2039655666Επί αυτοκρατορίας του Τιβερίου, σε μια μακρινή και ταραγμένη επαρχία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ένας κρατικός λειτουργός δεύτερης κατηγορίας, καταδικάζει σε θάνατο έναν παράξενο ταραχοποιό. Σκηνή συνηθισμένη της καθημερινής ζωής, στη ρωμαϊκή επαρχία. Μόνο, που ο κατάδικος ονομάζεται Ιησούς. Και ξαφνικά, ο ασήμαντος διοικητικός υπάλληλος κερδίζει απροσδόκητη φήμη. Το όνομά του, Πόντιος Πιλάτος. Κανένας δε γνωρίζει με ακρίβεια κάτι σχετικό με τη γέννησή του, το θάνατό του, τις σκέψεις ή τις αγάπες του, την ίδια την ιστορία της υπάρξεώς του ως ατόμου.

Το 26 μετά Χριστόν, ο αυτοκράτορας Τιβέριος αναθέτει τη διοίκηση της Ιουδαίας στον Πόντιο Πιλάτο. Δεν γνωρίζουμε τίποτα για τον άνθρωπο αυτό, πριν από τη χρονολογία αυτή. Από μια φράση του Ευαγγελιστή Ματθαίου συμπεραίνουμε, ότι ήταν παντρεμένος. Από ένα μεταγενέστερο κείμενο πληροφορούμαστε ότι το όνομα της συζύγου του ήταν Κλαυδία Πρόκουλα. Πιστεύεται, ότι ανήκε σε πολύ μεγάλη οικογένεια και ότι σ’ αυτήν οφείλεται η κοινωνική άνοδος του συζύγου της. Είναι λογικό να πιστεύουμε, ότι ο Πιλάτος ανήκε στην « τάξη των ιππέων », δηλαδή στη ρωμαϊκή αριστοκρατία.

Ο Πιλάτος, διοικεί την Ιουδαία με τη διπλή ιδιότητα επάρχου, δηλαδή διοικητικού υπαλλήλου που ασχολείται κυρίως με οικονομικά θέματα, και του νομάρχη, πολιτικού και στρατιωτικού υπευθύνου. Ήταν υποχρεωμένος, να σέβεται τα προνόμια των βασιλίσκων των γειτονικών χωρών που είχαν διοριστεί από τη Ρώμη, ενώ έπρεπε επίσης να υπολογίζει τον ισχυρό του γείτονα, τον επίτροπο της Συρίας, που μπορούσε να ασκήσει επάνω του, αν όχι συγκεκριμένη πολιτική εξουσία, τουλάχιστον κάποιον έλεγχο.

Μόλις ανέλαβε τα καθήκοντά του ο Πιλάτος, άρχισε να ασκεί την εξουσία με τόση έλλειψη πολιτικού αισθητηρίου, ώστε όπως συμβαίνει και με ολόκληρη τη θητεία του στην Ιουδαία, η δράση του να θεωρηθεί εντελώς αποκλίνουσα από τη γραμμή της Ρώμης. Διάφορες υποθέσεις, δημιουργούσαν ανάλογα προβλήματα. Η Ιερουσαλήμ, χρειαζόταν νερό και ο Πιλάτος δίνει εντολή, να κατασκευαστεί ένα υδραγωγείο. Επειδή χρειαζόταν χρήματα, χρησιμοποιεί το θησαυρό του Ναού του Σολομώντα, που είχε συγκεντρωθεί με τη συνεισφορά όλων των Ιουδαίων, ακόμη κι εκείνων της διασποράς και προοριζόταν κυρίως για να χρησιμοποιηθεί για τις δημόσιες θυσίες και την κάλυψη διαφόρων αναγκών της Ιερουσαλήμ. Ο επίτροπος, με τη σύμφωνη απόφαση των ιερέων που είχαν τη φύλαξη και τη διαχείριση του ναού δέχθηκα. Την οργή όμως του λαού προκάλεσε το γεγονός ότι ο Πιλάτος εξάντλησε ολόκληρο τον ιερό θησαυρό. Καθώς ο επίτροπος βρισκόταν στην Ιερουσαλήμ, οι Εβραίοι περικύκλωσαν το βήμα στο οποίο στεκόταν με εχθρικές κραυγές Ο Πιλάτος όμως  τα είχε προβλέψει όλα. Είχε ανακατέψει μέσα στο πλήθος στρατιώτες με πολιτικά, που κρατούσαν στα χέρια τους ράβδους. Με ένα σύνθημα, επιτίθενται στο πλήθος. Τα θύματα ήταν πολλά, όπως μαρτυρεί ο Φλάβιος Ιώσηπος.

Σε μια ακόμη περίπτωση, αποδεικνύονται η σκληρότητα και η πανουργία του Πιλάτου. Και κυρίως, η επιμονή ενός κρατικού λειτουργού, που γνωρίζει καλά τα δικαιώματά του. Συμπεριφορά ανθρώπου με πρακτικές ιδέες, αλλά και έλλειψη διπλωματικότητας.

Αυτή τη βαναυσότητα τη συναντάμε και πάλι σ’ ένα περιστατικό που αναφέρεται μόνο στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο. Ο Πιλάτος, έβαλε να σφάξουν τους Γαλιλαίους που έκαναν θυσία στο Ναό και να ανακατέψουν το αίμα τους με το αίμα των θυσιαζομένων ζώων. Ίσως αυτό να ήταν και η αιτία της εχθρότητας ανάμεσα στον Πιλάτο και τον Ηρώδη Αντύπα, που αναφέρει μόνο ο Ευαγγελιστής Λουκάς: « Εκείνη την ημέρα, τη μέρα που ο Πιλάτος στέλνει τον Ιησού στον Ηρώδη, ο Ηρώδης και ο Πιλάτος έγιναν φίλοι, αυτοί που προηγουμένως ήταν εχθροί. » Το πιο γνωστό περιστατικό της σταδιοδρομίας του Πιλάτου, είναι η σύλληψη και η δίκη του Χριστού. Μια φράση του Τάκιτου, η μόνη μαρτυρία προερχόταν από ειδωλολάτρη συγγραφέα, μας λέει ότι: « ο Χριστός παραδόθηκε στο μαρτύριο επί αυτοκρατορίας Τιβερίου, από τον έπαρχο Πιλάτο. » Ποια είναι λοιπόν η χρονολογική σειρά των γεγονότων, σύμφωνα με τις ρήσεις του Ευαγγελίου; Αρχικά ο Ιησούς, οδηγείται στον Πιλάτο, που προφανώς κατοικεί στο παλιό ανάκτορο του Ηρώδη του Μεγάλου, στον ανατολικό λόφο της Ιερουσαλήμ. Διεξάγεται ένας διάλογος ανάμεσα στο διοικητή και στους Εβραίους, κατά τα λεγάμενα του Λουκά και του Ιωάννη. « Και ξεσηκωμένο όλο το πλήθος, πήγαν Αυτόν στον Πιλάτο, και άρχισαν να Τον κατηγορούν, λέγοντας: Τον βρήκαμε να διαφθείρει το έθνος και να δυσκολεύει να δίνονται οι φόροι στον καίσαρα, λέγοντας ότι αυτός είναι ο Χριστός, ο βασιλιάς.»

Ο διοικητής, πρέπει να ανακρίνει ο ίδιος τον υπόδικο και να βγάλει το πόρισμά του. Από την ανάκριση όμως, δεν προκύπτουν στοιχεία που να επιβάλλουν την καταδίκη Του. Γι’ αυτό, ο Πιλάτος βρίσκεται σε αμηχανία. Βρίσκει όμως έναν τρόπο για να ξεφύγει από το δίλημμα. Επειδή περισσότερο η διδασκαλία του Ιησού έγινε στη Γαλιλαία, Τον στέλνει να δικαστεί από τον Ηρώδη Αντύπα. Ο Ηρώδης όμως, έτυχε να βρίσκεται στην Ιερουσαλήμ. Όταν όμως ο Ιησούς οδηγείται μπροστά του, ο τετράρχης, που περίμενε να βρεθεί μπροστά σ’ ένα μάγο, ειρωνεύεται τον ισχυρισμό του Ιησού ότι είναι βασιλεύς των Ιουδαίων, και για να Τον γελιοποιήσει, Τον ξαναστέλνει στον Πιλάτο ντυμένο με λαμπρό ιμάτιο. Τι απόφαση λοιπόν μπορεί να πάρει ο Πιλάτος; Μπορεί ν’ αφήσει ελεύθερο τον κρατούμενο ή απλά να Τον τιμωρήσει ή ακόμη να διατάξει και την εκτέλεσή Του; Προτίμησε τη δεύτερη λύση, αυτή που του επιτρέπει να ασκήσει την εξουσία που του παρέχει η Ρώμη, χωρία να διαπράξει παρατυπία. Επιπλέον, του δίνεται η ευκαιρία για φθηνή πολιτική δημαγωγία, όταν ρίχνει την ευθύνη της απόφασής του στο λαό. Πράγματι, τα πλήθη ζητούν από τον επίτροπο την απελευθέρωση ενός φυλακισμένου με την ευκαιρία του εβραϊκού Πάσχα, σύμφωνα με τη συνήθεια. Ο Πιλάτος όμως, δεν έχει καταλήξει ακόμη σε απόφαση, και μπορεί, κατά το Ρωμαϊκό Δίκαιο να ελευθερώσει τον υπόδικο. Το προτείνει στα πλήθη. Έτυχε όμως, ταυτόχρονα με τον Ιησού να υπάρχει και άλλος φυλακισμένος, που δεν έχει ακόμη δικαστεί. Κατηγορείται ότι υποκίνησε το λαό σε εξέγερση, στη διάρκεια της οποίας διαπράχθηκε φόνος. Ο κατάδικος αυτός, ονομάζεται Βαραββάς. Και το μικρό του όνομα, που οι Ευαγγελιστές ξεχνούν συχνά να αναφέρουν, είναι επίσης Ιησούς.

Ας δούμε τα κείμενα: «Το πλήθος φωνάζει: Θανάτωσέ Τον και ελευθέρωσε το Βαραββά. » Και πάλι ο Πιλάτος απευθύνεται στο λαό με την πρόθεση να αφήσει ελεύθερο τον Ιησού. Αλλά αυτοί κραυγάζουν: « Σταύρωσον, σταύρωσον Αυτόν. » Για τρίτη φορά τους λέει: « Τι κακό έχει κάνει λοιπόν αυτός ο άνθρωπος; Δεν βρίσκω τίποτα που να του αξίζει να τιμωρηθεί με θάνατο. Θα του επιβάλλω μια τιμωρία και θα Τον αφήσω ελεύθερο. Εκείνοι όμως επιμένουν και κραυγάζουν να σταυρωθεί, και οι κραυγές συνεχώς δυναμώνουν. »

Και το περιστατικό αυτό σχολιάστηκε με πολλούς τρόπους. Προξενεί κατάπληξη το γεγονός, ότι ο Πιλάτος, ένας Ρωμαίος που είχε συμπεριφερθεί με τέτοιο τρόπο από τη στιγμή της αφίξεώς του στην Ιουδαία, συμβουλεύεται τα πλήθη πριν καταλήξει σε απόφαση. Μήπως αυτό άραγε αποκαλύπτει πολιτική σύνεση; Διδαγμένος από τις προηγούμενες ατυχείς πράξεις του, ο Πιλάτος αποφάσισε να φερθεί συνετότερα. Τίποτα δεν αποδεικνύει, ότι είχε παραιτηθεί από τα δικαιώματά του ως άρχοντα. Την απόφαση την πήρε ο Πιλάτος και μόνον αυτός, κατ’ απαίτηση του παρευρισκόμενου πλήθους. 

Κατά τις ρωμαϊκές συνήθειες, ο κατάδικος μαστιγώθηκε πριν σταυρωθεί. Πολλοί, θέλησαν να δουν σ’ αυτή τη λεπτομέρεια μια τελευταία προσπάθεια του Πιλάτου να σώσει τη ζωή του Χριστού, αν πρέπει να του αποδώσουμε βέβαια αυτή την ενέργεια, πράγμα που όμως δεν είναι καθόλου βέβαιο. Πράγματι, εμφανίζει τον Ιησού μετά τη μαστίγωσή Του στους κατηγόρους Του: « Ίδε ο άνθρωπος ». Μπροστά στις διαμαρτυρίες και τις υπονοούμενες απειλές, αν τον ελευθερώσεις δεν είσαι φίΛος του Καίσαρα, ο επίτροπος ενδίδει. Άραγε, παρά τη θέλησή του; Η πρώτη εντύπωση είναι, ότι πρόκειται για άνδρα που σέβεται απόλυτα τους ρωμαϊκούς νόμους και ασκεί τα δικαστικά του καθήκοντα με ευθικρισία και ικανότητα. Αυτή η εντύπωση όμως, σκιάζεται κάπως από το γεγονός, ότι δεν θέλει υπ’ ουδενί λόγο να διακινδυνεύσει τη θέση του προκαλώντας εξέγερση, δηλαδή ρήξη με τους ανθρώπους του Ναού, την αριστοκρατία του τόπου με λίγα λόγια, στην οποία, όπως γνωρίζει πολύ καλά,  βρισκονται οι πιο ενθερμοι υποστηρικτες της κώμης. Τι τον ενοιαφερει στο κάτω -κάτω, ο θάνατος ενός ασήμαντου ταραξία; Πάντως, ότι έχει σχέση με τα ιερά, τον ενοχλεί, τον κάνει να μην αισθάνεται άνετα. « Τι είναι η αλήθεια; » ρωτάει τον Ιησού τελειώνοντας την ανάκρισή του. Μπορεί βέβαια να διστάζει, αλλά έχει επηρεαστεί πολύ από ένα όνειρο της γυναίκας του: « Την ώρα που ο Πιλάτος καθόταν στο θρόνο πάνω στο βήμα, η γυναίκα του έστειλε να του πουν: Μην ανακατεύεσαι με την υπόθεση αυτού του δίκαιου, γιατί σήμερα είδα ένα κακό όνειρο γι’ Αυτόν. »

Τότε γίνεται γνωστό το περιστατικό που αναφέρει ο Ματθαίος, όπως και το προηγούμενο: « Βλέποντας ότι οι προσπάθειές του να σώσει τον Ιησού δεν έφερναν αποτέλεσμα αλλά, αντίθετα, προκαλούσαν αναταραχή, ο Πιλάτος πήρε νερό κι έπλυνε τα χέρια του μπροστά στο πλήθος, λέγοντας: Είμαι αθώος, από το αίμα του δικαίου τούτου. Το κρίμα δικό σας. » Και το πλήθος απάντησε: « Το αίμα Του επάνω μας κι επάνω στα παιδιά μας. » 

Ο Πιλάτος, παρά την περιφρόνησή του για το λαό που διοικούσε, γνώριζε καλά τις εβραϊκές συνήθειες. Έπρεπε να γνωρίζει λόγου χάρη, ότι όταν γινόταν ένα έγκλημα στην πόλη, οι κάτοικοι για να εξιλεωθούν, έπλεναν τα χέρια τους από ένα σφαγμένο δαμάλι. Ήξερε επίσης, γιατί ήταν κάτι συνηθισμένο στον αρχαίο κόσμο, ότι ο κάθε ρύπος απαιτούσε κάθαρση. Τα λόγια άλλωστε του πλήθους, «Το αίμα Του επάνω μας κι επάνω στα παιδιά μας », ήταν φράση συνηθισμένη, όχι μόνο για το λαό του Ισραήλ αλλά και στους γειτονικούς λαούς.

Γεγονός όμως είναι, ότι στην καθημερινή γλώσσα η φράση « νίπτω τας χείρας μου », έχει αποκτήσει ηθική σημασία, έχει περιληφθεί στο συμβολισμό που βλέπει στη δίκη του Ιησού την αντιπαράθεση του Καλού με το Κακό ενώπιον μιας προσωρινής εξουσίας, που αδιαφορεί από δειλία ή εθελοτυφλία.

Η Σταύρωση του Ιησού, έγινε το έτος 30 ή πιθανότερα το 33. Ο Πιλάτος, φεύγει από την Ιουδαία στα τέλη του έτους 36. φθάνει στη Ρώμη, μετά το θάνατο του Τιβέριου, στις 17 Μαρτίου του 37. Τι έγινε τότε; Άγνωστο. Ένα όμως είναι βέβαιο: την άνοιξη του 37, ο Πιλάτος βγαίνει από την ιστορία και μπαίνει στο θρύλο.

Ένας αιώνας ήταν αρκετός, για να διαμορφωθεί αυτός ο θρύλος. Από τις πρώτες εκδηλώσεις της απολογητικής δραστηριότητας του Χριστιανισμού, δηλαδή γύρω στα μέσα του 2ου αιώνα, γίνεται αναφορά στον Πιλάτο.

Η πιο εκπληκτική ενσάρκωση του Πιλάτου βρίσκεται στην κοπτική παράδοση. Στην Αιθιοπική Εκκλησία, ο Πιλάτος είναι ένας άγιος πολύ δημοφιλής, ήδη από τον 5° αιώνα. Το Ευαγγέλιο του Γαμαλιήλ, « απόκρυφο » του 6ου - 7ου αιώνα, εξαιρεί το μαρτύριό του. Η Ελληνορθόδοξη μάλιστα Εκκλησία έχει ανακηρύξει οσία τη σύζυγό του, Πρόκουλα, που η μνήμη γης εορτάζεται στις 27 Οκτωβρίου. Αλλού πάλι, σε ένα συνδυασμό των παραδόσεων, πιστεύεται ότι ο Πιλάτος με το θάνατό του απέκτησε την ιδιότητα του αγίου. Σ’ ένα από τα μεταγενέστερα « απόκρυφα » κείμενα, με τον τίτλο « Παράδοσις », ο Πιλάτος καταδικάζεται σε αποκεφαλισμό, αλλά μόλις παραδίδει την ψυχή του, την υποδέχεται ένας άγγελος. Φθάνοντας στον 3° αιώνα, βρίσκοντας το έργο του Ευσέβιου, επισκόπου Καισαρείας, αναφέρεται ότι μεταξύ των ετών 39 και 40, ο Πιλάτος αυτοκτονεί, μη μπορώντας να αντέξει τις συμφορές που τον βάραιναν.

Από τότε, υπάρχει η τάση να προστίθενται διάφορα στοιχεία στο θέμα της τιμωρίας του Πιλάτου. Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία ασπάζεται τον Χριστιανισμό τον 4° αιώνα και πρέπει να δείξει ότι το έγκλημα του Πιλάτου δεν έμεινε ατιμώρητο. Για τους μεν, ο Πιλάτος βασανίστηκε από τον Καλιγούλα και μη μπορώντας ν’ αντέξει, αυτοκτονεί. Άλλοι τον θέλουν να πεθαίνει στη Βιέννη της Γαλατίας, όπου εξορίστηκε.

Η αβεβαιότητα που περιβάλλει τη φυσιογνωμία του Πιλάτου, βοήθησε αναμφισβήτητα στη δημιουργία μιας χριστιανικής παράδοσης στη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα γράφτηκαν πολλά μυθιστορήματα και γυρίστηκαν άπειρες ταινίες σχετικά με την προσωπικότητα του Πιλάτου και της συζύγου του, με διάσημους σκηνοθέτες και ηθοποιούς. Πρέπει να παραδεχτούμε, ότι ο Πιλάτος, όπως μας τον περιγράφουν οι ιστορικές μαρτυρίες, είναι πολύ λιγότερο ενδιαφέρον άνθρωπος από τον Πιλάτο των απολογητών και των συγγραφέων. Αξιωματούχος της αυτοκρατορίας, με συνείδηση της σπουδαιότητας της αποστολής του, υποταγμένος στην ανώτερη ηγεσία, είναι ένας από τους πολλούς Ρωμαίους λειτουργούς, που η αυτοκρατορία είχε σκορπίσει παντού.

Λιγότερο άπληστος από όλους αυτούς, είχε την ατυχία να τοποθετηθεί σε μία από τις πιο δύσκολες επαρχίες της αυτοκρατορίας. Η ανικανότητά του ή η έλλειψη διαθέσεως να καταλάβει το λαό που διοικούσε, ήταν το αδύνατο σημείο του. Πανούργος, βίαιος, πεισματάρης, δεν ήταν καθόλου συμπαθητικό άτομο. Είναι φανερό, ότι φρόντιζε πολύ να εξασφαλίσει τη θέση του, φθάνοντας στο σημείο να διαπράττει πολιτικές αδεξιότητες. Πρέπει όμως να του αναγνωρίσουμε τη μέριμνα για την τήρηση του νόμου. Τόσο, ώστε να υπάρξει ο πιο γνωστός μάρτυρας της αδιαμφισβήτητης ρήξεως ανάμεσα στους Ρωμαίους και τους Εβραίους, ανάμεσα στον Καίσαρα και στο Θεό.


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ