Η παρακοή ως επανάσταση του ανθρώπου κατά του Θεού αποτελεί την αιτία της πτώσεως και της απομακρύνσεως του ανθρώπου από Εκείνον.
Η υπακοή της Παρθένου και η αποδοχή από μέρους της του μηνύματος του Ευαγγελισμού για την κυοφορία του Σωτήρα εγκαινιάζουν την επάνοδο στον Θεό και την αποκατάσταση της ταραγμένης σχέσης του ανθρώπου με το δημιουργό του.
Έτσι η επιγραφή του ανθρώπου πραγματοποιείται με αντίστροφη της παρακοής πορεία, δηλαδή με στάση ζωής που προσδιορίζει η αρετή της υπακοής. Γι' αυτό και η Θεοτόκος, η οποία κατεξοχήν βίωσε την αρετή της υπακοής, έγινε η αιτία της συμφιλιώσεως του ανθρώπου με τον Θεό και της επιστροφής σε αυτόν.
Ο Ευαγγελισμός αποτελεί προσδιοριστική τομή στο χρόνο, με τη μετάβαση από την παλαιά στη νέα πραγματικότητα. Είναι επίσης το τέλος της κυριαρχίας του νόμου και η απαρχή της εισόδου στον κόσμο της θείας χάριτος, με πρώτη «κεχαριτωμένη» την Παρθένο Μαρία. Ο Ευαγγελισμός εγκαινιάζει το μέγα και απόρρητο μυστήριο της θείας φιλανθρωπίας ώστε να γίνει η ανθρώπινη φύση «ομόθεος» και να επιστρέψει το ανθρώπινο γένος στην αρχική του ωραιότητα.
Η ιερά ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης ολοκληρώνεται στο πρόσωπο της Παρθένου και καταυγάζεται από τη νέα προοπτική της χάριτος του Θεού.
Η παιδαγωγική λειτουργία των Προφητειών αναγνωρίζεται ως προπαρασκευαστικό στάδιο για την αποδοχή των υπέρλογων νέων αληθειών που είναι ασύλληπτες από την ανθρώπινη διάνοια.
Η κορυφαία προφητεία της Παλαιάς Διαθήκης, η προφητεία που προανήγγειλε την έλευση του Μεσσία δια της Παρθένου, είναι η γνωστή του προφήτη Ησαΐα: «Δια τούτο δώσει Κύριος αυτός ημίν σημείον˙ ιδού η παρθένος εν γαστρί έξει και τέξεται υιόν, και καλέσεις το όνομα αυτού Εμμανουήλ».
Αυτό το πολύτιμο «σημείον» επαναλαμβάνει στην Καινή Διαθήκη ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, με την προσθήκη της ερμηνείας της λέξεως Εμμανουήλ που σημαίνει «μεθ' ημών ο Θεός». Εξάλλου η Βηθλεέμ έμμελε να φέρει «άρχοντα εν τω Ισραήλ» και «ηγούμενον επί το Ισραήλ».
Αυτές τις δύο τελευταίες νύξεις της Παλαιάς Διαθήκης για την καλή αγγελία παραθέτει στο Ευαγγέλιο του ο Ματθαίος ενοποιώντας νοηματικά τις δύο σε μία.
Ο Ευαγγελιστής Λουκάς περιγράφει εκτενώς τη σκηνή του Ευαγγελισμού, με όλα τα χαρακτηριστικά του παράδοξου διαλόγου, και τον άγγελο Γαβριήλ να απευθύνει στην Μαρία το «χαίρε, κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σού».
Γύρω από αυτόν το χαιρετισμό έχει αναπτυχθεί αξιόλογη πατερική φιλολογία, που αναλύει την έννοια της φράσεως «χαίρε κεχαριτωμένη».
Πρέπει αληθινά να χαίρεται η Παρθένος Μαρία που κατέβηκε ο βασιλεύς της δόξης και η θεία χάρης στη δούλη του. Ο ίδιος ο Θεός έγινε τέλειος άνθρωπος κατέστησε την Μαρία «κεχαριτωμένη», πηγή φωτός και ανατολή του νοητού ηλίου, λειμώνας ευωδίας και αειθαλή άμπελο που ευφραίνει τις ψυχές των πιστών. Η Παναγία είναι η καλλίκαρπος γη που, αν και αγεώργητος, καρποφόρησε τον ίδιο το σωτήρα του κόσμου.
Ο Ευαγγελισμός της Παρθένου είναι το πρώτο μήνυμα της φιλανθρωπίας του Θεού. Είναι η πρώτη ένδειξη της συγκαταβάσεως του και η άρρητη φανέρωση της οικονομίας του για την ανθρώπινη σωτηρία, γράφει ο άγιος Ανδρέας Κρήτης.
Είναι ακόμη η έκφραση και η βεβαίωση της θείας βουλήσεως και προεικονίσεως που ήταν καλυμμένη επί αιώνες. Σ' αυτήν την αγάπη προσβλέπουν οι εκλεκτοί του Θεού και οι Προφήτες για την υπέρβαση των πόνων και των περιπετειών του ανθρώπινου γένους.
Σ' αυτήν την άνωθεν παρέμβαση στηρίζουν τις ελπίδες τους και προσδοκούν την πραγμάτωση του μυστηρίου της θείας ενανθρωπήσεως. Γι' αυτό και μόλις έφθασε το πλήρωμα του χρόνου, ο Γαβριήλ «προς την επίγειον παστάδα, των αιθερίων καταπτάς υπερώων, επέστη τη Ναζαρέτ, και τη Πααρθένω προσελθών, της αφράστου οικονομίας διηκόνει το μήνυμα».


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ