«Από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο»

H ομιλία τής Ελένης Αρβελέρ στη Στοά τού Βιβλίου (26 Μαΐου 2004)

Επιτρέψτε μου πρώτα-πρώτα να εκφράσω τη συγκίνησή μου που βρίσκομαι στη Στοά τού Βιβλίου μαζί σας. Όταν ακούω τον κ. Δ. Κακαβελάκη και τον φίλο και συνάδελφο κ. Α. Μαρκόπουλο να μιλάνε τόσο εγκωμιαστικά για μένα, θυμάμαι ένα μακάβριο αμερικάνικο ανέκδοτο το οποίο θα σας πω αμέσως: «Γίνεται μία κηδεία πολύ επίσημου προσώπου, το οποίο οι παρόντες εκθειάζουν. Κάποια στιγμή η χήρα του σκουντάει τον γιο της και του λέει, πήγαινε να δεις μήπως έκαναν λάθος στο πτώμα».

Κάνω αυτή την εισαγωγή για να διαλύσω λίγο τη συγκίνηση που πραγματικά με διακατέχει. Ας το πω όμως απλούστερα. Τα όσα εδώ θυμηθήκατε και τα οποία είχα λησμονήσει είναι αυτά που με κάνουν να συμφιλιώνομαι με τη Γαλλία, όταν λ.χ. μέσα στο Μετρό νέοι άνθρωποι μου λένε: «Α! κυρία Αρβελέρ, μας λέγατε έτσι κι έτσι». Όταν λοιπόν ακούς τα νέα παιδιά να σου μιλούν με αυτό τον τρόπο, σκέφτομαι ότι είναι αυτό που λείπει από την εποχή μας, όπου έχουμε καταντήσει να θεωρούμε υποδειγματικούς ανθρώπους τους τραγουδιστές, τους ποδοσφαιριστές, τους τηλεθεατές ή και τους τηλεπαρουσιαστές. Αναλογίζομαι ότι καμιά φορά είμαστε κι εμείς υποδειγματικοί άνθρωποι για κάποιους, έστω λίγους. Είναι κι αυτό μια παρηγοριά.

Πρέπει τέλος να πω ότι η συγκίνησή μου είναι ακόμη μεγαλύτερη διότι βλέπω μέσα στην αίθουσα πολλούς φίλους. Θα μου επιτρέψετε όμως να πω δυο λόγια μόνο γι' αυτούς που κάθονται στην πρώτη σειρά και εννοώ τον φίλο μου Στέλιο Παπαδημητρίου και τον κ. Παύλο Ιωαννίδη, οι οποίοι με το έργο που επιτελούν στο Ωνάσειο Ίδρυμα συνεχίζουν μία παράδοση ελληνική, η οποία ελπίζω ότι δεν θα πάψει ποτέ. Αναφέρομαι στις προσωπικότητες εκείνες που ευεργετούν τον τόπο καταγωγής τους. Όμως, οι παρόντες φίλοι μου ξεπέρασαν κατά πολύ την παράδοση αυτή. Ελάχιστοι γνωρίζουν ότι τα χρήματα τού Ωνασείου Ιδρύματος πολλαπλασιάστηκαν πολλές φορές με σκοπό όχι φυσικά την προσωπική, αλλά την εθνική χρήση και αξιοποίησή τους. Επειδή λοιπόν είχα την τύχη, τη χαρά και την τιμή να συνεργάζομαι με το Ίδρυμα αυτό, δεν μπορώ παρά να χαιρετίσω ιδιαίτερα την παρουσία των δύο αυτών εκλεκτών φίλων.

Δύσκολος ασφαλώς ο ρόλος μου να σας μιλήσω απόψε για μία ημέρα η οποία παραμένει επώδυνη και με τραγική μνήμη για όλο το Γένος. Είναι λοιπόν η ημέρα αυτή ημέρα εθνικής μνήμης, εθνικής οδύνης. Έχω προσκληθεί να μιλήσω με θέμα: «Από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο έως τον τελευταίο Κωνσταντίνο», τον Δραγάση Παλαιολόγο, ο οποίος -κι εδώ θα κάνω λίγο μάθημα- λέγεται ότι ήταν ο ενδέκατος, αλλά οφείλω να σας επισημάνω ότι ήταν ο δωδέκατος, διότι πρέπει κάποτε να υπολογίσουμε ως Κωνσταντίνο και τον Κωνσταντίνο Λάσκαρη, ο οποίος ήταν ο πρώτος αυτοκράτορας τής Νίκαιας πριν από τον Θεόδωρο Λάσκαρη. Το θέμα μας όμως θα μπορούσε να είχε τιτλοφορηθεί: Από τον ένα Μάη, δηλ. τον εγκαινιαστικό Μάη τού έτους 330, στον άλλον, τον τραγικό Μάη, τής αποφράδας Τρίτης τού 1453. Είναι λοιπόν απόλυτα αληθινό αυτό που γράφτηκε για την Πόλη: «Μάη πανώρια είδες το φως / Μάη και τού θανάτου το σκοτάδι / όταν χωρίς ελπίδα ανάστασης / την κάθοδο έζησες τού Άδη».

Από την 11 η λοιπόν Μαΐου τού έτους 330, όταν ο Κωνσταντίνος τελεί τα εγκαίνια τής Πόλης, στην οποία, ακολουθώντας την αλεξανδρινή παράδοση, έδωσε το αυτοκρατορικό του όνομα, έως την 29 η Μαΐου 1453, όταν τα στρατεύματα τού Μωάμεθ Β΄, δύσπιστα αρχικά μπροστά στην αφύλακτη Κερκόπορτα (ξυλόπορτα), εισβάλλουν στη συνέχεια στην Πόλη και έκπληκτοι οι στρατιώτες, λόγω τού ολιγάριθμου των αμυντόρων, αρχίζουν ανενδοίαστα τη λεηλασία και την αιχμαλωσία τής Βασιλεύουσας. Από τον Μάιο λοιπόν τού 330 έως τον Μάιο τού 1453 οριοθετείται και χρονολογείται ο βίος τής παγκόσμιας Αυτοκρατορίας τού Μεσαιωνικού Ελληνισμού, τής Αυτοκρατορίας που εντελώς άκριτα ονομάζουμε και εμείς σήμερα Βυζάντιο, όνομα το οποίο όπως είναι γνωστό της δόθηκε από τους πρώτους μελετητές της, καθολικούς καλόγερους, που για ευνόητους λόγους δεν ήθελαν να αποκαλέσουν με το ευγενές κατ' αυτούς ρωμαϊκό όνομα, το κράτος των «σχισματικών Ορθοδόξων».

Imperator όμως ο Μέγας Κωνσταντίνος και, εξυπακούεται, Ρώμης, Βασιλεύς και Αυτοκράτωρ Ρωμαίων ο τελευταίος Κωνσταντίνος, Βασίλειον Ρώμης το επίσημο όνομα τού κράτους και Ρωμανία το όνομα τής εδαφικής του επικράτειας. Ρωμιοί και Ρωμιοσύνη και το όνομα των Νεοελλήνων, των μόνων οργανικών, θα έλεγα σχεδόν σαρκικών, συνεχιστών τού βυζαντινού πολιτισμού και τού βυζαντινού επιτεύγματος, μέσα στον κόσμο που έζησε την ακτινοβολία τής Βασιλεύουσας Κωνσταντινούπολης σε Ανατολή και Δύση.

Από τα Βαλκάνια και τον σλαβικό κόσμο ώς τη Ρωσία, από τον Δούναβη ώς τον Ευφράτη και από την ελληνόφωνη Κάτω Ιταλία ώς τους χριστιανικότατους πληθυσμούς τής Γεωργίας και Αρμενίας, για να μη μιλήσω για τους εκχριστιανισμένους Άραβες των Αγίων Τόπων ή τους Κόπτες τής Αιγύπτου, οι λαοί αυτοί, άλλος λίγο και άλλος πολύ, έζησαν στην πολιτική και πνευματική σφαίρα επιρροής τής χιλιόχρονης Αυτοκρατορίας τού Βυζαντίου. Όλοι αυτοί απαρτίζουν τον κόσμο που ο Ντιμίτρι Ομπολένσκι αποκάλεσε Βυζαντινή Κοινοπολιτεία και όλοι αποτελούν, ο καθένας με τον τρόπο του, μέρος αυτού που τόσο εύστοχα ο Ρουμάνος ιστορικός Νικολάι Γιόργκα, που διετέλεσε και πρωθυπουργός τής Ρουμανίας, ονόμασε Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο. Μία έστω και βιαστική επίσκεψη στην έρημο τού Νεγκέβ στο Ισραήλ, με τις πολυάριθμες πρωτοχριστιανικές εκκλησίες και τις ελληνικές επιγραφές, ή πιο παραστατικά ίσως, μία επίσκεψη στη χερσόνησο τού Σινά και στο μεγαλόπρεπο μοναστήρι τής Θεοτόκου, το μετέπειτα αφιερωμένο στην Αγία Αικατερίνη, όπου ακόμη μνημονεύονται κατά την τέλεση τής Θείας Λειτουργίας τα ονόματα των ιδρυτών του, Ιουστινιανού και Θεοδώρας, τού αυτοκρατορικού ζεύγους, οι ολόσωμες απεικονίσεις τού οποίου με την ακολουθία τους κοσμούν τον χώρο τού Ιερού τού Αγίου Βιταλίου στη Ραβένα ή ακόμη, για να μιλήσω για τα κατοπινά βυζαντινά χρόνια, μία επίσκεψη στην Τραπεζούντα και στην Παναγία τη Σουμελά ή στο Κίεβο, στην Αγία Σοφία ή στην Γκρατσάνιτσα και το Ναγκορίτσινο τής Σερβικής Μακεδονίας ή στο Μπάτσκοβο, τη Φιλιππούπολη δηλ. τής Βουλγαρίας ή τέλος στις Εκκλησίες τής Μολδαβίας με τις εξωτερικές τοιχογραφίες τής Άλωσης τής Κωνσταντινούπολης θα φανερώσει απρόσκοπτα στον επισκέπτη το μεγαλείο τής μεσαιωνικής ελληνοσύνης τής Ρωμανίας, που όπως λέει το ποντιακό τραγούδι «Η Ρωμανία κι αν πέρασε, ανθεί και φέρει κι άλλο».

Έτσι, στη σπαρακτική κραυγή «η Πόλις εάλω» των κατοίκων τής δύστηνης Βασιλεύουσας τού 1453, απαντά, σχεδόν πειστικά θα έλεγα, η φράση «ή και εάλω η Πόλις ουκ εάλω». Αυτή η Πόλις και το κράτος της έπρεπε, άλλωστε, να μείνει αλώβητο ανά τους αιώνες ως «πρώτον πιστεύσαν εις τον Δεσπότην Χριστόν». Αυτό διαλαλεί ο Κοσμάς Ινδικοπλεύστης, ταπεινός μοναχός τής εποχής τού Ιουστινιανού, χωρίς η δήλωση αυτή τής χωροχρονικής παγκοσμιοαιωνιότητας τού Βυζαντίου να ξενίσει τους συγχρόνους τού Κοσμά. Βρισκόμαστε βέβαια, στην εποχή τής παγκοσμιότητας τού Βυζαντίου, τού κράτους των τριών ηπείρων, των μόνων τότε γνωστών, όπου άλλος λόγος αιωνιότητας για το κράτος των Ρωμαίων, πάντα κατά τον Κοσμά, ήταν το ότι «πάντα τα έθνη εμπορεύονται εις το νόμισμα αυτού», δηλαδή στο βυζαντινό νόμισμα, το γνωστό και ατόφιο ακόμη τότε κωνσταντινάτο. Η διαπίστωση αυτή τού Κοσμά για το αλώβητο τού θεοφύλακτου κράτους των Ρωμαίων θα γίνει πεποίθηση και λαϊκή πίστη, που θα ταυτίσει την ιστορία τού κόσμου, και όχι μόνο τού Βυζαντίου, με την τύχη τής Βασιλεύουσας. Και αυτό γιατί το Βυζάντιο, που δεν είναι παρά η εκχριστιανισμένη και εξελληνισμένη Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ταυτίστηκε πάντοτε από τη γέννησή του με την Κωνσταντινούπολη και τανάπαλιν. Θα τονίσω παρενθετικά στο σημείο αυτό, ότι η παλαιά Ρώμη ήταν μεν η Αιωνία Πόλις, η Αιωνία Ρώμη, αλλά δεν ήταν παρά μία Roma mobilis , μία κινητή δηλαδή Ρώμη, διότι σύμφωνα με τα ρωμαϊκά πρότυπα, Ρώμη ήταν η πόλη όπου βρισκόταν ο εκάστοτε αυτοκράτορας. Αντίθετα όμως από την παλαιά, η νέα Ρώμη, η Κωνσταντινούπολη δηλαδή, ήταν η αμετάθετη έδρα τού αυτοκράτορα, εξ ου και το όνομα Βασιλεύουσα. Όποιος κατέχει τη Νέα Ρώμη είναι κύριος ολόκληρου τού κράτους.

Πρώτη λοιπόν πραγματική πρωτεύουσα, με την έννοια που έχει στα χρόνια μας ο όρος αυτός, η Κωνσταντινούπολη ήταν έδρα τής Αυτοκρατορίας και τής Εκκλησίας, τής Αυλής και τού Πατριαρχείου, κέντρο αποφάσεων, από όπου ξεκινούσε και κατέληγε η κάθε εξουσία, πολιτική και στρατιωτική. Βάση και κορυφή τής κοινωνικής και διοικητικής πυραμίδας, εστία δηλαδή τού κράτους και καρδιά-πρότυπο κάθε καλλιτεχνικής και πνευματικής δημιουργίας. Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι το πρώτο Πανεπιστήμιο ιδρύθηκε στην Κωνσταντινούπολη τον 5 ο ήδη αιώνα και ότι υπό διάφορες στη συνέχεια μορφές ανασυστάθηκε στα χρόνια τού Βάρδα και τού Φωτίου (9 ος αιώνας), ήκμασε επί Κωνσταντίνου Ζ΄ τού Πορφυρογέννητου (10 ος αιώνας), για να φθάσει στο απόγειο τής ακτινοβολίας του έναν αιώνα αργότερα, στην εποχή τού Κωνσταντίνου Θ΄ τού Μονομάχου, με τον Μιχαήλ Ψελλό, τον Ιωάννη Ξιφιλίνο και άλλους αρχαιομαθείς, ή μάλλον αρχαιομανείς, διανοουμένους όπως π.χ. ο Ιωάννης Μαυρόπους. Σ' αυτή την Κωνσταντινούπολη λοιπόν, που όπως θα γράψει ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος «Πόλις εστί βασιλεύουσα τού κόσμου δε παντός υπερέχουσα», θα γίνει προοδευτικά η translatio imperii , η μεταφορά δηλ. τής αυτοκρατορικής εξουσίας. Και λέω προοδευτικά, διότι διδάσκουμε λάθος τα παιδιά όταν λέμε ότι μόλις χτίστηκε η Πόλη (330) η Ρώμη έπαψε να είναι η βάση τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η μεταφορά αυτή γίνεται σταδιακά από την παλαιά Ρώμη, διότι η παλαιά Ρώμη γνωρίζει την ερήμωση και τη γενική κατάπτωση ειδικά μετά την καταστροφή που υπέστη από τον Αλάριχο κατά το έτος 410.

Η Κωνσταντινούπολη θα μείνει μετά τον 5 ο αιώνα και για πολύ ακόμη η μόνη Ρώμη, η Νέα και Ωραία, η Υπερτέρα τής Πρεσβυτέρας και Γηραιάς, η Ρώμη δηλαδή που γεννήθηκε χριστιανική. Σημειώνω ότι ο πρώτος ναός τής τού Θεού Σοφίας είναι κτίσμα τού Μεγάλου Κωνσταντίνου και όχι τού Ιουστινιανού, όπως λέμε συχνά, έστω και αν ο Κωνσταντίνος δεν ήταν τότε χριστιανός, για να μην πω ότι συζητείται ακόμη αν ο Κωνσταντίνος βαπτίστηκε τελικά. Ο ιδρυτής της αυτοκράτωρ, ο Κωνσταντίνος, ανέθεσε στον Ιησού τη φύλαξη τής πόλης του κατά την ώρα τού εγκαινίου. Αντιγράφω το σχετικό κείμενο τής ιδρυτικής στήλης τής Κωνσταντινούπολης: «Σοι Χριστέ, Κόσμου Βασιλεύ, και Δεσπότης , Σοι προστίθημι τήνδε την δούλην πόλιν και σκήπτρα τήσδε και το παν Ρωμαίων κράτος φύλαττε, ταύτην σώζε δ' εκ πάσης βλάβης». Ο Κωνσταντίνος εστιάζει επομένως στην Κωνσταντινούπολη το παν Ρώμης Κράτος από τις πρώτες ήδη στιγμές τής ύπαρξής της.

Στον Δεσπότη λοιπόν Ιησού Χριστό είναι αφιερωμένη η Πόλη και αποτελεί πάντοτε θέμα προβληματισμού, γιατί και πότε διολίσθησε η προστασία της από τον Ιησού στη Θεοτόκο, τη Θεοτόκο Οδηγήτρια και Νικοποιό, τη θαυματουργή εικόνα τής οποίας απέσπασαν οι Σταυροφόροι το 1204 για να τη μεταφέρουν στη Βενετία, όπου φυλάσσεται έως σήμερα. Η αφιέρωση πάντως αυτή έχει συντελεστεί πριν ή κατά τα χρόνια τής αβαροσλαβικής εισβολής το 626, αν βέβαια γράφεται τότε ο Ακάθιστος Ύμνος. Η Πόλις απευθύνει ευχαριστήρια ως Πόλις τής Θεοτόκου στον Ακάθιστο, ενώ στην παράκληση που αναφέρεται σε άλλο σημείο τού Ύμνου διαβάζουμε: «Συντήρησον πάσης εχθρών αλώσεως την Σην πόλιν Θεοτόκε». Στη Θεοτόκο οφείλει τη σωτηρία της η Κωνσταντινούπολη, όταν τα ρωσικά πλοία την πολιορκούν για πρώτη φορά το 860. Η επιδρομή βρίσκει τώρα τον Πατριάρχη Φώτιο στις επάλξεις, και όχι τον Σέργιο όπως κατά την πρώτη πολιορκία, λόγω τής απουσίας τού τότε αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ στον πόλεμο εναντίον των Αράβων. Στο γεγονός αυτό, την πολιορκία δηλαδή τής Πόλης από τους Ρώσους, οφείλουμε τους προς την Παρθένο παρακλητικούς λόγους τού Φωτίου. Τα ρωσικά πλοία συνετρίβησαν τότε από αιφνίδια θαλασσοταραχή που προκάλεσε, θαυματουργικά βέβαια, η εμβάπτιση τού μαφορίου τής Παναγίας στα νερά τού Βοσπόρου από τον Πατριάρχη Φώτιο. Αναφέρω το γεγονός για να υπογραμμίσω ότι οι λόγοι αυτοί τού Φωτίου είναι η πρώτη ελληνική πηγή που κάνει λόγο για το «άγνωστον τότε γένος των Ρως», κατά την έκφραση τού ίδιου τού Πατριάρχη, ο οποίος αποδίδει την κάθε αντιξοότητα στις αμαρτίες των δεινοπαθούντων.

Δημιουργείται πλέον στο ποίμνιο το συναίσθημα τής ιστορικής ενοχής για τις επερχόμενες θεομηνίες που θα γνωρίσει σχεδόν αδιάκοπα έκτοτε η Κωνσταντινούπολη, με κατακλείδα, βέβαια, την πρώτη άλωση το 1204 από τους Σταυροφόρους και την τελική το 1453 από τους Τούρκους, τότε που εκώφευσε η προστάτιδα Κόρη -Κόρη είναι μία σπάνια χρήση τού όρου για την Παναγία- και δεν εισάκουσε το «ρύσαι ημάς βαρβαρικής αλώσεως Κόρη, αλώσεως επιούσης βροτοίς αμαρτάνουσιν».

Στον λόγο τού θρόνου που θα εκφωνήσει ο Θεόδωρος Λάσκαρης στη Νίκαια μετά την πτώση τής Κωνσταντινούπολης το 1204 θα τονίσει ότι «απεσφαιρίσθημεν τού Παραδείσου τού ευρρίζου αγλαΐσματος πάσης τής γης -πρόκειται βέβαια για την Κωνσταντινούπολη- ως αμαρτώντες». Ο λόγος και η αιτία τής κάθε κακοδαιμονίας που γνωρίζουν οι Βυζαντινοί συνοψίζονται έκτοτε λακωνικά στο ηθικό παραστράτημά τους. Πάντως, συνεχίζει ο Λάσκαρης, «και τα κατά το γένος ημών ουκ άλλως υπέστη ταπείνωσιν είτε μην ελάττωσιν και υπόπτωσιν και η παμβασιλεία πόλις ημών πυρί κατηθάλωτο και παν ό χείριστον ανθρώποις πέπονθεν ες δεύρο πατουμένη -ακόμη οι Σταυροφόροι είναι μέσα στην Πόλη- ποσίν αλλοφύλων αιμοχαρών, ει μη γε δικαιοσύναι μεν εξέλιπον, έκαστος δε ημών οπίσω των πονηρών έργων αυτού επεπόρευτο». Το λάθος είναι ακριβώς εκείνο που φέρνει την κακοδαιμονία. Η ενοχοποίηση αυτή τού ιστορικού βίου των Βυζαντινών θα γίνει κοινός τόπος τής εκκλησιαστικής, ιδιαίτερα, φιλολογίας έως το τέλος τής Αυτοκρατορίας και αποδίδεται επιγραμματικά με την έκφραση «χρήμασιν οις οίδεν Κύριος» για τις αμαρτίες δηλαδή που γνωρίζει μόνον ο Θεός και οι οποίες ακολουθούν και τιμωρούν τους πολίτες τού Βυζαντίου, αιτιολογώντας την κακοδαιμονία και τις μετέπειτα δραματικές εξελίξεις. Τότε βέβαια δεν υπάρχει ξένος δάκτυλος , όπως λέμε τώρα. Την ίδια εποχή, ο απλός λαός θα βρίσκει παραμυθία στις πολυποίκιλες προφητείες που μιλούν για την αιωνιότητα τής Αυτοκρατορίας, την οποία είχε προβλέψει κάποτε ο Κοσμάς ο Ινδικοπλεύστης, αν και μιλούσε σε εποχές που δεν είχαν γνωρίσει την άμετρη ταπείνωση τής Ρωμανίας, την ταπείνωση που πρώτος υπογράμμισε ο Ιάκωβος ο Νεοφώτιστος ήδη στα τέλη τού 7 ου αιώνα, μετά τις επιτυχίες δηλαδή των Αράβων και τη συρρίκνωση τής Αυτοκρατορίας στην Ανατολή. Παραθέτω το κείμενο τού Ιακώβου, γιατί δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό: «Από τού ωκεανού, τουτέστι τής Σκωτίας και Βρετανίας και Σπανίας και Φραγγίας και Ιταλίας και Ελλάδος και Θράκης και έως Αντιοχείας και Συρίας και Περσίδος και πάσης Ανατολής και Αιγύπτου και Αφρικής και άνωθεν Αφρικής τα όρια των Ρωμαίων έως σήμερον. Και αι στήλαι των βασιλέων αυτών δια χαλκών και μαρμάρων φαίνονται». Μέχρι την εποχή εκείνη όλες αυτές οι χώρες ανήκαν στο Βυζάντιο: «Πάντα γαρ τα έθνη υπετάγησαν τοις Ρωμαίοις - στους Βυζαντινούς δηλαδή- κελεύσει Θεού. Σήμερον δε θεωρούμεν την Ρωμανίαν ταπεινωθείσαν». Η εσχατολογική προφητική φιλολογία, πάντοτε παρηγορητική, γνωρίζει ιδιαίτερη άνθηση και κυριαρχεί στα λαϊκά στρώματα, όπου οι δοξασίες γύρω από τη μεγάλη Βαβυλώνα, που πότε ταυτίζεται με την Παλαιά και πότε με τη Νέα Ρώμη, με την Κωνσταντινούπολη δηλαδή, δεδομένου ότι η Βαβυλώνα αυτή κείται επάνω σε επτά λόφους και είναι αυτή η «μεγάλη πόρνη». Να τολμήσω να ισχυρισθώ ότι αυτή ίσως είναι η πηγή τού Κωστή Παλαμά, όταν γράφει στον Δωδεκάλογο τού Γύφτου τον πολυσυζητημένο στίχο και η Πόλη πόρνη και περίμενε τον Τούρκο να την πάρει . Είναι γνωστή η οικείωση τού Παλαμά με τα βυζαντινά κείμενα, όπως, μεταξύ άλλων αποδεικνύει το έργο του «Η Φλογέρα τού Βασιλιά» το οποίο στηρίζεται, σχεδόν χωρίς καμία παραλλαγή, στο κείμενο τού Παχυμέρη αναφορικά με τη διακωμώδηση τού σκηνώματος τού Βασιλείου Β΄ τού Βουλγαροκτόνου στο Έβδομο, κατά την εποχή τής λατινοκρατίας. Η διακωμώδηση αυτή έγινε από αγροίκους και αγράμματους δήθεν βοσκούς, που ασφαλώς βρέθηκαν εκεί με τη συγκατάθεση των Λατίνων, οι οποίοι βρήκαν τη σορό τού Βουλγαροκτόνου, την απέσπασαν από τη σαρκοφάγο της και τοποθέτησαν στο σημείο τού στόματος ένα σουραύλι, εξ ου και ο τίτλος τού ποιήματος Η Φλογέρα τού Βασιλιά .

Το τέλος τής Ιστορίας τής ανθρωπότητας, κατά την τρέχουσα εσχατολογική αντίληψη, έπρεπε να συμπέσει με το τέλος τής Ρώμης, δηλαδή τού Βυζαντίου. Αυτό έλεγαν, με τρόπο βέβαια αινιγματικό, τα κείμενα γύρω από την Αποκάλυψη, όπως οι χρησμοί τού Λέοντος ΣΤ΄ τού Σοφού, τα έργα τού Νεοφύτου Εγκλείστου, τα κείμενα τού Ανδρέα Καισαρείας, αλλά και τού Αρέθα, τού Νικήτα Παφλαγόνος και βέβαια, τού Ψευδο-Μεθόδιου. Ο ενημερωμένος αναγνώστης θα πρόσεξε ότι αναφέρω κείμενα που χρονολογούνται ήδη από τον 9ο αιώνα και τα οποία «σημαδεύουν» την ανασφάλεια που διακατέχει τους Βυζαντινούς, από την εμφάνιση των Αράβων έως εκείνη των Οθωμανών, περνώντας διαδοχικά από τους Πετσενέγους, τους Κουμάνους, τους Λατίνους, τους Τουρκομάνους κ.λπ., για να μη μιλήσω και για τους Γερμανούς. Τα προφητικά αυτά κείμενα θεωρούν μόνη αιώνια μοναρχία εκείνη που θα εκπροσωπούσε τη Βασιλεία τού Ιησού και αυτό μετά την κατάλυση των τεσσάρων αυτοκρατοριών. Επισημαίνω ότι ακόμη συζητείται ποιες είναι αυτές οι αμαρτωλές αυτοκρατορίες. Έτσι, ένα ανέκδοτο κείμενο, πιθανότατα τού Νεοφύτου τού Εγκλείστου που προσπαθεί να μετρήσει τα χρόνια μέχρι το τέλος τού κόσμου, βάζει στο στόμα τού Ιησού τα εξής: «Νυν δε λέγω υμίν και προλέγω προ ετών χιλίων πεντακοσίων τού ελθείν ολικώς εις την Βασιλείαν των Ουρανών τα πεντακόσια δε και πεντάκις χίλια έτη παρέδραμον ήδη και ήλθον εγώ επ' εσχάτων των χρόνων, κατά τας Θείας Γραφάς, κηρύξων υμίν την Βασιλείαν και την μετάνοιαν». Με τέτοιου είδους προβλέψεις, αφού τα χίλια πεντακόσια χρόνια τού Χριστού που θα εμφανιζόταν δεν απέχουν πολύ από τα 1453 χρόνια τής πτώσης τής Πόλης, οι Βυζαντινοί θα συνδυάσουν το τέλος τής Αυτοκρατορίας τους με τη συντέλεια τού κόσμου και το τέλος τής Ιστορίας.

Όπως όμως η Ιστορία συνεχίζεται, γρήγορα, για να μη διαψευσθούν οι προφητείες, θα δημιουργηθεί η ιδέα τής Τρίτης Ρώμης, τής Μόσχας, μια και ήταν η μόνη Ορθόδοξη πρωτεύουσα που έμεινε έξω από τον οθωμανικό ζυγό, που παρέμεινε δηλαδή Χριστιανική. Βρισκόμαστε πια γύρω στο 1580.

Στο ίδιο κλίμα και πνεύμα ανήκει βέβαια και ο θρύλος γύρω από τον τελευταίο βασιλιά των Ρωμαίων. Για πρώτη νομίζω φορά, ο θρύλος τού μαρμαρωμένου Βασιλιά μνημονεύεται στη μετάφραση τής Αποκάλυψης τού Ψευδο-Μεθόδιου. Ο θρύλος θα ζήσει σχεδόν αναλλοίωτος έως τις μέρες μας, ως θρύλος τού πετρωμένου-μαρμαρωμένου Βασιλιά, αλλά και τής ημιτελούς λειτουργίας στην Αγία Σοφία.

Πολλοί λογοτέχνες, λαϊκοί αλλά και τού έντεχνου λόγου, εμπνεύσθηκαν από τη θρυλική μορφή τού Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Αλλωστε, από τους Νεοέλληνες και όχι από τους μεγαλοϊδεάτες μόνο, πολλοί είναι ακόμη που περιμένουν το θαύμα να γενεί, δηλαδή να δουν στην Πόλη ζωντανούς τον Πετρωμένο Βασιλιά και τον Ακρίτη Διγενή.

Όσο όμως και αν θρηνούν την πτώση τής Κωνσταντινούπολης τα ανακαλήματα, (=οι θρήνοι που γράφτηκαν για την Άλωση), όσο και αν η έλλογη διαχείριση τού παρελθόντος από καταξιωμένους ιστορικούς υπογραμμίζει το σθένος και την ανδρεία των υπερασπιστών τής Κωνσταντινούπολης, όσο θα σιγοψιθυρίζεται το «πάλι με χρόνια με καιρούς...», ένα θα μείνει αληθινό, ότι τα ίδια λόγια, «πάρθεν η Πόλις, πάρθεν», θα λέγονται θρηνητικά από τις Ρωμιές και θριαμβευτικά από τις Τούρκισσες μανάδες.

Μνήμη λοιπόν τραυματική η πτώση τής Πόλης και όχι μόνον για τους Νεοέλληνες αλλά και για τους άλλους Ορθόδοξους λαούς. Θα σημειώσω εδώ ότι πολλοί είναι οι Λατίνοι τής εποχής, Ιταλοί και άλλοι, που κατάλαβαν επιτέλους ότι μετά την Πόλη άνοιγε ο δρόμος των Τούρκων για τη δική τους Ευρώπη. Η πτώση τής Κωνσταντινούπολης είχε παγκόσμια απήχηση και μάλιστα πολύ γρήγορα. Είναι ενδεικτικό ότι ένας Πολωνός συγγραφέας θα γράψει ότι η Χριστιανοσύνη έχασε έναν από τους οφθαλμούς της και έμεινε τώρα μονόφθαλμη. Γεγονός λοιπόν με εμβέλεια που ξεπερνά τον κόσμο των πρωταγωνιστών του, η πτώση τής Πόλης σημαδεύει το γύρισμα τού χρόνου τής Ιστορίας. Τότε σωστά τοποθετείται από πολλούς επιστήμονες το τέλος τού Μεσαίωνα. Τότε αρχίζει και η ελληνική διασπορά, όχι όμως πια με πνεύμα αποικιακό όπως κατά τα χρόνια τής Αρχαιότητας, αλλά ως καταφυγή σε χώρες φίλιες. Πολλά ειπώθηκαν, ασφαλώς με κάποια υπερβολή, για τη συμβολή των φυγάδων διανοουμένων τού Βυζαντίου στην Αναγέννηση τής Δύσης. Μιλώ βέβαια για τον Βησσαρίωνα, τον Γαζή, τον Χρυσολωρά, τον Τραπεζούντιο, τον Χαλκοκονδύλη και πολλούς άλλους, που μετέφεραν τα ελληνικά γράμματα στην Ιταλία, αλλά και σ' αυτή τη Γαλλία. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Ιανός Λάσκαρις ήταν από τους πρώτους που δίδαξαν στο Coll e ge de France . Οι λόγιοι αυτοί κατέδειξαν με το έργο τους ότι ήταν δυνατή η μεταλαμπάδευση τού πνεύματος, εκείνοι όμως απομακρύνθηκαν από την Ορθοδοξία και την Ελλάδα, που τότε έμπαινε στην πιο σκοτεινή περίοδο τής Ιστορίας της. Χάρη στο πρόσφορο πραγματικά έδαφος που βρήκαν στη Δύση, οι φυγάδες αυτοί μεγαλούργησαν λαμπρύνοντας για χρόνια τις ελληνικές σπουδές και το ελληνικό όνομα, επίπτωση ευτυχής των τραγικών γεγονότων τού 1453. Έτσι, το ελληνικό πνεύμα ταξίδεψε στη Βενετία για να ξαναγυρίσει ύστερα ακμαίο μέσω Κρήτης αλλά και μέσω Επτανήσων στην υπόδουλη Μητρόπολη.

Θα τελείωνα εδώ τη γρήγορη αυτή επισκόπηση τής θέσης τής Κωνσταντινούπολης στα παγκόσμια δρώμενα, αλλά αν μου επιτρέπετε, υποκύπτω στον πειρασμό να σημειώσω τις παράπλευρες επιπτώσεις αυτού τού γεγονότος. Χωρίς να φανεί παραδοξολογία, νομίζω ότι η νέα παγκόσμια δύναμη, οι Ηνωμένες Πολιτείες, αν και έχουν ως υπόδειγμα όπως λέγεται την Αρχαία Ρώμη, οφείλουν την ύπαρξή τους στη βυζαντινή ιστορία και στο δραματικό τέλος της. Θα αναφέρω επί τροχάδην ότι η εγκατάσταση Τούρκων, Μογγόλων, Μαμελούκων και άλλων Μουσουλμάνων στην Ανατολική Μεσόγειο και στον Πόντο στέρησε και απέκλεισε τους χριστιανικούς στόλους των Δυτικών (Γενοβέζων, Βενετών, Αραγονέζων κ.λπ.) από τους δρόμους τής Ασίας, τους παραδοσιακούς δηλαδή δρόμους τού μεταξιού και των μπαχαρικών, που αποτελούσαν τότε τα πολύτιμα είδη, τις πρώτες σχεδόν ύλες τού διεθνούς διαμετακομιστικού εμπορίου. Η αναζήτηση νέων οδών που θα οδηγούσαν στην Ανατολή, δηλ. στις Ινδίες, παρακάμπτοντας τα μουσουλμανικά κράτη αποτελούσε το κύριο μέλημα των χριστιανικών δυνάμεων τής Μεσογείου. Ο πολυπράγμων Χριστόφορος Κολόμβος, Γενοβέζος, που έζησε και στη Χίο κατά την εκεί γενοβέζικη κυριαρχία, καπετάνιος αυτός με ευρεία ναυτική εμπειρία, θα γνώριζε ασφαλώς τα Μετεωρολογικά τού Αριστοτέλη, τα οποία είχε ήδη μεταφράσει ο Θωμάς Ακινάτης στα μέσα τού 14 ου αιώνα. Σύμφωνα λοιπόν με τα Μετεωρολογικά, η Γη είναι «σφαίρα και πάνυ μικρά». Έτσι μπορείς, συνεχίζει ο Αριστοτέλης, να φθάσεις σε όποιο σημείο θέλεις, ξεκινώντας είτε από την Ανατολή είτε από τη Δύση. Ο Αριστοτέλης κατέληξε στη διαπίστωση αυτή όταν πήγε στην Κύπρο, όπου παρατήρησε, όπως γράφει, ότι οι αστερισμοί στον ουρανό τής Κύπρου δεν είχαν ακριβώς την ίδια θέση που είχαν στον ουρανό τής Ελλάδας, πράγμα που τον οδήγησε στο συμπέρασμα για τη σφαιρικότητα τής Γης. Το γεγονός ότι η Αμερική ονομάστηκε, όπως γνωρίζετε, αρχικά Δυτικές Ινδίες αποδεικνύει, αν μη τι άλλο, τις προθέσεις αυτών που την ανακάλυψαν το 1492, σαράντα δηλαδή μόλις χρόνια μετά την πτώση τής Πόλης. Ακριβώς την ίδια εκείνη χρονιά, οι χριστιανικότατες δυνάμεις τής Ισαβέλλας τής Καθολικής καταλαμβάνουν τη Γρανάδα, τελευταίο προπύργιο των Μουσουλμάνων στην Ευρώπη, και διώχνουν τους Εβραίους από την Ισπανία, στην προσπάθειά τους να επιβάλουν την πρώτη συστηματική εθνοκάθαρση που γνώρισε η Ευρώπη. Πολλοί από τους Εβραίους αυτούς, όπως είναι γνωστό, κατέφυγαν στη Μακεδονία και στη Θεσσαλονίκη, με τους απογόνους τους να έχουν το τραγικό τέλος που τους επεφύλαξε η ναζιστική Γερμανία.

Είναι λογικό λοιπόν να υποθέσουμε ότι το 1492, περισσότερο ίσως και από το 1453, θεωρείται το τέλος τού Μεσαίωνα για όλη την Ευρώπη και η αρχή τής Αναγέννησης, που παρά το καλλιτεχνικό θαύμα τής Ιταλίας σημαίνει την προοδευτική εγκατάλειψη των λιμανιών τής Μεσογείου σε αντίθεση με τα λιμάνια τού Ατλαντικού, που κατακλύζονται τώρα από τον χρυσό τού αμερικανικού Ελντοράντο, σηματοδοτώντας την αρχή τού Νέου Κόσμου και τής νεώτερης εποχής. Και όλα αυτά την ώρα που οι Έλληνες στενάζουν υπό τον τουρκικό ζυγό.

Η Ευρώπη των χρόνων αυτών, παρά την αρχαιομάθεια και αρχαιομανία της, αδιαφορεί και αγνοεί το προς την Ελλάδα χρέος της. Έτσι, ένας γερμανικός λαϊκός πίνακας τού 16 ου -17 ου αιώνα, που καταγράφει τα προτερήματα και τα ελαττώματα όλων των λαών τής Ευρώπης, ταυτίζει τους Έλληνες με τους Τούρκους. Και ακόμη περισσότερο, όταν ο Ρακίνας, ο οποίος γνωρίζει τους αρχαίους τραγικούς, γράφει τη Μήδειά του, ρωτά τον Γάλλο πρέσβη που ήταν διαπιστευμένος στην Υψηλή Πύλη, δηλαδή στην Κωνσταντινούπολη, «κατά πού άραγε να πέφτει η Ελλάδα;», αγνοώντας πού βρίσκεται.

Θα τελειώσω λοιπόν, όπως άρχισα, με τη μνεία τής 29 ης Μαΐου, όχι μόνον τού 1453, γιατί πρέπει να προσθέσω ότι ακριβώς στις 29 Μαΐου τού 1460, πέφτει και ο Μυστράς. Είναι η μέρα που πέφτει όλος ο ελληνικός χώρος.


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ