Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΡΧΕΤΥΠΟΝ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΟΥ-ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ

Εἰσήγηση τοῦ Πανοσιολ. Ἀρχιμανδρίτου Νεκταρίου Ντόβα

Ἡγουμένου τῆς Ἱ. Μ. Ἂνω Ξενιᾶς

(νῦν Μητροπολίτου Κερκύρας, Παξῶν καί Διαποντίων Νήσων)

στό Α'Παμμοναστικό Συνέδριο στά Μετέωρα 2000

Μακαριώτατε πάτερ καί Δέσποτα, σεβασμία τῶν Ἱεραρχῶν χορεία, ἀγαπητοί πατέρες καί συμμονασταί,

Μᾶς δίδεται σήμερα ἡ δυνατότητα νά πραγματευθοῦμε ἓνα θέμα σπουδαῖο γιά τήν μοναστικήν μας ζωή, γιά τήν κοινή μας ἐν Χριστῷ πορεία, καθώς τό νά ἀτενίσουμε τόν Κύριό μας καί νά προσπαθήσουμε νά κατανοήσουμε εἰς τό Πρόσωπό Του τίς δύο κορυφαῖες ἰδιότητες τῆς μοναχικῆς πολιτείας, τοῦ ἡγουμένου καί τοῦ ὑποτακτικοῦ, ἀποτελεῖ μία εὐκαιρία πνευματικῆς ἀναβαπτίσεως καί ὑπενθυμίσεως στόν καθέναν ἀπό μᾶς τί ὀφείλει ἐν Χριστῷ νά πράττει, βιώνοντας θέσει αὐτό πού ὁ Κύριός μας εἶχε φύσει.

Καί αὐτό διότι οἱ ἰδιότητες τοῦ ἡγουμένου καί τοῦ ὑποτακτικοῦ στό πρόσωπό του Χριστοῦ μποροῦν νά εξετασθοῦν διττῶς. Τόσο σέ ὃ,τι ἀφορᾶ τήν θεολογική τους ὑποόσταση, ὃσο καί σέ ὃ,τι ἀφορᾶ τήν λειτουργία τους μέσα στήν πρώτη μοναχική - ἱεραποστολική κοινωνία, πού ἀποτέλεσαν γιά τόν Ἐκκλησία μας ὁ Κύριος καί οἱ μαθητές Του.

Θά μοῦ ἐπιτραπεῖ λοιπόν νά προχωρήσω στήν ἀνάπτυξη τοῦ θέματος πού ἡ Ὀργανωτική Ἐπιτροπή τοῦ Συνεδρίου, δι' ευχῶν Σας Μακαριώτατε, μοῦ ἀνέθεσε, εὐχαριστώντας διά τήν πρόσκληση καί ταυτόχρονα πρόκληση νά πορευθῶ μέ τίς πτωχές μου δυνάμεις σέ τέτοια διαπραγμάτευση.

Ὁδηγός μας σ' αὐτή τήν πορεία θά εἶναι οἱ σκέψεις τῶν δύο σπουδαίων θεολόγων καί Ἀσκητῶν, τῶν ἐν Ἁγίοις Πατέρων ἡμῶν Βασιλείου τοῦ Μεγάλου καί Γρηγορίου τοῦ Νύσσης, ἀλλά καί ταυτόχρονα τό παράδειγμα τοῦ Κυρίου μας μέσα ἀπό τήν Καινή Διαθήκη, ὀλίγον πρό τοῦ Πάθους Του, κατά τόν Νιπτῆρα, ὁπότε καί ἀποτυπώνεται κατά τόν καλύτερο τρόπο ἡ λειτουργική παρουσία τῶν ἰδιοτήτων τοῦ ἡγουμένου καί τοῦ ὑποτακτικοῦ στό πρόσωπό τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Α. ΟΙ ΕΝΝΟΙΕΣ ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΟΣ

Ὁ μοναχισμός κατά τόν Μέγα Βασίλειο δέν εἶναι τίποτε ἂλλο παρά "ζωή κατά τό Εὐαγγέλιον" (Ἐπιστολαί, 207, 2). Ἡ ζωή τοῦ Εὐαγγελίου νοεῖται μέσα ἀπό τήν τήρηση τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ, τήν ὁποία ὀφείλει κάθε ἂνθρωπος νά κάνει πράξη στή ζωή του, ἀποδεικνύοντας τήν ἀγάπη του πρός τό πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας. " Ἐάν τάς ἐντολάς μου τηρήσετε, μενεῖτε ἐν τῇ ἀγάπῃ μου" (Ἰω.,15, 10).

Ὁ μοναχισμός εἶναι ἡ τήρηση τῆς ἐντολῆς τοῦ Χριστοῦ "εἰ θέλεις τέλειος γενέσθαι, ὓπαγε, πώλησον τά ὑπάρχοντά σου, δός πτωχοῖς καί δεῦρο ἀκολούθει μοι". Ὁ μοναχός ἀπαρνιέται τά πάντα, ὂχι μόνο τόν ἐξωτερικό τρόπο ζωῆς του, ὃ,τι ἒχει (τούς συγγενεῖς, τήν περιουσία του, τό ὂνομά του, τή ζωή του), ἀλλά καί τόν ἒσω κόσμο του, ὃ,τι εἶναι (ἀπάρνηση τοῦ ἰδίου θελήματος, ὑποταγή στόν Χριστό, τόν ἠγούμενο, τόν γέροντα, τήν ἀδελφότητα).

Ὁ μοναχός γίνεται ὐποτακτικός τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀκολουθώντας Τον. Αὐτό σημαίνει ὃτι ἀγωνίζεται μέ τήν χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νά ζήσει τόν λόγο τοῦ Παύλου "ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῆ δέ ἐν ἐμοί Χριστός". Αὐτό δέν σημαίνει ὃτι ὁ μοναχός ἰσοπεδώνει τόν ἑαυτό του, οὒτε ὃτι παραιτεῖται τοῦ προσώπου του καί γίνεται μηδέν ἐνώπιον Θεοῦ καί ἀνθρώπων. Ἡ ὑποταγή σημαίνει τήν παραίτηση ἀπό τήν αὑτο- διαχείριση, τήν διαχείριση τῶν χαρισμάτων, τήν διαχείριση τοῦ ἒχειν καί τοῦ εἶναι τοῦ μοναχοῦ, μία παραίτηση ἑκούσια, καί ταυτόχρονα τήν ἀνάθεση αὐτῆς τῆς διαχείρισης στό Θεό, διά τοῦ πνευματικοῦ πατρός, τοῦ γέροντος, τοῦ ἡγουμένου, χάριν τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό, ἀλλά καί πρός τόν πνευματικό πατέρα, τόν προεστῶτα καί τήν ἀδελφότητα.

Ἐδῶ εἶναι πού ὀφείλουμε νά κάνουμε μία διάκριση, ὂχι τόσο στήν κατάσταση τοῦ ὑποτακτικοῦ, ὃσο στόν ὃρο τοῦ ἡγουμένου. Μιλοῦμε γιά μία σχέση διπολική, διμερῆ, σχέση ἡγουμένου καί ὑποτακτικοῦ. Τό ὀρθόν θά ἦταν νά μιλούσαμε γιά μιά σχέση τριμερή: Χριστός - ἡγούμενος -ὑποτακτικός. Ἂν θέλαμε μάλιστα νά ἢμασταν περισσότερον ἀκριβεῖς, θα ἒπρεπε τόν ὃρο "ἡγούμενος " νά τόν διακρίνουμε στόν καθηγούμενο μιᾶς μοναστικῆς ἀδελφότητος καί στόν πνευματικό πατέρα ἐνός ὑποτακτικοῦ. Ἐνίοτε οἱ ὃροι ταυτίζονται, ἐνίοτε ὂχι. Δέν μποροῦμε ὃμως νά νοήσουμε τήν σχέση αὐτή ἐκτός τοῦ μοναχισμοῦ. Καί ἒχουμε αὐτή τή θεώρηση, διότι τό σχῆμα ἡγούμενος (γέροντας, στάρετς, ἀββᾶς) -ὑποτακτικός δέν εἶναι δυνατόν νά λειτουργήσει ὀρθῶς ἐκτός τῆς μοναχικῆς κοινωνίας, ὂχι διότι παύει ἠ ἁγιότητα νά ὐπάρχει καί ἐν τῷ κόσμῳ, ἀλλά διότι εἶναι ἂλλες οἱ προϋποθέσεις τῆς ἀφιέρωσης ἐν τῇ μονῇ καί ἂλλες ἐν τῷ κόσμῳ.

Αὐτή ἡ διάκριση μᾶς βοηθᾶ νά συνειδητοποιήσουμε καί κάτι ἂλλο. Ὃτι τό τριμερές σχῆμα, τό ὁποῖο περιγράψαμε (Χριστός- ἡγούμενος -ὑποτακτικός) δέν εἶναι ὁλοκληρωμένο ἂν δέν ἒχει ἐκκλησιαστικό χαρακτήρα, ἂν δέν γίνεται δηλαδή τετραμερές: Χριστός- ἡγούμενος - ὑποτακτικός -Ἐκκλησία. Ἂν ἡ ἂσκηση, ἡ ὑποταγή, ἡ ὑπακοή, ἡ κοινωνία μέ τόν Χριστό δέν γίνεται ἐντός τῆς Ἐκκλησίας (καί πρῶτα ἀπ ὃλα ἐντός τῆς νοητῆς μάνδρας πού εἶναι ἡ ἱερά μονή, ἡ κοινοβιακή ἢ ἂλλου εἲδους μοναχική ἀδελφότητα), τότε ἐμπεριέχει σοβαρούς κινδύνους καί τελικά αἳρεται ἡ γνησιότητά της, καθώς λείπει ἡ τέλεια κοινωνία.

Σκοπός ἂλλωστε τῆς λειτουργίας αὐτοῦ τοῦ διπόλου ἠγουμένου -ὑποτακτικοῦ δέν εἶναι ἂλλος ἀπό τήν σωτηρία καί τήν ἀγιότητα καί αὐτά ἐπιτυγχάνονται μόνο μέ τήν ἀναφορά τῆς ζωῆς μας στόν Χριστό ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἂλλωστε, ἡ ἁγιότητα δέν εἶναι ἀτομικό κατόρθωμα τοῦ ἡγουμένου καί τοῦ ὑποτακτικοῦ, ἀλλά πηγάζει ἀπό τήν ἀναφορά αὐτῆς τῆς σχέσεως στό Χριστό ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, δηλαδή μέσα στην Ἐκκλησία.

Ἡ Ἐκκλησία δέν νοεῖται τοπικά ἢ χρονικά, οὒτε ὡς συγκεκριμένο διοικητικό σχῆμα, ὃπως ἡ οὐσία τοῦ μοναχικοῦ βίου στό κοινόβιο ἢ στήν ἒρημο δέν νοεῖται ἐξουσιαστικά, ἀλλά ὡς διακονία ἀγάπης. Αὐτός ἂλλωστε εἶναι ὁ βασικός λόγος τοῦ Κυρίου καί γιά τόν ἡγούμενο καί γιά τόν ὑποτακτικό: "Οἲδατε ὃτι οἱ δοκοῦντες ἂρχειν τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καί οἱ μεγάλοι αὐτῶν κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν. Οὐχ οὓτω δέ ἒσται ἐν ὑμῖν, ἀλλ' ὃς ἐάν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἒσται ὑμῶν διάκονος, καί ὃς ἂν θέλῃ ὑμῶν γενέσθαι πρῶτος, ἒσται πάντων δοῦλος . Καί γάρ ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλά διακονῆσαι καί δοῦνται τήν ψυχήν αὐτοῦ λύτρον ἀντί πολλῶν" (Μάρκ. 10, 42 - 45)

Ἐδῶ εἶναι πού χρειάζεται νά θυμηθοῦμε τόν ὁρισμό τοῦ ἡγουμένου πού δίδει ὁ Μέγας Βασίλειος: "Ὁ καθηγούμενος οὐδέν ἓτερόν ἐστιν ἢ ὁ τοῦ Σωτῆρος ἐπέχων πρόσωπον καί μεσίτης Θεοῦ καί ἀνθρώπων γενόμενος καί ἱερουργῶν τῷ Θεῷ τήν τῶν πειθομένων αὐτῷ σωτηρίαν" (Ἀσκητικαί διατάξεις, ΕΠΕ, 9, 516). Ὁ καθηγούμενος εἶναι ὁ πατήρ τῆς ἀγάπης γιά τούς ὐποτακτικούς. Σκοπός του εἶναι ἠ συνέργεια στή σωτηρία τῶν ὑποτακτικῶν, ἀλλά ταυτόχρονα καί ἡ καθολική ἀντιμετώπιση τῆς ζωῆς τους.

Ἀναφέρει χαρακτηριστικά ὁ Μ. Βασίλειος: "Ὃτι δεῖ τόν προεστῶτα τοῦ λόγου ἐλεήμονα καί εὒσπλαχνον εἶναι, καί μάλιστα ἐπί τῶν κεκαυμένων τάς ψυχάς" (Ματθ. 9,11-13, 9,35). Καί ἐπίσης, "Ὃτι δεῖ καί ἐν ταῖς τοῦ σώματος χρείαις σπλαχνίζεσθαι ἐπί τοῖς πεπιστευμένοις, καί φροντίζειν αὐτῶν" (Ματθ. 15,32).

Ἑπομένως, ὁ ἡγούμενος, ὡς πνευματικός πατήρ τοῦ ὑποτακτικοῦ (εἲτε εἶναι καί προεστώς τῆς Μονῆς εἲτε ὂχι), ὀφείλει νά τόν βλέπει ὡς εἰκόνα Θεοῦ, μή ἀγνοώντας τίς λίγες, ἒστω, βιοτικές ἀνάγκες τοῦ ὐποτακτικοῦ, καί ἐπιμένοντας στήν διαχείριση τῆς σωτηρίας του. Διότι αὐτό τελικά εἶναι ἡ σχέση ἡγουμένου - ὑποτακτικοῦ, ἡ σχέση πατέρα καί υἱοῦ, κατά τόν λόγο τοῦ Παύλου: "ἐάν γάρ μυρίους παιδαγωγούς ἒχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ' οὐ πολλούς πατέρας. Ἐν γάρ Χριστῷ Ἰησοῦ ἐγώ ὑμᾶς ἐγέννησα"

Αὐτή ἡ σχέση βέβαια προϋποθέτει τό αὐτονόητο, ὃτι ὁ ἡγούμενος ἒχει καθαρθεῖ γιά νά μπορέσει νά καθάρει, ἒχει φωτισθεῖ γιά νά μπορέσει νά φωτίσει. Σέ μιά τέτοια σχέση ""Ἡ ὑποταγή εἶναι προπαίδεια, μιά προοδευτική μύηση σέ μιά εἰρήνη θείας προελεύσεως: τό ἒργο τῆς ἡσυχίας, εἶναι τό νά μήν ἒχεις ἒγνοια γιά κανένα πράγμα". Ἡ ὑπέρβαση τῆς ὐπακοῆς ὁδηγεῖ στήν πλήρη ὑποκατάσταση τῆς ἀνθρώπινης θέλησης ἀπό τή θεία. Ἁγγίζουμε ἐδῶ τήν οὐσία τῆς πνευματικῆς πατρότητας: δέν ἒχει ἂλλο λόγο ὓπαρξης παρά νά ὁδηγήσει τόν ἂνθρωπο ἀπό τό στάδιο τοῦ σκλάβου στήν ἐλευθερία τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ". (Π. Εὐδοκίμωφ, "Ἡ πνευματική πατρότητα, Ὀρθόδοξος Μοναχισμός, σ. 57).

Τελικός σκοπός τῆς διμεροῦς σχέσεως ἡγουμένου - ὑποτακτικοῦ εἶναι ἡ ἀποκατάσταση τῆς γνήσιας κοινωνίας Θεοῦ - ἀνθρώπου, ἐν ἐλευθερίᾳ καί ἀγάπῃ, ἡ δωρεά τῆς σωτηρίας καί τῆς ἀγιότητας. Ὃλα αὐτά ὂμως δέν θά ἦταν δυνατά, ἂν δέν ἀποτελοῦν μίμηση τῆς ὑπάρξεως τοῦ Κυρίου μας, ὁ ὁποῖος ὡς Θεός μέν εἶναι ἠγούμενος καί ὑποτακτικός σέ ὃ,τι ἀφορᾶ τἠν δημιουργία τοῦ κόσμου καί τήν σχέση Του μέ τόν Θεό-Πατέρα, ἀλλά, ταυτοχρόνως, καί ὡς Θεάνθρωπος εἶναι ἡγούμενος καί ὑποτακτικός, σέ ὃ,τι ἀφορᾶ τήν παρουσία Του στήν ζωή τοῦ κόσμου.

Β. Ο ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΡΧΕΤΥΠΟΝ ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ & ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΟΥ

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι τό ἀρχέτυπον τοῦ ἠγουμένου καί τοῦ ὑποτακτικοῦ, δι' ὃλους πού ἀκολουθοῦν τόν βίον τῆς ἀποταγῆς. Ὡς πρόσωπον τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι ὁ ἡγούμενος τοῦ κόσμου, Αὐτός πού δημιουργεῖ τόν κόσμο καί τόν ἂνθρωπο ("ποιήσωμεν...), Αὐτός πού πορεύεται συναντώντας τόν κόσμο ἐν ἐλευθερίᾳ, ἀγάπῃ, δημιουργίᾳ.

Εἶναι ταυτοχρόνως ὃμως καί κατά κάποιον τρόπο ὑποτακτικός, διότι ἀκολουθεῖ τό θέλημα τοῦ Πατρός Του, χωρίς αὐτό νά σημαίνει τήν δουλεία Του στόν Πατέρα, ἀλλά τήν ἐκούσια καί δι' ἀγάπης ἀφοσίωση στόν Πατέρα, τήν ἀλληλοπεριχώρησή τους, πού μέ τήν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀποκαλύπτει τήν πλήρη ἑνότητα τῶν Προσώπων καί τήν Κοινωνία ἀγάπης καί ἐλευθερίας πού τήν χαρακτηρίζει.

Ὁ ἂνθρωπος ἐπλάσθη ἀπό τόν Θεό κατ' εἰκόνα Αὐτοῦ καί ὁμοίωσιν. Αὐτό σημαίνει ὃτι ὁ ἂνθρωπος, ὃσο ζοῦσε μέ τό Θεό, ὁμοίαζε σ' Αὐτόν σέ ὃ,τι ἀφορᾶ στήν ἀγάπη, τἠν ἐλευθερία, τἠν δημιουργία. Μέ τήν πτώση του ὃμως ὁ ἂνθρωπος διαστρέφει τήν ἐλευθερία σέ αὐτονομία ἀπό τό Θεό καί θρίαμβο τοῦ ἀνθρωπίνου ἐγώ. Ἡ δημιουργική ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία πήγαζε ἀπό τήν σχέση του μέ τόν Θεό, τώρα γίνεται καταστροφή καί φθορά. Ἡ ἀγαπητική πορεία τοῦ ἀνθρώπου γίνεται ἀποστροφή, μίσος, θάνατος.

Ὁ ἂνθρωπος ἐπλάσθη ἀπό τόν Θεό ἡγούμενος τῆς κτίσεως. Τό ἀρχικόν τοῦ ἀνθρώπου δέν νοεῖται τυραννικῶς καί ἐγωϊστικῶς, ἀλλά ὡς "τό έργάζεσθαι καί φυλάσσειν" τόν κόσμο, δηλαδή ὁ ἂνθρωπος ὡς ἡγούμενος τῆς κτίσεως χάριτι Θεοῦ χρησιμοποιεῖ τόν κόσμο εὐχαριστιακά καί τοῦ ἀνταποδίδει ἀγάπη, φυλάσσοντάς τον ἀπό τήν φθορά.

Ὃλα αὐτά ἒχουν νόημα καθώς ὁ ἂνθρωπος βιώνει τήν ὑποταγή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὑποταγή νοουμένη πάλι ὂχι ὡς δουλεία, ἀλλά ὡς ἐλεύθερη ἐπιλογή τοῦ ἀνθρώπου, καρπός τῆς ἀγάπης τοῦ ἀνθρώπου πρός τό Θεό, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς γιά τόν ἂνθρωπο.

Μποροῦμε νά ποῦμε δηλαδή ὃτι κατά κάποιο τρόπο ὁ ἂνθρωπος στόν Παράδεισο ζεῖ τόν τρόπο τοῦ Χριστοῦ στή σχέση μέ τόν Πατέρα, εἶναι υἱός κατά χάριν. Αὐτό πού ὁ Χριστός εἶναι ὡς ὑποστατικό ἰδίωμα, δηλαδή Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ ἂνθρωπος, μένοντας ἐν τῇ ἀγάπῃ τοῦ Χριστοῦ τό βιώνει στόν Παράδεισο θέσει.

Μέ τήν ἐπιλογή τοῦ ἀνθρώπου νά ἂρει τήν ὑποταγή στό Θεό καί τήν υἱότητα, ἒχουμε ταυτόχρονα τήν προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου νά γίνει ἡγούμενος στόν κόσμο, παίρνοντας τή θέση τοῦ Θεοῦ, ἂνευ τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἂνθρωπος σπάει τήν κοινωνία μέ τόν Θεό, μέ ἀποτέλεσμα ἀπό υἱός νά γίνεται δοῦλος, ὂχι τοῦ Θεοῦ, ἀλλά τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου (Αὐτό πού ὁ Μέγας Βασίλειος λέει θαυμάσια στή Θεία Λειτουργία Του: ἐν ὧ κατειχόμεθα, πεπραμένοι ὑπό τήν ἀμαρτίαν)

Ὁ ἂνθρωπος λοιπόν διαστρέφει τήν ἒννοια τῆς ὑποταγῆς στό Θεό, καθώς τό κατ' εἰκόνα του ἁμαυρώνεται. Διατηρεῖ ὃμως μέσα του κάτι ἀπό τό ἀρχαῖον κάλλος, ἀκριβῶς διότι δέν εἶναι δυνατόν νά ἐκλείψει ὁ Θεός ἀπό τήν ζωή του. Διαστρέφει ὃμως ὁ ἂνθρωπος καί τή σχέση του μέ τόν συνάνθρωπό του.

Ἐνῶ στόν Παράδεισο ὁ ἂνθρωπος ἀναγνωρίζει στό πρόσωπο τοῦ συνανθρώπου τήν σάρκα ἐκ τῆς σαρκός του καί τό ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων του καί βιώνει τήν ἀγάπη πρός τόν ἂλλο, ἀκριβῶς διότι ζεῖ τήν κοινωνία μέ τό Θεό, μέ τήν πτώση ὁ συνάνθρωπός του γίνεται ἐχθρός, ὑπαίτιος τοῦ κακοῦ καί ταυτόχρονα ὁ Θεός γίνεται ἐχθρός τοῦ ἀνθρώπου, διότι Αὐτός εἶναι πού παρέδωσε τόν ἂλλο στόν ἂνθρωπο, ὃπως χαρακτηριστικά ἀναφέρει ὁ Ἀδάμ στό διάλογο μέ τό Θεό.

Ἀλλά καί ἡ κτίσις παύει πλέον νά ὑποτάσσεται ἐκουσίως στόν ἂνθρωπο καί συστενάζει καί συνωδίνει μαζί Του, ἀκριβῶς διότι ὑπάρχει πλέον ἡ ἁμαρτία, ἡ φθορά, ὁ ἐγωισμός καί ὁ θάνατος πού κυβερνοῦν τόν κόσμο καί ὂχι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

Ἂρα, ἐνῶ πρίν ἀπό τήν πτώση μιλοῦμε γιά σχέση Θεοῦ καί ἀνθρώπου, σχέση ἀνθρώπου μέ τόν συνάνθρωπο, σχέση ἀνθρώπου μέ τήν φύση, ὡς σχέση ἡγουμένου καί ὑποτακτικοῦ κατά τό ἀρχέτυπον Θεοῦ Πατρός - Ἰησοῦ Χριστοῦ, δηλαδή γιά ἐκούσια καί δι' ἀγάπης ἀφοσίωση, κοινωνία, ἀλληλοπεριχώρηση, τώρα μιλοῦμε γιά μία διαφορετικῆς ποιότητος σχέση.

Ὁ ἡγούμενος εἶναι αὐτός πού ἐξουσιάζει καί ὁ ὑποτακτικός εἶναι αὐτός πού ἐξουσιάζεται καί ζεῖ ὡς δοῦλος καί ἀποστρεφόμενος τήν κοινωνία. Χαρακτηριστικό τῶν σχέσεων εἶναι ὁ φόβος καί ἡ ἰσχύς, ὂχι ἡ ἀγάπη καί ἡ ἐλευθερία. Τελικό ἀποτέλεσμα ὁ θάνατος καί ὂχι ἡ ζωή, γιά τήν ὁποία ἒπλασε ὁ Θεός τόν ἂνθρωπο.

Ὁ Θεός ὃμως οὓτως ἠγάπησεν τόν κόσμον, ὣστε τόν μονογενῆν Υἱόν Αὐτοῦ δοῦναι, ἳνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς Αὐτόν μή ἀπόληται ἀλλ' ἒχει ζωήν αἰώνιον. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός ξαναγίνεται τό ἀρχέτυπον ἡγουμένου καί ὐποτακτικοῦ, κενώσας ἑαυτόν, μορφήν δούλου λαβών, δηλαδή γενόμενος ἂνθρωπος τέλειος, δίχα ἁμαρτίας.

Ξαναπροσφέρει λοιπόν στόν ἂνθρωπο ὡς πρός τόν Θεό τήν σχέση ὑποτακτικοῦ - ἡγουμένου, ὃπως ἦταν στόν Παράδεισο, δηλαδή τήν σχέση ἐλευθερίας, ἀγάπης, δημιουργίας. Ταυτόχρονα, ἀποκαθίσταται στήν τελειότητα τοῦ Θεανδρικοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου ἡ κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν συνάνθρωπο καί μέ τήν κτίση. Ὁ Χριστός μιλᾶ γιά ἀγάπη γιά τίς δύο ἐντολές, στίς ὁποῖες κρέμαται ὁ νόμος καί οἱ προφῆτες, δηλαδή τἠν ἀγάπη πρός τό Θεό καί τόν συνάνθρωπο, ἐνῶ ἡ κτίση ὑποτάσσεται σ' Αὐτόν (ἡ ἀρρώστια, ἡ θάλασσα, ἡ τροφή, ὁ θάνατος), ὃπως ἀκριβῶς καί στόν Παράδεισο.

Γιά νά μπορέσει ὃμως ὁ ἂνθρωπος νά ξαναβρεῖ χάριτι αὐτή τήν πρωταρχική σχέση ὑποτακιτκοῦ - ἡγουμένου μέ τόν Θεό χρειαζόταν ὁ Ἰησοῦς Χριστός νά γίνει ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ σταυροῦ, νά φέρει τήν ἑκούσια ὑποταγή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ μέχρι τοῦ σημείου τῆς παραδόσεως αὐτῆς στόν θάνατο, γιά νά μπορέσει θανάτῳ θάνατον πατήσας νά ξαναδώσει τό τῆς υἱοθεσίας χάρισμα στόν κάθε ἂνθρωπο.

Ὁ Χριστός ἀποτελεῖ τό ἀρχέτυπον τοῦ ὑποτακτικοῦ στή σχέση μέ τό Θεό, ἀκριβῶς διότι παραιτεῖται ἐκουσίως ἀπό τό ἀνθρώπινο θέλημα, ὃπως αὐτό ἐκφράζεται στήν ἀγωνία τῆς Γεθσημανῆ. Ἡ φράση "πλήν μή τό θέλημά μου, ἀλλά τό σόν γινέσθω" (Λουκ. 22, 42) ἀποτυπώνει κατά τόν καλύτερο τρόπο τήν ἐκούσια ὑποταγή τοῦ Ἰησοῦ στό θέλημα τοῦ Πατρός καί τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά τόν κόσμο καί τόν ἂνθρωπο.

Ἀλλά καί ἡ ὃλη παρουσία τοῦ Κυρίου μας ἐν τῇ γῇ ἀποτελεῖ ὑποταγή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Παρατηρεῖ σχετικῶς ὁ Μέγας Βασίλειος: "Εἶτα αὐτοῦ τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ βοῶντος, δι' οὗ τά πάντα ἐγένετο, " Καταβέβηκα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, οὐχ ἳνα ποιῶ τό θέλημα τό ἐμόν, ἀλλα τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρός" καί ὃτι Ἀπ' ἑμαυτοῦ ποιῶ οὐδέν" καί "Ἐντολήν ἒλαβον τί εἲπω καί τί λαλήσω῾...πῶς οὐ πολλῷ μᾶλλον ἀναγκην πᾶσαν τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ σπουδάζουσαν τηρεῖν τήν ἐνότητα τοῦ πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης...οὐδενός μέν δηλονότι τό ἲδιον βούλημα ἱστῶντος, πάντων δέ κοινῃ ζητούντων ἐν ἑνί τῷ Ἀγίῷ Πνεύματι τό τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ θέλημα" (Περί Κρίματος Θεοῦ, ΕΠΕ, τόμος 8, 4)

Ταυτόχρονα ὃμως καί στή σχέση του μέ τήν κατά ἂνθρωπον οἰκογένειά Του ὁ Κύριός μας μᾶς φανερώνει τό παράδειγμα τῆς ὑποταγῆς, ὂχι καί πάλι ὡς δουλικῆς πράξεως, ἀλλά ὡς σεβασμοῦ πρός αὐτούς πού τόν συνέδεε μαζί τους ἡ κατά ἂνθρωπον ἀγάπη καί τιμή. "Ἦν ὑποτασσόμενος αὐτοῖς" μᾶς λέει χαρακτηριστικά ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς (2,51), χωρίς αὐτό καί πάλι νά σημαίνει ἀπορρόφηση τοῦ προσώπου Του, ὃπως φάνηκε σέ πολλές περιπτώσεις ("Τί ὃτι ἐζητεῖτε με; οὐκ ἢδειτε ὃτι ἐν τοῖς τοῦ πατρός μου δεῖ εἶναι με" Λουκ. 2, 49 -" Τί ἐμοί καί σοί γύναι; οὒπω ἣκει ἡ ὣρα μου" Ἰω. 2, 4 - ὃστις γάρ ἂν ποιήσῃ τό θέλημα τοῦ πατρός μουτοῦ ἐν οὐρανοῖς, αὐτός μου ἀδελφός καί ἀδελφήη καί μήτηρ" Ματθ. 12,50)

Τελικά, μέσω τῆς ἀγάπης καί τῆς ὐπακοῆς πού φθάνει μέχρι τόν θάνατο, δηλαδή ἀπό τήν αὑτοπαραίτηση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τό ἒχειν καί τό εἶναι, χωρίς αὐτό νά σημαίνει ἀπορρόφηση τοῦ προσώπου, ἀλλά προσφορά στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τοῦ συνανθρώπου ἒρχεται ἡ σωτηρία, ὂπερ καί ὁ σκοπός τῆς ὑποταγῆς, ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά στηριχθεῖ σέ ἂλλου εἲδους σχέση, παρά μόνον στήν ὑποταγή στό θέλημα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, πρωτότοκος τῆς κτίσεως καί δημιουργός πάντων τῶν γεγονότων, εἶναι Αὐτός πού ἐπαναοριοθετεῖ τή σχέση ὑποτακτικοῦ -ἡγουμένου, τόσο σέ ὃ,τι ἀφορᾶ τή σχέση ἀνθρώπου καί Θεοῦ, ὃσο καί τή σχέση ἀνθρώπου μέ τόν συνάνθρωπο καί τήν κτίση. Ἡ ὑποταγή μας στόν Ἰησοῦ Χριστό ἀποτελεῖ ἀπαραίτητη καί μοναδική προϋπόθεση σωτηρίας, καθώς μόνο ἒτσι ἀποκτοῦμε ξανά τήν αἲσθηση ὃτι εἶναι δυνατόν νά ἐπαναβροῦμε τό νόημα τῆς σχέση ἀνθρώπου -πλησίον- κτίσεως- Θεοῦ.

Αὐτό συμβαίνει ὃλως ἰδιαιτέρως στό μοναχικό βίο. Ὁ μοναχός διά τῆς ὑπακοῆς - ὑποταγῆς ἀγωνίζεται νά βιώσει τή θέα τοῦ Ἰησοῦ. Παραιτούμενος ἀπό τό θέλημά του, ὑποτασσόμενος ἐν ἀγάπῃ στόν γέροντα - καθηγούμενο - προεστῶτα καί τήν ἀδελφότητα διασώζει τίς προϋποθέσεις νά ξαναβρεῖ τήν ἀληθινή κοινωνία ἐν Χριστῷ. Δέν καυχᾶται διά τά κατορθώματά του, διότι νιώθει διαχειριστής τῶν χαρισμάτων πού τοῦ ἒδωσε ὁ Θεός, ἀλλά καί γνωρίζει καλῶς ὃτι δέν εἶναι ἡ ἀτομική του ἀρετή αὐτή πού τόν ὁδηγεῖ στήν πνευματική πρόοδο, ἀλλά ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ.

Ὁ μοναχός δέν ζεῖ ἐν τῷ κόσμῳ ἀλλά ἀποτελεῖ λύχνον τοῦ κόσμου, ἀκριβῶς διότι προσεύχεται διά τόν κόσμο. Δέν μιλᾶ γιά τήν ἀγάπη, ἀλλά τή βιώνει εἰς τό πρόσωπον τῶν πενήτων ἀδελφῶν του. Δέν μιλᾶ γιά τόν Θεό, ἀλλά ἀγωνίζεται ἐν τῇ καρδίᾳ του νά βιώνει τήν ἐγκατοίκησιν τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ὁ μοναχός ἀρνεῖται τό φρόνημα τῆς σαρκός, διότι γνωρίζει ὃτι φέρνει ἒχθρα στό Θεό καί προσπαθεῖ, ὃπως ἀναφέρει καί πάλι ὁ Μ. Βασίλειος, νά ζήσει θεοσεβῶς. (Περί Κρίματος Θεοῦ, ΕΠΕ, τόμος 8, 3 )

Ὁ μοναχός ζεῖ συμφιλιωμένος μέ τήν κτίσι, ἀντιμετωπίζοντάς την εὐχαριστιακά καί λειτουργικά, διότι γνωρίζει ὃτι εἶναι ἒργο Θεοῦ καί γι' αὐτόν ὑπάρχει ὂχι διά νά τήν ὑποτάσσει ἀλλά διά νά τήν ἀναφέρει στό Θεό! Χαρακτηριστικόν εἶναι τό παράδειγμα τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου ὁ ὁποῖος ἐβίωνε καί ἐδίδασκε ὃτι "τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ διδάσκει τή συμπόνοια γιά ὃλη τήν κτίση, ὣστε νά μήν κόβουμε οὒτε τά φύλλα τοῦ δένδρου χωρίς ἀνάγκη". Καί ἒλεγε χαρακτηριστικά: Νά, ἓνα πράσινο φύλλο πάνω στό δέντρο, καί σύ τό εκοψες χωρίς ἀναγκη. Ἂν καί δέν εἶναι ἁμαρτία, πῶς νά τό πῶ, προκαλεῖ οἶκτο. Ἡ καρδιά πού ἒμαθε ν' ἀγαπᾶ, λυπᾶται ὃλη τήν κτίση".

Συμπερασματικά, ἡ μοναχική ζωή εἶναι ἐπανεύρεση τῆς γνήσιας σχέσης Θεοῦ καί ἀνθρώπου στή βάση τοῦ διμεροῦς, τριμεροῦς καί τετραμεροῦς σχήματος: Ἰησοῦς Χριστός - γέροντας, ἡγούμενος, πνευματικός πατήρ - ὑποτακτικός - Ἐκκλησία, Μονή.

Γ. Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΕΝΝΟΙΩΝ ΣΤΗΝ ΜΟΝΑΣΤΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ & ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΤΟΥ

Θά ἦταν παράλειψίς μας ἐάν δέν βλέπαμε τόν Κύριό μας ἱησοῦ Χριστό ὡς ἀρχέτυπον ὑποτακτικοῦ -ἡγουμένου στήν μοναστικήν κοινότητα τοῦ ἰδίου μετά τῶν μαθητῶν Του. Πολλά θά μποροῦσε νά πεῖ κανείς, θά μᾶς ἐπιτραπεῖ ὃμως νά χρησιμοποιήσουμε ὡς ἀφετηρία διά νά καταλάβουμε αὐτόν τόν τρόπο ζωῆς, τό γεγονός τοῦ Νιπτῆρος (Ἰω. 13, 1-20).

Ὁ Κύριος ἦταν γιά τούς μαθητές Του ὁ ἠγούμενος. Ὡς ἠγούμενος ὁ Ἰησοῦς χαρακτηρίζεται Διδάσκαλος καί Κύριος. Αὐτό σημαίνει ὃτι ὁ ἡγούμενος εἶναι αὐτός πού καί τιμᾶται ὡς Κύριος περισσότερο ἀπό ὃλους, ἀλλά καί ἡ τιμή του ὀφείλεται στήν ὐπεροχή τοῦ χαρίσματος τῆς διδασκαλίας καί τῆς αὐθεντίας, πού ἀναγνωρίζεται ἀπό ὃλους.

Τό πρωτεῖο ὃμως τοῦ Κυρίου δεν εἶναι πρωτεῖο ἐξουσίας, αλλά διακονίας. "Οὐκ ἒστι δοῦλος μείζων τοῦ κυρίου αὐτοῦ, οὐδέ ἀπόστολος μείζων τοῦ πέμψαντος αὐτόν῾. Ὁ Κύριος δέχεται τήν ἀπόδοση τιμῆς πού τοῦ κάνουν οἱ Ἀπόστολοι, ἀλλά τούς δηλώνει ὃτι ἡ αὐθεντία καί ἡ ἡγουμενία Του ἒγκειται στήν ταπείνωση καί τήν διακονία (εἰ οὖν ἐγώ ἒνιψα ὑμῶν τούς πόδας, ὁ Κύριος καί ὁ Διδάσκαλος, καί ὑμεῖς ὀφείλετε ἀλλήλων νίπτειν τούς πόδας. Ὑπόδειγμα γάρ δέδωκα ὑμῖν, ἳνα καθώς ἐγώ ἐποίησα ὑμῖν, καί ὑμεῖς ποιῆτε).

Ὃλα αὐτά ὃμως πηγάζουν ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Ἰησοῦ πρός τούς μαθητές Του. "Εἰδώς ὁ Ἰησοῦς ὃτι ἐλήλυθεν αὐτοῦ ἡ ὣρα ἳνα μεταβῆ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου πρός τόν πατέρα, ἀγαπήσας τούς ἰδίους τούς ἐν τῳ κόσμῳ, εἰς τέλος ἠγάπησεν αὐτούς". Ὁ Κύριός μας ἀποτελεῖ ὐπόδειγμα ἡγουμένου πού τά ἰδιώματά Του εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ ταπείνωση, ἡ διακονία, ἀλλά καί ἡ αὐθεντία ἐξαιτίας τῆς γνώσεως, μιᾶς γνώσεως πηγάζουσας ἐκ τῆς σχέσεώς Του πρός τόν Πατέρα (ἃ οὖν λαλῶ ἐγώ, καθώς εἲρηκέ μοι ὁ πατήρ, οὓτω λαλῶ).

Οἱ Ἀπόστολοι εἶναι οἱ ὑποτακτικοί τοῦ Ἰησοῦ. Μαθαίνουν κοντά Του τήν ταπείνωση, τήν διακονία, τήν ἀγάπη, φωτίζεται ὁ νοῦς τους καί ἠ καρδία τους καί καθαίρονται ἐνατενίζοντες τόν Διδάσκαλο. Ὁ Κύριος δέν αἲρει τήν ἐλευθερία τους, γι'αὐτό καί βλέπουμε τόν Ἰοῦδα νά τόν προδίδει. Ὁ Κύριος δέν παύει νά ἀγαπᾶ καί τόν προδότη. Τοῦ πλένει καί αὐτοῦ τά πόδια, ἐνῶ τόν τιμᾶ, δίδοντάς του τό ψωμί τοῦ δείπνου. Δέν τόν ἀπορρίπτει, παρέχοντας ὡς ἡγούμενος τό πρότυπον ἐκεῖνο τῆς ἀγάπης πρός πάντας, ἡ ὁποία δέν ξεχωρίζει οὒτε σταματᾶ, ἀλλά καί ταυτόχρονα δέν παύει νά εἶναι εἰλικρινής. Γι' αὐτό ὁ Κύριος λέει στόν Ἰούδα: "Ὃ ποιεῖς, ποίησον τάχιον", δείχνοντάς του ὃτι γνωρίζει τήν προδοσία του, θέλοντάς ὃμως ταυτόχρονα νά τοῦ δώσει αὐτὀ τό ὐπόδειγμα τῆς ἀγάπης, ὣστε νά μήν ἒχει νιώσει τήν ἀπόρριψη μέσα στήν κοινότητα τοῦ Ἰησοῦ καί τῶν μαθητῶν Του.

Ὁ Κύριός μας εἶναι ἠγούμενος. Ἀπέχει πόρρω ὃμως ὁ τρόπος ἐκδήλωσης τῆς ἠγουμενικῆς ἰδιότητας ἀπό αὐτό πού θά περίμενε κανείς ἀπό ἓναν ἡγεμονεύοντα. Θά περίμενε κανείς νά τοῦ πλύνουν τά πόδια οἱ ὑποτακτικοί Του, ὂχι νά τούς τά πλύνει. Μάλιστα, στήν ἂρνηση τοῦ Πέτρου νά δεχθεῖ τόν Ἰησοῦ ὡς ὑποτακτικό, ὁ Κύριός μας μέ ἀποφασιστικότητα καί κατηγορηματικά τοῦ λέει: "Ἐάν μή νίψω σε, οὐκ ἒχεις μέρος μετ' ἐμοῦ". Δέν μπορεῖ νά ἒχει θέση μέ τόν ἡγούμενο - ὑποτακτικό Ἰησοῦ αὐτός πού δέν βιώνει τήν ταπείνωση καί δέν μπορεῖ νά δεχθεῖ τήν ἀγάπη, ὃπου κι ἂν φθάνει!

Στή φράση τοῦ Κυρίου "οὐκ ἒχεις μέρος μετ' ἐμοῦ" ἀποτυπώνεται ὁ ἡγετικός χαρακτήρας τοῦ Ἰησοῦ στήν κοινότητά Του. Ὁ ἡγούμενος διακρίνεται γιά τήν διακονία, τήν ἀγάπη, τήν ταπείνωση, τό προφητικό χάρισμα, τόν φωτισμό, ἀλλά δέν παύει νά εἶναι καί αὐτός πού ἡγεῖται τοῦ κύκλου Του, τῆς μάνδρας, τῆς Μονῆς. "Μανθανέτωσαν προϊστασθαι καλῶν ἒργων" οἱ ἡγούμενοι τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά δέν παύουν νά εἶναι καί ἡγέτες, ἠγέτες πού μέ εἰλικρίνεια διακρίνουν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ ἀπό ὃ,τι δέν τό ἐκφράζει καί τό καθιστοῦν ἀδιαμφισβήτητο, ἀκριβῶς ἐξαιτίας τῆς πνευματικῆς τους αὐθεντίας.

Ἡ ἀπάντηση τοῦ Πέτρου εἶναι ξεκάθαρη: "Κύριε, μή τούς πόδας μου μόνον, ἀλλά καί τάς χεῖρας καί τήν κεφαλήν". Συνειδητοποιεῖ τό παράδειγμα τοῦ Κυρίου καί ἡ ἀγάπη τοῦ ὐποτακτικοῦ μπαίνει πιό πάνω ἀπό τόν ὐπερβολικό σεβασμό, τόν ἐγωισμό, τόν κίνδυνο τῆς ἀπείθειας, ἀλλά καί ὃ,τι δέν ἀφήνει τόν ἂνθρωπο νά παραδοθεῖ στόν Χριστό!

Ὁ Μέγας Βασίλειος ἀναφέρει χαρακτηριστικά σέ ἐρώτηση ἂν πρέπει νά δεχόμαστε μέσα στήν Μονή τήν ὑπηρεσία πού προσφέρει ὁ προεστώς: "Πρέπει οἱ ἀδελφοί νά δέχωνται καί τήν σωματική ὑπηρεσία πού προσφέρεται ἀπό αὐτούς πού θεωροῦνται προέχοντες εἰς τήν ἀδελφότητα. Διότι ἡ ταπεινοφροσύνη ὐποδεικνύει καί εἰς τόν ἀνώτερο νά ὑπηρετεῖ, καί διδάσκει τόν κατώτερο ὃτι δέν εἶναι κακό νά ὑπηρετεῖται. Εἰς αὐτό ἀκριβῶς τό συμπέρασμα μᾶς ὁδηγεῖ τό παράδειγμα τοῦ Κυρίου, ὃπου ὁ ἲδιος μέν δέν ἐδίστασε νά νίψη τούς πόδας τῶν μαθητῶν του, ἐκεῖνοι δέ δέν ἐτόλμησαν νά ἀντισταθοῦν εἰς τοῦτο. Ἀλλά καί ὁ Πέτρος, πού ἀπό πολλήν εὐλάβειαν δέν ἐδέχθη κατ' ἀρχήν τήν ὐπηρεσίαν τοῦ Κυρίου, ὐπήκουσεν ἀμέσως, μόλις ἒμαθε τόν κίνδυνο πού συνεπάγεται ἡ ἀπείθεια. Δέν ὐπάρχει λοιπόν φόβος διά τόν κατώτερον μήπως χαλαρωθῆ δι' αὐτόν τό ἰδεῶδες τῆς ταπεινοφροσύνης, ἐάν ποτέ δεχθῆ τήν ὐπηρεσία τοῦ ἀνωτέρου. Διότι ἡ ὑπηρεσία τοῦ προσφέρεται, διά νά τόν διδάξη καί νά τοῦ δώση μᾶλλον ἓνα ζωντανόν παράδειγμα ἢ καί διότι πολλάκις τό ἀπαιτεῖ ἡ ἀνάγκη. Ἂς ἀποδείξει λοιπόν τήν ταπεινοφροσύνην του μέ τήν ὐπακοήν καί τήν μίμησιν τοῦ ἀνωτέρου του. Καί ἂς μήν ἐνεργῇ μέ ὐπερηφάνειαν καί ἀλαζονείαν, ἐνῷ ἀντιτίθεται ὑπό τό πρόσχημα τῆς ταπεινοφροσύνης. Διότι ἠ ἀντιλογία δείχνει ὃτι δέν ἐξαρτώμεθα ἀπό κανένα καί ὃτι δέν ὐποτασσόμεθα εἰς κανένα. Εἶναι λοιπόν ἀπόδειξις ἐπάρσεως μᾶλλον καί περιφρονήσεως, ὂχι δέ ταπεινοφροσύνης καί πλήρους ὑποταγῆς. Διά τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νά τηροῦμεν τόν λόγον : νά ἀνεχώμεθα ὃ ἓνας τόν ἂλλον μέ ἀγάπη" (Ὃροι κατά πλάτος Β', ΕΠΕ, 31).

Ὑπόδειγμα λαμπρόν διά τόν μοναχικόν μας βίον ἡ παρουσία τοῦ Κυρίου μας ὡς τελείου ἠγουμένου, ἀλλά καί ὡς ἀληθινά ταπεινοῦ διακόνου στήν κοινότητα τῶν μαθητῶν του, κοινότητα κατά πάντα μοναστική!

Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Κλείνοντας αὐτήν τήν σύντομη ἀναφορά μας στό πρόσωπον τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὡς ἀρχετύπου ὑποτακτικοῦ - ἡγουμένου μποροῦμε νά προβοῦμε στήν καταγραφή κάποιων συμπερασμάτων, τά ὁποῖα νά ἀποτελέσουν καί τήν ἀφετηρία τυχόν διαλόγου.

1. Ἡ σχέση ἡγουμένου -ὑποτακτικοῦ δέν μπορεῖ νά νοηθεῖ ἂλλως πως ἢ ὡς σχέση ἡ ὁποία ἒχει σκοπόν της τήν σωτηρία τοῦ ὐποτακτικοῦ, ἀλλά καί τοῦ ἠγουμένου, δηλαδή εἶναι σχέση πού πηγαίνει στόν Χριστό καί πραγματώνεται ἐντός τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Μονῆς.

2. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός ὡς Θεός εἶναι ἡγούμενος, ἀλλά καί ὐποτακτικός, ἐν σχέσει μέ τόν Πατέρα Του καί τό Ἃγιον Πνεῦμα. Καί ὡς ἡγούμενος καί ὡς ὑποτακτικός ἀποκαλύπτει τήν ἑνότητα καί τήν κοινωνία ἀγάπης καί ἐλευθερίας τῆς Ἁγίας Τριάδος.

3. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός ὡς Θεάνθρωπος, ἀποκαθιστᾶ τήν σχέση ἀνθρώπου καί Θεοῦ εἰς τό ἀρχαῖον κάλλος, στό ὃτι δηλαδή ὁ ἂνθρωπος ὑποτάσσεται ἑκουσίως καί ἐν ἀγάπῃ στό Θεό, ἒχοντας ἀγαπητική καί ἁρμονική σχέση μαζί του, μέ τόν συνάνθρωπο καί τήν κτίση. Ἡ πτώση διαταράσσει τήν σχέση αὐτή καί ὁ ἂνθρωπος διαστρέφει τήν ὑποταγή σέ ροπή πρός ἐξουσία καί κυριαρχία. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός μέ τήν μέχρι θανάτου ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Πατρός ἐπαναφέρει τόν ἂνθρωπο στήν υἱοθεσία του ἀπό τόν Θεό.

4. Ὁ μοναχός βιώνει τήν ὑπακοή ὡς ὑποταγή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ζώντας συμφιλιωμένος μαζί Του, μέ τόν συνάνθρωπο, τήν κτίσι, τόν κόσμο.

5. Ὁ Κύριός μας στή σχέση με τούς μαθητές Του ἰδίως κατά τήν διάρκεια τοῦ Νιπτῆρος, δίδει ἀληθινό ὑπόδειγμα ἡγουμένου, ὁ ὁποῖος εἶναι αὐθεντία ἐξαιτίας τῆς σχέσης Του μέ τόν Θεό, διακρίνεται διά τήν ἀγάπη, τήν ταπείνωση, τήν διακονία, τήν ἀλήθεια καί ὂχι διά τήν ἐξουσία, ἂρα οὐσιαστικά ἀποτελεῖ καί ὑπόδειγμα τελείου ὑποτακτικοῦ.

6. Ὃλα αὐτά τονίζουν καί ἐπαναβεβαιώνουν διαρκῶς τόν Χριστοκεντρικό χαρακτήρα τοῦ μοναχικοῦ βίου καί ἀποτελοῦν παράδειγμα διά πάντας ἡμᾶς, ὣστε νά ἒχουμε κατά νοῦν τήν βίωση τοῦ ἡγουμένου -ὑποτακτικοῦ ὑπό τοῦ ἀρχετύπου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καί στόν σημερινό μοναχισμό.

Θά θέλαμε, Μακαριώτατε πάτερ καί Δέσποτα, σεβασμία τῶν Ἱεραρχῶν χορεία, ἀγαπητοί πατέρες καί συμμονασταί, νά περατώσουμε ἐδῶ τήν σὐντομον αὐτήν εἰσήγησίν μας ἀναδιφῶντες εἰς τήν μνήμην μας τούς λόγους τοῦ Μ. Βασιλείου περί τοῦ προεστῶτος:

Ὁ προεστώς νά μήν ὐπερηφανεύεται διά τό ἀξίωμά του, διά νά μή χάση καί αὐτός τόν μακαρισμόν τῆς ταπεινοφροσύνης ἢ διά νά μή ἐπαρθῆ καί λάβη ἒτσι τήν κατάκρισιν τοῦ διαβόλου. Ἀλλά ἂς βεβαιωθῆ ὃτι ἡ ἐπιμέλεια τῶν πολλῶν εἶναι ὑπηρεσία τῶν πολλῶν. Ὃπως λοιπόν ὁ ὑπηρετῶν πολλούς τραυματισμένους καί καθαρίζων τό πύον κάθε τραύματος χωριστά καί χρησιμοποιῶν τά φάρμακα ἀναλόγως τῆς φύσεως τοῦ τραύματος δέν θεωρεῖ τήν ὐπηρεσίαν ὡς ἀφορμήν ἐπάρσεως, ἀλλά μᾶλλον ταπεινώσεως, ἀγωνίας καί ἀγῶνος, ἒτσι, καί πολύ περισσότερον, ὀφείλει νά σκέπτεται καί νά ἀγωνιᾷ ὁ ἐμπεπιστευμένος τήν θεραπείαν τῶν αδυναμιῶν τῆς ἀδελφότητος, ὡς ὐπηρέτης ὃλων καί ὡς μέλλων νά δώσῃ λόγον δι' ὂλους. Διότι μέ αὐτόν τόν τρόπον θά κατορθώσῃ τόν σκοπόν πού ἒθεσεν ὁ Κύριος μέ τό "ἐάν κάποιος θέλῃ μεταξύ σας νά εἶναι πρῶτος, νά εἶναι πάντων ἒσχατος καί πάντων ὑπηρέτης" (Ὃροι Κατά πλάτος Β', ΕΠΕ, 30).

Δεηθῆτε, Μακαριώτατε, ἡγούμενοι καί ὑποτακτικοί, νά μπορέσουμε νά ξαναβροῦμε τό ἀληθινόν νόημα τῆς σχέσεώς μας μέ τόν Κύριον μας Ἰησοῦν Χριστόν καί νά πορευθοῦμε τήν ὁδόν τῆς συμφιλιώσεως, τῆς κοινωνίας καί τῆς ἀγάπης πρός Αὐτόν!


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ