Ὁ Δημήτριος Μπουρτσάλας τοῦ Γεωργίου (1912-1940), Δικηγόρος, Ἔφεδρος Ἀνθυπολοχαγός, γεννήθηκε στὸν Πέρκο τῆς ὀρεινῆς Ναυπακτίας (σήμερα Τοπικὸ Διαμέρισμα Πέρκου τοῦ Δήμου Θέρμου).

Μὲ τὴν ὑποστήριξη τοῦ θείου του στρατηγοῦ Ἀθανασίου Στράγγου, ἀδελφοῦ τῆς μητέρας του Ἀθηνᾶς, μετὰ τὶς ἐγκύκλιες σπουδές του εἰσήχθη στὴν Νομικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης καὶ ἔλαβε τὸ πτυχίο τοῦ Δικηγόρου. Ὑπηρέτησε τὴν στρατιωτική του θητεία ὡς Ἔφεδρος Ἀξιωματικός. Μετὰ τὴν ἀποστράτευσή του ἐγκαταστάθηκε στὸ Μεσολόγγι, ἀσκώντας τὸ ἐπάγγελμα τοῦ Δικηγόρου, συνεργαζόμενος μὲ τὸν ὀνομαστὸ τότε δικηγόρο Νικόλαο Πατίλη, ὁ οποίος τὸν προόριζε καὶ γιὰ διάδοχό του στὸ γραφεῖο του.

 

Ἀρχὲς Ὀκτωβρίου 1940 ἐπιστρατεύεται γιὰ μετεκπαίδευση. Παρουσιάζεται στὸ 2/39 Σύνταγμα τῶν Εὐζώνων, στὸ Μεσολόγγι καὶ κατατάσσεται ὡς Ἔφεδρος Ἀνθυπολοχαγὸς στὸν 11ο Λόχο τοῦ ΙΙΙ Τάγματος. Πρὶν τελειώσει ἡ μετεκπαίδευσή του, στὶς 27 Ὀκτωβρίου 1940 τὸ Σύνταγμά του ἀναχωρεῖ γιὰ τὸ Ἀλβανικὸ Μέτωπο. Ἡ κήρυξη τοῦ Ἑλληνοϊταλικοῦ πολέμου τὶς πρωϊνές ὧρες τῆς 28ης Ὀκτωβρίου βρίσκει τὸ 2/39 Σύνταγμα Εὐζώνων στὸ Ἀγρίνιο. Πεζοπορώντας μὲ ἀντίξοες καιρικὲς συνθῆκες στὶς 12 Νοεμβρίου 1940 τὸ Σύνταγμά ἔφθασε στὴν περιοχὴ Καλπακίου-Ἰωαννίνων, ὅπου εἶχαν ἀναχαιτίσει τὶς ἐχθρικὲς δυνάμεις οἱ ἄνδρες τῆς VIII Μεραρχίας (Ἠπείρου). Πρὶν καλὰ-καλὰ στρατοπεδεύσουν καὶ ξεκουραστοῦν, στὶς 14 Νοεμβρίου 1940 εἶχαν τὴν πρώτη ἐπαφὴ μὲ τὰ ἐχθρικὰ στρατεύματα στὰ ὑψώματα τῆς Γκραμπάλας.

Στὴν συμπλοκὴ ποὺ ἐπακολούθησε στὶς 15-17 Νοεμβρίου 1940 στὰ ὑψώματα τῆς Γκραμπάλας καὶ τῆς Βίγλας, οἱ τσολιάδες τοῦ 2/39 Συντάγματος Πεζικοῦ ἀπώθησαν τὶς ὑπέρτερες ἀντίπαλες ἰταλικὲς δυνάμεις, γράφοντας σελίδες ἡρωϊσμοῦ καὶ αὐτοθυσίας. Ὁ Ἀνθυπολοχαγὸς Δημήτριος Μπουρτσάλας μὲ τὴν διμοιρία του ρίχνεται ἀπὸ τοὺς πρώτους στὴν φονικὴ μάχη. Παροτρύνει καὶ ἐνθαρρύνει τοὺς τσολιάδες του καὶ ἐνῶ ὁ ἐχθρὸς κάμπτεται καὶ ὑποχωρεῖ, στὶς 16 Νοεμβρίου 1940, σὲ μιὰ ἔφοδο, ἐχθρικὸ βόλι τὸν βρίσκει καὶ τοῦ κόβει τὸ νῆμα τῆς ζωῆς. Μὲ τὸ νεανικό του αἷμα βάφει τὶς πλαγιὲς τῆς Βίγλας.

Τὰ ὀστά του, καθὼς καὶ τῶν ὑπολοίπων 17 συμπολεμιστῶν του Ἀξιωματικῶν, Ὑπαξιωματικῶν καὶ Στρατιωτῶν, οἱ ὁποῖοι ἔπεσαν ἡρωϊκῶς στὴν μεγάλη μάχη τῶν ὑψωμάτων Βίγλας περιοχῆς Καλπακίου Ιωαννίνων στὶς 16 Νοεμβρίου 1940, βρίσκονται στὴν θέση Βίγλα Καλπακίου, στὸ μνημεῖο τῶν 18 ἡρώων Αἰτωλοακαρνάνων.

Ὁ Δημήτριος Κωταντούλας, ἐκπαιδευτικός, Ἔφεδρος Ἀνθυπολοχαγὸς τοῦ 2/39 Συντάγματος Εὐζώνων καὶ συμπολεμιστὴς τοῦ Δ. Μπουρτσάλα, στὸ βιβλίο του «Ὁδοιπορικὸ στὰ χρόνια ἐκεῖνα» γράφει:

«Οἱ ἐπιτεθέντες τσολιάδες μας πιάστηκαν στὰ χέρια μὲ τοὺς ἀμυνόμενους Ἰταλούς. Τὸ σκοτάδι πυκνό, χειροπιαστό. Οἱ λάμψεις τῶν ριπτόμενων χειροβομβίδων ἄνοιγαν δρόμο καὶ φώτιζαν τοὺς ἐπιτεθέμενους τσολιάδες μας. Οἱ ἀμυνόμενοι ἦταν ἐπίλεκτα τμήματα τοῦ ἰταλικοῦ στρατοῦ. Οἱ Ἰταλοὶ ὑποχώρησαν ...

Τὸ βράδυ τῆς 15ης Νοεμβρίου ἀποσυρθήκαμε στὸν αὐχένα καὶ κοιμηθήκαμε λίγο, ἀλλὰ χωρίς σκεπάσματα.

Σάββατο πρωὶ (16 Νοεμβρίου 1940) θάψαμε τοὺς δύο νεκρούς τσολιάδες καὶ τὸν λοχαγό μας Χορμόβα (Διοικητὴ τοῦ 10ου Λόχου) ...

Τὸ βραδάκι τῆς ἴδιας μέρας, μᾶς συγκλόνισε ἡ πληροφορία γιὰ τὶς μεγάλες ἀπώλειες τοῦ 11ου Λόχου μας ποὺ ἀκολουθοῦσε τὸ ΙΙ Τάγμα.

Ἐφονεύθησαν πολλοὶ ἐκλεκτοὶ συνάδελφοι καὶ φίλοι. Οἱ ἀνθυπολοχαγοὶ Μπουρτσάλας Δημήτρης, Στεργιανάκης Εὐθύμιος, Τσίγκας Ἀνδρέας καὶ ὁ ἐπιλοχίας τοῦ Λόχου, ὁ δάσκαλος Παπασπύρου Δημήτρης.

Μὲ θλίψη καὶ ὀδύνη θάψαμε τοὺς ἡρωϊκοὺς νεκρούς μας, ψάλλοντας τὸν Ἐθνικὸ Ὕμνο. Ἀκούστηκε μιὰ φωνή: «Στὸ καλό, γρήγορα θὰ ᾿ρθοῦμε κοντά σας.» Στιγμὲς συγκινητικές. Οἱ σφοδροὶ ἀεροπορικοὶ βομβαρδισμοὶ δὲν σταματᾶνε. Οἱ χαράδρες καὶ οἱ δασωμένοι χῶροι ἀνασκάπτονται. Προφανῶς ἀποσκοποῦν στὴν προστασία τῶν ὑποχωρούντων τμημάτων.

Αὐτὸ ἦταν. Οἱ Ἰταλοὶ ἐγκατέλειψαν τὴν Τζούφα ράχη ...»

(Σύλλογος Αἰτωλοακαρνάνων Περιστερίου «Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός», «Ἄτλαντας προσωπικοτήτων τοῦ νομοῦ Αἰτωλοακαρνανίας: Μπουρτσάλας Γ. Δημήτριος»)

Σημείωσις (Φ.Ν. Μπουρλᾶς, 23-10-2012)

Ἀγαθὴ ἡ μοῖρα σου, Ἀνθυπολοχαγὲ Δημήτριε Μπουρτσάλα.

Πρὶν τρία-τέσσερα χρόνια εὑρῆκα στὸν ἱστοχῶρο τοῦ «Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ» τὸ ἀφιέρωμα αὐτό. Ὁ πατέρας μου ἐνθυμεῖτο ἀκόμη τὸν θεῖο Μῆτσο Μπουρτσάλα. Εἶχε ἔλθει ὁ θεῖος Μῆτσος στὸ χωριό, πρὶν τὸν πόλεμο, μὲ τὴν ἐντυπωσιακὴ στολὴ τοῦ νέου ἀξιωματικοῦ, τὶς λαμπερές του μπότες... Θαυμάζανε τὰ παιδιά. Καὶ μετά, πόλεμος. Καὶ λίγες μέρες μετά, ἡ θεία νὰ ἔρχεται ἀλαφιασμένη, νὰ βλέπῃ τὸν πατέρα μου, καὶ νὰ φωνάζῃ: «Λάκηηη...! Σκοτώσανε τὸν Μῆτσο!»

Πατέρα, χαίρομαι ποὺ πρόλαβες νὰ μεταφέρῃς στὸν θεῖο Μῆτσο καὶ τοὺς δικούς μου, μαζὶ μὲ τοὺς δικούς σου, χαιρετισμούς.

 


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ