25η ΜΑΡΤΙΟΥ 1821

Αγιάσανε στ' αλώνια της λευτεριάς

«Άναστήτω ό Θεός και διασκορπισθήτωσαν οί εχθροί αυτού», αντήχησε σαν το Σελιώτικο ρεύμα ή ψαλτάδικη φωνή του Δε­σπότη Ζαχαρία απ' την Ωραία Πύλη. Κι αμέσως αντιβούιξε ό γυναικωνίτης: «Και με τις σιουσιάρκες θα πολεμήσουμε τον Λουμπούτη και τ' ασκέρια του!» Κι ήταν θαρρείς ολοζώντανος ό αναγεννώμενος φοίνικας πού σηκώθηκε απ' την Άγια Τράπεζα και δοκίμαζε τα δυνατά φτερά του στ' άξια του Δεσπότη χέρια.

Κάποια άλλα χέρια, αγνά κοριτσίστικα τον είχαν ιστορήσει με χρυσή κλωστή πάνω στο λάβαρο, κι αυτόν κι ένα σταυρό ερυ­θρόλευκο. Κι έμοιαζε Ανάσταση εκείνη ή Κυριακή της Ορθοδοξίας του 1822 στον Άη-Δημήτρη, στις 19 του Φλεβάρη. Κι ορκίστηκαν όλοι, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, δεκαοχτώ χιλιάδες ψυχές, να μη δώσουν ανάπαυση στην όμορφη Νάουσα, αν δεν αναστήσουν το δόλιο το Γένος.

«Μαλικανές» ή Νάουσα, δώρο στη βαλιδέ χανούμ, τη μητέρα του εκάστοτε σουλτάνου, ήταν μια πόλη αρχοντική, με τούς πύργους και τα κάστρα της, τον πλούτο και τις φυσικές της ομορ­φιές. Μα ό πληθυσμός της, αμιγώς ελληνικός, δεν βολευόταν μόνο με τα προνόμια και τα γρόσια. Κι όταν αντήχησαν οι σάλπιγγες της ελευθερίας, δεν υπολόγισαν οι Ναουσαίοι την ιδιαίτερη οργή του Σουλτάνου. Ούτε και τη γεωγραφική απομόνωση υπολόγισαν εξαιτίας των τουρκικών στρατευμάτων πού κατείχαν Ήπειρο και Θεσσαλία. Ούτε και πώς ήταν δύ­σκολος ό ανεφοδιασμός μακριά απ' τη θάλασσα. Ούτε κι ότι είχε ήδη ατυχήσει ή επανάσταση στη Χαλκιδική. Μικρή μόνο βοήθεια περίμεναν με λίγα κανόνια και την αποστολή γενικού αρχηγού. Μα κι αυτά βράδυναν να φτάσουν.

Μπήκαν τότε μπροστά στον αγώνα ό προεστώς Ζαφειράκης κι από κοντά όλοι οι άλλοι προεστώτες της Νάουσας, συμφιλιωμένοι ένα μήνα πριν με όρκους στη Μονή του Δοβρά. Και κατέγραψε ή ιστορία ηρωισμούς κι επιτυχίες, με καπεταναίους τον περίφημο αρματολό της Βέροιας, τον γερο-Καρατάσο, τον παλαιό κλέφτη από τα Βοδενά Αγγελή Γάτσο και άλλους. Κι όταν οι Τούρκοι ενισχυμένοι κύκλωσαν τα τείχη της Νάουσας και κανονιοβολούσαν αδιά­κοπα, οι υπερασπιστές της αμύνονταν νυχτοήμερα, ώσπου τα τουφέκια άναβαν κι αχρη­στεύονταν ένα-ένα. Κι έμειναν απόρθητα τα τείχη ως την Πέμπτη της Διακαινησίμου.

Εκείνη την Πέμπτη, πέντε ή ώρα το πρωί, βρέθηκε χωρίς αμπάρες ή πύλη του Άγιου Γεωρ­γίου, λες και τ' απριλιάτικα ρόδα ξελόγιασαν τους φυ­λακές. Να 'ταν ανθρώπινη αμέλεια ή προδοσία εσχάτη; Κι άνοιξαν τότε οι πύλες της κολάσεως όλες μαζί και ξερνούσαν κάθε είδους κακό, εμπρησμούς και δηώσεις, εξανδραποδισμούς κι εξευτελισμούς, σφαγές και βασα­νιστήρια. Ούτε τ' αγέννητα βρέφη ούτε τα άκακα νήπια σπλαχνίζονταν τα στίφη του Άμπου Λουμπούτ πασά, πού τ' άρπαζαν και τα διχοτομούσαν. Με τα βλαστάρια τους στην αγκαλιά δεκατρείς Ναουσαΐες, κυκλωμένες από τούς Τούρκους στους Σδουμπάνους της Άραπίτσας, προτίμησαν τ' αφρισμένα νερά παρά την ατίμωση. Μαζί με τη Νάουσα, εβδομήντα χωριά γύρω-γύρω αφάνισαν οι αντίχριστοι, δίχως ν' αφήσουν μήτε ψυχή ζωντανή μήτε όρθια πέτρα. Θησαύρισε ή Νάουσα μέσα στο χαλασμό νεομάρτυρες κι όχι γρόσια.

Μέσα από τα τείχη, στο ναό του Άγιου Γεωρ
γίου τε­λείωνε ή Λατρεία, όταν εισέβαλαν οι Τούρκοι σπάζον­τας την πόρτα. Κι ενώ τελούσαν μυσταγωγικά τη στερνή τους θεία Λειτουργία, πέρασαν στην αιωνιότητα πέντε ιερείς, ό παπα-Γιάννης από την Πέτρα Ολύμπου, ό παπα-Γεράσιμος ό πνευματικός, ό παπα-Δημήτρης ό σακελλάριος και δύο άλλοι ανώνυμοι λευίτες, καθώς και πλήθος πιστών, πού σφαγιάσθηκαν στο ναό. Τέσσερεις άλλους νέους, πού αρνήθηκαν να έξωμώσουν, οι εξαγριωμένοι στρατιώτες τούς τεμάχισαν λίγο-λίγο. Τούς έκοψαν τα χέρια, τ' αυτιά, τα χείλη, τις μύτες, εξόρυξαν τούς οφθαλμούς τους και τούς εγκατέλειψαν ημιθανείς, ν' αργοπεθάνουν αβοήθητοι!...

Τρία μερόνυχτα παραδόθηκε ή Νάουσα στα χέρια των ολετήρων της. Έστησε ύστερα τη σκηνή του ό πασάς στο Κιόσκι και μάζεψε εκεί όλους τούς αιχμαλώτους. 'Ένας-ένας περνούν μπροστά του οι άνδρες δεκαπέντε ως εξήντα πέντε χρόνων. Κι όταν αρνούνται να τουρκέψουν, τούς περιμένουν ραβδισμοί και θάνατος δι' αγχόνης ή διά ξίφους. Χίλιοι διακόσιοι σαράντα ένας δικάστηκαν κι ούτε ένας δεν βρέθηκε αρνησίθρησκος. Και θα συνεχιζόταν το κακό, αν οι δήμιοι δεν έβλεπαν πανικόβλητοι το ακέφαλο σώμα του ράφτη Νικολάου Κοκοβίτη να ση­κώνεται όρθιο, να δρασκελίζει ένα ρυάκι και να κατευθύνεται προς τη σκηνή του στρατάρχη. Χρόνια δεν βλάσταινε ούτε χορτάρι στον τόπο εκείνο, ενώ τα πλατάνια του προκαλούσαν τη φρίκη.

Εκατοντάδες αιχμάλωτοι μεταφέρθηκαν στη Θεσσαλονίκη. Στην πύλη της πόλεως απαγχονίστηκαν για παραδειγματισμό εξήντα κι οι άλλοι στήθηκαν στο σκλαβοπάζαρο, για να πάρει ό καθένας το δρόμο του δικού του Γολγοθά. Μα για τις γυναίκες των προκρίτων ό πασάς επιφύλασσε ειδική μεταχείριση. Τις έθαψαν εκείνες ζωντανές ως τη μέση έξω από τ' ανάκτορο του, να περνούν τα Τουρκάκια με τις μανάδες τους να τις βασανίζουν. Κι αφού ούτε κι έτσι δέχτηκαν να τουρκέψουν, τις έκλεισαν σε σακιά με αγριόγατες και ποντίκια. Τα ξεσχισμένα τους σώματα τα καταπόντισαν στον Θερ­μαϊκό. Έξι άλλες Ναουσαΐες, κατα­δικασμένες μετά από ανήκουστους οικισμούς να τελειώσουν σ' ένα πνικτικό υπόγειο από πείνα και δίψα, δεκαπέντε μέρες τρέφονταν με καρ­βουνόσκονη.

Τη συνετή Ζαφειράκαινα την έχτι­σαν ολοζώντανη σ' ένα τοίχο στην Άγιά Σοφιά, με το κεφάλι απ' έξω αλειμμένο μέλι, να 'ρχονται οι σφήκες να επιτείνουν το μαρτύριο, ενώ τα σκουλήκια κατέτρωγαν τις σάρκες της. Πέντε μέρες υπέμεινε αδάκρυτη κι απροσκύνητη, κι ας χα­ριζόταν εύκολα ή ζωή στους εξωμό­τες, για να τη λυτρώσει στο τέλος, ένα λάκτισμα φοβερό μιας τσιγγάνας. Κι ή ανεξίκακη Καρατάσαινα από τη Βέροια, κλεισμένη σ' ένα σάκο με φίδια φαρμακερά, δεν έπαυσε ως το τέλος να δέεται υπέρ των δημίων της.

Αυτή ή Ανάσταση, φοινιχθείσα* στο αίμα αγίων και ηρώων, σημά­δεψε βαθιά την άγιοτόκο Νάουσα. Στρατιά τα παιδιά της άνοιξαν με ιαχές τις θύρες του ουρανού. Κι ανα­στημένοι μαζί και ζωντανοί αντά­μωσαν στ' αλώνια της λευτεριάς.


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ