ΠΟΡΕΙΑ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ

«Μετανοεῖτε· ἤγγικε γάρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Αὐτό ἦταν τό κήρυγμα τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Αὐτό ἀκριβῶς ἦταν τό κήρυγμα μέ τό ὁποῖο ἄρχισε τό ἔργο Του καί ὁ Χριστός (Ματθ. γ´ 2, δ´ 17). Μιά πρόσκληση σέ μετάνοια ἦταν καί τό πρῶτο κήρυγμα τῶν ἁγίων ᾿Αποστόλων, μόλις ἄρχισαν τό ἔργο τους· «Μετανοήσατε, καί βαπτισθήτω ἕκαστος ὑμῶν ἐπί τῷ ὀνόματι ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν...» (Πράξ. β´ 38).
Σ᾿ ὅλη τή συνέχεια τῆς ζωῆς της, ἡ ᾿Εκκλησία μας, τό μήνυμα τῆς σωτηρίας πού ἀπευθύνει στόν κόσμο τό παρουσιάζει ἄρρηκτα συνυφασμένο μέ τό κήρυγμα τῆς μετανοίας.


῾Ο ἄνθρωπος εἰσέρχεται στό ἱερό καθίδρυμα τῆς σωτηρίας, στήν ᾿Εκκλησία μας, μέ τή μετάνοιά του. Πιστεύει στόν ἀληθινό Θεό, μετανοεῖ καί βαπτίζεται. ῎Ετσι γίνεται μέλος τῆς θεανθρώπινης κοινωνίας τῆς ᾿Εκκλησίας, ἀνήκει στή νέα πραγματικότητα πού ἔφερε στόν κόσμο μέ τόν Σταυρό καί τήν ᾿Ανάστασή Του ὁ Κύριος ᾿Ιησοῦς Χριστός.
Διά τῆς μετανοίας. Δηλαδή, διά τῆς μεταβολῆς τῆς διανοίας του. ᾿Αλλάζει ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτό βασικά εἶναι ἡ μετάνοια. ῾Η ἀλλαγή τῶν σκέψεων, ἡ διαφορετική ἐκτίμηση τῶν καταστάσεων, ἡ μεταβολή στήν ἀξιολόγηση τῶν πράξεων, ἡ νέα ἀντίληψη γιά τή ζωή, ἡ πιό παράδοξη ἀνακάλυψη· ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι αὐτό πού νομίζει, δέν ἔχει τήν ἀξία πού ὑπερασπίζεται ἡ φιλαυτία του, δέν τόν σώζει ἡ ὑποτιθέμενη ἀρετή του. Ζεῖ ἀπό τήν ἀγάπη καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
῾Ο ἄνθρωπος ὡς «κατ᾿ εἰκόνα» Θεοῦ πλασμένος, εἶναι λογικός καί ἐλεύθερος. Καί μπορεῖ, κάνοντας κατάχρηση τῆς ἐλευθερίας του, νά ἀμαυρώσει τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ πού φέρει στά βάθη του, νά δεσμεύσει τήν
ἐλευθερία του καί νά τραυματίσει τή λογική του. Αὐτό συμβαίνει, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐγκαταλείψει τόν Πλάστη του Θεό καί τίς ὁδούς Του. Τότε ὁ νοῦς του σκοτίζεται καί ἁμαρτάνει, δέν διακρίνει τό ἀγαθό, δέν ἀναγνωρίζει τόν Θεό, πολεμεῖται ἀπό τούς δαίμονες, κυριαρχεῖται ἀπό τά πάθη. «῎Εγκειται ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου ἐπιμελῶς ἐπί τά πονηρά ἐκ νεότητος αὐτοῦ» (Γεν. η´ 21). Αὐτή εἶναι ἡ τραγική κληρονομιά τῆς πτώσεως. ᾿Από τά μικρά μας χρόνια οἱ ἄνθρωποι στρεφόμαστε, μάλιστα «ἐπιμελῶς», στά πονηρά!
῾Ο νοῦς μας ἔχει ἀνάγκη ἀνορθώσεως. ῾Υπῆρξαν αἱρετικοί πού ὑποστήριζαν ὅτι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ κατά τήν ἐνανθρώπησή Του δέν προσέλαβε ἀνθρώπινο νοῦ, ἀλλά τή θέση τοῦ νοῦ μέσα του ἀναπλήρωνε ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ Λόγου. ῞Ενα βασικό ἐπιχείρημα τῶν Πατέρων ἐναντίον τους ἦταν ὅτι ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου «ἐπρωτοπάθησεν»1, πρῶτος αὐτός εἶχε τήν αἴσθηση τοῦ πάθους, ὅταν προσεβλήθη ἀπό τήν πονηρή εἰσήγηση τοῦ πειραστοῦ διαβόλου. Δέχθηκε λογισμούς ἀμφιβολίας, ἀμφισβητήσεως τῆς θείας ἀγάπης καί σκοτίσθηκε. Κατόπιν ἀκολούθησε ἡ διάπραξη τῆς ἁμαρτίας. ῾Ο ἄνθρωπος ἔπεσε. Εἶχε ἑπομένως ἀνάγκη σωτηρίας καί ὁ νοῦς. Γι᾿ αὐτό ὁ Σωτήρ Κύριος πού ἦλθε στόν κόσμο γιά νά σώσει ὅλο τόν ἄνθρωπο προσέλαβε ἀπαραιτήτως καί νοῦ.
Διά τοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ καί τῆς χάριτός Του, ὁ ἄνθρωπος ἀνορθώνεται, ὁδηγεῖται στή σωτηρία. ᾿Ανορθώνεται, φωτίζεται, ἁγιάζεται καί ὁ νοῦς του. Αὐτό γίνεται μέ τή μετά-νοια.
῾Ο ἀπόστολος Παῦλος μιλάει γιά «νοῦ τῆς σαρκός» (Κολασ. β´ 18), δηλαδή γιά σαρκικό, διεφθαρμένο νοῦ. Καί οἱ ἅγιοι Πατέρες κάνουν λόγο γιά «νοῦ νοερό»2. Μπορεῖ νά ὑπάρχει νοῦς, στοιχεῖο πνευματικῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου, πού νά ἐνεργεῖ σαρκικά. Μπορεῖ ὅμως νά φθάσει στήν κατάσταση τῆς καθαρότητος, καί τότε γίνεται νοῦς νοερός, φωτεινός καί ἅγιος, ὅπως ὁ Θεός τόν εἶχε πλάσει στήν ἀρχή. «῾Ημεῖς νοῦν Χριστοῦ ἔχομεν», λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Α´ Κορ. β´ 16). Διά τῆς ἑνώσεώς μας μέ τόν Χριστό ἀποκτοῦμε τόν νοῦν ᾿Εκείνου!
Τόσο εὐρύ εἶναι τό φάσμα τῶν δυνατοτήτων τοῦ ἀνθρώπου! Μπορεῖ νά ἔχει νοῦ σαρκικό, μπορεῖ ὅμως νά ἔχει καί νοῦ νοερό. Μπορεῖ νά σκέπτεται μέ νοῦ «δαιμονιώδη»3, εἶναι δυνατόν ὅμως νά ἀποκτήσει καί «νοῦν Χριστοῦ»!
῾Ο ἀπόστολος Παῦλος προτρέπει· «μεταμορφοῦσθε τῇ ἀνακαινώσει τοῦ νοός ὑμῶν» (Ρωμ. ιβ´ 2). Δηλαδή, νά μεταμορφώνεσθε μέ τήν ἀπόκτηση νέων σκέψεων, νέων φρονημάτων καί διαθέσεων, ἄλλης, ὁλοένα διαφορετικῆς ἐκτιμήσεως τῶν πραγμάτων. Αὐτό εἶναι ὁ ἀνακαινισμός τοῦ νοῦ. ῾Η διάνοια φωτίζεται, ἡ συνείδηση λεπτύνεται, ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται, ζεῖ, σκέπτεται, ἀποφασίζει μέ κριτήρια ὅλο καί πιό πνευματικά. Μέχρις ὅτου «μορφωθῇ Χριστός ἐν αὐτῷ» (Γαλ. δ´ 19). Μέχρι νά κατοικήσει καί νά κυριαρχήσει μέσα του ὁ Χριστός. Τότε ἔχει τά φρονήματα, τά συναισθήματα, τίς σκέψεις τοῦ Χριστοῦ. Τότε ἀποκτᾶ «νοῦν Χριστοῦ». ᾿Εκεῖ τελικά ὁδηγεῖ ἡ μετά-νοια.
Σ᾿ ὅλη αὐτή τή μακρά διαδικασία διαπιστώνει κανείς τή μεταβολή τῶν σκέψεων, ζεῖ μέρα μέ τή μέρα τή μετάνοιά του. Αὐτό πού χθές τοῦ φαινόταν δελεαστικό, σήμερα τό βρίσκει ἀνιαρό καί αὔριο τό κρίνει ὀλέθριο. ᾿Αντίθετα· ἐκεῖνο πού χθές τό αἰσθανόταν βαρύ καί κουραστικό, σήμερα τό αἰσθάνεται ἑλκυστικό καί εὔκολο καί αὔριο ὑπέροχο καί θαυμαστό· δέν μπορεῖ νά κάνει χωρίς αὐτό. Χθές μπορεῖ νά στεκόταν μπροστά στόν Θεό καί νά ἔλεγε· «Δέν ὑπάρχει τίποτε». Σήμερα μπορεῖ νά διακρίνει τόν Θεό καί στά πιό ἁπλά πράγματα· στό πέταγμα ἑνός πουλιοῦ, στό ἄνοιγμα τοῦ μπουμπουκιοῦ, στό ἥσυχο κελάρυσμα τοῦ ρυακιοῦ. Μέχρι τώρα νόμιζε πώς σέ ὅλα ἦταν ἀκριβής καί δέν εὕρισκε καμιά ἐνοχή στόν ἑαυτό του. Καί σήμερα, πού μετανόησε, ἄρχισε νά καταλαβαίνει πώς ἀπέχει πολύ ἀπό τήν ἀρετή. Αὔριο ἴσως φθάσει σέ μιά δυσπρόσιτη κορυφή· νά θεωρεῖ πώς εἶναι ὁ πρῶτος τῶν ἁμαρτωλῶν.
᾿Εδῶ εἶναι πού ραγίζει ὁ ἄνθρωπος καί ἔρχονται τά δάκρυα. Βλέπεις πώς μέχρι τώρα πίστευες σ᾿ ἕνα ψέμμα καί προσκυνοῦσες ἕνα εἴδωλο, πού τό εἶχες πολύ ψηλά μέσα σου· τόν ἑαυτό σου. Καί τό εἴδωλό σου τό εἶδες νά καταρρέει καί νά συντρίβεται κάτω ἀπό τό σωστό σου βλέμμα. Αὐτό εἶναι πολύ ὀδυνηρό καί δέν τό ἀντέχεις. Κάτι σπάζει μέσα σου καί ἀρχίζεις νά κλαῖς. Τά πρῶτα δάκρυα εἶναι δάκρυα συντριβῆς.
῞Οταν ὅμως νοιώσεις ὅτι ὅλη ἡ ἁμαρτία σου γίνεται κάτω ἀπό τό βλέμμα τοῦ πατέρα Θεοῦ, τότε ἀρχίζεις νά κλαῖς μέ ταπείνωση, μέ πόνο καί ντροπή. Λύπησα τόν Θεό. Πρόδωσα τήν ἀγάπη Του. «῞Ημαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν σου», λές μαζί μέ τόν ῎Ασωτο. Δέν εἶμαι ἄξιος νά λέγομαι υἱός σου (Λουκ. ιε´ 21). Καί εἶναι τότε τά δάκρυά σου δάκρυα μετανοίας λυτρωτικῆς. Διότι σύντομα καταλαβαίνεις ὅτι ὁ Θεός δέν εἶναι τιμωρός καί ἐκδικητής, ἀλλά δέχεται καί περιβάλλει μέ τήν ἀγάπη Του αὐτούς πού μετανοοῦν καί ταπεινωμένοι ἐπιστρέφουν κοντά Του. Τότε πιά τά δάκρυά σου γίνοται δάκρυα χαρᾶς. Βρῆκες τόν Πατέρα σου!
Αὐτή εἶναι ἡ μετά-νοια. Πόσο διαφορετικά σκεφτόταν ὁ νεώτερος υἱός τῆς παραβολῆς, ὁ ἄσωτος, ὅταν ἐγκατέλειπε τό πατρικό του σπίτι! Καί πῶς εἶδε τά πράγματα στήν ἐπιστροφή του! ῞Οταν πῆρε τήν περιουσία του καί ἔφυγε, τό σπίτι τό ἔνοιωθε φυλακή. ῞Οταν γύρισε, κατάλαβε πώς ἤτανε παλάτι. Στήν ἀναχώρησή του ἔνοιωθε πώς ἄφηνε ἕνα δυνάστη. Στήν ἐπιστροφή κατάλαβε πώς εὕρισκε ἕνα πατέρα, πού ἡ μόνη περιουσία πού τοῦ ἔμεινε ἦταν ἡ ἀγάπη.
῞Οταν «ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν», νόμιζε πώς ἐκεῖ θά βρεῖ τή χαρά καί τήν εὐτυχία. Καί βρῆκε τό λιμό καί τήν ἀπώλεια. ῏Ηταν τελείως διαφορετικός, ὅταν «ἦλθεν εἰς ἑαυτόν» καί ξαστέρωσε ὁ νοῦς του.
Στή μετάνοια ὁδηγεῖ ἡ ὀρθή θέα τῆς πραγματικότητος τοῦ ἑαυτοῦ μας καί ὅλου τοῦ κόσμου. Πρό παντός ἡ θέα τοῦ Θεοῦ. ᾿Αλλά αὐτό δέν γίνεται σέ μιά στιγμή οὔτε πραγματοποιεῖται μέ μία μόνη ἀπόφαση.
῾Η μετάνοια δέν εἶναι μόνο μιά συγκεκριμένη πράξη ἐπιστροφῆς. Εἶναι μιά διαρκής κατανόηση· τῆς ἀνθρώπινης ἀτέλειας ἀφ᾿ ἑνός καί τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ ἀφ᾿ ἑτέρου. Καί ἐπειδή ἡ κατανόηση εἶναι ὁλοένα βαθύτερη, γι᾿ αὐτό καί ἡ ἐπιστροφή εἶναι διαρκής. ῾Η μετάνοια εἶναι μιά ἀδιάκοπη πορεία. Αἰσθάνεσαι ὅτι πάντοτε ἀπέχεις ἀπό Αὐτόν πρός τόν ὁποῖο διαρκῶς καταφεύγεις. ῞Οτι ποτέ δέν εἶσαι ἄξιος ᾿Εκείνου πού συνεχῶς μέ χαρά σέ ὑποδέχεται. ῞Οτι ἡ σχέση σου μέ τόν Θεό δέν μπορεῖ νά στηριχθεῖ στή δική σου ἀξία. Πάντοτε οἰκοδομεῖται στή δική Του ἀπέραντη ἀγάπη.
Γι᾿ αὐτό μέ τή μετάνοια ἀρχίζουμε τή χριστιανική μας πολιτεία. Μέ τή μετάνοια θά φθάσουμε καί στό τέλος τῆς πορείας μας. ῾Η μετάνοια εἶναι «ἀρχή καί τέλος τῆς κατά Χριστόν πολιτείας», λέγει ὁ ῞Αγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς4.
Στή μεγαλύτερη περίοδο τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους, πού εἶναι τό κατανυκτικό Τριώδιο, καί μᾶς καλεῖ σέ περισυλλογή, σέ μετάνοια καί συντριβή, ἡ ᾿Εκκλησία παρουσιάζει ἐνώπιόν μας πολλά παραδείγματα μετανοίας. Γιά νά συγκινήσει, νά διδάξει καί νά ὁδηγήσει ὀρθά τίς ψυχές μας.
Τήν πρώτη μέρα τοῦ Τριωδίου, τήν Κυριακή τοῦ Τελώνου καί Φαρισαίου, παρουσιάζει τόν Τελώνη, τή συντριβή του, τά δάκρυα καί τή μετάνοιά του, τήν ὑπέροχη καί συγκινητική προσευχή του· «ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» (Λουκ. ιη´ 13).
Καί ὅταν πλέον τό Τριώδιο τελειώνει, τελευταῖο παράδειγμα μετανοίας παρουσιάζεται ἐνώπιόν μας τή Μεγάλη Παρασκευή «ὁ δίκαιος ληστής». Αὐτός δέν ἐξομολογεῖται μόνο, δέν ἀρκεῖται στό νά ἀναγνωρίσει ἁπλά τό βάρος τῆς ἐνοχῆς του. Τολμᾶ καί κάτι περισσότερο. Ζητεῖ μετοχή στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ· «μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. κγ´ 42). Δικαιοῦται νά τό κάνει. Διότι ἔχει ἐνώπιόν του τόν ᾿Εσταυρωμένο, διά τῆς Θυσίας τοῦ ὁποίου προσφέρεται πλούσια ἡ χάρις καί τό ἔλεός Του καί ἀνοίγει ἡ θύρα τῆς Βασιλείας Του.
῾Η ζωή τοῦ πιστοῦ μέσα στήν ᾿Εκκλησία εἶναι μιά διαρκής κίνηση. ᾿Από τή βαθειά συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητος στή γλυκειά ἐλπίδα τῆς σωτηρίας. ᾿Από τό «ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ», στό «μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου».
῾Η πνευματική ζωή εἶναι μιά μακρά πορεία μετανοίας. ᾿Από τήν χώραν τήν μακράν τῆς ἀπωλείας στήν αἰώνια χαρά τῆς ἄνω Βασιλείας.

_________
1. Γρηγορίου Θεολόγου, ᾿Επιστολή ΡΑ´, Πρός Κληδόνιον πρεσβύτερον κατά ᾿Απολλιναρίου, Ρὒ 37, 188.
2. ᾿Ιωάννου Σιναΐτου, Κλῖμαξ, Λόγος ΚΣΤ-Α´, Περί διακρίσεως, ιζ´.
3. Γρηγορίου Παλαμᾶ, ῾Ομιλ. ΝΑ´, ῞Οτι ἡ πρός τόν Θεόν συνεχής διά προσευχῆς καί ψαλμωδίας ἔντευξιςϜ, ΕΠΕ 11, 226.
4. Γρηγορίου Παλαμᾶ, ῾Ομιλ. ΝΘ´, Περί τῶν κατά τό Θεῖον Βάπτισμα τελουμένων καί περί Μετανοίας, ΕΠΕ 11, 492.

ΠΟΡΕΙΑ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ

 

«Μετανοεῖτε· ἤγγικε γάρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Αὐτό ἦταν τό κήρυγμα τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Αὐτό ἀκριβῶς ἦταν τό κήρυγμα μέ τό ὁποῖο ἄρχισε τό ἔργο Του καί ὁ Χριστός (Ματθ. γ´ 2, δ´ 17). Μιά πρόσκληση σέ μετάνοια ἦταν καί τό πρῶτο κήρυγμα τῶν ἁγίων ᾿Αποστόλων, μόλις ἄρχισαν τό ἔργο τους· «Μετανοήσατε, καί βαπτισθήτω ἕκαστος ὑμῶν ἐπί τῷ ὀνόματι ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν...» (Πράξ. β´ 38).

Σ᾿ ὅλη τή συνέχεια τῆς ζωῆς της, ἡ ᾿Εκκλησία μας, τό μήνυμα τῆς σωτηρίας πού ἀπευθύνει στόν κόσμο τό παρουσιάζει ἄρρηκτα συνυφασμένο μέ τό κήρυγμα τῆς μετανοίας.

῾Ο ἄνθρωπος εἰσέρχεται στό ἱερό καθίδρυμα τῆς σωτηρίας, στήν ᾿Εκκλησία μας, μέ τή μετάνοιά του. Πιστεύει στόν ἀληθινό Θεό, μετανοεῖ καί βαπτίζεται. ῎Ετσι γίνεται μέλος τῆς θεανθρώπινης κοινωνίας τῆς ᾿Εκκλησίας, ἀνήκει στή νέα πραγματικότητα πού ἔφερε στόν κόσμο μέ τόν Σταυρό καί τήν ᾿Ανάστασή Του ὁ Κύριος ᾿Ιησοῦς Χριστός.

Διά τῆς μετανοίας. Δηλαδή, διά τῆς μεταβολῆς τῆς διανοίας του. ᾿Αλλάζει ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτό βασικά εἶναι ἡ μετάνοια. ῾Η ἀλλαγή τῶν σκέψεων, ἡ διαφορετική ἐκτίμηση τῶν καταστάσεων, ἡ μεταβολή στήν ἀξιολόγηση τῶν πράξεων, ἡ νέα ἀντίληψη γιά τή ζωή, ἡ πιό παράδοξη ἀνακάλυψη· ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι αὐτό πού νομίζει, δέν ἔχει τήν ἀξία πού ὑπερασπίζεται ἡ φιλαυτία του, δέν τόν σώζει ἡ ὑποτιθέμενη ἀρετή του. Ζεῖ ἀπό τήν ἀγάπη καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ.

῾Ο ἄνθρωπος ὡς «κατ᾿ εἰκόνα» Θεοῦ πλασμένος, εἶναι λογικός καί ἐλεύθερος. Καί μπορεῖ, κάνοντας κατάχρηση τῆς ἐλευθερίας του, νά ἀμαυρώσει τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ πού φέρει στά βάθη του, νά δεσμεύσει τήν

ἐλευθερία του καί νά τραυματίσει τή λογική του. Αὐτό συμβαίνει, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐγκαταλείψει τόν Πλάστη του Θεό καί τίς ὁδούς Του. Τότε ὁ νοῦς του σκοτίζεται καί ἁμαρτάνει, δέν διακρίνει τό ἀγαθό, δέν ἀναγνωρίζει τόν Θεό, πολεμεῖται ἀπό τούς δαίμονες, κυριαρχεῖται ἀπό τά πάθη. «῎Εγκειται ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου ἐπιμελῶς ἐπί τά πονηρά ἐκ νεότητος αὐτοῦ» (Γεν. η´ 21). Αὐτή εἶναι ἡ τραγική κληρονομιά τῆς πτώσεως. ᾿Από τά μικρά μας χρόνια οἱ ἄνθρωποι στρεφόμαστε, μάλιστα «ἐπιμελῶς», στά πονηρά!

῾Ο νοῦς μας ἔχει ἀνάγκη ἀνορθώσεως. ῾Υπῆρξαν αἱρετικοί πού ὑποστήριζαν ὅτι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ κατά τήν ἐνανθρώπησή Του δέν προσέλαβε ἀνθρώπινο νοῦ, ἀλλά τή θέση τοῦ νοῦ μέσα του ἀναπλήρωνε ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ Λόγου. ῞Ενα βασικό ἐπιχείρημα τῶν Πατέρων ἐναντίον τους ἦταν ὅτι ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου «ἐπρωτοπάθησεν»1, πρῶτος αὐτός εἶχε τήν αἴσθηση τοῦ πάθους, ὅταν προσεβλήθη ἀπό τήν πονηρή εἰσήγηση τοῦ πειραστοῦ διαβόλου. Δέχθηκε λογισμούς ἀμφιβολίας, ἀμφισβητήσεως τῆς θείας ἀγάπης καί σκοτίσθηκε. Κατόπιν ἀκολούθησε ἡ διάπραξη τῆς ἁμαρτίας. ῾Ο ἄνθρωπος ἔπεσε. Εἶχε ἑπομένως ἀνάγκη σωτηρίας καί ὁ νοῦς. Γι᾿ αὐτό ὁ Σωτήρ Κύριος πού ἦλθε στόν κόσμο γιά νά σώσει ὅλο τόν ἄνθρωπο προσέλαβε ἀπαραιτήτως καί νοῦ.

Διά τοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ καί τῆς χάριτός Του, ὁ ἄνθρωπος ἀνορθώνεται, ὁδηγεῖται στή σωτηρία. ᾿Ανορθώνεται, φωτίζεται, ἁγιάζεται καί ὁ νοῦς του. Αὐτό γίνεται μέ τή μετά-νοια.

῾Ο ἀπόστολος Παῦλος μιλάει γιά «νοῦ τῆς σαρκός» (Κολασ. β´ 18), δηλαδή γιά σαρκικό, διεφθαρμένο νοῦ. Καί οἱ  ἅγιοι Πατέρες κάνουν λόγο γιά «νοῦ νοερό»2. Μπορεῖ νά ὑπάρχει νοῦς, στοιχεῖο πνευματικῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου, πού νά ἐνεργεῖ σαρκικά. Μπορεῖ ὅμως νά φθάσει στήν κατάσταση τῆς καθαρότητος, καί τότε γίνεται νοῦς νοερός, φωτεινός καί ἅγιος, ὅπως ὁ Θεός τόν εἶχε πλάσει στήν ἀρχή. «῾Ημεῖς νοῦν Χριστοῦ ἔχομεν», λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Α´ Κορ. β´ 16). Διά τῆς ἑνώσεώς μας μέ τόν Χριστό ἀποκτοῦμε τόν νοῦν ᾿Εκείνου!

Τόσο εὐρύ εἶναι τό φάσμα τῶν δυνατοτήτων τοῦ ἀνθρώπου! Μπορεῖ νά ἔχει νοῦ σαρκικό, μπορεῖ ὅμως νά ἔχει καί νοῦ νοερό. Μπορεῖ νά σκέπτεται μέ νοῦ «δαιμονιώδη»3, εἶναι δυνατόν ὅμως νά ἀποκτήσει καί «νοῦν Χριστοῦ»!

῾Ο ἀπόστολος Παῦλος προτρέπει· «μεταμορφοῦσθε τῇ ἀνακαινώσει τοῦ νοός ὑμῶν» (Ρωμ. ιβ´ 2). Δηλαδή, νά μεταμορφώνεσθε μέ τήν ἀπόκτηση νέων σκέψεων, νέων φρονημάτων καί διαθέσεων, ἄλλης, ὁλοένα διαφορετικῆς ἐκτιμήσεως τῶν πραγμάτων. Αὐτό εἶναι ὁ ἀνακαινισμός τοῦ νοῦ. ῾Η διάνοια φωτίζεται, ἡ συνείδηση λεπτύνεται, ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται, ζεῖ, σκέπτεται, ἀποφασίζει μέ κριτήρια ὅλο καί πιό πνευματικά. Μέχρις ὅτου «μορφωθῇ Χριστός ἐν αὐτῷ» (Γαλ. δ´ 19). Μέχρι νά κατοικήσει καί νά κυριαρχήσει μέσα του ὁ Χριστός. Τότε ἔχει τά φρονήματα, τά συναισθήματα, τίς σκέψεις τοῦ Χριστοῦ. Τότε ἀποκτᾶ «νοῦν Χριστοῦ». ᾿Εκεῖ τελικά ὁδηγεῖ ἡ μετά-νοια.

Σ᾿ ὅλη αὐτή τή μακρά διαδικασία διαπιστώνει κανείς τή μεταβολή τῶν σκέψεων, ζεῖ μέρα μέ τή μέρα τή μετάνοιά του. Αὐτό πού χθές τοῦ φαινόταν δελεαστικό, σήμερα τό βρίσκει ἀνιαρό καί αὔριο τό κρίνει ὀλέθριο. ᾿Αντίθετα· ἐκεῖνο πού χθές τό αἰσθανόταν βαρύ καί κουραστικό, σήμερα τό αἰσθάνεται ἑλκυστικό καί εὔκολο καί αὔριο ὑπέροχο καί θαυμαστό· δέν μπορεῖ νά κάνει χωρίς αὐτό. Χθές μπορεῖ νά στεκόταν μπροστά στόν Θεό καί νά ἔλεγε· «Δέν ὑπάρχει τίποτε». Σήμερα μπορεῖ νά διακρίνει τόν Θεό καί στά πιό ἁπλά πράγματα· στό πέταγμα ἑνός πουλιοῦ, στό ἄνοιγμα τοῦ μπουμπουκιοῦ, στό ἥσυχο κελάρυσμα τοῦ ρυακιοῦ. Μέχρι τώρα νόμιζε πώς σέ ὅλα ἦταν ἀκριβής καί δέν εὕρισκε καμιά ἐνοχή στόν ἑαυτό του. Καί σήμερα, πού μετανόησε, ἄρχισε νά καταλαβαίνει πώς ἀπέχει πολύ ἀπό τήν ἀρετή. Αὔριο ἴσως φθάσει σέ μιά δυσπρόσιτη κορυφή· νά θεωρεῖ πώς εἶναι ὁ πρῶτος τῶν ἁμαρτωλῶν.

᾿Εδῶ εἶναι πού ραγίζει ὁ ἄνθρωπος καί ἔρχονται τά δάκρυα. Βλέπεις πώς μέχρι τώρα πίστευες σ᾿ ἕνα ψέμμα καί προσκυνοῦσες ἕνα εἴδωλο, πού τό εἶχες πολύ ψηλά μέσα σου· τόν ἑαυτό σου. Καί τό εἴδωλό σου τό εἶδες νά καταρρέει καί νά συντρίβεται κάτω ἀπό τό σωστό σου βλέμμα. Αὐτό εἶναι πολύ ὀδυνηρό καί δέν τό ἀντέχεις. Κάτι σπάζει μέσα σου καί ἀρχίζεις νά κλαῖς. Τά πρῶτα δάκρυα εἶναι δάκρυα συντριβῆς.

῞Οταν ὅμως νοιώσεις ὅτι ὅλη ἡ ἁμαρτία σου γίνεται κάτω ἀπό τό βλέμμα τοῦ πατέρα Θεοῦ, τότε ἀρχίζεις νά κλαῖς μέ ταπείνωση, μέ πόνο καί ντροπή. Λύπησα τόν Θεό. Πρόδωσα τήν ἀγάπη Του. «῞Ημαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν σου», λές μαζί μέ τόν ῎Ασωτο. Δέν εἶμαι ἄξιος νά λέγομαι υἱός σου (Λουκ. ιε´ 21). Καί εἶναι τότε τά δάκρυά σου δάκρυα μετανοίας λυτρωτικῆς. Διότι σύντομα καταλαβαίνεις ὅτι ὁ Θεός δέν εἶναι τιμωρός καί ἐκδικητής, ἀλλά δέχεται καί περιβάλλει μέ τήν ἀγάπη Του αὐτούς πού μετανοοῦν καί ταπεινωμένοι ἐπιστρέφουν κοντά Του. Τότε πιά τά δάκρυά σου γίνοται δάκρυα χαρᾶς. Βρῆκες τόν Πατέρα σου!

Αὐτή εἶναι ἡ μετά-νοια. Πόσο διαφορετικά σκεφτόταν ὁ νεώτερος υἱός τῆς παραβολῆς, ὁ ἄσωτος, ὅταν ἐγκατέλειπε τό πατρικό του σπίτι! Καί πῶς εἶδε τά πράγματα στήν ἐπιστροφή του! ῞Οταν πῆρε τήν περιουσία του καί ἔφυγε, τό σπίτι τό ἔνοιωθε φυλακή. ῞Οταν γύρισε, κατάλαβε πώς ἤτανε παλάτι. Στήν ἀναχώρησή του ἔνοιωθε πώς ἄφηνε ἕνα δυνάστη. Στήν ἐπιστροφή κατάλαβε πώς εὕρισκε ἕνα πατέρα, πού ἡ μόνη περιουσία πού τοῦ ἔμεινε ἦταν ἡ ἀγάπη.

῞Οταν «ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν», νόμιζε πώς ἐκεῖ θά βρεῖ τή χαρά καί τήν εὐτυχία. Καί βρῆκε τό λιμό καί τήν ἀπώλεια. ῏Ηταν τελείως διαφορετικός, ὅταν «ἦλθεν εἰς ἑαυτόν» καί ξαστέρωσε ὁ νοῦς του.

Στή μετάνοια ὁδηγεῖ ἡ ὀρθή θέα τῆς πραγματικότητος τοῦ ἑαυτοῦ μας καί ὅλου τοῦ κόσμου. Πρό παντός ἡ θέα τοῦ Θεοῦ. ᾿Αλλά αὐτό δέν γίνεται σέ μιά στιγμή οὔτε πραγματοποιεῖται μέ μία μόνη ἀπόφαση.

῾Η μετάνοια δέν εἶναι μόνο μιά συγκεκριμένη πράξη ἐπιστροφῆς. Εἶναι μιά διαρκής κατανόηση· τῆς ἀνθρώπινης ἀτέλειας ἀφ᾿ ἑνός καί τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ ἀφ᾿ ἑτέρου. Καί ἐπειδή ἡ κατανόηση εἶναι ὁλοένα βαθύτερη, γι᾿ αὐτό καί ἡ ἐπιστροφή εἶναι διαρκής. ῾Η μετάνοια εἶναι μιά ἀδιάκοπη πορεία. Αἰσθάνεσαι ὅτι πάντοτε ἀπέχεις ἀπό Αὐτόν πρός τόν ὁποῖο διαρκῶς καταφεύγεις. ῞Οτι ποτέ δέν εἶσαι ἄξιος ᾿Εκείνου πού συνεχῶς μέ χαρά σέ ὑποδέχεται. ῞Οτι ἡ σχέση σου μέ τόν Θεό δέν μπορεῖ νά στηριχθεῖ στή δική σου ἀξία. Πάντοτε οἰκοδομεῖται στή δική Του ἀπέραντη ἀγάπη.

Γι᾿ αὐτό μέ τή μετάνοια ἀρχίζουμε τή χριστιανική μας πολιτεία. Μέ τή μετάνοια θά φθάσουμε καί στό τέλος τῆς πορείας μας. ῾Η μετάνοια εἶναι «ἀρχή καί τέλος τῆς κατά Χριστόν πολιτείας», λέγει ὁ ῞Αγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς4.

Στή μεγαλύτερη περίοδο τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους, πού εἶναι τό κατανυκτικό Τριώδιο, καί μᾶς καλεῖ σέ περισυλλογή, σέ μετάνοια καί συντριβή, ἡ ᾿Εκκλησία παρουσιάζει ἐνώπιόν μας πολλά παραδείγματα μετανοίας. Γιά νά συγκινήσει, νά διδάξει καί νά ὁδηγήσει ὀρθά τίς ψυχές μας.

Τήν πρώτη μέρα τοῦ Τριωδίου, τήν Κυριακή τοῦ Τελώνου καί Φαρισαίου, παρουσιάζει τόν Τελώνη, τή συντριβή του, τά δάκρυα καί τή μετάνοιά του, τήν ὑπέροχη καί συγκινητική προσευχή του· «ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» (Λουκ. ιη´ 13).

Καί ὅταν πλέον τό Τριώδιο τελειώνει, τελευταῖο παράδειγμα μετανοίας παρουσιάζεται ἐνώπιόν μας τή Μεγάλη Παρασκευή «ὁ δίκαιος ληστής». Αὐτός δέν ἐξομολογεῖται μόνο, δέν ἀρκεῖται στό νά ἀναγνωρίσει ἁπλά τό βάρος τῆς ἐνοχῆς του. Τολμᾶ καί κάτι περισσότερο. Ζητεῖ μετοχή στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ· «μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. κγ´ 42). Δικαιοῦται νά τό κάνει. Διότι ἔχει ἐνώπιόν του τόν ᾿Εσταυρωμένο, διά τῆς Θυσίας τοῦ ὁποίου προσφέρεται πλούσια ἡ χάρις καί τό ἔλεός Του καί ἀνοίγει ἡ θύρα τῆς Βασιλείας Του.

῾Η ζωή τοῦ πιστοῦ μέσα στήν ᾿Εκκλησία εἶναι μιά διαρκής κίνηση. ᾿Από τή βαθειά συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητος στή γλυκειά ἐλπίδα τῆς σωτηρίας. ᾿Από τό «ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ», στό «μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου».

῾Η πνευματική ζωή εἶναι μιά μακρά πορεία μετανοίας. ᾿Από τήν χώραν τήν μακράν τῆς ἀπωλείας στήν αἰώνια χαρά τῆς ἄνω Βασιλείας.

 

 

_________

1. Γρηγορίου Θεολόγου, ᾿Επιστολή ΡΑ´, Πρός Κληδόνιον πρεσβύτερον κατά ᾿Απολλιναρίου, Ρὒ  37, 188.

2. ᾿Ιωάννου Σιναΐτου, Κλῖμαξ, Λόγος ΚΣΤ-Α´, Περί διακρίσεως, ιζ´.

3. Γρηγορίου Παλαμᾶ, ῾Ομιλ. ΝΑ´, ῞Οτι ἡ πρός τόν Θεόν συνεχής διά προσευχῆς καί ψαλμωδίας ἔντευξιςϜ, ΕΠΕ 11, 226.

4. Γρηγορίου Παλαμᾶ, ῾Ομιλ. ΝΘ´, Περί τῶν κατά τό Θεῖον Βάπτισμα τελουμένων καί περί Μετανοίας, ΕΠΕ 11, 492.


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ