Ἀπό το "εὐλογημένος ὁ Ἐρχόμενος" στό "σταυρωθήτω...σταυρωθήτω"

 

Σήμερον, ἀγαπητοί μου Χριστιανοί, σήμερον εἶναι ἑορτὴ μεγάλη, ἔνδοξος ἡμέρα. Εἶναι δεσποτικὴ ἑορτή· εἶναι ἡ Κυριακή τών Βαϊων !
Σὰν σήμερα στὰ Ἱεροσόλυμα τήν εποχή τού Χριστού μαζεύτηκαν χιλιάδες λαός. Λένε ὅτι, γιὰ νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα εἶχε συγκεντρωθῆ στὰ Ἰεροσόλυμα τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες 1.000.000  λαός!
Καὶ ὅταν ὅλος ὁ λαὸς ἄκουσε ὅτι ἔρχεται ὁ Χριστός, ἀμέσως ἔγινε κάτι τὸ πρωτοφανές. Ἄφησαν τὶς δουλειές των ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἄνδρες γυναῖκες καὶ παιδιὰ ἀκόμη. Ἄδειασαν οἱ δρόμοι καὶ πλατεῖες εἰς τὰ Ἰεροσόλυμα. Ἔγινε ἔρημος ἡ πόλις.
Καὶ ὅλος αὐτὸς ὁ λαός, σὰν ποτάμι, σὰν χείμαρρος, βγῆκαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν, γιὰ νὰ ὑποδεχθοῦνε τὸ Χριστό. Κι ἄλλοι κρατοῦσαν στὰ χέρια των βάϊα, ἄλλοι κρατοῦσαν κλαδιὰ ἐλιᾶς, ἄλλοι στρώνανε χάμω στὸ δρόμο τὰ ροῦχα τους, γιὰ νὰ γίνουν τάπητας νὰ τὰ πατήσῃ ὁ Χριστός.
Καὶ τὰ μικρὰ παιδιὰ ἐφώναζαν μὲ ὅλη τὴν ἁγνή τους καρδιά· «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος…» (Ἰωάν. 12,13).

Ἔτσι τὴν ἡμέρα ἐκείνη ἡ πρωτεύουσα τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ, τὰ Ἰεροσόλυμα, ὑπεδέχθη τὸ Χριστό.
Ἡ ἱστορία ἀναφέρει πολλὰς ὑποδοχὰς βασιλέων καὶ αὐτοκρατόρων. Ἀναφέρει, ὅτι αἱ Ἀθῆναι καὶ ἡ Ῥώμη καὶ ἡ Κωνσταντινούπολις πολλὲς φορὲς ὑπεδέχθησαν βασιλεῖς καὶ αὐτοκράτορας, νικητὰς καὶ θριαμβευτάς, οἱ ὁποῖοι ἤρχοντο ὕστερα ἀπὸἕνα νικηφόρο πόλεμο ἐναντίον ἰσχυρῶν ἐχθρῶν.
Ἐδῶ στὴν Ἀθήνα οἱ παλαιότεροι ποὺἔχουν ἄσπρα μαλλιὰ θὰ θυμοῦνται, ὅτι τὸ 1913 ὅλη ἡἈθήνα σὲἕναν ἔξαλλο ἐνθουσιασμὸ ὑπεδέχθη τότε τὸν βασιλιᾶ, ποὺ ἤρχετο νικητὴς καὶ θριαμβευτής, ὕστερα ἀπὸ δύο πολέμους ποὺ ἐδιπλασίασαν τὴν μικρά μας πατρίδα.
Ὑποδοχὲς λοιπὸν θριαμβευτῶν καὶ νικητῶν ἀναφέρει ἡ ἱστορία.
Ἀλλὰ ὅλες αὐτὲς οἱ ὑποδοχές, ποὺ ἔκαναν οἱ λαοὶ γιὰ τοὺς νικητὰς καὶ θριαμβευτάς των, εἶναι πολὺ μικρὲς καὶ ὠχριοῦν μπροστὰ σ᾿ αὐτὴν τὴν θριαμβευτικὴ εσοδον τοῦ παμβασιλέως Χριστοῦ στὰ Ἰεροσόλυμα..
 Θά ᾿θελα νά ᾿μουν ζωγράφος. Θά ᾿θελα νά ᾿χα χρώματα ζωηρά, νὰ πάρω τὸ πινέλλο καὶ μπροστὰ στὰ μάτια σας νὰ ζωγραφίσω τὴν ὑπέροχον αὐτὴν εἰκόνα, τοῦ ἀσυλλήπτου μεγαλείου, τὴν εἰκόνα τῆς θριαμβευτικῆς εἰσόδου τοῦ Χριστοῦ στὰ Ἰεροσόλυμα. Μὰ ζωγράφος δὲν εἶμαι οὔτε ποιητής, οὔτε καὶ ῥήτορας εἶμαι...
Γι᾿ αὐτὸ ἀποβλέπω σὲ κάτι ἄλλο. Πρὶν βγῆτε ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, κάτι θὰ πρέπῃ νὰ διδαχθῆτε ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἔνδοξο ἡμέρα, τὴν Βαϊφόρον. Ὅλες οἱ λεπτομέρειες διδάσκουν. Καὶ ἀπὸ τὶς λεπτομέρειες τῆς σημερινῆς θριαμβευτικῆς εἰσόδου θὰ ἤθελα, ἀγαπητοί μου, νὰ προσέξετε μερικὰ σημεῖα.
* * *
   Καὶ ἐν πρώτοις, ἂς ἐρωτήσωμεν· Πῶς εἰσῆλθε ὁ Χριστὸς στὰ Ἰεροσόλυμα;
Οἱ βασιλιᾶδες, ποὺ ἀναφέραμε, καὶ οἱ αὐτοκράτορες ἐκάθηντο ἐπάνω σὲ ἄλογα ὑπερήφανα, σὲ ἄλογα ἄσπρα χρυσοστολισμένα, ἢ ἐκάθηντο ἐπάνω σὲ ἅμαξες πολυτελέστατες.
Λένε μάλιστα, γιὰ κάποιον τέτοιο βασιλιᾶ καὶ αὐτοκράτορα ὅτι, γιὰ νὰ τρομοκρατήσῃ τὸ λαὸ καὶ νὰ φανῇ ὅτι αὐτὸς εἶναι πιὸ μεγάλος καὶ πιὸ ἰσχυρὸς ἀπὸ κάθε ἄλλον βασιλιᾶ, διέταξε τὸ ἁμάξι του νὰ μὴ τὸ σέρνουν ἄλογα, ἀλλὰ νὰ τὸ σέρνουν λιοντάρια.
 Φαντασθῆτε ἕνα ἁμάξι νὰ τὸ σέρνουν λιοντάρια, τί τρόμος ἦταν στὴ Ῥώμη. Καὶ ἄλλοι ἐκάθησαν ἐπάνω σὲ ἐλέφαντας, καὶ ἄλλοι ἐπάνω σὲ ἄγρια θηρία.
Ἀλλὰ κοιτάξτε, τί διαφορὰ ἔχει ὁ Χριστός μας! εἶναι ὁ βασιλιᾶς, εἶναι ὁ ποιητὴς τοῦ παντός.
εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἔφτιασε τὸν ἥλιο, τὴ σελήνη, τὰ ἄστρα· ποὺ ἐποίησε τὸν ἄνθρωπο «κατ᾿ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν» (Γέν. 1,26). εἶναι, ὅπως ψάλλει ἡἘκκλησία μας, «ὁ τοῖς Χερουβὶμ ἐποχούμενος καὶ ὑμνούμενος ὑπὸ τῶν Σεραφείμ» (δοξ. ἑσπ. Ὑπαπαντῆς).
Αὐτός, ἐξ ἄκρας ἀγάπης καὶ συγκαταβάσεως πρὸς τὸν ἄνθρωπον, συγκαταβαίνει, ταπεινώνεται τόσο πολύ, ὥστε ἀπ᾿ὅλα τὰ ζῷα νὰ διαλέξῃ ἕνα γαϊδουράκι, ἕνα «πῶλον ὄνου» (ἔ.ἀ. 12,15), καὶ ἐπάνω στὴ ῥάχι ἑνὸς τέτοιου ζῴου νὰ καθήσῃ ὁ Χριστός.
Καὶ μᾶς διδάσκει μὲ τὸ παράδειγμά του, ἀγαπητοί μου Χριστιανοί, ὅτι πρέπει νὰ είμεθα ταπεινοὶ στὸν κόσμο αὐτόν. Μᾶς διδάσκει αὐτὸ τὸ γαϊδουράκι, ὁ «πῶλος ὄνου», ὅτι πρέπει ν᾿ἀγαπήσωμεν τὴν ταπείνωσιν, ἂν θέλουμε νὰ είμεθα Χριστιανοί.
Ἀλλὰ αὐτὸς ὁ «πῶλος ὄνου» δὲν διδάσκει μόνο αὐτό. Διδάσκει καὶ κάτι ἄλλο. Τί μᾶς διδάσκει; Σημαίνει τὸἀθῷο αὐτὸ γαϊδουράκι, ὅπως λέγουν οἱ πατέρες, τὸ ἄλογον μέρος τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου.
Σημαίνει τὸ ἄγριον,  τὸ πεισματάρικο «γαϊδουράκι», ποὺ κάθε ἄνθρωπος ἔχει μέσα του, καὶ δὲν θέλει νὰ ὑποταχθῇ στὸν Θεό. Θέλει ὁ κάθε ἄνθρωπος νὰ κάνῃ τὰ κέφια του, τὰ δικά του θελήματα, καὶ δὲν θέλει νὰ ὑποταχθῇ στὸ Χριστό.
Σημαίνει ἀκόμη ὄχι μόνον τὸ πεισματάρικο ἄτομον, ἀλλὰ καὶ τὰ ἔθνη, λέγουν οἱ πατέρες· τὰ εἰδωλολατρικὰἐκεῖνα ἔθνη, ποὺἦταν βυθισμένα μέσα στὸ πηχτὸ σκοτάδι τῆς εἰδωλολατρίας καὶ τῆς πλάνης.
Τὰἑκατομμύρια ἐκεῖνα τῶν ἀνθρώπων, ποὺ τὰ πάθη τους τοὺς εἶχαν κάνει τέτοιους, ὥστε νὰ καταντήσουν χαμηλότερα καὶ ἀπὸ τὰ τετράποδα ἀκόμα, γιὰ τοὺς ὁποίους εἶπε καὶ ὁ Δαυΐδ, ὅτι «ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶὡμοιώθη αὐτοῖς» (Ψαλμ. 48,13).
Πρέπει νὰ τὸὁμολογήσωμεν· ὅτι ἄνθρωπος ποὺ φεύγει ἀπὸ τὸ Θεό, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ὑποδουλώνεται στὰ πάθη καὶ τὶς κακίες του, ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς πέφτει σιγὰ – σιγὰ ἀπὸ τὰ ὕψη τοῦ οὐρανοῦ καὶ γίνεται χειρότερος ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὰ τετράποδα.
Μάλιστα, ἀγαπητοί. Τὸ γαϊδουράκι αὐτό, μόλις κατάλαβε ὅτι τὸ ζητάει ὁ Χριστός, ―γιατὶ καὶ τὰ ζῷα ἔχουν κάποια διαίσθησι―, ἔτρεξε μὲ πόθο. Μὲ χαρὰ ἐδέχθη ἐπάνω στὴῥάχι του τὸ Χριστό. Καὶ πόσο θὰ καμάρωνε ποὺ εἶχε τὸ Χριστὸ ἐπάνω του!  γιατί ὅπως εἶπα, καὶ τὰ ζῷα κάτι αἰσθάνονται.
Ἕνας φίλος μου ἱεροκήρυξ μοῦ ἔλεγε τὸ ἑξῆς.
Κάποτε περιόδευε καὶ ἔφθασε κουρασμένος σ᾿ἕνα χωριό. Ὅταν ἔφθασε, ἐπῆγε στὴν πλατεῖα νὰ μιλήσῃ. Δὲν ἔδειξαν μεγάλη προθυμία οἱ ἄνθρωποι γιὰ ν᾿ἀκούσουν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, μολονότι ὁ ἱεροκήρυξ περνοῦσε μιὰ φορὰ τὸ χρόνο· ἔπρεπε ν᾿ἀφήσουν κάθε δουλειὰ καὶ νὰ πᾶνε ν᾿ἀκούσουν τὰ ζωντανὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ.
Ἐνῷ λοιπὸν ὁ ἱεροκήρυκας ἦταν στὴν πλατεῖα καὶ ἔβλεπε ὅτι ὁ λαὸς δὲν ἔχει προθυμία, ξαφνικὰ ἔρχεται καὶ σταματᾷ ἀπὸ κάτω του ἕνα πουλαράκι καὶ τέντωσε τ᾿ αὐτιά του. Ὅση ὥρα μιλοῦσε ὁ ἱεροκήρυκας, αὐτὸ δὲν κουνήθηκε ἀπὸ τὴ θέσι του. Αὐτὸ ἔκανε μεγάλη ἐντύπωσι στὸν ἱεροκήρυκα καὶ ἄρχισε νὰ λέγῃ·
"...Ἦρθα στὸ χωριό σας, καὶ σεῖς ποὺ ἔχετε αὐτιά, σεῖς ποὺ ἔχετε λογικό, σεῖς ποὺ ἀκούσατε τὴν καμπάνα νὰ χτυπᾷ, δὲν ἤρθατε. Τὸ γαϊδουράκι αὐτὸ ἄφησε τὴ μάνα του, ἄφησε τὸ χορτάρι του, καὶ ἦρθε καὶ στάθηκε ἐδῶ !"
Αὐτὰ καὶ πολλὰ ἄλλα πράγματα γίνονται, γιατὶ τὰ ζῷα εἶναι ἀθῷα, ἐνῷ ὁ ἄνθρωπος ἔχει καταντήσει ἕνας διάβολος. Τὰ ζῷα εἶναι πολὺ ἀνώτερα ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον. Καὶ ἂν κανεὶς ἀπὸ σᾶς ἀμφιβάλλῃ, ἂς ἀνοίξῃ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη γιὰ νὰ δῇ κάτι ἀνώτερο.
Βλέπουμε ἕνα γαϊδουράκι, αὐτὸ ποὺ εἶχε ὁ προφήτης Βαλαάμ, νὰ ὁμιλῇ (βλ. Ἀριθμ. 22,28). Ἐλάλησε τὸ γαϊδουράκι καὶ ἤλεγξε τὸν προφήτη, ποὺ ἔκανε μιὰ ἀτοπία καὶ κάποιο παράπτωμα. Γι᾿ αὐτὸ μᾶς συμβουλεύει ἡἁγία Γραφή, ὅτι πρέπει ν᾿ἀγαποῦμε τὰ ζῷα.
Μάλιστα πέρα ἀπὸ τὸν Ἰορδάνη ποταμὸ εἶναι κάποια ἄγρια φυλὴ ποὺ ἐπίστευσε στὸ Χριστό, καὶ ἀπὸ τὸν καιρὸ ἐκεῖνο τὰ γαϊδουράκια δὲν τὰ φορτώνουν οὔτε κάθεται κανεὶς στὰ γαϊδουράκια. Γιατὶ λένε· Ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ ἐκάθησε στὴ ῥάχι τους ὁ Χριστός, πρέπει νὰ τ᾿ἀφήσωμε ἐλεύθερα, νὰ βόσκουν ἐλεύθερα, πέραν τοῦ Ἰορδάνου ποταμοῦ.
Νά λοιπὸν τί μᾶς διδάσκει αὐτὸ τὸ γαϊδουράκι. Τὸ γαϊδουράκι ἔχει φωνὴ καὶ μᾶς φωνάζει σήμερα· Ταπεινωθῆτε, ὅπως ταπεινώθηκε ὁ Χριστός. Μᾶς φωνάζει· Ὑποταχθῆτε στὸ Χριστό· ὅπως ἐγὼ εἶχα χαρὰ ποὺἔφερα στὴῥάχι μου τὸ Χριστό, κ᾿ἐσεῖς νὰ ὑποταχθῆτε στὸ χρηστὸ ζυγὸ τοῦ Χριστοῦ.
 
 Ἀλλὰἐκτὸς ἀπὸ τὸ γαϊδουράκι αὐτό, ποὺ μᾶς ἀναφέρει σήμερα τὸ Εὐαγγέλιο, μᾶς ἀναφέρει καὶ κάτι ἄλλο. Κρατοῦσαν, λέει, «βαΐα»( βάγια ) (ἔ.ἀ. 12,13).
Μὰ αὐτὰ τὰ βάϊα πότε τὰ κρατοῦσαν; Ὅταν ἤθελαν νὰὑποδεχθοῦν ἕνα νικητή. Τὰ βάϊα ἦταν, ὅπως ψάλλει ἡ Ἐκκλησία, «τὰ τῆς νίκης σύμβολα».
Καλά στοὺς νικητάς, ἀλλὰ γιατί νὰ ὑποδεχθοῦν μὲ βάϊα τὸ Χριστό;
Ἀπὸ ποιόν πόλεμο ἦρθε; Ἐνίκησε κανένα;
Μάλιστα ἐνίκησε! Ποῖον ἐνίκησε; Δὲν ἔχετε αὐτιά;
Σὰν χθὲς ὁ Χριστὸς ἐπολέμησε· ἐπολέμησε καὶἐνίκησε τὸν πιὸ μεγάλο ἐχθρό. Ἐπολέμησε ἕνα ἐχθρό, ποὺ ἅμα αὐτὸς παρουσιασθῇ, βλέπεις αὐτοὺς ποὺ ἔχουν τὰ στέμματα καὶ κρατοῦν στὰ χέρια τὰ σπαθιά, νὰ παραλύουν καὶ νὰ πέφτουν ἀπὸ τὰ χέρια τους τὰ μαχαίρια, τὰ σπαθιὰ καὶ ὅλα τὰ ὅπλα.
Ἐνίκησε ὁ Χριστὸς ἐκεῖνον ποὺ τρέμει ὁ κόσμος ὅλος. Ἐνίκησε τὸν ἀήττητον. Καὶ ἀήττητος ποιός ἦτο;
Ἐπῆγε κάτω στὸν Άδη ὁ Χριστός. Ἐπάλεψε στῆθος μὲ στῆθος μὲ τὸ Χάρο.
Σὰν χθές, τὸ Σάββατο, ἐπῆγε ὁ Χριστὸς στὰ μνήματα καὶ ἐστάθηκε μπροστὰ σὲἕνα μνῆμα ποὺ ἦταν μέσα θαμμένος ἕνας, τέσσερις ἡμέρες καὶ εἶχε σαπίσει. Καὶ μὲ τὴ φωνή του τὴν παντοκρατορική, μὲ τὴν φωνὴν ποὺ σείει τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, εἶπε· «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω» (ἔ.ἀ. 11,43).
Καὶὁ Λάζαρος βγῆκε ὁλοζώντανος ἔξω ἀπὸ τὸν τάφο. εἶναι αὐτὸ τὸ μεγαλύτερο θαῦμα, ποὺ ἀποδεικνύει τὴ δύναμι ( καί τήν Θεότητα ) τοῦ Χριστοῦ μας.
Αὐτὸ τὸ θαῦμα ἔκανε χθὲς ὁ Χριστός. Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν ἔρχονται μὲ τὰ βάϊα καὶ λέγουν· Σὲ χαιρετοῦμε. Χαῖρε, ὁ νικητὴς τοῦ θανάτου. Σὺ ποὺἐθριάμβευσες ἐπάνω στὸν θάνατο, ποὺἐταπείνωνε τοὺς πιὸ μεγάλους στρατηγοὺς καὶ στρατάρχας καὶὑπεδούλωνε ὁλόκληρον τὸἀνθρώπινο γένος.
Γι᾿ αὐτὸ κρατοῦν τὰ βάϊα. Καὶ νὰ εἶσθε βέβαιοι, Χριστιανοί μου· ὅπως στάθηκε ἐπάνω στὸ μνῆμα τοῦ Λαζάρου, θὰ σταθῇ πάλιν ὁ Χριστός μας.
Τὸ πιστεύομεν ἀκραδάντως. Ἄλλως, δὲν εμεθα Χριστιανοί. Θὰ σταθῇὁ Χριστὸς στὸ μνῆμα τῆς μάνας μου καὶ τῆς μάνας σου καὶ τοῦ πατέρα σου καὶὅλων τῶν ἀνθρώπων. Θὰ σταθῇ καὶ στὰ δικά μας μνήματα καὶ θ᾿ἀκουσθῇἡ φωνή· Νεκροί, ἀναστηθῆτε! Καὶ οἱ νεκροὶ θ’ ἀναστηθοῦν.
Αὐτὴ τὴ σημασία ἔχει ἡἑορτὴ ποὺ κρατοῦσαν βάϊα καὶἑορτάζομεν σήμερα.
   
Ἀλλ᾿ἐκτὸς ἀπὸ τὰ βάϊα μερικοὶἀνεβήκανε πάνω σὲἐλιὲς καὶ κόψανε κλαδιὰ ἐλιᾶς. Γιατί λοιπὸν ἄλλοι κρατοῦσαν βάϊα καὶ ἄλλοι κλαδιὰ ἐλιᾶς; Τί μᾶς λέγουν οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας;
Ἐγὼ δὲν σᾶς λέγω δικά μου λόγια. Τὰ δικά μου λόγια δὲν ἔχουν καμμίαν ἀξίαν. Ἐγὼ σᾶς λέγω λόγια τῶν πατέρων. Ἀπὸἐκεῖ παίρνω καὶ διδάσκω. Ἂν θέ᾿τε, ἀκοῦστε τα· ἂν δὲν θέ᾿τε, δική σας ἁμαρτία εἶναι. Γιατί, λοιπόν, κρατοῦσαν κλαδιὰ ἐλιᾶς;
Ἂν διαβάζετε ἁγία Γραφή, θὰ δῆτε ὅτι κάπου ἀναφέρεται ἡἐλιά. Ἡἐλιὰ εἶναι ἕνα ἱερὸ φυτό. Ἡἐλιὰ συμβολίζει πολλὰ πράγματα.
Ὅταν ὁ Νῶε ἄνοιξε τὴ θυρίδα τῆς κιβωτοῦ καὶ ἔδιωξε τὸ περιστέρι, τὸ περιστέρι πέταξε, διέγραψε κύκλους κύκλους, ἀλλὰ παντοῦ συνήντησε πτώματα. Δὲν εἶναι κοράκι τὸ περιστέρι, νὰ κάθεται στὰ πτώματα, ἀλλὰ νά το πάλι γύρισε κουρασμένο. Ἄνοιξε τὴν θυρίδα ὁ Νῶε, τὸἔπιασε καὶ τὸἔβαλε μέσα. Ἀλλὰὅταν διὰ δευτέραν φορὰν ἔστειλε τὸ περιστέρι καὶ πέταξε πάνω στὴ γῆ, παρουσιάστηκαν τὰ δέντρα. Τὰ νερὰ εἶχαν χαμηλώσει, καὶ τότε τὸ περιστέρι ἔκοψε ἕνα κλαδάκι ἀπὸ τὴν ἐλιά, καὶ τὸἔφερε μὲ τὸῥάμφος του (βλ. Γέν. 8,11).
Καὶὁ Νῶε ἐδάκρυσε καὶ εἶπε· Δόξα σοι, ὁ Θεός· ἔπεσαν τὰ νερά, φάνηκαν οἱ κορυφές, φάνηκαν τὰἄνθη… Καὶ εἶναι πιὰἡἐλιὰ τὸ σύμβολο τῆς εἰρήνης. Σημαίνει ἡἐλιὰ τὴν εἰρήνη. Σημαίνει χαρὰ καὶ εἰρήνη.
Ὁ ὄχλος ποὺ ὑποδέχθηκε τὸν Χριστό, κρατοῦσε ἐλιὰ στὰ χέρια του, γιὰ νὰ πῇ· Χριστέ, σὺ μόνον εἶσαι ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης, ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης· σὺ εἶσαι ὁ Θεὸς ποὺ σκορπᾷς στὸν κόσμο τὰ πλούσια αὐτὰἀγαθά σου.
Περάσανε, ἀπὸ τότε ποὺ κρατοῦσε ὁ λαὸς στὰ χέρια του κλαδιὰἐλιᾶς καὶ φωνάζανε «ζήτω!», τόσα χρόνια, καὶὁ κόσμος διψάει εἰρήνη. Τίποτε ἄλλο δὲν διψάει περισσότερο σήμερα ὁ κόσμος ὅσο τὴν εἰρήνη. Τὴν εἰρήνη δός μας, Χριστέ· τὴν παγκόσμια εἰρήνη. «Ὑπὲρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου», εὔχεται ἡ Ἐκκλησία μας.
Ἡ ἐλιὰ λοιπόν, ποὺ κρατούσανε, εἶναι τὸ σύμβολον μιᾶς εἰρήνης, τῆς εἰρήνης ἐκείνης τὴν ὁποία δὲν θὰ τὴν φέρουν τὰ συνέδρια τὰ μεγάλα, ἀλλὰ τῆς εἰρήνης τὴν ὁποίαν θὰ τὴν φέρῃ μόνον ὁ Χριστός, ἐὰν ὅλοι μας, ἐὰν ὅλοι μας ὑποταχθοῦμε εἰς τὸἅγιόν του θέλημα.
    Κάτι ἀκόμη καὶ τελειώνω. Εἶπα γιὰ τὸν πῶλον τοῦὄνου, εἶπα γιὰ τὰ βάϊα, εἶπα γιὰ τὰ κλαδιὰ τῆς ἐλιᾶς. Δὲν εἶπα κάτι ἄλλο.
Είδαμε, ὅτι αὐτὸς ὁἁπλοϊκὸς λαός, ποὺ τόσον ἀγαποῦσε τὸ Χριστό, ἔβγαζε τὰ ροῦχα του καὶ τὰ ξάπλωνε κάτω, σὰν περσικὸ τάπητα, γιὰ νὰ περάσουν ἐπάνω καὶ νὰ τὰ πατήσουν τὰ εὐλογημένα πόδια τοῦ Χριστοῦ μας.
Μπορεῖτε νὰ φαντασθῆτε αὐτὴ τὴ σκηνή, μπορεῖτε νὰ φαντασθῆτε αὐτὸ τὸ λαό, ποὺ δὲν εἶχε τάπητας, ἀλλὰ ἔβγαλε τὰ ροῦχα γιὰ νὰ πατήσουν τὰ εὐλογημένα πόδια τοῦ Χριστοῦ;
Μὰ τί σημαίνουν αὐτὰ τὰ ροῦχα, τὰ «ἱμάτια»;
Γιατί τ᾿ἀναφέρει στὴ σημερινὴἑορτὴ τὸ Εὐαγγέλιο (Ματθ. 21,8· Μᾶρκ. 11,8· Λουκ. 19,36); Δὲν τὸ λέγω ἐγώ, ὁἀπόστολος τὸ λέγει.
Κ᾿ἐσὺἔχεις νὰ βγάλῃς ἕνα ροῦχο. Κ᾿ἐσύ, γυναίκα, παιδί… Καὶὅλοι μας ἔχομε νὰ βγάλωμε ἕνα ροῦχο. Τὸ ροῦχο τὸ βγάζεις καὶ τὸ βάζεις στὴ μπουγάδα. Ἀλλὰἔχεις ἕνα ροῦχο ποὺ τὸἔχεις μέρες, χρόνια, καὶ εἶναι βρωμερὸν καὶἀκάθαρτον.
Ἔλα, Χριστιανέ μου. Ἔχεις τὸ μαῦρο πουκάμισο τῆς κολάσεως, τὸ μαῦρο πουκάμισο ποὺ φορᾷς, τὸὁποῖο κόλλησε μὲ τὴ σάρκα σου, μὲ τὸ εἶναι σου, μὲ τὴν ψυχή σου. Γι᾿ αὐτὸ σὲ καλεῖ τώρα ἡ Ἐκκλησία, νὰ τὸ βγάλῃς τὸ βρωμερὸ πουκάμισο καὶ νὰ τὸ πᾷς στὸ πλυντήριο γιὰ νὰ τὸ πλύνῃς.
Γιατὶ καὶ τὰ καθαρώτερα ροῦχα νὰ βάλῃς, καὶ τὸ κορμί σου ν᾿ἀρωματίσῃς, ἂν δὲν βγάλῃς τὸ μαῦρο πουκάμισο ποὺ φορᾷς τόσα χρόνια, σοῦ τὸ λέγω ἐνώπιον Κυρίου, τὸ πουκάμισο τῆς κολάσεως, τῆς μοιχείας, τῆς πορνείας, τῆς ψευτιᾶς, τῆς ἀτιμίας· ἐὰν δὲν τὸ βγάλῃς καὶ τὸ πετάξῃς γιὰ νὰ τὸ πατήσῃὁ Χριστός μας, Χριστιανὸς δὲν εἶσαι.
Διαβάστε τήν πρὸς Κολασαεῖς επιστολή (3,9)· «Ἀπεκδυσάμενοι τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον…». Γδυθῆτε τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο, καὶ ἐνδυθῆτε τὸν νέον… Καὶ θὰἀκούσωμεν τὴ νύχτα τῆς Ἀναστάσεως στὴν θεία λειτουργία ―ὅσοι μένομεν, γιατὶ ἀδειάζει ἡ ἐκκλησία τὴν ὥρα ἐκείνη καὶ εἶναι αὐτὸ μεγάλη ἁμαρτία―, θ᾿ἀκούσωμε·
«Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε. Ἀλληλούϊα». Ὅσοι, λέγει, πιστεύσανε στὸ Χριστό, βγάλανε τὸ πουκάμισο τῆς ἁμαρτίας καὶ φορέσανε τὴ λαμπρὰ στολή, τὸἔνδυμα τῶν πριγκίπων καὶ βασιλέων ποὺ δίδει ὁ Χριστὸς σὲ κάθε ψυχὴ ποὺ πιστεύει καὶ εἰλικρινῶς ἀκολουθεῖ αὐτόν.
* * *
 Ἀδελφοί μου, δὲν τελείωσα. ἀκούω; «Ὡσαννά…» (Ἰωάν. 12,13). Ποιοί τὰ ψάλλουνε; Τὰ ἀηδόνια κελαϊδοῦνε; Ποιοί ψάλλουνε; Οἱ σοφοὶ καὶ οἱ μεγάλοι;
Ψάλλουνε τὰ ἀθῷα παιδάκια!
Αὐτὰἦταν πιὸ κοντὰ στὸ Χριστό. Σὰν τ᾿ἀηδόνια, πουλιὰ τοῦ οὐρανοῦ, τραγουδοῦσαν· «Ὡσαννά…» (ἔ.ἀ. 12,13). Τ᾿ἄκουσε ὁ οὐρανὸς καὶ χάρηκε. Τ᾿ἄκουσαν οἱἄγγελοι καὶ χάρηκαν, ἀλλὰ τ᾿ἄκουσε καὶὁ διάβολος καὶ ἐπικράνθηκε.
Ἄκου, λέει, τὰ μικρὰ παιδιὰ νὰ φθάσουν σὲ τέτοια ὕψη, νὰ ψάλλουν στὸ Χριστό!… Καὶ ἀμέσως λοιπὸν ἔβαλε τὰὄργανά του, τοὺς γραμματεῖς καὶ τοὺς φαρισαίους, καὶ σήμερα ἐπήρανε ἀπόφασι νὰ ἐκτελέσουν τὸ Χριστό.
Πιάσανε τὰῥαβδιὰ οἱ φαρισαῖοι καὶ κυνηγούσανε τὰ παιδιὰ τὰἀθῷα. Σὰν τοὺς πατεράδες τοὺς ἀπίστους τῆς γενεᾶς μας. Πρέπει οἱ πατέρες καὶ μητέρες νὰ παίρνουν ἀπὸ τὸ χέρι τὰ τέκνα στὸ ναό, κι ὄχι ὁ δάσκαλος.
Ἀλλὰ ποῦ τώρα αὐτό; Ἄλλαξε ὁ κόσμος. Ἀπ᾿ τὸ χέρι στὸν κινηματογράφο, ναί· στὸ ναό, ὄχι.
Σὰν τοὺς ἀπίστους πατεράδες ποὺ μὲ τὰ ῥαβδιὰ κυνηγοῦνε τὰ παιδιά, γιὰ νὰ τὰ διώξουν ἀπὸ τὰ κατηχητικὰ σχολεῖα. Ἔτσι καὶ αὐτοὶ οἱ φαρισαῖοι τὴν ἡμέρα ἐκείνη μὲ τὰῥαβδιὰ κυνηγοῦσαν τὰ παιδιὰ ποὺ φωνάζανε τὰ «Ὡσαννά…».
Καὶὁ Χριστὸς τοὺς εἶπε κάτι λόγια, ποὺ δὲν ὑπάρχει ζυγαριὰ γιὰ νὰ τὰ ζυγίσουμε. Τί τοὺς εἶπε ὁ Χριστός; «Καὶ ἂν ἀκόμη τὰ παιδιὰ σιωπήσουνε, καὶ ἂν ἀκόμη ὅλοι οἱ ἄνθρωποι σιωπήσουνε, καὶ ἂν βουβαθεί ὁ κόσμος, οἱ πέτρες ποὺ πατᾶμε κι αὐτὲς ἀκόμα θὰ φωνάξουνε» (βλ. Λουκ. 19,40).
Δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ μᾶς τὰ σκουλήκια ὁ Χριστός. Καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἀδειάσουμε τὶς ἐκκλησίες, καὶ ἂν ἡμεῖς τὸν ἀρνηθοῦμε, καὶ ἂν ἡμεῖς γίνωμεν ἀντίχριστοι, ἐπάνω τὰἄστρα τοῦ οὐρανοῦ καὶ οἱ σφαῖρες καὶ τὰ λουλούδια καὶ οἱ θάλασσες καὶ οἱἄβυσσοι καὶ οἱ τάφοι θὰ φωνάξουν· «Εἷς ἅγιος…»· αὐτὸν ὑμνεῖτε, αὐτὸν ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(ἱ. ναὸς Ἁγίου ΘωμᾶἌνω Κυψέλης – Ἀθηνῶν 2-4-1961)

{flike}

 


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ