Ομιλία για την γιορτή της  25ης Μαρτίου 1821

Αιδεσιμότατε /οι , Τοπικοί άρχοντες, Κύριοι Διευθυντές σχολείων ,κυρίες και κύριοι, αγαπητοί μαθητές και μαθήτριες. 

Με ιδιαίτερη χαρά και υπερηφάνεια εορτάζουμε σήμερα την επέτειο της 25ης Μαρτίου.

Άλλη μια φορά η Πατρίδα μας,  πανηγυρίζει για δύο «Χαίρε».

        Το «Χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία»  και το «Χαίρε ω Χαίρε Λευτεριά».

Αρχικά θα καταθέσω στην αγάπη σας κάποιες πατερικές απόψεις  για το πρώτο «Χαίρε», το μέγιστο γεγονός του ευαγγελισμού της Θεοτόκου.

Κανείς ποτέ, από τη δημιουργία του κόσμου και μέχρι τη συντέλεια του, δεν γεννήθηκε και δεν θα γεννηθεί κατά τον τρόπο, κατά τον οποίο γεννήθηκε ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός. Κανείς δεν γεννήθηκε και δεν θα γεννηθεί με την επέλευση του Αγίου Πνεύματος. Σε κανέναν ποτέ δεν κατοίκησε το Άγιο Πνεύμα με τέτοια πληρότητα με την οποία κατοίκησε στην Παναγία Παρθένο Μαρία. Κανέναν δεν επισκίασε η δύναμη του Υψίστου και τα μητρικά σπλάγχνα καμίας γυναίκας δεν αγίασε, όπως τα σπλάγχνα της Υπεραγίας Παρθένου Μαρίας.

Τέλος, είναι μέγιστο το γεγονός γιατί  για πρώτη και μοναδική φορά ο Θεός έρχεται σε τέτοιου είδους Κοινωνία με τον άνθρωπο στο πρόσωπο της αγνής κόρης, και από αυτό το γεγονός, ξεκινάει και το κεφάλαιο της θέωσης του κάθε πιστού  χριστιανού. Έγινε ο Θεός Λόγος άνθρωπος, για να γίνει ο άνθρωπος κατά Χάριν Θεός. Και διορθώθηκε εν δυνάμει το σφάλμα των πρωτοπλάστων, που ήθελαν να γίνουν θεοί χωρίς τον Θεό Λόγο. Τώρα μένει στην προαίρεση του κάθε χριστιανού να ενωθεί με τον Θεό με τα μυστήρια της εκκλησίας( Μετάνοια και Θ. Κοινωνία) και την φιλανθρωπία, έτσι ώστε να απολαμβάνει την Θεία μέθεξη και σ’ αυτήν την ζωή και σε πιο πλήρη βαθμό στην αιωνιότητα γλιτώνοντας από τον αιώνιο εγκλωβισμό στον εγώ του.

Και τώρα θα καταθέσω στην αγάπη σας κάποιες απόψεις για το δεύτερο «Χαίρε»   που γιορτάζουμε.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία με το διοικητικό της σύστημα κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας, με την λατρεία της, με την διδασκαλία της και κυρίως με την ησυχαστική παράδοση που ανέδειξε τους Νεομάρτυρες, τους οποίους μπορούμε να θεωρήσουμε ως τους πραγματικούς αντιστασιακούς της εποχής εκείνης, συνετέλεσε πάρα πολύ στην διατήρηση της αυτοσυνειδησίας του Γένους και αποδείχθηκε μια μεγάλη πνευματική «βόμβα» που ανατίναξε την σκλαβιά. Άλλωστε, όλοι οι πρωτεργάτες της ελληνικής επαναστάσεως εμπνέονταν κυρίως από την ορθόδοξη παράδοση και σε ένα βαθμό και από τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό απορρίπτοντας όμως τον αθεϊσμό.

Σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα ελευθερωνόταν το Γένος από την τουρκική σκλαβιά αναπτύχθηκαν διαφορετικές απόψεις. Πολλοί που έβλεπαν την εξέλιξη των γεγονότων μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, μεταξύ των οποίων Ιεράρχες και Φαναριώτες, θεωρούσαν ότι η διάβρωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας θα γινόταν έσωθεν. Άλλωστε, την εξωτερική πολιτική και το εμπόριο των Οθωμανών το εξασκούσαν την εποχή εκείνη οι Φαναριώτες. Άλλοι, όμως, θεωρούσαν ότι η απελευθέρωση του Γένους θα γινόταν με επανάσταση των Ρωμιών, έστω και αν αυτό επέφερε ζημιές και θανάτους. Κανείς δεν μπορεί να θεωρήσει ότι η πρώτη άποψη συνιστά προδοσία.

Είχε επικρατήσει το δίλημμα στους υπευθύνους κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας και ιδίως προς το τέλος της: «συνύπαρξη ή αντίσταση;», ήταν οι δύο αυτές τάσεις. Έτσι, την συνύπαρξη υποστήριζαν οι αντιρρητικοί ή ανθενωτικοί και την αντίσταση οι ενωτικοί, που ήταν και φιλοδυτικοί. Η λεγόμενη συνύπαρξη «είχε και μια δυναμική διάσταση», αφού συνδέεται με «την πίστη για μια βαθμιαία υποκατάσταση των Οθωμανών στη διακυβέρνηση του κράτους και τη δημιουργία ενός "Οθωμανικού κράτους του Ελληνικού έθνους"». Η άποψη αυτή δεν ήταν τελείως ανεδαφική, μια και υπήρχε  τότε μια τέτοια προοπτική.

Πάντως, όταν ωρίμασαν τα πράγματα και φάνηκε ότι για την απελευθέρωση του Γένους απαιτείται επανάσταση με όπλα, τότε η Εκκλησία βοήθησε με όλες τις δυνάμεις της. Κληρικοί και μοναχοί, λαϊκοί άνδρες και γυναίκες, ακόμη και παιδιά πολέμησαν σκληρά και έχυσαν το αίμα τους «για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδος την ελευθερία».

Οι Ρωμιοί επαναστάτησαν το 1821, δια να ξαναγίνει η Ρωμιοσύνη Κράτος με τον ρωμαίικο πολιτισμό της που με υπερηφάνεια και κάθε θυσία είχαν διαφυλάξει κατά τα σκληρά χρόνια της Τουρκοκρατίας, της Φραγκοκρατίας και της Αραβοκρατίας”. Φυσικά αυτό επιζητούσε και το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Το όραμα αυτό διαφαίνεται και στα σχέδια του Ρήγα Φεραίου, όπως εκφράζεται και στον θούριό του: “Βούλγαροι και Αρβανίτες, Αρμένιοι και Ρωμηοί / αράπηδες και άσπροι, με μια κοινή ορμή / για την ελευθερίαν να ζώσωμεν σπαθί...” Άλλωστε, γι’ αυτό και η Επανάσταση, εκτός από άλλους λόγους, έγινε αρχικά στις παραδουνάβιες επαρχίες, όπου ήκμαζε το ελληνικό στοιχείο με την ρωμαίικη αντίληψη, όπως κατευθυνόταν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τους Φαναριώτες.

Πάντως, πέτυχε η επανάσταση στην Νότια Ελλάδα και για γεωγραφικούς λόγους, αλλά κυρίως επειδή ευνοήθηκε από τις ευρωπαϊκές υπερδυνάμεις η ιδέα για εθνική ανεξαρτησία των κρατών της Βαλκανικής ξεκινώντας από την Ελλάδα.

Έτσι σήμανε η ώρα για τον μεγάλο ξεσηκωμό. Το ποτήρι είχε πια ξεχειλίσει. Απ’ άκρη σ’ άκρη αντήχησε το εθνεγερτήριο σάλπισμα. ’’Ελευθερία ή θάνατος‘‘. Με το σάλπισμα εκείνο δεν μίλησε η λογική .Μίλησαν τα υπαρξιακά βάθη ενός ολόκληρου λαού που αντλεί πάντα δυνάμεις από τις ιστορικές του ρίζες. Από τους μυθικούς και τους ομηρικούς ήρωες, τους Μαραθωνομάχους και τους Σαλαμινομάχους, τους Βυζαντινούς Ηράκλειους και Παλαιολόγους, τους ακρίτες και τους χριστιανούς μάρτυρες.

        Έτσι στις θάλασσες και στις στεριές, στα νησιά και στα βουνά μας, ανάβουν πελώριες φρυκτωρίες και ξεσηκώνουν τους αλύτρωτους σκλάβους. Πρώτη η Άγια Λαύρα δίνει το σύνθημα καθώς ο επίσκοπος της πόλεως των Παλαιών Πατρών  ,ο Γερμανός, υψώνει το Λάβαρο της Επανάστασης.

Πιο πριν η Καλαμάτα σέρνει επίσημα τον χορό του ξεσηκωμού. Μανιάτες, Κολοκοτρωναίοι, Μαυρομιχάληδες, Διάκοι, Ανδρούτσοι, Κανάρηδες, Καραισκάκηδες, Παπαφλέσσες, Μπουμπουλίνες στο Βαλτέτσι, στο Χάνι της Γραβιάς, στην Τριπολιτσά, στο Σούλι, στην Αλαμάνα στα Ψαρά και σε άλλα νησιά ακολουθούν στο επαναστατικό γλέντι και χαροκόπι. Το μήνυμα του ξεσηκωμού έτρεξε σε κάμπους και βουνά, σε ρεματιές και σε ραχούλες , σε θάλασσες και σε ακρογιάλια. Έτρεξε και χάιδεψε σκλάβους αιώνων , έδωσε δύναμη και πύρωσε τις ψυχές τους, ανάδειξε ήρωες τους δειλούς χωρικούς και ηρωίδες τις αδύναμες ελληνίδες. Και σήκωσε ο ρωμιός τη σημαία του και άνοιξε την αυλαία στη σκηνή των θαυμάτων.

Ευλαβείς προσκυνητές λοιπόν σήμερα, κλίνουμε νοερά το γόνυ μπροστά στους τάφους των αθάνατων κεκοιμημένων μας και υψώνουμε με ευγνωμοσύνη το νου και την καρδιά μας στους ελευθερωτές , στους ήρωες  και μάρτυρες των ηρωικών αγώνων του 1821.


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ