ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ ΚΑΙ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

 
 
 
του Γεωργίου Δημ. Αποστόλου θεολόγου
 
     «…Τους τρεις μέγιστους φωστήρας της τρισηλίου Θεότητος...συνελθόντες ύμνοις τιμήσωμεν…» (Απολυτίκιο).
       Ο κοινός εορτασμός τους (εκτενέ­στατα μας μιλά το Συναξάρι της εορτής) καθιερώθηκε σε ολόκληρο την Ορθόδοξο Χριστιανοσύνη τον 11ο αιώνα, από τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Αλέξιο Κομνηνό, γιατί ήταν παραδείγματα και άξια πρότυπα προς μίμηση για όλους.
       Σήμερα, δεν θα αναφερθούμε στη ζωή και το συγγραφικό έργο των  Άγιων που είναι γνωστά, αλλά ούτε και στην πολύπλευρη δραστηριότητα τους γιατί το έργο τους όχι μόνο το θεολογικό, αλλά και το ανθρωπιστικό ήταν τόσο ευρύ και πολύμορφο από άποψη εκκλησιαστική, ηθική, πολιτιστική, παιδαγωγική και κοινωνική, ώστε να γράφονται πολλοί τόμοι γι’ αυτούς, αποδεικνύοντας τη διαχρονικότητά τους. Άλλωστε, αδυνατούμε στον περιορισμένο χρόνο μας να μιλήσουμε για πολλά και διάφορα θέματα.
 Θα αναφερθούμε όμως με λίγα λόγια: «Στο κοινω­νικό έργο της Εκκλησίας κατά τους Τρεις Ιεράρχες, και στη σημερινή οικονομική κρίση»...
       Αφορμή για την επιλογή αυτού του θέματος, κατά πρώτον, είναι η ηθική-πνευματική  κρίση που μαστίζει την σημερινή Ελλάδα με συνέπεια την απαξίωση των αξιών της ζωής του ανθρώπου με τις αρνητικές συνέπειες, έχοντας σαν αποτέλεσμα να έλθει και η οικονομική κρίση. Επικρατεί σύγχυση, αβεβαιότητα, ατολμία, δειλία και πολλοί είναι εκείνοι που ως επιτήδειοι δημαγωγοί εκμεταλλεύτηκαν τον πόνο του ανθρώπου προκαλώντας οδυνηρότερη κρίση, οδηγώντας πολλούς συνανθρώπους μας ακόμα και σε αυτοκτονία. 
        Κατά δεύτερον, αφορμή επίσης στάθηκε το γεγονός της «εκστρατείας αγάπης» της Ελλαδικής Εκκλησίας με τα συσσίτια, και τις δωρεάν ιατρικές εξετάσεις για ευπαθείς ομάδες από την Αρχιεπισκοπή Αθηνών και τον Ιατρικό σύλλογο, προς τα δοκιμαζόμενα θύματα αυτής της οικονομικής και καταστροφικής κρίσης, τύπου τσουνάμι, απ’ όπου και πάλι φαίνεται το αδιαμφισβήτητο κοινωνικό έργο της Εκκλησίας, που προσπαθεί να δώσει διέξοδο στο αδιέξοδο της κοινωνίας.
        Σε τέτοιες δύσκολες στιγμές στην ιστορία της Πατρίδας μας  εμφανίζονται οι αληθινοί Εκκλησιαστικοί ηγέτες, οι άγιοί της, για να αντιπαραταχθούν με τόλμη και παρρησία σε αυτούς που πολεμούν τον δοκιμαζόμενο λαό.
        Τέτοιον αγώνα έκαναν και οι Τρεις Ιεράρχες, αυτοί οι μεγάλοι δάσκαλοι της Εκκλησίας μας και της Οικουμένης, οι οποίοι δεν έμειναν στη θεωρία, αλλά παρουσίασαν ένα τεράστιο κοινωνικό έργο, γιατί ανακάλυψαν ότι, όσο προσεγγίζει κάποιος το Θεό τό­σο πιο πολύ ανακαλύπτει και πλησιάζει τον άνθρωπο. Στην καρδιά τους ρίζωσε η εντολή της αγάπης προς τον πλησίον, πού τους οδήγησε στην υψίστη μορφή τελειότητας, δηλ. στη θέωση.
       Ο Μέγας Βασίλειος (330-379), ο ταπεινός Αρχιεπίσκοπος της Καισαρείας της Καππαδοκίας, ο «ουρανοφάντωρ του Χριστού», αυτός ο υπέροχος συγγραφέας και δεινός ρήτορας, αλλά και μέγας ηγέτης της Ορθοδοξίας, που διέθετε άφθονα φυσικά χαρίσματα, υπήρξε το κλασικό πρότυπο της χριστιανικής κοινωνικής δράσης και είναι γνωστός ως πατέρας και εμπνευστής των λεγομένων σήμερα «κοινωνικών υπηρεσιών», καθώς και κάθε μορφής ιδρυματικής δραστηριότητας.
       Με δικά του χρήματα οικοδόμησε την περίφημη «Βασιλειάδα» (370), πού είναι από τα σπουδαιότερα παραδείγματα οργανωμένου κοινωνικού φορέα και ήταν μια πραγματική πόλη αγάπης, στην οποία αντιμετωπιζόταν κάθε ανθρώπινη στέρηση.
       Σ’ αυτήν υπήρχε μεγάλος αριθμός οικοδομημάτων, μεταξύ των οποίων νοσοκομείο για τους ασθενείς, και άλλες κοινωνικές υπηρεσίες για την παροχή κάθε είδους βοήθειας προς τους ξένους, τους φτωχούς και όσους βρισκότανε σε κάποια ανάγκη.
       Ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός στον Επιτάφιο λόγο του στον Μέγα Βασίλειο, μιλώντας για τοκοινωνικό του έργο αναφέρει: «Βγες για λίγο έξω από την πόλη και δες την καινούργια πόλη, το θησαυροφυλάκιο αυτό της ευσέβειας, το κοινό αυτό αποταμίευμα των πλου­σίων, στο όποιο με τις προτροπές εκείνου ( δηλ. του Μ. Βασιλείου) καταθέτονται τα περισσεύμα­τα του πλούτου, τώρα δε και τα απαραίτητα για την ζωή, και έτσι αποτινάζουν τον σκό­ρο. Δεν φέρνουν χαρά στους κλέφτες και ξεφεύγουν την πάλη του φθόνου και τη φθορά του χρόνου· μέσα σ’ αυτό η αρρώστια αντιμετωπίζεται με διάθεση φιλοσοφική και η συμφορά γίνεται ευτυχία και η συμπόνια δοκιμάζεται».
       Ο Μέγας Βασίλειος βοήθησε επίσης και στην ίδρυση και άλλων νοσοκομείων και πτωχοτροφείων, γύρω από τη χώρα της Καισαρείας της Καππαδοκίας, και, κατά πάσαπιθανότητα, ένα από αυτά ήταν για την περίθαλψη των λεπρών, το πρώτο νοσοκομείο από όσα γνωρίζουμε μέχρι σήμερα του είδους αυτού. Αξίζει να σημειώσουμε ότι στη «Βασιλειάδα» βρίσκανε τροφή, περίθαλψη και προ παντός αγάπη περίπου 30.000 δυστυχείς άνθρωποι.
       Πιστοί στη διδασκαλία της Αγ. Γραφής περί δικαιοσύνης, οι Πατέρες της Εκκλησίας μας πρωτοστάτησαν και στον αγώνα για κοινωνική ισότητα και δικαιοσύνη, καλλιερ­γώντας κοινωνικό πνεύμα και πολεμώντας, με πάθος κάθε τάση ατομισμού ως διαστροφή της ουσίας της χριστιανικής κοινωνίας. Αντιτάχθηκαν σε κάθε μορφή αδικίας, πήραν το μέρος των φτωχών και των αδυνάτων, τους οποίους θεωρούσαν ότι ήσαν «θύματα» των πλουσίων, διατυπώνοντας και υψηλές κοινωνικές αρχές, και αποδείχθη­καν τολμηρότεροι και ριζοσπαστικότεροι απ’ όλους τους εκφραστές των συγχρόνων κοι­νωνικών συστημάτων.
       Ο Άγιος Βασίλειος, ο «θείος διδάσκαλος και φωτοφόρος φωστήρας της Εκκλησίας» όπως τον σκιαγραφεί ο υμνογράφος, ήταν ένας από αυτούς πού αγωνίσθηκε με μεγάλο πάθος, και δε θεώρησε ότι είναι καλό να σιωπά, ούτε να λέγει ψέματα, ούτε να κρύβεται στην αδιαφο­ρία, μπροστά στα προβλήματα της κοινωνίας της εποχής του, τονίζοντας ότι «τόσους αδικείς, όσους θα μπορούσες να βοηθήσεις και δεν τους βοηθάς».
       Ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, αναφερόμενος στον Μέγα Βασίλειο, λέγει: «Εκείνος περισσότερο από όλους μας έπεισε στ’ αλήθεια ότι, αφού είμαστε άνθρωποι, δεν πρέπει να περιφρονούμε τους ανθρώπους, ούτε με την απανθρωπιά μας προς εκεί­νους, δηλαδή τους πάσχοντες, να προσβάλλουμε το Χριστό πού είναι ο αρχηγός όλων», γι’ αυτό μας προτρέπει: «Μη φανούμε οι λογικοί (άνθρωποι) σκληρότεροι από τα ζώα. Γιατί εκείνα χρησιμοποιούν αυτά, πού από τη φύση της βλαστάνει η γη, από κοινού... Εμείς όμως παίρνουμε για δικά μας αυτά, πού ανήκουν σε όλους, κρατάμε μόνο για μας αυτά, πού ανήκουν στους πολλούς». Συνεχίζοντας τις προτροπές του και τον έλεγχο των πλουσίων, λέγει: «...το ψωμί, που κρατάς κρυμμένο, ανήκει σε εκείνον, που πεινά. Τα ρούχα, που φυλάς στην αποθήκη σου, είναι του γυμνού. Τα υποδήματα που τα ’χεις και σαπίζουν, είναι του ξυ­πόλυτου. Τα λεφτά, που τα καταχωνιάζεις, είναι εκείνου που δεν έχει».
       Ο Μ. Βασίλειος, πίστευε ότι η κατάσταση θα άλλαζε με την ελεημοσύνη και τη γενναιοδωρία των πλουσίων προς τους φτωχούς και γι’ αυτό θεωρούσε «έγκλημα» την απανθρωπιά τους. Επίσης θεωρεί την ελεημοσύνη σαν πράξη ευγενή, με την οποία ο Θεός παρέχει τις ευλογίες Του και την συγχώρεση των αμαρτιών στους ελεήμονες, γι’ αυτό έλεγε: «Δεν έδωσες ελεημοσύνη, κανένας δε θα δείξει έλεος για σένα· δεν άνοιξες το σπίτι σου, θα απομακρυνθείς από την Βασιλεία των Ουρανών. δεν έδωσες ψωμί του πει­νασμένου, δε θα κερδίσεις την αιώνια ζωή». Συνεχίζοντας ερωτά: «Τι θα απαντήσεις στο Δίκαιο Κριτή, εσύ πού στολίζεις τους τοίχους, αλλά δεν ντύνεις τον πλησίον σου; Εσύ πού αφήνεις το σιτάρι να μουχλιάσει στην αποθήκη σου, αλλά δεν το δίνεις στον πεινα­σμένο; Εσύ πού θάβεις (αποταμιεύεις) τον χρυσάφι, αλλά δεν βοηθάς τον καταπιε­ζόμενο»;
       Ο Άγιος Βασίλειος επιμένει πολύ επί «των αναγκαίων»: « Όποιος παίρνει πιο πολλά από τα απαραίτητα χαλά την ισορροπία, εισάγει την αδικία και την ανισότητα...». Συνεχίζοντας προσθέτει: «Εάν ο καθένας μας έπαιρνε μόνο εκείνα πού έχει ανάγκη, ενώ το περίσσευμα το άφηνε εκείνου πού δεν έχει, τότε δεν θα υπήρχε ούτε πλούσιος, αλλά ούτε και φτωχός, τότε κανένας δεν θα είχε καμιά ανάγκη».
       Ιδού, λοιπόν, πως άλλαξε την κοινωνία της εποχής του. Αυτό θα πρέπει να γίνει και σήμερα, δηλαδή «οι έχοντες και κατέχοντες να προσφέρουν» για τον δοκιμαζόμενο λαό.   
       Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ο Ναζιανζηνός (329-390), «ο ποιητής του Ποιητού», που αναδείχθηκε Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, παρά το βάθος της Θεολογικής του σκέψης, για την οποίαν τον εγκωμιάζουν ως «πολύφημον και Θεοφόρον διδάσκαλον, μέγα της Εκκλησίας κήρυκα, θείον του Χρίστου στόμα, μέγαν εν Θεολογία», αρέσκεται στην εκτέλεση της αρετής. «Ωραία είναι η θεωρία και ωραία η πράξις· - μας λέγει - η μεν μία, διότι υψώνεται υπεράνω των εγκόσμιων και προχωρεί εις τα άγια των αγίων και επανα­φέρει τον νουν μας προς το συγγενές (τον Θεό)· η δε άλλη, διότι υποδέχεται τον Χριστό και τον υπηρετεί και με τα έργα αποδεικνύει την αγάπη (προς Αυτόν)».
       Έτσι, σ’ όλη του τη ζωή, όπως και ο Μέγας Βασίλειος, αγωνίστηκε με λόγια και έργα για να βοηθήσει τους φτωχούς και τους πεινασμένους, και να περιορίσει το κακό και την αδικία μέσα στην κοινωνία, δείχνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ότι δεν μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος στις ανάγκες του λαού.
       Απευθυνόμενος προς τους πλουσίους λέγει: «Πλούσιος είσαι; θα φιλοσοφήσεις με ποιο τρόπο μπορείς να απελευθερωθείς από τα πλούτη», διαφορετικά «να ντραπείτε σεις, πού κρατάτε όσα ανήκουν στους άλλους, και να μιμηθείτε την ισότητα του Θεού, και δε θα μείνει κανένας φτωχός...», γι’ αυτό ο ίδιος «όλη του την περιουσία την δώρισε στην Εκκλησία της Ναζιανζού, για την διακονία των φτωχών».
       Πίστευε ότι ο λαός δεν διδάσκεται τόσο με τα λόγια, όσο με το παράδειγ­μα, τη «σιωπηλή παραίνεση», όπως το χαρακτηρίζει. Συνεχίζοντας τις προτροπές του αναφέρει: «Ας καθαρίσουμε, λοιπόν, τους εαυτούς μας με την ελεημοσύνη και ας τους λευκάνουμε, άλλοι όπως το μαλλί, άλλοι όπως το χιόνι, ανάλογα με την ευσπλαχνία πού θα δείξει καθένας μας... Ενόσω είναι ακόμα καιρός, δηλαδή βρισκόμαστε στην παρούσα ζωή, ας επισκεφθούμε το Χριστό, ας Τον υπηρετήσουμε, ας Του δώσουμε τρο­φή, ας Τον ντύσουμε, ας Τον περιμαζέψουμε στο σπίτι μας, ας Τον τιμήσουμε...».
       Στην περίπτωση, βέβαια, του Γρηγορίου δεν έχουμε την οργανωμένη εκδήλωση της φιλανθρωπίας των δύο άλλων Ιεραρχών. «Βασιλιάδες» και «συσσίτια Χρυσοστομικά» δεν μας παρουσίασε ο άγιος Γρηγόριος. Αυτό το φαινόμενο έχει διπλή εξήγηση, γιατί όπως είπαμε, ήταν φύση στοχαστική, θεωρητική κατά πρώτον και δεύτε­ρον δαπανήθηκε περισσότερο σε αγώνες εναντίον των αιρετικών.
       Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως(354-407), κατά τον βιογράφο του Παλλάδιο, οικοδομεί νοσοκομεία, στα όποια τοποθετεί ως προσωπικό δύο ευλαβείς πρεσβυτέρους, επίσης, ιατρούς, μαγείρους και ανεγνωρισμένης τιμιότητας αγάμους εργάτες, για να μπορούν απερίσπαστοι να περιθάλπουν τους ξένους, εκείνους πού βρίσκονται στην πόλη και σε περίπτωση ασθένειας των δεν θα είχαν κάποιον να φροντίζει γι’ αυτούς. Και αυτό δεν το έκανε μόνο σαν μία αγαθή πράξη, αλλά και για την δόξα του Σωτήρος, γιατί η ζωή και οι πράξεις του ανθρώπου παίρνουν αξία όταν αναφέρονται στον Θεό, προς τον Όποιον και κατευθύνεται ο άνθρωπος. Επίσης, κατά τον Παλλάδιο, η κοινωνική δράση του Χρυσοστόμου περιλαμβάνει πάρα πολλούς τομείς, όπως ήταν: «η κηδεμονία των χηρών, η περίθαλψη των ασθενών, η βοήθεια προς τους πονεμένους, η επιστροφή των πλανεμένων, η φροντίδα προς τους συντετριμμένους, η επίσκεψη στις φυλακές».
       Ο Θεοδώρητος, Επίσκοπος Κύρου, γράφοντας για τον πλούτο της αγάπης του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, λέγει: «Άλλος τον τραβά, αρπάζοντας τον ως βοηθό. Άλλος, πού δικάζεται, τον προσκαλεί για συνήγορο. Άλλος, πού πεινά, τον παρακαλεί για τροφή... Άλλος, παρακαλώντας, του παίρνει και τα ρούχα πού φορεί. Άλλος, πού πενθεί, τον έχει ανάγκη για παρηγοριά. Άλλος τον παρακαλεί με δυνατή φωνή, για να απολυθεί από τη φυλακή. Κάποιος άλλος τον τραβά να επισκεφθεί ασθενείς· ξένος του  ζητά καταφύγιο...η χήρα φωνάζει δυνατά το «ελέησον», ενώ άλλη θρηνεί για την ορφάνια της...».
       Ο ίδιος ο ιερός Χρυσόστομος αναφέρει, ότι στην Αντιόχεια η Εκκλησία συντηρούσε τρεις χιλιάδες χήρες και πολλούς άλλους ασθενείς και αυτούς πού έμειναν στις φυλακές, καθώς επίσης και πέντε χιλιάδες στην Κων/πολη και αυτό το έπραξε όταν περνούσε από την πόλη της Αντιόχειας σε εποχή χειμώνα και  αντίκρισε το «ελεεινό και θλιβερό θέαμα» των φτωχών που κατοικούσαν σ’ αυτή, παρατημένοι στην αγορά χωρίς καμιά μέριμνα.
       Ο ιερός Πατέρας γνωρίζοντας ότι, «ο Θεός είναι αγάπη» (1 Ιωάν. 4:8), και ότι αυτή είναι το ασφαλέστερο μέσο για να μιμηθεί κάποιος τον Θεό, λέγει: «Η αγάπη ρίζα και πηγή και μητέρα είναι όλων των αγαθών» ή «το θεμέλιο της κοινωνικής ζωής και η ρίζα όλων των αγαθών είναι η αγάπη προς τους ανθρώπους, απεναντίας η ρίζα όλων των κακών και η απουσία της ευλάβειας, είναι η απανθρωπιά».(Βλ. P.G. 50, 468).
       Ο «τρισμάκαρ» ιερός Χρυσόστομος (Μεγαλυνάριο 13ης Νοεμβρίου), ως ο σπουδαιότερος εκκλησιαστικός ρήτορα, μας προτρέπει: «Ένα μόνο πράξε,... των άλλων τα πράγματα να μην επιθυμείς, της χήρας και του ορφανού να μην αρπάζεις το σπίτι... Να μην αρπάζεις τη γη, αλλά τον ουρανό», διότι, προσθέτει, στη συνέχεια: «Η απανθρωπιά ή το λιγότερο η αδιαφορία για τον πλησίον μας, γέννησε στον άνθρωπο την επιθυμία της αυξήσεως του πλούτου του και έφερε τον πόλεμο, τη μάχη μεταξύ των ανθρώπων, διότι εκεί πού υπάρχει το «δικό μου» και «το δι­κό σου», αυτά τα ψυχρά λόγια, εκεί υπάρχει και λόγος για διαίρεση και πόλεμος».
       Αυτά, βέβαια, «τα λέω όχι γιατί τα χρήματα καθ’ αυτά είναι αμαρτία,… αμαρτία είναι όταν δεν μοιράζονται στους φτωχούς, όταν δεν γίνεται καλή χρήση τους». Συνεχίζοντας ο ιερός πατήρ, θεωρεί ότι ο διασκορπισμός των αγαθών από τους πλούσιους ομοιάζει με διανομή ξένων κολλύβων, σύμφωνα με τη λαϊκή παροιμία, γιατί τα αγαθά δεν είναι δικά των, αλλά του Θεού και πρέπει να δαπανώνται χάρη των συνανθρώπων μας. Οι άνθρωποι, μας λέγει, είναι απλοί διαχειριστές και οικονόμοι των εμπιστευθέντων σ’ αυτούς αγαθών του Θεού, τα όποια μόνο προσφερόμενα μπορούν να μετατραπούν σε αιώνια πνευματικά αγαθά.
       Με άλλα λόγια η ελεημοσύνη, «η βασίλισσα των αρετών», κηρύσσεται από τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο με τόση επιμονή, ώστε ονομάστηκε από τους μεταγενεστέρους «ο ελεήμων». Η ελεημοσύνη φέρνει τη συγχώρεση των αμαρτιών και οδηγεί στη Βασι­λεία των ουρανών: «Και αν έχεις πολλές αμαρτίες, μη φοβάσαι όταν έχεις συνήγορο την ελεημοσύνη», γιατί «είναι ικανή και άλλες αμαρτίες να εξαλείψει και την κρίση να απομακρύνει», γι’ αυτό λοιπόν οδηγεί «στις αψίδες των ουρανών τους ανθρώπους».
       Τέλος, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο «πρέσβης των φτωχών», όπως τον είπαν, γιατί βλέπει στο πρόσωπο του φτωχού τον ίδιο τον Χριστό, τονίζει: «Όταν λοιπόν, δεις φτωχό πιστό, νόμιζε ότι βλέπεις Θυσιαστήριο»(Ομιλ. 1 Κορ. 20:3, P.G. 61,540), γιατί σε τίποτα δεν ωφελεί η προσφορά μετάξης και πολυτίμων μετάλλων στο Ναό, εάν αφήσεις έξω τον φτωχό(Χριστό) να υποφέρει από το ψύχος και τη γυμνότητα. «Δεν είναι η Εκκλησία χρυσοχοείο, ούτε αργυροκοπείο, αλλά σύναξη αγγέλων…Ποιο το όφελος να είναι γεμάτη η τράπεζα του Ναού από χρυσά ποτήρια και ο ίδιος ο Χριστός(φτωχός) να πεθαίνει της πείνας; Χόρτασε πρώτα την πείνα Του -στα πρόσωπα των φτωχών αδελφών Του- και τότε από το περίσσευμα, στόλισε και την τράπεζα Του…Μη στολίζεις, λοιπόν, το Ναό, τη στιγμή που αδιαφορείς για τη θλίψη του αδελφού σου. Αυτός είναι από εκείνον ανώτερος ναός».
       Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ο ιερός πατήρ, είχε φλογερή πίστη στη δημιουργική δύναμη της Χριστιανικής αγάπης, γενόμενος ο ίδιος ένα ζωντανό παράδειγμα προς μίμηση.
       Επεδίωξε δε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του να εξαλείψει την κοινωνική ανισότητα, ώστε να μην υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί, «δούλοι, ουδέ ελεύθεροι» (πρβλ. Γαλ. 3,28), γι’ αυτό έλεγε: «Ό Θεός έδωσε σε κάθε άνθρωπο χέρια και πόδια για να μην έχει ανάγκη των δούλων, εάν είχε ανάγκη αυτών, μετά τον Αδάμ έπρεπε να δημιουργηθεί και ο δούλος».
       Των ίδιων απόψεων είναι και ο άγιος Γρηγόριος, ο οποίος αναφέρει: «Άπλωσε τα χέρια σου, όχι στον ουρανό, αλλά στα χέρια των φτωχών».
Από αυτά, πού με συντομία παραπάνω εκθέσαμε, γίνεται φανερό πως η πνευματική ζωή και η κοινωνική δραστηριότητα των Τριών Ιεραρχών, οι οποίοι πιστά υπηρέτησαν τον Θεό και τον άνθρωπο, προσφέροντας λύσεις στα προβλήματα του κόσμου, τους καταξίωσαν στην συνείδηση του πιστού λαού, ως τα αιώ­νια πρότυπα αγάπης και κοινωνικής προσφοράς.
       Γι’ αυτό θα πρέπει να εμπνέουν την σκέψη, την ζωή και την δράση μας μέσα στο κοινωνικό σύνολο, αλλά  και τη σημερινή μας Εκκλησία, η οποία δεν έπαψε να αγαπά και να εργάζεται με τα διάφορα φιλανθρωπικά της ιδρύματα για τον πονεμένο συνάνθρωπό μας, καταθέτοντας τη μαρτυρία της στο σύγχρονο κόσμο, προς δόξα Κυρίου και ωφέλεια των πιστών. Το ίδιο θα πρέπει να πράξει και η Πολιτεία σήμερα.

       Να λοιπόν, με ποιόν τρόπο μας προτρέπουν οι Τρεις Ιεράρχες να βγούμε από αυτή την οικονομική κρίση, που είναι πρώτιστα ηθική. «Δεν έδωσες ελεημοσύνη, κανένας δεν θα δείξει έλεος για σένα»(Μ. Βασίλειος), γι’ αυτό «άπλωσε τα χέρια σου, όχι στον ουρανό, αλλά στα χέρια των φτωχών»(άγ. Γρηγόριος), γιατί «η αγάπη είναι η ρίζα και η πηγή και η μητέρα όλων των αγαθών»(ιερός Χρυσόστομος).


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ