Η Νίκη της Ελλάδος

 

Η Ἐκκλησία μας, ἀγαπητοί μου, συμμετέχει σήμερα ὁλοψύχως στὶς ἐκδηλώσεις τῆς ἐνδόξου αὐ­τῆς ἐπετείου τῆς 28ης Ὀκτωβρίου 1940. Μὲ τὴ δοξολογία ποὺ τελεῖται στοὺς μεγάλους ναοὺς καὶ μὲ τὸν ὕμνο «Τῇ ὑπερμά­χῳ Στρατηγῷ τὰ νικητήρια...» τὸν παιᾶνα τῆς νίκης ποὺ ψάλλουν ὅλοι, ἡ σκέψι μας, ἡ σκέψι ὅλων τῶν Ἑλ­λήνων ὅπου κι ἂν βρίσκων­ται, στὸ ἐσωτερικὸ ἢ στὸ ἐξωτερικό, γυρίζει στὶς ἡμέρες ἐκεῖνες καὶ φτερουγίζει στὰ ψη­λὰ ἐκεῖνα καὶ ἀ­πόκρημνα καὶ κακοτράχαλα βουνά, ποὺ μόνο ἀετοὶ πετοῦσαν.

Ἐκεῖ, στὰ βουνὰ ἐκεῖνα τῆς Βορείου Ἠπείρου, τὸ μικρὸ μὲν ἀλλὰ ἔνδοξο καὶ ἱστορικὸ ἔ­θνος μας ἔγραψε μία ἀπὸ τὶς πιὸ ἔνδοξες σελίδες τῆς ἱστορίας του· σελίδα, ἡ ὁποία ὑ­πενθυμίζει τοὺς θριάμβους τῶν εὐσεβῶν Βυζαντινῶν προγόνων μας ἐναντίον τῶν βαρβά­ρων· σελί­δα, ἡ ὁποία ὑ­πεν­θυμίζει τὸ «Μο­λὼν λαβὲ» τοῦ Λεωνίδα καὶ τῶν τριακοσίων στὶς Θερμοπύλες. Ἂς εὐχαριστήσουμε καὶ ἂς ὑ­μνήσουμε τὸ Θεό, διότι ποτέ ἄλλοτε στὴν νεωτέ­ρα ἐ­ποχὴ δὲν δοξάστηκε τὸ ἔθνος μας τόσο πολὺ ὅσο τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες τῆς νίκης καὶ τοῦ θριάμβου.

Εἶνε δὲ γεγονὸς ὅτι, ὅπως ὁμολογοῦν δικοί μας καὶ ξένοι, ἕνας ἀπὸ τοὺς σπουδαιοτέρους συντελεστὰς τῆς νίκης ἐκείνης ―γιὰ νὰ μὴν πῶ ὁ μοναδικὸς συντελεστής― ὑπῆρ­ξε ἡ πίστις ὅλου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἰδιαιτέρως δὲ τῶν μαχομένων παιδιῶν τῆς Ἑλλάδος, στρατιωτῶν καὶ ἀξιωματικῶν· ἡ πίστις ὅτι ὑπάρχει Θεός· ἡ πίστις ὅτι ὁ Θεὸς ἀπονέμει δικαιοσύνη· ἡ πίστις στὴν θρησκεία τῶν πατέρων μας. Ἐκεῖ ἐπάνω οἱ Ἕλληνες ἀξιωματικοὶ καὶ στρατιῶτες εἶχαν μέσα στὸ νοῦ τους τὴ σκέψι τοῦ Θεοῦ. Τὰ χείλη τους ψιθύριζαν διαρκῶς προσευχὲς καὶ δεήσεις, ἐπικαλοῦντο τὴν ὑπεραγία Θεοτόκο. «Παναγία μου» ἔλεγαν στὴν ἀρχὴ καὶ στὸ τέλος κάθε ἐπιχειρήσεως. Ἀλλὰ καὶ ὁ λαὸς στὰ μετόπισθεν, γυναῖκες παιδιὰ καὶ γέροντες, πάντοτε τὴν Παναγία παρακαλοῦσαν νὰ δώσῃ τὴ νίκη καὶ νὰ γυρίσουν οἱ μαχηταὶ στὰ σπίτια τους.
Κάποιος ἀνταποκριτὴς μεγάλης ἐφημερίδος τοῦ ἐξωτερικοῦ, τῶν «Τάϊμς», εἶπε, ὅτι στὰ ψηλὰ βουνὰ τῆς Βορείου Ἠπείρου, ἐκεῖ ἐπάνω συνετρίβη, ὄχι μόνο ὁ ἄνανδρος εἰσ­βο­λεὺς ἀλλὰ καὶ ἡ γνωστὴ σεξουαλικὴ θεωρία τοῦ Φρόυντ· διότι ἀπεδείχθη, ὅτι οἱ Ἕλληνες στρατιῶτες, ἁγνοὶ σὰν τὰ κρίνα, τίποτε ἄλλο δὲν ἐσκέπτοντο παρὰ μόνο τὸ Θεό· καὶ ἡ μόνη γυναίκα ποὺ εἶχαν στὴν καρδιά τους καὶ εἵλκυε τὴν ἀγάπη τους ἦταν ἡ μεγάλη Μάνα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Χριστιανῶν, ἡ Παναγία· αὐτὴ σελάγιζε μέσα στὴ σκέψι τους.
Δὲν εἶνε ψέμα, εἶνε ἀλήθεια ―τὸ ἄκουσα ἀπὸ πολλοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ στρατιῶτες ποὺ ἐμάχοντο στὴν πρώτη γραμμή―, ὅτι ἐ­πάνω ἐκεῖ στὶς χιονισμένες κορυ­φὲς εἶδαν οἱ ἴδιοι μὲ τὰ μάτια τους τὸ θαῦμα, εἶδαν τὴν Παναγία μας. Εἶδαν τὴν ἁγία μορφή της νὰ ἐ­πισκέπτεται τὰ μαχόμενα στρατεύματα, νὰ τὰ ἐπισκιάζῃ μὲ τὴ σκέπη της καὶ νὰ τὰ εὐ­λο­γῇ.
Ὅταν τὰ παιδιὰ τῆς Ἑλλάδος ἀνέβαιναν σὰν ἀετοὶ στὰ ψηλὰ ἐκεῖνα βουνὰ καὶ κατελάμβαναν κάποια ὀχυρὴ κορυφή, ἔψαλλαν· «Τῇ ὑ­περ­μάχῳ Στρατηγῷ τὰ νικητήρια...». Κι ὅταν πέρασαν τὸ Μοράβα καὶ μπῆκαν στὴν Κορυτσά, ὁ πρῶ­τος ὕμνος – παιὰν ποὺ ἀκούστη­κε ἐκεῖ ἦταν τὸ «Τῇ ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ τὰ νικητήρια...». Ἀλησμόνητες ἡμέρες!... Ἡ νίκη λοιπὸν ἦταν τῆς Παναγίας, ἡ τιμὴ ἀνήκει σ᾽ αὐτήν. Δικαίως λοιπὸν οἱ Ἕλληνες τῆς ψάλλουν· «Τῇ ὑ­περμά­χῳ Στρατηγῷ τὰ νικητήρια, ὡς λυ­τρω­θεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια ἀναγράφω σοι ἡ πόλις σου, Θεοτόκε...».

* * *

Γι᾽ αὐτὸ σήμερα θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε, ἀγαπη­τοί μου, ἀπευθυνόμενος στοὺς ἄρχοντες καὶ τὸ λαό μας, νὰ πῶ καὶ νὰ ὑπενθυμίσω τὸ ἑξῆς. Τὸν ἥλιο τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς χαρᾶς, ποὺ λάμπει σήμερα σὲ ὅλη τὴν πατρίδα μας, σκιάζει μία σκέψις. Σὰν πατριῶτες τὸ αἰσθανόμεθα ὅλοι ―καὶ ἀλλοίμονο ἂν δὲν τὸ αἰ­σθα­νόμεθα―, ὅτι τὰ μέρη ἐκεῖνα τῆς Βορεί­ου Ἠπείρου, τὰ μέρη ποὺ ἁγίασε ὄχι μόνο μὲ τὸ κήρυγμά του ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ μαρτύριό του ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, τὰ μέρη ἐκεῖνα ὅ­που ὑπάρχουν τάφοι ἡρώων καὶ μαρτύρων, τὰ μέρη ἐκεῖνα ποὺ κατέλαβε τρεῖς φορὲς ἡ Ἑλλάς, τὸ ᾽12, τὸ ᾽17 καὶ τὸ ᾽40, τὰ μέρη ἐ­κεῖ­να ὅπου δοξάστηκε ἡ πατρίδα μας, τὰ μέρη ἐ­κεῖνα ὅπου κατοικοῦν ―δὲν εἶνε ψέμα, εἶνε ἱστορικὸ γεγονός―, κατοικοῦν τετρακόσες χι­λιάδες παρακαλῶ γνήσιοι Ἕλληνες, σὰρξ ἐκ τῆς σαρκὸς καὶ ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων μας, τὰ μέρη αὐτὰ ἀναστενάζουν. Οἱ Ἕλληνες αὐ­τοὶ σήμερα ἀδικοῦνται, πιέζονται, τυραννοῦν­ται κάτω ἀ­πὸ τὸ ἄθεο τυραννικὸ καθεστὼς τῆς Ἀλβανίας.
Ἐκεῖ οἱ πολῖτες δὲν ἀπολαμβάνουν, καὶ σήμερα ἀκόμα, ἴσα δικαιώματα ὅπως οἱ πολῖτες ἄλλων κρατῶν. Ἐ­κεῖ, παρὰ τὸ κλῖμα τοῦ ἐξευρωπαϊσμοῦ ποὺ πνέει στὴν εὐρύτερη περι­ο­χὴ καὶ τὴν εἰκόνα ποὺ θέλει τὸ Ἀλβανικὸ κράτος νὰ δίδεται πρὸς τὰ ἔξω, δὲν ὑπάρχει ἀκόμα ἡ ἀληθινὴ ἐλευθερία, ὑπὲρ τῆς ὁποίας τὸ μικρό μας ἔθνος ἔχυσε ποταμοὺς αἱμάτων. Ἀρκεῖ νὰ σκεφθῇ κανείς, ὅτι μέχρι καὶ πρὶν ἀ­πὸ λίγο οἱ Ἕλ­ληνες Χριστιανοὶ τῆς Βορείου Ἠπείρου δὲν μποροῦσαν νὰ ἔχουν ἐκεῖ καμ­πάνες στὶς ἐκ­κλησίες τους, δὲν μποροῦσαν νὰ λειτουργοῦν­ται χωρὶς κίνδυνο, δὲν μποροῦσαν νὰ βαπτίσουν τὰ παιδιά τους φανερά, δὲν μποροῦσαν νὰ κάνουν τοὺς γάμους τους ἐλεύθερα, δὲν μποροῦσαν νὰ ἐνταφιάσουν τοὺς νεκρούς τους μὲ ὀρθόδοξο ἱερέα. Ὑ­πῆρ­χε στυγνὴ τυραννία, σφαγιασμὸς τῶν ἀν­θρωπίνων δικαιωμάτων, ὑπὲρ τῶν ὁποίων κόπτον­ται τάχα τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη. Αὐτοὶ οἱ Ἕλληνες ἐκεῖ ὑπέφεραν τὰ μέγιστα.
Ἀκόμα, συνέβαινε ἐκεῖ κάτι μοναδικό, ποὺ δὲν τὸ συναντοῦσες πουθενά· οὔτε καὶ σὲ κά­ποιο ἀπὸ τὰ ἄλλα κράτη ὅπου βασίλευε ὁ ἄ­θεος μαρξισμός. Τί δηλαδή· ἀπαγορευόταν ἀκόμα καὶ τὸ νὰ κάνῃ κανεὶς τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ! Ὅποιος ἔκανε τὸ σταυρό του, τὸν συνελάμβαναν καὶ τὸν ὡδηγοῦσαν στὰ κάτερ­γα. Αὐτὸ δὲν τὸ συναντοῦσε κανεὶς οὔτε στὴ Σερβία οὔτε στὴ Βουλγαρία οὔτε στὴ ῾Ρουμα­νία οὔτε στὴ ῾Ρωσία οὔτε κάπου ἀλλοῦ· στὰ κράτη αὐτὰ ὑπῆρχε σχετικὴ ἐλευθερία, στὴ Βόρειο Ἤπειρο ὄχι.
Σήμερα βεβαίως τὰ πράγματα στὴν Ἀλβανία ἔχουν βελτιωθῆ ὡς πρὸς τὴν θρησκευτι­κὴ ἐλευθερία, χωρὶς ὅμως νὰ μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἔφθασαν στὸ ἐπιθυμητὸ σημεῖο. Ἀλλ᾽ ὡς πρὸς τὰ ἐθνικὰ δικαιώματα τῆς ἐκεῖ Ἑλληνικῆς μειονότητος, ὑπάρχει καταφανὴς στέρησις καὶ κραυγαλέα ἀδικία.
Πῶς νὰ μὴν τοὺς σκεφθοῦμε σήμερα αὐ­τοὺς τοὺς ἀδελφούς μας; πῶς νὰ μὴ τοὺς ἀ­ναλογισθοῦμε τὴν ἅγια αὐτὴ ἡμέρα; – ὅπως ἐπίσης καὶ τοὺς ἄλλους ἀδελφούς μας στὸ νότο, τοὺς Κυπρίους, οἱ ὁποῖοι διατελοῦν ἀ­κόμη κάτω ἀπὸ τὸ πέλμα τοῦ Ἀττίλα;
Γι᾽ αὐτὸ πρὸ ἐτῶν, τὸ 1981, ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκ­κλησίας τῆς Ἑλλάδος εἶχε ἀποφασίσει ὁμοφώνως, μία Κυριακὴ τοῦ Νοεμβρίου, στὶς 22 τοῦ μηνός, νὰ τελέ­σῃ πάνδημο μνημόσυνο ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῶν ψυχῶν ὅ­λων τῶν ἡρώων ἐ­κείνων ποὺ ἀγωνίστηκαν καὶ ἔπεσαν στὰ πεδία τῶν μαχῶν καὶ νὰ ὑπενθυμίσῃ στοὺς Ἕλ­ληνες, ὅτι πέρα ἐκεῖ στὴ Βόρειο Ἤπειρο ἕνας ὁλόκληρος ἑλληνισμὸς ἀ­ναστενάζει στερούμενος τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα. Καὶ πράγματι, σύμφωνα μὲ τὴν ἐν­τολὴ αὐτὴ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, στὶς 22 Νοεμβρίου 1981, τε­λέσαμε κ᾽ ἐμεῖς στὴν ἀκριτική μας πόλι τὸ μνημόσυνο αὐτό. Χτυπήσαμε τὶς καμπάνες. Συμμετεῖ­χε δὲ τότε καὶ ἡ κεντρικὴ ἐπιτροπὴ βορειοηπειρωτικοῦ ἀγῶνος, ποὺ ἑ­δρεύει στὴν Ἀθήνα καὶ διατελεῖ ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ ἀρχιεπισκόπου, καθὼς καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Βορειοηπειρῶτες ποὺ κατοικοῦν στὴν περιφέρειά μας καὶ συμποσοῦνται σὲ τρεῖς χιλιάδες περίπου. Στὴν ὁμιλία μου τότε εἶπα γιὰ τὴν κατάληψι τῆς Κορυτσᾶς ἀπὸ τὸ στρατό μας καὶ γιὰ τὴν καταπίεσι ποὺ ὑφίσταντο οἱ Βορειοηπειρῶτες ἀδελφοί μας.
Ποιός θυμᾶται τὰ ἱστορικὰ ἐκεῖνα γεγονότα; Ἄχ ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες πῶς ξεχνᾶμε τὴν ἱ­στορία μας, καὶ ἰδίως ἡ νέα γενεά! Ἀλλ᾽ ὅσοι εἶνε παλαιότεροι ἐνθυμοῦνται, ὅτι 22 Νοεμβρίου 1940 ὅλη ἡ Ἑλλὰς κολυμποῦσε στὴ χαρά. Χτυποῦσαν οἱ καμπάνες, οἱ σειρῆνες, τὰ πάν­τα. Χαρὰ καὶ ἀγαλλίασις ἐπικρατοῦσε. Δι­ότι ἡ 22α Νοεμβρίου 1940 εἶνε ἡ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία τὸ ἡρωικὸ Σύνταγμα τῆς Φλωρίνης κατέλαβε τὴν Κορυτσὰ καὶ οἱ ἄνδρες του ὕ­ψωσαν ἐκεῖ τὴν ἑλληνικὴ σημαία.
* * *

Αὐτά, ἀγαπητοί μου, εἶχα σήμερα νὰ ὑπενθυμίσω, τὴν ἡμέρα αὐτὴ τῆς Σκέπης τῆς ὑπερ­­αγίας Θεοτόκου καὶ ἐθνική μας ἑορτὴ τῆς 28ης Ὀκτωβρίου. Καὶ εὔχομαι πάντοτε ἡ Ἑλ­λὰς ὑπὸ τὸν ἥλιο τῆς ἐλευθερίας νὰ ἑορτάζῃ τὴν ἔνδοξο αὐτὴ ἐπέτειο· ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ του Ἁγίου Παντελεήμονος Φλωρίνης 28-10-1981)


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ