ΤΟ ΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΑΓΑΘΟ ΣΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ

Πάτσης Χρήστος:

Μια δημόσια γιορτή είναι γιορτή μνήμης. Μια δημόσια ομιλία για τις τρεις μεγάλες μορφές της εκκλησιαστικής διακονίας και των ελληνικών γραμμάτων Βασίλειο το Μέγα, Γρηγόριο το Θεολόγο και Ιωάννη το Χρυσόστομο πάντα φέρνει σε δυσχερή θέση τον ομιλητή. Κάθε φορά που μιλάει κανείς για τους Τρεις ιεράρχες μια σκέψη έρχεται αυθόρμητα· η ομιλία να είναι επίκαιρη , να «πιάνει» τον παλμό της εποχής, το θέμα της ημέρας, αυτή την ίδια την επικαιρότητα. Μια δεύτερη σκέψη σε οδηγεί όχι στην εντύπωση, ούτε στην εκρηκτικότητα των γεγονότων, αλλά σε πιο νηφάλια κα ειρηνικότερη ερμηνεία του λόγου των Πατέρων.


Άλλωστε τον τελευταίο καιρό όλοι μας γινόμαστε αποδέκτες τέτοιου είδους κριτικής επί παντός επιστητού, αρνητικής κριτικής επί πάντων, η οποία αγγίζει και τα όρια της αυτομαστίγωσης της συλλογικής μας συνείδησης. Έτσι , λοιπόν, προτίμησα να μιλήσω με την οπτική ενός δασκάλου και με κύριο θέμα το μορφωτικό αγαθό και την κοινωνική του διάσταση στο λόγο των Τριών Ιεραρχών. Σπεύδω, όμως, να σημειώσω ότι το εκπαιδευτικό αγαθό, αλλά και η όλη εκπαιδευτική διαδικασία ποτέ δεν αποκόπτονται από το κοινωνικό γίγνεσθαι, συνεπώς η έμμεση αναφορά εμφανίζεται και απαραίτητη και επιβεβλημένη. Επιπρόσθετα οι ίδιοι Πατέρες δίδαξαν με παρρησία πως ο λόγος περί Θεού αποτελεί τη βάση του νοήματος της πραγματικής και καθολικής ζωής και όχι ενός μέρους της συλλογικής μας ύπαρξης.

Μία βασική διευκρίνιση, η οποία αφορά το όρο Παιδεία σήμερα, καθώς αυτός έχει νοθευτεί από μία ανταγωνιστική αντίληψη για τον άνθρωπο και τον κόσμο. Το αποτέλεσμα της σύγχυσης αυτής είναι η ταύτιση των εννοιών «Παιδεία» και «Εκπαίδευση» με συνέπεια την έκπτωσή τους από το περιεχόμενο που τις ορίζει1. Είναι γεγονός ότι ποτέ δεν αναφέρθηκαν, οι τρεις Μεγάλοι Άγιοι στον όρο εκπαίδευση τουλάχιστον όπως κατανοείται σήμερα δηλαδή ως μια προσπάθεια ταχύρυθμης μόρφωσης με στόχο τη βελτίωση του οικονομικού και κοινωνικού επιπέδου.

Αν κανείς ερευνήσει τη σκέψη των Τριών Ιεραρχών θα διαπιστώσει ότι με το έργο τους προτείνουν έναν δρόμο διαφορετικό για την Παιδεία. Μία πρόταση παιδείας τολμηρή στην εποχή τους, αλλά και ιδιαίτερα πρωτοποριακή για τη σημερινή εποχή. Σύμφωνα με αυτή η μορφωτική διαδικασία δεν πρέπει να προσανατολίζεται μονοσήμαντα προς τις απαιτήσεις της αγοράς. Αντίθετα, πρέπει να στοχεύει στη βασική της επιδίωξη, τη συμβολή στη δημιουργία μιας ολοκληρωμένης προσωπικότητας, που θα είναι σε θέση να συμμετέχει ενεργά σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής δραστηριότητας.

Πρωταρχικός σκοπός της αγωγής και μάθησης, λοιπόν, για τους προστάτες των γραμμάτων και της παιδείας είναι ο άνθρωπος, ο οποίος εξοπλισμένος με ελεύθερη και κριτική σκέψη και μυημένος σε μεθόδους προσέγγισης της φυσικής, ιστορικής και κοινωνικής πραγματικότητας, είναι ικανός να προσανατολιστεί με ασφάλεια και να δράσει δημιουργικά και υπεύθυνα μέσα στο κοινωνικό σύνολο2.

Τι μαθαίνει, αλήθεια, ο μαθητής πέρα απ΄ αυτό που έχει οριστεί στο πρόγραμμα μάθησης, στο αναλυτικό πρόγραμμα και πώς;
Είναι γνωστό ότι μάθηση δεν είναι μόνο η διδακτέα ύλη, χωρίς κανείς να παραβλέπει την αξία της, αλλά μάθηση είναι και η ίδια η σχολική ζωή με τα προβλήματά της , ο σχολικός καθημερινός πολιτισμός,, οι σχολικές πρακτικές , η συμμετοχή των μαθητών και όλα όσα διαμορφώνουν την περίφημη σχολική ταυτότητα.

Αυτή η «δεύτερη» μάθηση3, η κοινωνική ή παράλληλη όπως λέγεται συμβαδίζει με το αναλυτικό πρόγραμμα και έχει τη δική της λογική. Στην πραγματικότητα είναι μια διάρθρωση σχέχεων μέσα από την οποία παράγονται συμπεριφορές, στάσεις ζωής και διαμορφώνεται το ήθος του εκπαιδευόμενου. Αυτό ,λοιπόν, που συμβαίνει στην τάξη είναι πάρα πολύ ευρύτερο από αυτό που εμείς οι καθηγητές αλλά και οι μαθητές μπορούν να σας πληροφορήσουν.

Αυτή η σπουδαία παιδαγωγική αλληλεπίδραση είναι οργανωμένη σε μη φανερούς κανόνες και τύπους και ,όμως, είναι τόσο παρούσα και έντονη. Η τάξη μάς δείχνει τους κοινωνικούς και ηθικούς κανόνες πάνω στους οποίους οργανώνεται η εκπαιδευτική διαδικασία. Γι΄αυτούς τους κανόνες γι΄αυτά τα προβλήματα δεν έχουμε τη διάθεση να κάνουμε διάλογο σήμερα. Τα απωθούμε , τα παραβλέπουμε ως αν να μην υπάρχουν. Εκεί μέσα αναζητούμε εμείς οι δάσκαλοι το όποιο γόητρο ,το όποιο κύρος του εκπαιδευτικού, εκεί και οι μαθητές μας αγωνιούν να δώσουν το δικό τους στίγμα στη πολυδιάστατη σχολική ταυτότητα.
Η ουσιαστική αλλαγή στο μορφωτικό αγαθό ξεκινά από τον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης . Αγωνιζόμενοι και οι Τρεις για την καλή «αλλοίωση»4 έστρεψαν την προσοχή τους στο βάθος, στην ουσία και όχι την επιφάνεια του προσώπου, όπου συνήθως επικρατούν οι ηθικολογίες και οι καθωσπρεπισμποί. Δεν αρκούν άψυχα σχέδια και κατασκευές του νου, ο οποίος συχνά αποσυντονίζεται από τα πάθη και τους εγωϊσμούς. Επιμένουν στην εσωτερική καθαρότητα και διάθεση για την παραγωγή κάθε αγαθού: εκκλησιαστικού, εκπαιδευτικού, κοινωνικού κ.ο.κ Δεν μπορεί κανείς να αποδώσει δικαιοσύνη λ.χ ο εκπαιδευτικός, να γίνει εργάτης της δικαιοσύνης , όταν δεν διαθέτει προσωπική εντιμότητα, αλλά είναι «ή χρήμασι διεφθαρμένος ή φιλία χαριζόμενος ή έχθρα αμυνόμενος, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μέγας Βασίλειος.

Οι γίγαντες Αυτοί της θεολογίας μάχονται για να αφυπνίσουν τη συνείδηση στον άνθρωπο ώστε να στραφεί προς τον εαυτό του να δυναμώσει το θεϊκό σπινθήρα που βρίσκεται μέσα του. Μια δυναμική ανάταση όλων των ψυχικών λειτουργιών: της λογικής, του συναισθήματος, της θέλησης των πάντων. Δεν υπάρχει μάθηση ούτε γνώση, αν δεν συντονιστούν όλες οι ψυχικές δυνάμεις , αν δεν ενοποιηθούν κάτω από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Διατυπώνει με σαφήνεια ο Γρηγόριος: « εάν μικρόν τι του λόγου παρεκτραπής, προς εαυτόν επανάγου, πριν παντελώς έξω πεσείν και κατενεχθήναι προς θάνατον, και γενού καινός αντί παλαιού και ψυχής εόρταζε τα εγκαίνια..»

Ως πραγματικοί γνώστες και ανατόμοι της ανθρώπινης ψυχής οι Άγιοι γνωρίζουν –κι αυτό επιβεβαιώθηκε αργότερα από την ψυχολογία του βάθους- ότι πολλές φορές παραμένουν , έτσι, ανενεργές οι πνευματικές δυνάμεις των μαθητών , που η ενοποίησή τους θα έθετε τα θεμέλια μιας ουσιαστικής μαθησιακής διαδιακασίας. Συνήθως, ως τέτοιου είδους δυνάμεις εμφανίζονται η φιλομάθεια του παιδιού, η συστηματικότητα, το ενδιαφέρον , η αφοσίωση κά. Επιβάλλεται, όμως, μια βαθύτερη εξέταση των δυνάμεων αυτών και η ανακάλυψη ακόμη περισσοτέρων γιατί δεν αρκεί η αναζήτησή τους με σκοπό μόνο λ.χ τη συγκομιδή βαθμών από ανάγκη ή φόβο. Η αίσθηση, από τη μεριά του μαθητή, της προσπάθειας ότι δοκιμάζει τις δυνάμεις του και ταυτόχρονα ότι η δοκιμασία αυτή βρίσκει ανταπόκριση , δημιουργεί προϋποθέσεις για καλύτερη μαθητική εμπειρία. Όταν, μάλιστα, ο μαθητής αντιληφθεί ότι η μάθηση δεν είναι μόνο μια διαδικασία απόκτησης γνώσης , αλλά και μεταβολής και εξύψωσης του εαυτού του, τότε οι προτεραιότητές του έχουν σοβαρή πιθανότητα να ιεραρχηθούν, να μπουν σε μια τάξη.

Το γεγονός ότι όλοι μας, ως μαθητές, αναπτύξαμε αρνητικά ελατήρια στη διαδικασία της μάθησης και ταυτόχρονα πολλούς αμυντικούς μηχανισμούς , ανήκει, φυσικά, στο χώρο της ψυχολογίας και σε μια άλλης τάξεως ανάλυση.

Επειδή οι Μεγάλοι αυτοί Ιεράρχες υπήρξαν και ασκητές της πίστης διέγνωσαν γρήγορα την αξία της άσκησης σε όλο το φάσμα της ανθρώπινης ζωής. Θα αναφερθούμε σύντομα , για την οικονομία του χρόνου, στην «ασκητική» του παιδαγωγού όχι με την έννοια της «παραίτησής του» από την πραγματική παρουσία στην τάξη, αλλά με την έκκλησή του η τάξη να μετέχει της ουσιαστικής άσκησης-άθλησης με τις ακόλουθες δυνατές προϋποθέσεις: α. εσωτερική παρατήρηση του εαυτού. Επειδή η φυσική εξωστρέφεια του παιδιού του προσφέρει τόσα πλεονεκτήματα, ειδικά στην κοινωνικοποίηση, θα ήταν ωφέλιμο να συνδυαζόταν με μια στροφή του νου προς τα μέσα για τη δημιουργία ενός «χώρου» στη συνείδηση που να επιτρέπει το δυσκολότατο, για την ηλικία, έργο του αυτοελέγχου και της αυτοκριτκής. β. παρά το μέγα θέμα της ηθικής ανωριμότητας του παιδιού δεν υπάρχει περίπτωση να μη αισθάνεται ενοχή στις περιπτώσεις εκείνες της μαθησιακής δυσκολίας. Η άρση της ενοχής μόνο σε ένα καθεστώς ελευθερίας παρά εξαναγκασμού μπορεί να επιτευχθεί. Όσο ελεύθερη είναι η επιλογή κάθε ανθρώπου να «ζήσει» το μεγαλείο των δραματικών επιλογών του τόσο ελεύθερη μπορεί να υπάρξει η δυνατότητα για επιστροφή - λύτρωση. Αν στην τελευταία προσπάθεια έρθει αρωγός και κάποιος σοφός μεσίτης, ενδεχομένως, να έχουμε θεαματικά αποτελέσματα γ. πολλοί σοφοί δάσκαλοι ισχυρίζονται, χωρίς να έχουν άδικο, ότι η μάθηση και η παιδαγωγική αλληλεπίδραση είναι μια λειτουργία μύησης με όλα τα τελετουργικά στοιχεία που διακρίνουν μια τέτοια κατάσταση: ιεροποίηση του χώρου, προσδοκία για κάτι καλύτερο, «εξάρτηση» προς το λατρευόμενο πρόσωπο, συνέπεια στο χρόνο 5 κ.ο.κ

Πράγματι ακούγονται ευχάριστα και εξιδανικευμένα όλα τα προαναφερθέντα, και πώς θα μπορούσαν να ισχύσουν θα ρώταγε ένας καλοπροαίρετος άνθρωπος, όταν η κοινωνία αιμορραγεί, το ίδιο κι η εκπαίδευση; Κάποια πράγματα στη ζωή δεν έχουν ως κριτήριο την καταναλωτική μας ευχέρεια και τη δύναμη του πλούτου. Η συλλογική συνείδηση δεν χρειάζεται απαραίτητα τα χρήματα για να ανακαινιστεί. Αυτό θα ήταν εύκολο, αν θα μπορούσε να επιτευχθεί.

Υπάρχει μια γνωστή φράση ενός Γερμανού διανοητή του F. Heinemann που διαπιστώνει ότι ο άνθρωπος της αρχαιότητας συνομιλεί μετά του κόσμου, ο άνθρωπος του Μεσαίωνα μετά του Θεού και ο των νεωτέρων χρόνων μετά του ανθρώπου6. Ναι σήμερα συνομιλούμε περισσότερο με τον εαυτό μας , αλλά ως άτομα μέσα σε τραγικούς μονολόγους. Το λυπηρό είναι ότι ο διάλογος μετά του Θεού κατά τον Μεσαίωνα , όπως καταγράφηκε στη Δύση υπήρξε η βασική αιτία να εξυψωθεί το σύνολο, η κοινότητα ακόμη και η Εκκλησία σαν ένα σύστημα μαζικό, δυναμικό, ολοκληρωτικό, απρόσωπο, χρησιμοποιώντας τα ατομικά διακιώματα ως άσκηση εξουσίας. Είναι αυτός ο μονόλογος του υποκειμενισμού και του ανθρωπισμού να μιλάς για διακαιώματα μόνον κάτω από το πρίσμα του εγώ και του συμφέροντος. Βέβαια δεν πρέπει να αγνοούμε ότο αυτός ο τρόπος σκέψης αποτελεί την κινητήρια δύναμη του σύγχρονου πολιτισμού τα αγαθά του οποίου όλοι απολαμβάνουμε. Διαθέτουμε δηλαδή μια συλλογική συνείδηση σε απόλυτη ανεξαρτησία από το Θεό βασιζόμενη στην αυτονομία της και στην αυτάρκειά της. Όμως αυτό το πνεύμα όλο θέλει, όλο κάτι χρειάζεται. Ένα αδηφάγο και άπληστο εγώ διψά για κυριαρχία. Δεν του αρέσει η συμβίωση και ενώ φαίνεται να προοδεύει, προετοιμάζει, κατά πως φαίνεται , και την παρακμή του. Αυτή είναι η «ασθένεια προς θάνατον» που λέει ο Ιερός Χρυσόστομος. Το δράμα της πτώσης της οικοδομής –της κυριολεκτικής, αλλά και της συμβολικής- καλούμαστε να ζήσουμε σήμερα. Υψώσαμε προς το Θεό το δικό μας Πύργο της Ευρώπης , τα δικά μας ιδανικά, τη δική μας αυτόνομη ηθική πιστεύοντες ότι με την ανάπτυξη και την τεχνολογική πρόοδο θα λύναμε όλα τα προβλήματα της ζωής. Έτσι δημιουργήσαμε ο καθένας χωριστά τον ίδιο άχρηστο θεό, το θεό της φαντασίας μας, της λογικής μας, τον νεκρό θεό που θα έλεγε και ο Nitzsche. Μείναμε μόνοι να αντιπαλεύουμε τα έργα μας και τα ένστικτά μας. Ας είμαστε , όμως, και λίγο προσεκτικοί μη δικαιωθεί μια προφητική φράση του Benjamin Constant η οποία ανακεφαλαιώνει μια παλαιότερη φράση του Ιερού Αυγουστίνου ότι ο άνθρωπος από τη θεότητα δια της ανθρωπότητας καταλήξει στην κτηνωδία7.
H παρακμή λοιπόν αυτού του πνευματικού οικοδομήματος δεν πρέπει να προκαλεί μόνον την απαισιοδοξία, από χριστιανικής άποψης, αλλά και την ελπίδα για μια καλύτερη κατανόηση και δυναμικότερη βίωση της χριστιανικής πίστης. Ο άνθρωπος συνομιλεί εντονώτερα , ορθότερα και ειλικρινέστερα μετά του Κυρίου και επανέρχεται ως μια πιο συνειδητοποιημένη και δυναμική προσωπικότητα στην εκκλησιαστική κοινωνία σε εποχές όπως η σημερινή, η οποία διαλύει τα όνειρα για μια δυνατότητα εγκαθίδρυσης επίγειων παραδείσων. Είναι η στιγμή που η λογική αποστατεί από τη φαντασιακή πορεία προς τη θέωση του εγώ και το πρόσωπο διψά για σωτηρία στους κόλπους του Δημιουργού. Τότε διαβλέπει και ο «πιστός της Κυριακής» , ο χριστιανός της ρουτίνας ο οποιοσδήποτε θεολογών νους, εμείς δηλαδή όλοι πόσο δύσκολη είναι η πίστη, πόσο άπειρο βάθος έχει και πόσο μικροί είμαστε απέναντι των Αγίων Πατέρων και οπωσδήποτε απέναντι του Τριαδικού Θεού.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος του πιστού, του μαθητή, θα πρόσθετα, είναι η απόγνωση και η αποθάρρυνση, η οποία κυριαρχεί στο πνεύμα του, όταν διαπιστώνει ότι ενίοτε ή συχνότατα υποκύπτει στα λάθη, ζει σφάλλοντας και αδυνατεί ν' αντισταθεί στο κακό. Ο ιερός Χρυσόστομος γνώριζε ότι η απόγνωση σημαίνει πλήρη νίκη του δαιμονικού πνεύματος, διότι οδηγεί τον πιστό σε παραίτηση από τον πνευματικό αγώνα και τελικά σε απομάκρυνση από την Εκκλησία.
Συνεπώς ας αποκτήσουμε καλύτερες δεξιότητες, ορθότερη κρίση, ιδανικότερη μόρφωση, ας φτιάξουμε τη δική μας βιογραφία. Τότε θ΄ αντιληφθούμε καλύτερα τι σημαίνει ανακαίνιση του κόσμου τούτου.
Κλείνοντας , βέβαια, οφείλουμε να μην παραγνωρίζουμε πως υπάρχουν αρκετοί συνάνθρωποί μας, οι οποίοι δεν συμμερίζονται τη μαρτυρία που κομίζουν οι Πατέρες της Εκκλησίας , αλλά και τον ίδιο τον λόγο του Ευαγγελίου. Άλλα «πιστεύω» διαφορετικές αντιλήψεις –φιλοσοφικές, ιδεολογικές, πολιτικές- στο πλαίσιο ελευθερίας του λόγου και της δημοκρατίας καθίστανται και θεμιτές και ανθρώπινες.
Αυτό δεν μπορεί να σκιάσει το γεγονός ότι η διδασκαλία και αλήθεια των τριών Ιεραρχών αποτελούν την καρδιά της χριστιανικής, πολιτιστικής, φιλοσοφικής και ηθικής μας κληρονομιάς, από την οποία η συνείδηση του ορθόδοξου λαού μας έχει αντλήσει έμπνευση και δύναμη σε δυσκολότερες και χαλεπότερες καμπές της ιστορίας μας.
Οι Άγιοι της Εκκλησίας μας είναι πεπεισμένοι για τις δυνατότητες του ανθρώπου προς υπέρβαση της τραγικότητάς του. Ο καθένας μπορεί να ελπίζει για τον εαυτό του, σε οποιοδήποτε επίπεδο κι αν βρίσκεται. Και το σημαντικότερο. Να ελπίζει και για τον άλλο. Ο άλλος δεν είναι η κόλαση. Ο καθένας έχει τη δυνατότητα μετανοίας, μεταστροφής, επανόδου στο αρχαίο κάλλος. Από τη μεγαλύτερη πτώση υπάρχει δρόμος προς την ανάβαση. Το κακό δεν έχει υπόσταση. Στερείται ουσίας, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει η ορθόδοξη πνευματικότητα. Μπορεί να αποτιναχθεί με τη χάρη του Θεού σε μια διαρκή και αδιάκοπη πορεία ανακαίνισης.
Αν αστοχείς στην πορεία , γράφει ο Άγιος Γρηγόριος, (σε ελεύθερη μετάφραση) προσπάθησε να βρεις τον ορθό δρόμο, αν βαδίζεις τον ορθό δρόμο δώσε ακόμη περισσότερες δυνάμεις. Μπορείς να τα καταφέρεις.
Με αυτόν τον τρόπο αγωνίστηκαν οι μεγάλοι Πατέρες, έτσι πορεύεται και η Εκκλησία μας, ορθοτομούντες και ορθοτομούσα τον Λόγο της Σής Αληθείας.

Σας ευχαριστώ.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία:
1. Γ. Δ. Μπαμπινιώτης : Η παιδεία στους Τρεις Ιεράρχες (από το βιβλίο του «Χριστιανική και Ελληνική Πνευματικότητα», Εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ)
2. Του ιδίου
3. Α.Ε.Γκότοβος: Παιδαγωγική αλληλεπίδραση (Εκδόσεις Σύγχρονη εκπαίδευση –Αθήνα 1985)
4. Αρχιεπισκόπου Αλβανίας κ. Αναστασίου Γιαννουλάτου: Η μαρτυρία των Τριών Ιεραρχών για την «καλήν αλλοίωσιν» Περιοδικό Κοινωνία 1982
5. Πάτση Χρήστου: Συντήρηση ή Διεύθυνση της σχολικής τάξης (www.afavita.gr Εκπαιδευτικά άρθρα 10.3.11)
6. Ν. Νησιώτης: Ψυχολογία της Θρησκείας, Εκδόσεις Μαϊστρος, 2006
7. Ν.Νησιώτης: Υπαρξισμός και Χριστιανική Πίστη, Εκδόσεις Μήνυμα, 1986

Πάτσης Χρήστος:ΤΟ ΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΑΓΑΘΟ ΣΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ

 


ΛΗΜΝΟΣ  -  ΓΕΝΑΡΗΣ  2012
 
Μια δημόσια γιορτή είναι γιορτή μνήμης. Μια δημόσια ομιλία για τις τρεις μεγάλες μορφές της εκκλησιαστικής διακονίας και των ελληνικών γραμμάτων Βασίλειο το Μέγα, Γρηγόριο το Θεολόγο και Ιωάννη το Χρυσόστομο πάντα φέρνει σε δυσχερή θέση τον ομιλητή. Κάθε φορά που μιλάει κανείς για τους Τρεις ιεράρχες μια σκέψη έρχεται αυθόρμητα·
η ομιλία να είναι επίκαιρη , να «πιάνει»  τον παλμό της εποχής, το θέμα της ημέρας, αυτή την ίδια την επικαιρότητα. Μια δεύτερη σκέψη σε οδηγεί όχι στην εντύπωση, ούτε στην εκρηκτικότητα των γεγονότων, αλλά σε πιο νηφάλια κα ειρηνικότερη ερμηνεία του λόγου των Πατέρων.
Άλλωστε τον τελευταίο καιρό όλοι μας γινόμαστε αποδέκτες τέτοιου είδους κριτικής επί παντός επιστητού, αρνητικής κριτικής επί πάντων, η οποία αγγίζει και τα όρια της αυτομαστίγωσης της συλλογικής μας συνείδησης. Έτσι , λοιπόν, προτίμησα  να μιλήσω  με την οπτική ενός δασκάλου και με κύριο θέμα το μορφωτικό αγαθό και την κοινωνική του διάσταση στο λόγο των Τριών Ιεραρχών. Σπεύδω, όμως, να σημειώσω ότι το εκπαιδευτικό αγαθό, αλλά και η όλη εκπαιδευτική διαδικασία ποτέ δεν αποκόπτονται από το κοινωνικό γίγνεσθαι, συνεπώς  η έμμεση αναφορά εμφανίζεται και απαραίτητη και επιβεβλημένη. Επιπρόσθετα οι ίδιοι Πατέρες δίδαξαν με παρρησία πως  ο λόγος περί Θεού αποτελεί τη βάση του νοήματος της πραγματικής και καθολικής ζωής  και όχι ενός μέρους της συλλογικής μας ύπαρξης.
 
Μία  βασική διευκρίνιση, η οποία  αφορά το όρο  Παιδεία σήμερα, καθώς αυτός έχει νοθευτεί από μία ανταγωνιστική αντίληψη για τον άνθρωπο και τον κόσμο. Το αποτέλεσμα της σύγχυσης αυτής είναι η ταύτιση των εννοιών «Παιδεία» και «Εκπαίδευση» με συνέπεια την έκπτωσή τους από το περιεχόμενο που τις ορίζει1. Είναι γεγονός ότι ποτέ δεν αναφέρθηκαν, οι τρεις Μεγάλοι Άγιοι στον όρο εκπαίδευση τουλάχιστον όπως κατανοείται σήμερα δηλαδή ως μια  προσπάθεια ταχύρυθμης μόρφωσης με στόχο τη βελτίωση του οικονομικού και κοινωνικού επιπέδου.
 
Αν κανείς ερευνήσει τη σκέψη των Τριών Ιεραρχών θα διαπιστώσει ότι με το έργο τους προτείνουν έναν δρόμο διαφορετικό για την Παιδεία. Μία πρόταση παιδείας τολμηρή στην εποχή τους, αλλά και ιδιαίτερα πρωτοποριακή για τη σημερινή εποχή. Σύμφωνα με αυτή η μορφωτική διαδικασία δεν πρέπει να προσανατολίζεται μονοσήμαντα προς τις απαιτήσεις της αγοράς. Αντίθετα, πρέπει να στοχεύει στη βασική της επιδίωξη, τη συμβολή στη δημιουργία μιας ολοκληρωμένης προσωπικότητας, που θα είναι σε θέση να συμμετέχει ενεργά σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής δραστηριότητας.
 
Πρωταρχικός σκοπός της αγωγής και μάθησης, λοιπόν, για τους προστάτες των γραμμάτων και της παιδείας είναι ο άνθρωπος, ο οποίος εξοπλισμένος με ελεύθερη και κριτική σκέψη και μυημένος σε μεθόδους προσέγγισης της φυσικής, ιστορικής και κοινωνικής πραγματικότητας, είναι ικανός να προσανατολιστεί με ασφάλεια και να δράσει δημιουργικά και υπεύθυνα μέσα στο κοινωνικό σύνολο2.
 
Τι μαθαίνει, αλήθεια, ο μαθητής πέρα απ΄ αυτό που έχει οριστεί στο πρόγραμμα μάθησης, στο αναλυτικό πρόγραμμα  και πώς;
Είναι γνωστό ότι μάθηση δεν είναι μόνο η διδακτέα ύλη, χωρίς κανείς να παραβλέπει την αξία της, αλλά  μάθηση είναι και  η ίδια η σχολική ζωή με τα προβλήματά της , ο σχολικός καθημερινός πολιτισμός,, οι σχολικές πρακτικές , η συμμετοχή των μαθητών και όλα όσα διαμορφώνουν την περίφημη σχολική  ταυτότητα.
 
Αυτή  η «δεύτερη» μάθηση3, η κοινωνική ή παράλληλη όπως λέγεται  συμβαδίζει με το αναλυτικό πρόγραμμα και έχει τη δική της λογική. Στην πραγματικότητα είναι μια διάρθρωση σχέχεων μέσα από την οποία παράγονται συμπεριφορές, στάσεις ζωής και διαμορφώνεται το ήθος του εκπαιδευόμενου. Αυτό ,λοιπόν, που συμβαίνει στην τάξη είναι πάρα πολύ ευρύτερο από αυτό που εμείς οι καθηγητές αλλά και οι μαθητές μπορούν να σας πληροφορήσουν.
 
Αυτή η σπουδαία παιδαγωγική αλληλεπίδραση είναι οργανωμένη σε μη φανερούς κανόνες και  τύπους  και ,όμως, είναι τόσο παρούσα και έντονη. Η τάξη μάς δείχνει τους κοινωνικούς και ηθικούς κανόνες πάνω στους οποίους οργανώνεται η εκπαιδευτική διαδικασία. Γι΄αυτούς τους κανόνες  γι΄αυτά τα προβλήματα δεν έχουμε τη διάθεση να κάνουμε διάλογο σήμερα. Τα απωθούμε , τα παραβλέπουμε ως αν να μην υπάρχουν. Εκεί  μέσα αναζητούμε εμείς οι δάσκαλοι το όποιο γόητρο ,το όποιο κύρος του εκπαιδευτικού, εκεί και οι μαθητές μας αγωνιούν να δώσουν το δικό τους στίγμα στη πολυδιάστατη σχολική ταυτότητα.
Η ουσιαστική αλλαγή στο μορφωτικό αγαθό ξεκινά από τον πυρήνα  της ανθρώπινης ύπαρξης . Αγωνιζόμενοι και οι Τρεις για την καλή «αλλοίωση»4 έστρεψαν την  προσοχή τους  στο βάθος, στην ουσία και όχι την επιφάνεια του προσώπου, όπου συνήθως επικρατούν οι ηθικολογίες και οι καθωσπρεπισμποί. Δεν αρκούν άψυχα σχέδια και κατασκευές του νου, ο οποίος συχνά αποσυντονίζεται από τα πάθη και τους εγωϊσμούς. Επιμένουν στην εσωτερική καθαρότητα και διάθεση για την παραγωγή κάθε αγαθού: εκκλησιαστικού, εκπαιδευτικού, κοινωνικού κ.ο.κ Δεν μπορεί κανείς να αποδώσει δικαιοσύνη λ.χ ο εκπαιδευτικός, να γίνει εργάτης της δικαιοσύνης , όταν δεν διαθέτει προσωπική εντιμότητα, αλλά είναι «ή χρήμασι διεφθαρμένος ή φιλία χαριζόμενος ή έχθρα αμυνόμενος, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μέγας Βασίλειος.
 
Οι γίγαντες Αυτοί της θεολογίας μάχονται για να αφυπνίσουν τη συνείδηση στον άνθρωπο ώστε να στραφεί προς τον εαυτό του να δυναμώσει το θεϊκό σπινθήρα που βρίσκεται μέσα του. Μια δυναμική ανάταση όλων των ψυχικών λειτουργιών: της λογικής, του συναισθήματος, της θέλησης των πάντων. Δεν υπάρχει μάθηση ούτε γνώση, αν δεν συντονιστούν όλες οι ψυχικές δυνάμεις , αν δεν ενοποιηθούν κάτω από τη χάρη  του Αγίου Πνεύματος.  Διατυπώνει με σαφήνεια ο Γρηγόριος: « εάν μικρόν τι του λόγου παρεκτραπής, προς εαυτόν επανάγου, πριν παντελώς έξω πεσείν και κατενεχθήναι προς θάνατον, και γενού καινός αντί παλαιού και ψυχής εόρταζε τα εγκαίνια..»
 
Ως πραγματικοί γνώστες και ανατόμοι της ανθρώπινης ψυχής οι Άγιοι γνωρίζουν –κι αυτό επιβεβαιώθηκε αργότερα από την ψυχολογία του βάθους- ότι πολλές φορές παραμένουν , έτσι, ανενεργές  οι πνευματικές δυνάμεις των μαθητών , που η ενοποίησή τους θα έθετε τα θεμέλια μιας ουσιαστικής μαθησιακής διαδιακασίας. Συνήθως, ως τέτοιου είδους δυνάμεις εμφανίζονται η φιλομάθεια του παιδιού, η συστηματικότητα,  το ενδιαφέρον , η αφοσίωση κά. Επιβάλλεται, όμως, μια βαθύτερη εξέταση των δυνάμεων αυτών και η ανακάλυψη ακόμη περισσοτέρων γιατί δεν αρκεί η αναζήτησή τους με σκοπό μόνο λ.χ τη συγκομιδή βαθμών από ανάγκη ή φόβο. Η αίσθηση, από τη μεριά του μαθητή, της προσπάθειας  ότι δοκιμάζει τις δυνάμεις του και ταυτόχρονα ότι η δοκιμασία αυτή βρίσκει ανταπόκριση , δημιουργεί προϋποθέσεις για καλύτερη μαθητική εμπειρία. Όταν, μάλιστα, ο μαθητής αντιληφθεί ότι η μάθηση δεν είναι μόνο  μια διαδικασία απόκτησης γνώσης , αλλά και μεταβολής και εξύψωσης του εαυτού του, τότε οι προτεραιότητές του έχουν σοβαρή πιθανότητα να ιεραρχηθούν, να μπουν σε μια τάξη.
 
Το γεγονός ότι όλοι μας, ως μαθητές, αναπτύξαμε αρνητικά ελατήρια στη διαδικασία της μάθησης και ταυτόχρονα πολλούς αμυντικούς μηχανισμούς , ανήκει, φυσικά, στο χώρο της ψυχολογίας  και σε μια άλλης τάξεως ανάλυση.
 
Επειδή οι Μεγάλοι  αυτοί Ιεράρχες  υπήρξαν και ασκητές της πίστης διέγνωσαν  γρήγορα την αξία της άσκησης σε όλο το φάσμα της ανθρώπινης ζωής. Θα αναφερθούμε σύντομα , για την οικονομία του χρόνου,  στην «ασκητική» του παιδαγωγού όχι με την έννοια της «παραίτησής του» από την πραγματική παρουσία  στην τάξη, αλλά με την έκκλησή του  η τάξη να μετέχει της ουσιαστικής άσκησης-άθλησης με τις ακόλουθες δυνατές προϋποθέσεις: α. εσωτερική παρατήρηση του εαυτού. Επειδή η φυσική εξωστρέφεια του παιδιού του προσφέρει τόσα πλεονεκτήματα, ειδικά στην κοινωνικοποίηση, θα ήταν ωφέλιμο να συνδυαζόταν με  μια στροφή του νου προς τα μέσα για τη δημιουργία ενός «χώρου» στη συνείδηση που να επιτρέπει το δυσκολότατο, για την ηλικία, έργο του αυτοελέγχου  και της αυτοκριτκής.  β. παρά το μέγα θέμα της ηθικής ανωριμότητας του παιδιού δεν υπάρχει περίπτωση να μη αισθάνεται   ενοχή στις περιπτώσεις εκείνες της μαθησιακής δυσκολίας. Η άρση της ενοχής μόνο σε ένα καθεστώς ελευθερίας παρά εξαναγκασμού μπορεί να επιτευχθεί. Όσο ελεύθερη  είναι η επιλογή κάθε ανθρώπου να «ζήσει» το μεγαλείο των δραματικών επιλογών του τόσο ελεύθερη μπορεί να υπάρξει η δυνατότητα για επιστροφή - λύτρωση. Αν στην τελευταία προσπάθεια έρθει αρωγός και κάποιος σοφός μεσίτης,  ενδεχομένως, να έχουμε θεαματικά αποτελέσματα γ. πολλοί σοφοί δάσκαλοι ισχυρίζονται, χωρίς να έχουν άδικο, ότι η μάθηση και η  παιδαγωγική αλληλεπίδραση είναι μια λειτουργία  μύησης με όλα τα τελετουργικά στοιχεία  που διακρίνουν μια τέτοια κατάσταση: ιεροποίηση του χώρου, προσδοκία για κάτι καλύτερο, «εξάρτηση» προς το λατρευόμενο πρόσωπο, συνέπεια στο χρόνο 5 κ.ο.κ
 
Πράγματι ακούγονται ευχάριστα και εξιδανικευμένα όλα τα προαναφερθέντα, και πώς θα μπορούσαν να ισχύσουν θα ρώταγε ένας καλοπροαίρετος άνθρωπος, όταν η κοινωνία αιμορραγεί, το ίδιο κι η εκπαίδευση; Κάποια πράγματα στη ζωή δεν έχουν ως κριτήριο την καταναλωτική μας ευχέρεια και τη δύναμη του πλούτου. Η συλλογική συνείδηση δεν χρειάζεται απαραίτητα τα  χρήματα για να ανακαινιστεί. Αυτό θα ήταν εύκολο, αν θα μπορούσε να επιτευχθεί.
 
Υπάρχει μια γνωστή φράση ενός Γερμανού διανοητή του F. Heinemann  που διαπιστώνει ότι ο άνθρωπος της αρχαιότητας συνομιλεί μετά του κόσμου, ο άνθρωπος του Μεσαίωνα μετά του Θεού και ο των νεωτέρων χρόνων μετά του ανθρώπου6. Ναι σήμερα συνομιλούμε περισσότερο με τον εαυτό μας , αλλά ως άτομα μέσα σε τραγικούς μονολόγους. Το λυπηρό είναι ότι ο διάλογος μετά του Θεού κατά τον  Μεσαίωνα , όπως καταγράφηκε στη Δύση υπήρξε η βασική αιτία να εξυψωθεί το σύνολο, η κοινότητα ακόμη και η Εκκλησία σαν ένα σύστημα  μαζικό, δυναμικό, ολοκληρωτικό, απρόσωπο, χρησιμοποιώντας τα ατομικά διακιώματα ως άσκηση εξουσίας. Είναι αυτός ο μονόλογος του υποκειμενισμού και του ανθρωπισμού να μιλάς για διακαιώματα μόνον κάτω από το πρίσμα του εγώ και του συμφέροντος. Βέβαια δεν πρέπει να αγνοούμε ότο αυτός ο τρόπος σκέψης αποτελεί την κινητήρια δύναμη του σύγχρονου πολιτισμού τα αγαθά του οποίου  όλοι απολαμβάνουμε. Διαθέτουμε δηλαδή μια συλλογική συνείδηση σε απόλυτη ανεξαρτησία από το Θεό βασιζόμενη στην αυτονομία της και στην αυτάρκειά της. Όμως αυτό το πνεύμα όλο θέλει, όλο κάτι χρειάζεται. Ένα αδηφάγο και άπληστο εγώ διψά για κυριαρχία. Δεν του αρέσει η συμβίωση και ενώ φαίνεται να προοδεύει, προετοιμάζει, κατά πως φαίνεται , και την παρακμή του. Αυτή  είναι η «ασθένεια προς θάνατον» που λέει ο Ιερός Χρυσόστομος. Το δράμα της πτώσης της οικοδομής –της κυριολεκτικής, αλλά και της συμβολικής- καλούμαστε να ζήσουμε σήμερα. Υψώσαμε προς το Θεό το δικό μας Πύργο της Ευρώπης , τα δικά μας ιδανικά, τη δική μας αυτόνομη ηθική πιστεύοντες ότι με την ανάπτυξη και την τεχνολογική πρόοδο θα λύναμε όλα τα προβλήματα της ζωής. Έτσι δημιουργήσαμε ο καθένας  χωριστά  τον ίδιο άχρηστο θεό, το θεό της φαντασίας μας, της λογικής μας, τον νεκρό θεό που θα έλεγε και ο Nitzsche. Μείναμε μόνοι να αντιπαλεύουμε τα έργα μας και τα ένστικτά μας. Ας είμαστε , όμως, και λίγο προσεκτικοί μη δικαιωθεί μια προφητική φράση του Benjamin Constant η οποία ανακεφαλαιώνει μια παλαιότερη φράση του Ιερού Αυγουστίνου ότι ο άνθρωπος από τη θεότητα δια της ανθρωπότητας καταλήξει στην κτηνωδία7.
H παρακμή λοιπόν αυτού του πνευματικού οικοδομήματος δεν πρέπει να προκαλεί μόνον την απαισιοδοξία, από χριστιανικής άποψης, αλλά και την ελπίδα για μια καλύτερη κατανόηση και δυναμικότερη βίωση της χριστιανικής πίστης. Ο άνθρωπος συνομιλεί εντονώτερα , ορθότερα και ειλικρινέστερα μετά του Κυρίου και επανέρχεται ως μια πιο συνειδητοποιημένη και δυναμική προσωπικότητα στην εκκλησιαστική κοινωνία σε εποχές όπως η σημερινή, η οποία διαλύει τα όνειρα για μια δυνατότητα εγκαθίδρυσης  επίγειων παραδείσων. Είναι η στιγμή που η λογική αποστατεί από τη φαντασιακή πορεία προς τη θέωση του εγώ και το πρόσωπο διψά για σωτηρία στους κόλπους του Δημιουργού. Τότε διαβλέπει και ο  «πιστός της Κυριακής» , ο χριστιανός της ρουτίνας  ο οποιοσδήποτε θεολογών νους, εμείς  δηλαδή  όλοι πόσο δύσκολη είναι η πίστη, πόσο άπειρο βάθος έχει και πόσο μικροί είμαστε απέναντι των Αγίων Πατέρων και οπωσδήποτε απέναντι του Τριαδικού Θεού.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος του πιστού, του μαθητή, θα πρόσθετα, είναι η απόγνωση και η αποθάρρυνση, η οποία κυριαρχεί στο πνεύμα του, όταν διαπιστώνει ότι ενίοτε ή συχνότατα υποκύπτει στα λάθη, ζει σφάλλοντας και  αδυνατεί ν' αντισταθεί στο κακό. Ο ιερός Χρυσόστομος γνώριζε ότι η απόγνωση σημαίνει πλήρη νίκη του δαιμονικού πνεύματος, διότι οδηγεί τον πιστό σε παραίτηση από τον πνευματικό αγώνα και τελικά σε απομάκρυνση από την Εκκλησία.
Συνεπώς ας αποκτήσουμε καλύτερες δεξιότητες, ορθότερη κρίση, ιδανικότερη μόρφωση,  ας φτιάξουμε τη δική μας βιογραφία. Τότε θ΄ αντιληφθούμε καλύτερα τι σημαίνει ανακαίνιση του κόσμου τούτου.
Κλείνοντας , βέβαια, οφείλουμε να μην παραγνωρίζουμε πως υπάρχουν αρκετοί συνάνθρωποί μας, οι οποίοι δεν συμμερίζονται τη μαρτυρία που κομίζουν οι Πατέρες της Εκκλησίας , αλλά και τον ίδιο τον λόγο του Ευαγγελίου. Άλλα «πιστεύω» διαφορετικές αντιλήψεις –φιλοσοφικές, ιδεολογικές, πολιτικές-  στο πλαίσιο ελευθερίας του λόγου και της δημοκρατίας καθίστανται και θεμιτές και ανθρώπινες.
Αυτό δεν μπορεί να σκιάσει το γεγονός ότι η διδασκαλία και αλήθεια των τριών Ιεραρχών αποτελούν την καρδιά της χριστιανικής, πολιτιστικής, φιλοσοφικής και ηθικής μας κληρονομιάς, από την οποία η συνείδηση του ορθόδοξου λαού μας έχει αντλήσει έμπνευση και δύναμη σε δυσκολότερες και χαλεπότερες καμπές της ιστορίας μας.
Οι Άγιοι της Εκκλησίας μας είναι πεπεισμένοι για τις δυνατότητες του ανθρώπου προς υπέρβαση της τραγικότητάς του. Ο καθένας μπορεί να ελπίζει για τον εαυτό του, σε οποιοδήποτε επίπεδο κι αν βρίσκεται. Και το σημαντικότερο. Να ελπίζει και για τον άλλο. Ο άλλος δεν είναι η κόλαση. Ο καθένας έχει τη δυνατότητα μετανοίας, μεταστροφής, επανόδου στο αρχαίο κάλλος. Από τη μεγαλύτερη πτώση υπάρχει δρόμος προς την ανάβαση. Το κακό δεν έχει υπόσταση. Στερείται  ουσίας, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει η ορθόδοξη πνευματικότητα. Μπορεί να αποτιναχθεί με τη χάρη του Θεού σε μια διαρκή και αδιάκοπη πορεία ανακαίνισης.
Αν αστοχείς στην πορεία , γράφει ο Άγιος  Γρηγόριος,  (σε ελεύθερη μετάφραση) προσπάθησε να βρεις τον ορθό δρόμο, αν βαδίζεις τον ορθό δρόμο δώσε ακόμη περισσότερες δυνάμεις. Μπορείς να τα καταφέρεις.  
Με αυτόν τον τρόπο αγωνίστηκαν οι μεγάλοι Πατέρες, έτσι πορεύεται και η Εκκλησία μας,  ορθοτομούντες και ορθοτομούσα τον Λόγο της Σής Αληθείας.
 
 
Σας ευχαριστώ.

 
Ενδεικτική Βιβλιογραφία:
1.        Γ. Δ. Μπαμπινιώτης : Η παιδεία στους Τρεις Ιεράρχες (από το βιβλίο του «Χριστιανική και Ελληνική Πνευματικότητα», Εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ)
2.        Του ιδίου
3.        Α.Ε.Γκότοβος: Παιδαγωγική αλληλεπίδραση (Εκδόσεις Σύγχρονη εκπαίδευση –Αθήνα 1985)
4.        Αρχιεπισκόπου Αλβανίας  κ. Αναστασίου Γιαννουλάτου: Η μαρτυρία των Τριών Ιεραρχών για την «καλήν αλλοίωσιν» Περιοδικό Κοινωνία 1982
5.         Πάτση Χρήστου: Συντήρηση ή Διεύθυνση της σχολικής τάξης (www.afavita.gr  Εκπαιδευτικά άρθρα 10.3.11)
6.        Ν. Νησιώτης: Ψυχολογία της Θρησκείας, Εκδόσεις Μαϊστρος, 2006
7.        Ν.Νησιώτης: Υπαρξισμός και Χριστιανική Πίστη, Εκδόσεις  Μήνυμα, 1986

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ