Χριστιανοί μου! Σκεφτείτε κι αποφασίστε. Πώς θα γιατρέψετε τις πληγές σας, πώς θ’ αποκτήσετε την τελειότητα της ταπεινοφροσύνης και της υποταγής στο θέλημα του Θεού, όταν αυτά τα δύο υπέροχα αδέλφια δεν κατόρθωσαν να το επιτύχουν μετά από τρία χρόνια πού έζησαν κοντά στον Κύριο, σε αδιάσπαστη προσωπική επαφή μαζί Του; Αυτό το κατόρθωσαν αργότερα, τότε πού το Πνεύμα του Θεού κατέβηκε εν ειδει πυρίνων γλωσσών στις καρδιές τους και τούς «κατέκαυσε» με το πυρ της αγάπης για το Χριστό. Τότε δεν εκλιπάρησαν για δόξα χωρίς πάθη, αλλά με συστολή για την προηγούμενη ματαιοδοξία τους συμμετείχαν θεληματικά στα πάθη του Κυρίου τους και σταύρωσαν τις καρδιές τους στο Σταυρό του Φίλου τους.
Άς ακούσουμε όμως την απάντηση πού έδωσε ο Κύριος στο αίτημα των δύο μαθητών: «Ο δέ Ιησούς είπεν αυτοίς ουκ οιδατε τί αιτείσθε. Δύνασθε πιείν το ποτηριού ο εγώ πίνω, και το βάπτισμα ο εγώ βαπτίζομαι βαπτισθήναι; οι δέ είπον αύτώ' δυνάμεθα.
Ο δέ Ιησούς είπεν αύτοίς' το μεν ποτήριον ο εγώ πίνω πίεσθε, και το βάπτισμα ο εγώ βαπτίζομαι βαπτισθήσεσθε  το δέ καθίσαι εκ δεξιών μου και εξ ευωνόμων ουκ εστίν εμόν δούναι, άλλ οις ητοίμασται» (Μάρκ. ι'38-40).
Πόσο ευγενικός και πόσο ταπεινός είναι ο Κύριος! Οποιοσδήποτε θνητός δάσκαλος θα είχε εξοργιστεί με τέτοιους μαθητές, θα τούς διαπόμπευε: «Φύγετε μακριά από μένα. Δεν είστε άξιοι να διδάσκεστε πνευματικά θέματα! Σας διδάσκω και σας εξηγώ για τρία συνεχή χρόνια και σεις μιλάτε ακόμα σα να μην καταλάβατε τίποτα!» Ο Κύριος όμως τούς μίλησε καθαρά, μα ευγενικά και ταπεινά. «Δεν ξέρετε τι ζητάτε», τους είπε.
Οι σκέψεις σας για Μένα είναι κοσμικές, όχι πνευματικές. Δέ ζητάτε τη δόξα του Θεού, μα τη δική σας. Δεν έχετε συνειδητοποιήσει ακόμα ποιός είμαι και ποιά είναι η βασιλεία Μου. Με βλέπετε ακόμα σαν Μεσσία του ισραηλίτικου λαού, τη βασιλεία Μου ως βασιλεία του Ισραήλ. Μα Εγώ είμαι Μεσσίας όλων των εθνών, Σωτήρας ζώντων και νεκρών, βασιλιάς της αόρατης Βασιλείας, όπου όλα τα έθνη κι όλοι οι λαοί θα είναι σαν ένας.


 Οι αναρίθμητοι άγγελοι χαίρονται κι αγάλλονται και ονομάζονται υπηρέτες της βασιλείας αυτής. Όποιος είναι έσχατος εδώ, στη Βασιλεία Μου θα είναι πρώτος και ενδοξότερος από τον πιο ένδοξο των βασιλιάδων αυτού του κόσμου. Γι’ αυτό δεν ξέρετε τί ζητάτε. Αν γνωρίζατε τη βασιλεία Μου, δέ θα σκεφτόσασταν καθόλου τί θέση θα παίρνατε σ’ αυτήν. Το μόνο πού θ’ αναζητούσατε, θα ήταν ο δρόμος πού οδηγεί σ’ αυτήν. Κι αυτός είναι ο δρόμος των παθών και του πόνου, για τα οποία σας μιλάω κάθε φορά πού σάς κάνω λόγο για τη βασιλεία Μου. Αυτό που σας ζητάω επομένως είναι πιο σπουδαίο και πιο χρήσιμο από τις δικές σας μάταιες επιδιώξεις κι επιθυμίες:
Δύνασθε πιείν το ποτήριον ο εγώ πίνω, και το βάπτισμα ο εγώ βαπτίζομαι βαπτισθηναι;
Ο Κύριος εδώ μιλάει για το ποτήριο του θανάτου Του και το βάπτισμα του Αίματός Του, για το μαρτυρικό Του θάνατο δηλαδή. Αυτό είναι το τρίτο βάπτισμα. Το πρώτο βάπτισμα ήταν του Ιωάννη, με νερό- το δεύτερο είναι του Χριστού, εν ύδατι και Πνεύματι- κι είναι μερικοί πού δέχτηκαν και το τρίτο βάπτισμα, πού είναι του αίματος, το μαρτυρικό στεφάνι.
Αναμφισβήτητα το βάπτισμα του αίματος συνδέεται με τη μέγιστη θυσία, αλλά και με τη μέγιστη δόξα. Οι απόστολοι του Χριστού θα βαπτίζονταν μ’ αυτό το βάπτισμα. Γι’ αυτό κι ο Κύριος αφιέρωσε τόσο χρόνο σ’ αυτό το στάδιο, ώστε να τούς προετοιμάσει για το μελλοντικό μαρτύριό τους. Δεν υπάρχει πιο ολέθριο και ψυχοφθόρο πράγμα από το να υποχωρήσει κανείς στα βάσανα και ν’ αρνηθεί το Χριστό. Ο Ιούδας, με το πού είδε πώς πλησίαζε η ταπείνωση και το πάθος του Διδασκάλου Του, τον αρνήθηκε και χάθηκε για πάντα. Ήταν ένας απ’ αυτούς πού περίμεναν μάταια να δουν το Χριστό βασιλιά στην 'Ιερουσαλήμ, να συμμετάσχουν στη δόξα Του. Όταν όμως διαπίστωσε πώς αντί για βασιλικό στέμμα ο Χριστός θα φορούσε ακάνθινο στεφάνι, υποχώρησε. Συμμάχησε μ’ εκείνους πού εμφανίστηκαν πιο πλούσιοι και πιο δοξασμένοι από τον Σωτήρα σ’ αυτόν τον κόσμο.
Ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης απάντησαν στην ερώτηση του Χριστού χωρίς δισταγμό: Δυνάμεθα. Η απάντηση αυτή δείχνει οπωσδήποτε τη μεγάλη τους Αγάπη για τον Κύριο. Είναι ξεκάθαρο πώς η φοβερή ερώτηση του Χριστού για το ποτήριο και το βάπτισμα έκανε μεγάλη εντύπωση στα δύο αδέλφια.
Ήταν όπως το πικρό φάρμακο σ’ έναν άρρωστο. Σύντομα συνήλθαν, κατάλαβαν το σφάλμα τους, ντράπηκαν πού σκέφτηκαν τη δόξα, τη στιγμή πού έπρεπε να τούς απασχολεί το πάθος. Ο Κύριος όμως είναι απαράμιλλος στην ικανότητα να οδηγεί την ψυχή του ανθρώπου. Σέ μια στιγμή άλλαξε τον προσανατολισμό τους στο ακριβώς αντίθετο από την επιθυμία της δόξας, σε ετοιμότητα για το μαρτύριο και το θάνατο.
Πόσο Όμορφη, πόσο υπέροχη είναι η διδαχή αυτή για όλους εμάς τούς χριστιανούς! Όταν φανταζόμαστε τον εαυτό μας στην αθάνατη βασιλεία του Χριστού και περιπλανιόμαστε μέσα σ’ αυτήν, αναζητώντας τη θέση μας, ο Κύριος μάς θέτει το ίδιο ερώτημα πού έθεσε στους γιούς του Ζεβεδαίου: Μπορείτε να πιείτε το ποτήριό Μου και να λάβετε το δικό Μου βάπτισμα; Μάς οδηγεί πάντα σέ μια σοβαρή θεώρηση και σκέψη, όχι της ουράνιας πόλης, όπου δεν φτάσαμε ακόμα, αλλά του δρόμου πού οδηγεί σ’ αυτήν και πού δεν κατορθώσαμε ακόμα να βαδίσουμε.
Πρώτα πρέπει να υπομείνουμε το πάθος κι έπειτα θα φτάσουμε στη δόξα. Τα όνειρά μας για δόξα είναι μάταια αν το πάθος μάς βρει απροετοίμαστους κι αρνηθούμε το Χριστό. Και τότε αντί για δόξα θα μάς περιμένει ντροπή, αντί για ζωή αιώνιος όλεθρος. Ευλογημένοι είναι εκείνοι ανάμεσα μας πού, στην ερώτηση του Κυρίου κατά πόσο μπορούν να πιουν το ποτήριο του πάθους Του, είναι έτοιμοι ν’ απαντήσουν κάθε στιγμή: Δυνάμεθα. Ναι, Κύριε, μπορούμε. Το ποιος όμως θα καθίσει δεξιά Του και ποιός αριστερά Του, δεν έχει αξία να το γνωρίζουμε.

  Ο Κύριος απάντησε ταπεινά: Ουκ εστιν εμόν δούναι. Μόνο μετά την Ανάσταση και την Ανάληψή Του θα γίνει, ως Θεός, Κριτής ζώντων και νεκρών. Τώρα φοράει ακόμα σάρκα, είναι θνητός, δεν ήρθε η ώρα Του να δοξαστεί, κατέχει ακόμα την έσχατη θέση του δούλου ολόκληρου του κόσμου.
 Και τη στιγμή που φτάνει στη μεγαλύτερη δοκιμασία της ταπείνωσης και της τελείωσης της υποταγής Του στο θέλημα του Πατέρα Του, πριν από τα φριχτά πάθη και τις ταπεινώσεις Του, δέ θ’ αποφασίσει για τις θέσεις και τις τιμές στη μέλλουσα βασιλεία Του. Σαν άνθρωπος δέ θα σφετεριστεί εκείνα πού θα έχει ως Θεός. Μόνο αφού πιει το πικρό ποτήριο και βαπτιστεί με το αίμα Του, κατά τη σταύρωση, θα τολμήσει να υποσχεθεί παράδεισο στον μετανιωμένο ληστή.
Ήθελε με τη συμπεριφορά Του αυτή να διδάξει στους ανθρώπους την ταπείνωση, μόνο την ταπείνωση, χωρίς την οποία ολόκληρο το οικοδόμημα της σωτηρίας θα χτιζόταν χωρίς θεμέλιο. Το σχόλιο του Χριστού ουκ εστίν εμόν δούναι, δεν πρέπει σέ καμιά περίπτωση να ερμηνευτεί πώς ό Υιός του Θεού είναι λιγότερο Θεός από τον Πατέρα στην ουράνια βασιλεία, όπως το ερμήνευσαν κάποιοι αιρετικοί. Εκείνος πού είπε, «εγώ και ο πατήρ εν έσμεν» (Ίωάν. ι'30), δέ θα μπορούσε ν’ αρνηθεί τον Εαυτό Του. Τα λόγια ουκ εστίν εμόν δούναι μπορούν να κατανοηθούν σωστά μόνο όταν τα ερμηνεύσουμε με πρόσκαιρους, όχι με αιώνιους όρους. Με όρους πού αφορούν τη ζωή του Χριστού εν χρόνω, στην ταπεινή κατάσταση πού ζούσε σωματικά ως άνθρωπος.
Λίγο προτού υποστεί τις μεγάλες Του ταπεινώσεις ο Κύριος Ιησούς, με την ελεύθερη βούλησή Του και για την ωφέλεια και τη σωτηρία μας, δέ θα διεκδικούσε όλα τα δικαιώματα και τη δύναμη πού θα ’ταν δικά Του μετά την ένδοξη Ανάστασή Του. Μόνο αφού αναστήθηκε και δοξάστηκε σωματικά, όταν νίκησε το σατανά, τον κόσμο και το θάνατο, δήλωσε στους μαθητές Του ο Κύριος: «Εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης» (Ματθ. κη'18).

ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ ΠΕΜΠΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ." . Εκείνος πού στέκεται πάνω από τούς ανθρώπους με τη βία, είναι σα να στέκεται πάνω σέ ηφαίστειο φθόνου και μίσους, ωσότου το ηφαίστειο εκραγεί και χαθεί μες τη λάβα."

Για να ’χουμε μια ολοκληρωμένη ερμηνεία όμως πρέπει να προσθέσουμε κάτι ακόμα, κάτι πού δείχνει την πανσοφία και παντογνωσία Του στη διαχείριση της σωτηρίας του ανθρώπου. Ό Κύριος επιθυμεί να δείξει πώς δεν υπάρχει προκατάληψη εδώ, δεν υπάρχει μεροληψία. «Ου γάρ εστί προσωποληψία παρά τω Θεώ» (Ρωμ. β'11). Ο Κύριος θέλει να πει πώς οι απόστολοι δεν πρέπει να εμπιστεύονται τη σωτηρία και τη δόξα τους στον εαυτό τους, μόνο επειδή είχαν ονομαστεί απόστολοί Του. Γιατί ακόμα κι ανάμεσα στους αποστόλους Του υπήρχε κάποιος πού χάθηκε. Η Βασιλεία Του προετοιμάστηκε για όλους εκείνους πού δείχνουν σ’ αυτήν τη ζωή πώς είναι άξιοι γι’ αυτήν. Δεν υπάρχει διάκριση στην κλήση, δεν μετράει η εξωτερική προσέγγισή τους στο Χριστό ή η τυχόν συγγένεια αίματος μαζί Του, όπως γινόταν με τα δύο αδέλφια, τον Ιωάννη και τον Ιάκωβο. Τα δύο μαθήματα πού ήθελε ο Κύριος να εμφυτέψει στις καρδιές των μαθητών Του, ήταν η μέχρι αυτοεξευτελισμού ταπείνωση κι η μέχρι θανάτου αγάπη Του.
Να ξεριζώσει απ’ αυτές τούς σπόρους της υπερηφάνειας, της φιλαυτίας και της αλαζονικής ματαιοδοξίας.
«Και ακούσαντες οι δέκα ηρξαντο αγανακτείν περί Ιακώβου και Ιωάννου» (Μάρκ. ι'41). Αγανάκτησαν οι δέκα μόλις άκουσαν την απαίτηση του Ιάκωβου και του Ιωάννη. Ο θυμός τους δεν προήλθε από το γεγονός ότι αυτοί κατανόησαν καλύτερα και πιο πνευματικά τη Βασιλεία του Χριστού από τα δύο αδέρφια. Ήταν απλά η ανθρώπινη ζήλεια τους. Μπορεί η περικοπή αυτή να μας οδηγήσει να σκεφτούμε πώς η αντίληψη του Ιούδα για το Χριστό και τη Βασιλεία Του ήταν πιο πνευματική από εκείνην του Ιακώβου και του Ιωάννη; «Γιατί έπρεπε ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης να τοποθετηθούν ψηλότερα από μάς τούς άλλους;» Αυτή ήταν η κρυφή ερώτηση πού ήθελαν να κάνουν, η κύρια πηγή της αγανάκτησης και της διαμαρτυρίας των δέκα εναντίον των δύο.
Με το θυμό της ζήλειας τους οι δέκα φανέρωσαν αθέλητα πώς είχαν την ίδια αντίληψη με τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, ή μάλλον πώς δεν είχαν καταλάβει ούτε αυτοί την πνευματική Βασιλεία του Χριστού και την ουράνια δόξα Του.
Γνωρίζουμε όμως πώς ο Κύριος Ιησούς δέ διάλεξε για μαθητές Του τούς σοφότερους από τούς σοφούς αυτού του κόσμου, άλλ’ αντίθετα τούς απλοϊκότερους από τούς απλούς. Διάλεξε τούς έσχατους, για να τούς κάνει πρώτους. Διάλεξε τούς πιο απλούς, για να τούς μετατρέψει στους πιο σοφούς. Διάλεξε τούς πιο αδύνατους, για ν’ αναδείξει απ’ αυτούς τούς πιο ισχυρούς. Διάλεξε τούς περιφρονημένους, για να τούς κάνει τούς πιο ένδοξους. Κι ο Κύριος πέτυχε στο δύσκολο αυτό έργο τόσο καλά, όπως και σέ κάθε άλλο έργο.Η θαυματουργική δύναμή Του δέ φάνηκε λιγότερο εδώ απ’ ό,τι όταν γαλήνευε τη θάλασσα ή όταν πολλαπλασίαζε τους άρτους.
Όταν οι θεόπνευστοι ευαγγελιστές μας αποκαλύπτουν τις αδυναμίες των μαθητών, πετυχαίνουν δύο στόχους: πρώτα μας δείχνουν μ’ αυτόν τον τρόπο και τις δικές μας αδυναμίες και δεύτερο δείχνουν τη μεγαλοσύνη και τη δύναμη του Θεού, τη σοφία των μεθόδων πού χρησιμοποιεί για τη θεραπεία και τη σωτηρία των ανθρώπων.
Τώρα, πού οι άλλοι δέκα μαθητές φανέρωσαν την αγνωσία τους για τη δόξα του Χριστού και ταυτόχρονα έδειξαν πώς υπόφεραν κι αυτοί από τη συνηθισμένη ανθρώπινη ζήλεια, ό Κύριος άδραξε την ευκαιρία να τούς δώσει ένα ακόμα μάθημα για την ταπείνωση.
«Ο δε Ιησούς προσκαλεσμένος αυτούς λέγει αυτοίς οίδατε ότι οι δοκούντες άρχειν των εθνών κατακυριεύουσιν αυτών και οι μεγάλοι αυτών κατεξουσιάζουσιν αυτών ουκ ούτω δέ έστω υμίν, άλλ ος εάν θέλη γενέσθαι μέγας εν υμίν, εσται υμών διάκονος, και ος εάν θέλη ύμών γενέσθαι πρώτος, εσται πάντων δούλος» (Μάρκ. ι'42-44).
Εδώ έχουμε μια καινούργια κατάσταση πραγμάτων. Εδώ έχουμε μια καινούργια κοινωνική συνταγή, άγνωστη κι ανήκουστη στον προ Χριστού ειδωλολατρικό κόσμο. Στους ειδωλολάτρες οι άρχοντες έδειχναν την κυριαρχία τους με τη δύναμη, με τη βία. Οι κυβερνώντες κυβερνούσαν με την αυθεντία της εξουσίας και της δύναμης, της κληρονομιάς ή του πλούτου. Κυβερνούσαν κι εξουσίαζαν. Οι άλλοι υποτάσσονταν από φόβο και τούς υπηρετούσαν με τρόμο. Αυτοί τον εαυτό τους τον λογάριαζαν πρώτο, ανώτερο και καλλίτερο, μόνο και μόνο επειδή βρίσκονταν στην εξουσία λόγω κοινωνικής θέσης, δύναμης και τιμής. Η κοινωνική θέση, η δύναμη κι ο πλούτος ήταν ο τρόπος πού μετρούσαν την υπεροχή των ανθρώπων.
Ο Κύριος Ιησούς απορρίπτει τη μέθοδο αυτή και θεσμοθετεί τη διακονία ως μέτρο υπεροχής σ’ εκείνους πού τον πιστεύουν. Πρώτος δεν είναι εκείνος πού τα μάτια των ανθρώπων τον βλέπουν ανεβασμένο ψηλά, αλλ’ αυτός πού οι καρδιές των ανθρώπων νιώθουν ότι είναι καλός. Σέ μια χριστιανική κοινωνία το στέμμα δεν προσφέρει την πρώτη θέση αυτοδίκαια, τα πλούτη κι η δύναμη δεν απονέμουν ανωτερότητα. Η κλήση κι η κοινωνική θέση είναι κενά σχήματα, αν δέ συμπληρώνονται με την υπηρεσία των άλλων στο όνομα του Χριστού.
Όλα τ’ άλλα εξωτερικά σημάδια και σύμβολα υπεροχής είναι ένα απλό καλειδοσκόπιο, αν η υπεροχή δεν έχει αποκτηθεί και δικαιωθεί με την υπηρεσία των άλλων. Εκείνος πού παραμένει στην κορυφή με τη βία, βρίσκεται εκεί με μεγάλη ανασφάλεια. Κι όταν πέσει, θα λάβει σίγουρα την κατώτερη θέση. Εκείνος πού αγοράζει την ανωτερότητα του, θα λάβει την ανταπόδοση του από τα χείλη και τα χέρια των ανθρώπων, αλλά θα περιφρονηθεί από τις καρδιές τους. Εκείνος πού στέκεται πάνω από τούς ανθρώπους με τη βία, είναι σα να στέκεται πάνω σέ ηφαίστειο φθόνου και μίσους, ωσότου το ηφαίστειο εκραγεί και χαθεί μες τη λάβα.
ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ ΠΕΜΠΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ." Ό θάνατος δεν έχει εξουσία στην Αγάπη, ούτε σ’ ότι έχει δημιουργήσει ή Αγάπη. Εκείνος πού αποκτά υπεροχή σ’ αυτόν τον κόσμο λόγω της Αγάπης του, θα την κρατήσει και στη μέλλουσα ζωή. Δέ θα του αφαιρεθεί, αλλά θ’ αυξάνεται και θα βεβαιώνεται αιώνια."
«Ουχ ούτω δέ έσται εν υμίν», είναι η εντολή του Κυρίου. Τέτοια κοινωνική πρακτική προέρχεται από τον πονηρό, όχι από τον αγαθό. Έτσι ζουν τα τέκνα του σκότους, όχι τα τέκνα του φωτός. Κι εσείς είστε τέκνα του φωτός. Ανάμεσα σας αφήστε να βασιλεύει η υπεροχή της Αγάπης, η ανωτερότητα της Αγάπης ας κυριαρχήσει της εξουσίας.
Εκείνος από σας πού προσφέρει τη μεγαλύτερη υπηρεσία στους αδελφούς του από Αγάπη, θα είναι πρώτος στα μάτια του Θεού. Ή υπεροχή του θ’ αντέξει τόσο στην πρόσκαιρη ζωή όσο και στη μέλλουσα. Ο θάνατος δεν έχει εξουσία στην Αγάπη, ούτε σ’ ότι έχει δημιουργήσει η Αγάπη. Εκείνος πού αποκτά υπεροχή σ’ αυτόν τον κόσμο λόγω της Αγάπης του, θα την κρατήσει και στη μέλλουσα ζωή. Δέ θα του αφαιρεθεί, αλλά θ’ αυξάνεται και θα βεβαιώνεται αιώνια.
Όποιος γνωρίζει πόσο κακό έχει συσσωρευτεί και συσσωρεύεται στον κόσμο με τον αγώνα για την απόκτηση υπεροχής, θα καταλάβει πώς η διδαχή αυτή του Χριστού είναι πρόξενος ειρήνης. Μ’ αυτήν ξεκίνησε η μεγαλύτερη και πιο ευλογημένη επανάσταση στην κοινωνία των ανθρώπων - από τότε πού εμφανίστηκε στον κόσμο η κοινωνία αυτή.
 Αναλογίσου τί θα σήμαινε για τον κόσμο αν η ισότητα κι η κοινωνική θέση εξαρτιόνταν από την παροχή υπηρεσίας και την Αγάπη, αντί της βίας, του πλούτου, της πολυτέλειας ή της υποτιθέμενης γνώσης. Αλήθεια, πόσοι απ’ αυτούς πού νομίζουν ότι είναι πρώτοι, θα βρίσκονταν στην τελευταία θέση! Πόσοι απ’ αυτούς πού θα πίστευαν πώς ήταν τελευταίοι, θα βρίσκονταν πρώτοι! Αλήθεια, πόση χαρά θα γέμιζε τις καρδιές των ανθρώπων, πόση ευταξία, ειρήνη κι αρμονία θα βασίλευε! Θα συναγωνίζονταν όλοι ποιός θα υπηρετήσει τον άλλον, όχι ποιός θα τον κυβερνήσει. Όλοι θα βιάζονταν να δώσουν και να βοηθήσουν, παρά να πάρουν και να εμποδίσουν. Κάθε καρδιά θα γέμιζε με χαρά και φως, όχι με κακία και σκότος. Τότε ο διάβολος θα ’παιρνε ένα φανάρι και θα ’ψαχνε όλον τον κόσμο για να βρει έναν άπιστο, αλλά δέ θα ’βρισκε κανέναν.
Όπου βασιλεύει η Αγάπη, ό Θεός είναι φανερός και ορατός απ’ όλους. Αυτό δεν είναι ουτοπία, δεν είναι απραγματοποίητο όνειρο. Ή αλήθεια του φανερώνεται στα τελευταία λόγια του Χριστού στο σημερινό ευαγγέλιο: «Ό υιός του άνθρωπον ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι, και δούναι την ψυχήν αυτού λυτρον αντί πολλών» (Μάρκ. ι'45). Ο Υιός του ανθρώπου δεν ήρθε στη γη για να τον διακονήσουν οι άλλοι, αλλά να τούς διακονήσει ο ίδιος. Ήρθε για να δώσει τη ζωή Του ως λίτρο και αντάλλαγμα για τις αμαρτίες πολλών.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙΡΟΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ ΠΕΤΡΟΣ ΜΠΟΤΣΗΣ

{flike}

 


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ