Οι καλοί αθλητές ευχαριστιούνται με τα χειρο­κροτήματα των θεατών, και με την προσμονή του επάθλου προπονούνται κι ετοιμάζονται για τη νίκη που τους αξίζει. Το ίδιο κι όσοι επιδιώκουν να πετύχουν την απόλαυση των θείων δωρεών, όσοι ποθούν να συμμετάσχουν στην προορισμένη για τους αγίους αιώνια ζωή· αναλαμβάνουν όλοπρόθυμα τους αγώνες πού συνεπάγεται ή χριστιανική ευσέβεια, και κατορθώνουν να φτάσουν οέ ϋψος αρετής, γιατί αρ­νούνται το δρόμο της καθόλου αποδοτικής οκνηρίας και της άνανδρης δειλίας· αντίθετα, ατρόμητοι κατα­τροπώνουν κάθε πειρασμό, και αδιαφορούν για τους εναντίον τους διωγμούς, και θεωρούν ευτύχημα και πλούτο τους τα παθήματα για το Χριστό. Κι όλα αυτά γιατί ποτέ δεν ξεχνούν τα γραφόμενα του "Αποστόλου Παύλου «ότι ουκ άξια τα παθήματα τον νυν καιρόν προς την μέλλουσα δόξα άποκαλυφθηναι εις ημάς».

 

Ό ίδιος ό Κύριος μας ό Ιησούς Χριστός, άλλωστε, μεταχειρίστηκε μια θαυμαστά προσαρμοσμένη στην ανάγκη μέθοδο για να βοηθήσει τους αγίους Αποστόλους να κατα­λάβουν αυτό το θέμα. Τους είπε: «Ει τις θέλει οπίσω μου ελθειν, απαρνησασοω εαυτόν,και άράτω τον σταυρόν εαυτού, και άκολουθείτω μοι, "Ος γαρ θέλει την ψυχήν αυτού οώσαι, απολέσει αυτήν ός δέ άπολέση την ψυχή αυτού ένεκεν εμού, ευρήσει αυτήν». Ή εντολή αυτή του Χριστού είναι σωτήρια· αρμόζει σε διαλεχτούς, εξασφαλίζει την αιώνια δόξα, κάνει να περιμένει κανείς με λαχτάρα το τέρμα του βίου. Γιατί ή επιλογή του πάθους για χάρη του Χριστού δε μένει χωρίς ανταπόδοση· αντίθετα, έχει ως αποτέλεσμα την απόλαυση της αιώνιας ζωής και δόξας.
Ωστόσο, την εποχή που οι μαθητές δεν είχαν πάρει ακόμη τη δύναμη με την έπιφοίτηση του Άγιου Πνεύ­ματος ήταν φυσικό να διακατέχονται από ανθρώπινη αδυναμία. "Ετσι δε δίστασαν, αφού πέρασε από το νου τους, να ρωτήσουν: Μα πώς είναι δυνατόν ν' αρνηθεί κανείς τον εαυτό του; "Η πώς γίνεται να ξαναβρίσκει κανείς τη ζωή του μια και την χάσει; "Ή ποιο ισοδύ­ναμο βραβείο μπορούν να περιμένουν όσοι υποστούν αυτή την απώλεια της ζωής; και ποιες δωρεές έχουν να εισπράξουν;
Προκειμένου, λοιπόν, ό Χριστός να τους αποσπάσει τη σκέψη άπ' αυτές τις αμφιβολίες, να τους προστατεύσει άπ' το να παγιδευτούν σ' αυτές τις απορίες, και κατά κάποιο τρόπο να τους εμπνεύσει γεν­ναίο φρόνημα, γεννώντας μέσα τους το ζήλο για τη δόξα που θα τους προσφερ­θεί, τους λέει: «Λέγω ύμΐν, είσί τίνες των ώδε έστηκότων, οϊτινες ου μη γεύσονται θάνα­τον, έως αν ίδωσι την βασιλείαν του Θεού»."

Αραγε επρόκειτο να μηκυνθεί τόσο πολύ ή περίο­δος της ζωής τους, ώστε να φτάσουν σε κείνη την εποχή οπόταν, καθώς θα ολοκληρώ­νεται ή προκαθορισμένη πο­ρεία του κόσμου, θα κατέβει από τον ουρανό ό Κύριος για να εγκαθιδρύσει την προορι­σμένη για τους διαλεχτούς βασιλεία; Βέβαια και κάτι τέτοιο θα μπορούσε οπωσδήποτε να πραγματοποιηθεί από το Θεό. Όλα είναι δυνατά σ αυτόν, τίποτε δεν υπάρχει ακατόρθωτο ή αθεράπευτο για τα παντοδύνα­μα κελεύσματα του. Έξαλλου, βασιλεία ονομάζει τη θέα της δόξας, μέσα στην οποία θα εμφανισθεί τότε, όταν θ' αστράψει ή γη με την παρουσία του. Γιατί τότε θα έρθει περιβλημένος τη δόξα του θεού Πατρός και όχι μέσα στην ανθρώπινη ασημαντότητα.
Πώς, λοιπόν, προσφέρει τη θέα αυτού του θαύματος σ' εκείνους που έδωσε την υπόσχεση; Ανεβαίνει στο ορός παίρνοντας μαζί του τρεις άπ' αυτούς, τους πιο διαλε­χτούς· μεταμορφώνεται ακτινοβολώντας μια εξαιρετική λαμπρότητα ταιριαστή μόνο στο Θεό, έτσι πού τα ενδύ­ματα του να φαίνονται διάφανα από το αντιφέγγισμα του φωτός· περιστοιχίζεται από το Μωυσή και τον Ηλία, οι όποιοι κουβεντιάζουν μεταξύ τους για «την έξοδον αυτόν,ην έμελλε πληρούν εν Ιερουσαλήμ», δηλαδή για το μυστήριο της ένσαρκης οικονομίας του Κυρίου, για το πάθος του το σωτήριο, τον τίμιο σταυ­ρό του, εννοώ. "Αλλωστε, είναι αλήθεια πώς ό μωσαϊκός νόμος και οι διακηρύξεις των αγίων προφητών είχαν προαναγγείλει το μυστήριο του Χριστού.
Συγκαλεί, λοιπόν, στο πλευρό του το Μωυσή και τον Ηλία, δυο άνδρες πού διακρίθηκαν στο διαφέντεμα των δικαιωμάτων του Θεού. Γιατί ό Μωυσής ήταν εκείνος πού παρέδωσε το νόμο, και μπορούσαν να αντιληφθούν οι Ιουδαίοι πώς δεν θα παρέβλεπε την, καθώς νόμιζαν, παράβαση του. Κι ό Ηλίας πάλι αγωνίστηκε για την επι­κράτηση της δόξας του Θεού, και δε θα παρίστατο και δε θα υπάκουε σ' έναν άντίθεο πού ονόμαζε τον εαυτό του ισότιμο θεό, χωρίς να είναι αυτό που ισχυριζόταν και χωρίς να του ταιριάζει αυτό πού έκανε.
Είναι και μια άλλη αίτια πού σ' αυτή τη συνάφεια πρέπει να ειπωθεί. Ό Χριστός μεταμορφώθηκε έτσι για να πληροφορηθούν όλοι ότι εξουσιάζει εξίσου τη ζωή και το θάνατο. Γι' αυτό είναι πού φέρνει και το ζωντανό, τον Ηλία, πού ξέρουμε ότι ανελήφθη, και το νεκρό, το Μωυσή. "Αλλωστε, οι δυο άνδρες πού εμφανίστηκαν δεν έμειναν σιωπηλοί, σαν φαντάσμα­τα, αλλά μιλούσαν μεταξύ τους για την ένδοξη πορεία του Χριστού στην Ιερουσαλήμ, δηλαδή για το πάθος, το σταυρικό θάνατο και την ανάσταση του.
Σύμφωνα με την ευαγγελική περιγραφή οι μακάριοι μαθητές, όση ώρα ό Χριστός ήταν αφοσιωμένος στην προσευχή, νύσταξαν καί τους πήρε ό ύπνος - πόση συγκατάβαση στις ανθρώπινες ανάγκες. Ύστερα, όμως, ξύπνησαν και παρακολούθησαν τη σεβάσμια καί παρά­δοξη μεταμόρφωση του Κυρίου. Ό θεσπέσιος Πέτρος νόμισε τότε πώς έφτασε ίσως ή ώρα της επικράτησης της βασιλείας του Θεού, καί εκδηλώνοντας την προτίμηση του για διαμονή πάνω στα βουνά την ώρα της συντέ­λειας του κόσμου, προτείνει, χωρίς να καταλαβαίνει τις συνέπειες, να στηθούν τρεις σκηνές. 'Αλλά δεν είχε φτά­σει ή στιγμή της ολοκλήρωσης του κύκλου των αιώνων, κι ούτε ήταν ή κατάλληλη ώρα να απολαύσουν οι διαλεχτοί τη συμμετοχή τους στην έπαγγελμένη ελπίδα "Αλλωστε ό Παύλος λέει· «'Ός μετασχηματίσει το σώμα της ταπεινώσεως ημών, εις το γενέσθαι αυτό σύμμορφον τω σώματι της δόξης αύτού», δηλαδή του Χριστού. Μια όμως καί ή πορεία του θεϊκού σχεδίου για τη λύτρωση του ανθρώπου βρισκόταν ακόμα στην αρχή της καί καθόλου δεν είχε ολοκληρωθεί, πώς θα ήταν δυνατό ό Χριστός πού ήρθε στη γη εξαιτίας της αγάπης του προς τον κόσμο, να έχει σταματήσει να θέλει να θυσιαστεί για χάρη του; Γιατί έσωσε ολόκληρη την ανθρωπότητα υπο­μένοντας το σαρκικό θάνατο καί παράλληλα καταργών­τας τον με την ανάσταση από τους νεκρούς. Είναι ολοφάνερο, λοιπόν, ότι ό Πέτρος δεν είχε ακριβή συνεί­δηση αυτού πού είπε.
- Εντούτοις, συγχρόνως με την παράδοξη καί απε­ρίγραπτη θέα της δόξης του Χριστού, συνέβη καί κάτι ακόμα, χρήσιμο καί αναγκαίο στην ενίσχυση της πίστης σ' αυτόν, τόσο των μαθητών, όσο και των κατοπινών χριστιανών. Ακούστηκε, δηλαδή, από ψηλά φωνή του Θεού Πατρός να λέει «Ούτος εστίν ό Υίός μου ό αγαπητός, εν ώ ευδόκησα, αύτού άκούετε». Καί καθώς ακουγόταν ή φωνή, λέει ό ευαγγελι­στής, εγκαταλείφθηκε μόνος ό Χριστός.
Πράγματι, όταν ό Θεός-Πατήρ έδωσε σαν μέσα από τα σύννεφα την εντολή στους αγίους Αποστόλους λέγοντας «Αύτού άκούετε», ό Μωυσής ήταν φευγάτος κι ό Ηλίας δεν ήταν, επίσης, έκεί,μόνον ό Χριστός ήταν μπροστά. "Ετσι δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τους διέταξε να υπακούσουν σ' αυτόν. "Αλλωστε, ό Χριστός είναι ό σκοπός κι ή ολοκλήρωση του νόμου καί των προφητών. Γι' αυτό ακριβώς είχε βροντοφωνήσει στον Ιουδαϊκό λαό· «Ει έπιστευετε Μωσεί, έπιστευετε αν έμοί περί γαρ εμού εκείνος έγραψεν».
Καί επειδή οι Ιουδαίοι, αδιαφορώντας για την εντολή του πάνσοφου Μωυσή, και αθετώντας το λόγο του Θεού πού τους μεταδόθηκε με τους αγίους προφήτες, έμειναν ως το τέλος προσηλωμένοι στην πλάνη τους, στερήθηκαν μια για πάντα τα αγαθά πού υποσχέθηκε ό Θεός στους προγόνους τους.«Υπακοή γαρ υπέρ θυσίαν αγαθή, και ή έπακρόασις, υπέρ στέαρ άρνών», όπως έχει γραφτεί."Ασχετα όμως με τους Ιουδαίους, έμείς πού απο­δεχτήκαμε ανεπιφύλακτα τη φανέρωση του Θεού, μακάρι με κάθε τρόπο να απολαύσουμε Ολα τα αγαθά πού προξενήθηκαν από τον ερχομό του Χριστού στον κόσμο· δια του οποίου καί μαζί μ' αυτόν ας δοξάζε­ται κι επικρατεί ό Θεός Πατήρ καί το "Αγιον Πνεύμα στους ατέλειωτους αιώνες. 'Αμήν.


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ