ΟΙ ΝΗΣΤΕΙΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ


Πῶς καθιερώθηκαν; Πῶς ἐπεκράτησαν;

Ἐπειδή ἀπό τόν Φεβρουάριο ἐφέτος ἀρχίζει ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, πού εἶναι περίοδος νηστείας, θεωροῦμε χρήσιμο νά ἀναφέρουμε τό πῶς καθιερώθηκαν καί ἐπεκράτησαν οἱ γνωστές Νηστεῖες τῆς Ἐκκλησίας μας.
Σέ πολλά βέβαια σημεῖα τῆς Ἁγίας Γραφῆς γίνεται λόγος γιά τή νηστεία καί ὅλοι οἱ ἱεροί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας ἀναφέρονται σέ ὁμιλίες τους στό θέμα τῆς νηστείας.
Ὁ Μέγας Βασίλειος μάλιστα, πού μᾶς ἄφησε δύο ἐξαίρετες ὁμιλίες περί τῆς νηστείας, ὀνομάζει τή νηστεία «συνηλικιῶτιν τῆς ἀνθρωπότητος».
Εἶναι, λέγει, ἡ πρώτη ἐντολή πού δόθηκε στούς ἀνθρώπους ἀπό τόν Θεό.


«Νηστεία ἐν τῷ παραδείσῳ ἐνομοθετήθη». Ὅταν ἔδωσε ἐντολή στούς Πρωτοπλάστους νά μή φάγουν τούς καρπούς ἑνός συγκεκριμένου δένδρου, ἔδωσε ἐντολή «νηστείας καί ἐγκρατείας» (ΕΠΕ 6, 26).
Αὐτή λοιπόν ἡ θεόσδοτη ἐντολή, τήν ὁποία τήρησε καί ὁ Θεάνθρωπος καί οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, ὅταν ὀργανώθηκε μέ τή Χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος ἡ Ἐκκλησία, ἔλαβε τή θέση της στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Καθορίστηκαν μάλιστα οἱ ἡμέρες τῆς νηστείας μέ ἀποφάσεις Συνόδων καί ἱερῶν Κανόνων γιά νά λειτουργοῦν τά πάντα «κατά τάξιν καί εὐσχημόνως» (Α΄ Κορ. ιδ΄ 40).
Ἔτσι πολύ ἐνωρίς καθιερώθηκε ἡ Νηστεία τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καί τῆς Τετάρτης καί Παρασκευῆς. Ὁ ΞΘ΄ (69ος) Ἀποστολικός Κανών θεσπίζει τά ἑξῆς: «Εἴ τις Ἐπίσκοπος, ἤ Πρεσβύτερος, ἤ Διάκονος, ἤ Ὑποδιάκονος, ἤ Ἀναγνώστης, ἤ Ψάλτης, τήν ἁγίαν Τεσσαρακοστήν οὐ νηστεύει, ἤ Τετράδα, ἤ Παρασκευήν, καθαιρείσθω. Ἐκτός εἰμή δι' ἀσθένειαν σωματικήν ἐμποδίζοιτο. Ἐάν δέ λαϊκός ᾖ, ἀφοριζέσθω» («Πηδάλιον»).
Ὁ ἅγιος Νικόδημος ἑρμηνεύοντας καί σχολιάζοντας στό «Πηδάλιον» τόν Κανόνα αὐτό γράφει: «Ὅλους ὁμοῦ καί ἱερωμένους, καί λαϊκούς προστάζει ὁ παρών Κανών νά νηστεύωσι παρομοίως καί ἐπίσης, τόσον τήν μεγάλην Τεσσαρακοστήν, ὅσον καί κάθε Τετράδα καί Παρασκευήν... Τήν μέν ἁγίαν Τεσσαρακοστήν νηστεύομεν... ὄχι διά τό Πάσχα, ὄχι διά τόν Σταυρόν, ἀλλά διά τάς ἁμαρτίας μας... Ὅθεν δέν πρέπει νά λέγωμεν ὅτι πενθοῦμεν διά τόν Σταυρόν. Οὐ γάρ δι' ἐκεῖνον πενθοῦμεν˙ μή γένοιτο˙ ἀλλά διά τά ἐδικά μας ἁμαρτήματα. Νηστεύομεν δέ τήν Τεσσαρακοστήν, κατά τήν μίμησιν τοῦ Κυρίου, ὁποῦ ἐνήστευσεν ἐπί τοῦ ὄρους ἡμέρας τεσσαράκοντα. Τάς δέ δύω ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος νηστεύομεν, τήν μέν Τετράδα, διατί εἰς τήν ἡμέραν αὐτήν ἔγινε τό συμβούλιον διά τήν προδοσίαν τοῦ Κυρίου μας˙ τήν δέ Παρασκευήν, διατί εἰς τήν ἡμέραν ταύτην ἔπαθε σαρκί τόν ὑπέρ τῆς σωτηρίας μας θάνατον...». Ἡ ΣΤ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος μέ τόν ΠΘ΄ (89ο) Κανόνα της κάνει εἰδικό λόγο γιά τή Νηστεία τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος: «Τάς τοῦ σωτηρίου πάθους ἡμέρας, ἐν νηστείᾳ καί προσευχῇ καί κατανύξει ἐπιτελοῦντας, χρή τούς πιστούς περί μέσας τῆς περί τό μέγα Σάββατον νυκτός ὥρας ἀπονηστίζεσθαι...». Ὁρίζει δηλαδή νά λήγει ἡ νηστεία μετά τό μεσονύκτιο τοῦ Μεγάλου Σαββάτου («Πηδάλιον»).
Γιά τήν Τεσσαρακοστή τῶν Χριστουγέννων, τό γνωστό Σαρανταήμερο, πού εἶναι κάπως ἐλαφρότερη νηστεία, διότι ἐπιτρέπεται κατάλυση ἰχθύων, ὁ ἅγιος Συμεών, ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, πού εἶναι εἰδικός ὡς πρός τά λειτουργικά θέματα τῆς Ἐκκλησίας, γράφει: «Ἡ Τεσσαρακονθήμερος (νηστεία) εἰκονίζει τήν νηστείαν τοῦ Μωϋσέως, ὅστις νηστεύσας τεσσαράκοντα ἡμέρας καί νύκτας ἔλαβεν εἰς πλάκας λιθίνους γεγραμμένους τούς λόγους τοῦ Θεοῦ, ἡμεῖς δέ νηστεύοντες τεσσαράκοντα ἡμέρας βλέπομεν καί λαμβάνομεν τόν ζῶντα Λόγον ἐκ τῆς Παρθένου, ὄχι γεγραμμένον ἐν λίθοις, ἀλλά σεσαρκωμένον γεννηθέντα, καί ἀξιούμεθα νά κοινωνῶμεν τήν θειοτέραν αὐτοῦ Σάρκα» («Τά Ἅπαντα» Ἐν Ἀθήναις 1868, σ. 369).
Παρόμοια εἶναι καί ἡ Νηστεία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, γιά τήν ὁποία ὁμιλεῖ τό ἀρχαῖο ἐκκλησιαστικό κείμενο, πού ἐπιγράφεται «Διαταγαί Ἀποστόλων». «Μετά οὖν τό ἑορτάσαι ὑμᾶς τήν Πεντηκοστήν ἑορτάσατε μίαν ἑβδομάδα (ἐπιτρέπεται σ' αὐτήν κατάλυση σέ ὅλα), καί μετ' ἐκείνην νηστεύσατε μίαν˙ δίκαιον γάρ καί εὐφρανθῆναι ἐπί τῇ ἐκ Θεοῦ δωρεᾷ (γιά τήν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος) καί νηστεῦσαι μετά τήν ἄνεσιν» (ΒΕΠΕΣ 2, 93). Καί οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι, σχολιάζει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, «ἐνήστευαν καί οὕτως ἐπέμποντο εἰς τό κήρυγμα» («Πηδάλιον» Σημ. εἰς 69ον Ἀποστολικόν Κανόνα).
Γιά τή Νηστεία τοῦ Δεκαπενταυγούστου, πού διαρκεῖ λίγες ἡμέρες, ὁ ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης γράφει ὅτι «εἰς τιμήν ἀποβλέπει τῆς τοῦ Θεοῦ Λόγου Μητρός, ἡ ὁποία προγνωρίζουσα τήν ἁγίαν της μετάστασιν ἀπό τόν κόσμον, πάντοτε ἠγωνίζετο ὑπέρ ἡμῶν, καί ἐνήστευεν, ἄν καί χρείαν δέν εἶχε Νηστείας, ὡς καθαρά καί πανάμωμος, ζῶσα δέ ἀγγελικῶς ἡ ὑψηλοτέρα καί τῶν Ἀγγέλων καί προσευχομένη συνεχῶς... καί πάντοτε δι' ἡμᾶς ἱκετεύουσα... Διά τοῦτο καί ἡμεῖς χρεωστοῦμεν νά νηστεύωμεν... ἐκμιμούμενοι τόν βίον της» (ἔ. ἀ.)
Τά πιό πάνω ἐλάχιστα πληροφοριακά στοιχεῖα, ὡς πρός τόν καθορισμό τῶν Νηστειῶν τῆς Ἐκκλησίας μας, ἄς γίνουν ἀφορμή νά ἀγαπήσουμε τή νηστεία, ὅπως μᾶς προτρέπουν οἱ ὕμνοι τῶν ἡμερῶν αὐτῶν.
Εἶναι πολύ ἀποτελεσματικό ὅπλο στόν ἀόρατο πόλεμο γιά τήν κατάκτηση τῆς ἁγιότητος.


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ