).

Σχε­τι­κά μέ τήν αἰ­σθη­τι­κή ἀ­πο­τί­μη­ση καί τή γε­νι­κό­τε­ρη ση­μα­σί­α τῶν τοι­χο­γρα­φι­ῶν τῆς Μο­νῆς τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου Ἀ­να­παυ­σᾶ ὁ Ἀ. Ξυγ­γό­που­λος ση­μει­ώ­νει: «Αἱ τοι­χο­γρα­φί­αι τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου Ἀ­να­παυ­σᾶ τῶν Με­τε­ώ­ρων εἶ­ναι ἀ­ναμ­φι­βό­λως ἕν ἐκ τῶν πρώ­των ἔρ­γων τοῦ Θε­ο­φά­νους… οὗ­τος δέν εἶ­χεν ἀ­κό­μη ἀ­πο­κρυ­σταλ­λώ­σει τήν τε­χνι­κήν καί τήν τε­χνο­τρο­πί­αν του. Εὑ­ρί­σκε­ται ἀ­κό­μη ὑ­πό τήν ἐ­πί­δρα­σιν τῆς Μα­κε­δο­νι­κῆς Σχο­λῆς, χω­ρίς νά ἔ­χῃ ἀ­παλ­λα­γῆ ἀ­πό τήν τε­χνι­κήν τῆς φο­ρη­τῆς εἰ­κό­νος. Κα­τά τήν διά­ρκειαν ὅ­μως τῆς ἐρ­γα­σί­ας του αὐ­τῆς εἰς τόν να­όν τῶν Με­τε­ώ­ρων ἐ­πέρ­χε­ται ρα­γδαί­α ἡ ἐ­ξέ­λι­ξις τῆς τε­χνι­κῆς καί τῆς τε­χνο­τρο­πί­ας του. Αἱ ὀ­λί­γαι σκη­ναί ἐκ τῶν Πα­θῶν μέ τήν τε­χνι­κήν τῆς εἰ­κό­νος εἶ­ναι ἡ ἀρ­χή ἴ­σως τῆς δι­α­κο­σμή­σε­ως. Τήν τε­χνι­κήν αὐ­τήν πο­λύ τα­χέ­ως, φαί­νε­ται, τήν ἐγ­κα­τα­λεί­πει, διά νά ἀ­φο­σι­ω­θῇ εἰς τήν νέ­αν μέ τούς φω­τει­νούς τό­νους καί τάς ἁ­πα­λάς ἀν­τι­θέ­σεις, τήν τε­χνι­κήν δη­λα­δή τοῦ με­γα­λυ­τέ­ρου μέ­ρους τῆς δι­α­κο­σμή­σε­ως τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου, καί μέ τήν ὁ­ποί­αν ἐ­ζω­γρά­φη­σεν ὀ­λί­γον ἀρ­γό­τε­ρον τό κα­θο­λι­κόν τῆς Λαύ­ρας. Ἡ ἀ­νο­μοι­γέ­νεια τῆς τε­χνι­κῆς καί ἡ ἀ­βε­βαι­ό­της τῆς τε­χνο­τρο­πί­ας, αἱ πα­ρα­τη­ρού­με­ναι εἰς τήν δι­α­κό­σμη­σιν τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου τῶν Με­τε­ώ­ρων, δει­κνύ­ουν ἀ­σφα­λῶς ὅ­τι διά πρώ­την ἴ­σως φο­ράν ἐ­πε­χεί­ρη­σεν ἐ­κεῖ ὁ Θε­ο­φά­νης ἔρ­γον με­γά­λης ὁ­πωσ­δή­πο­τε κλί­μα­κος. Ἀ­πό τῆς ἀ­πό­ψε­ως αὐ­τῆς αἱ τοι­χο­γρα­φί­αι τοῦ να­οῦ τού­του ἔ­χουν ἐ­ξαι­ρε­τι­κήν ση­μα­σί­αν. Εἰς αὐ­τάς εὑ­ρί­σκον­ται τά σπέρ­μα­τα τῆς με­γά­λης τέ­χνης τοῦ Θε­ο­φά­νους, ὅ­πως αὕ­τη ἀ­νε­πτύ­χθη εἰς τά ἑ­πό­με­να ἔρ­γα του».

Ἡ Μο­νή τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου Ἀ­να­παυ­σᾶ, ἀ­πό τήν πρώ­τη δε­κα­ε­τί­α τοῦ αἰ­ώ­να μας, ἐγ­κα­τα­λεί­φθη­κε καί ἄρ­χι­σε νά ἐ­ρη­μώ­νε­ται καί νά ἐ­ρει­πώ­νε­ται. Ἦ­ταν ἤ­δη κλει­στή, χω­ρίς μο­να­χούς, ἀ­πό τό Δε­κέμ­βριο τοῦ 1909 πού τήν εἶ­χε ἐ­πι­σκε­φθεῖ ὁ Ν. Βέ­ης γιά τήν κα­τα­γρα­φή τῶν χει­ρο­γρά­φων της. Ὑ­πῆρ­χαν τό­τε ἐ­κεῖ 50 πε­ρί­που κώ­δι­κες, τούς ὁ­ποί­ου ὁ Βέ­ης, γιά με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­σφά­λεια, με­τέ­φε­ρε στή Μο­νή τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος, ὅ­που καί ἀ­νή­κουν σή­με­ρα, ἐν­ταγ­μέ­νοι σέ ἑ­νια­ία συλ­λο­γή μα­ζί μέ ἐ­κεί­νους τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος καί τῆς Μ. Ρου­σά­νου.

Στή δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1960 ἡ Μο­νή τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου τοῦ Ἀ­να­παυ­σᾶ ἀ­να­και­νί­στη­κε καί ἀ­να­στη­λώ­θη­κε ἀ­πό τήν ἁρ­μό­δια Ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κή Ὑ­πη­ρε­σί­α τῆς πε­ρι­ο­χῆς. Ταυ­τό­χρο­να ἔ­γι­νε καί συ­στη­μα­τι­κή καί προ­σε­χτι­κή συν­τή­ρη­ση τῶν τοι­χο­γρα­φι­ῶν, οἱ ὁ­ποῖ­ες, με­τά τόν κα­θα­ρι­σμό τους, ἀ­πέ­κτη­σαν τήν πα­λιά τους ὀ­μορ­φιά καί λάμ­ψη.

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 181 επισκέπτες και κανένα μέλος

Εμφανίσεις Άρθρων
16959267

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ