ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ ΚΑΙ Η ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΚΜΗ
 

Του Απόστολου Παπαδημητρίου

 

Οι ασκήσαντες την εξουσία στη χώρα μας από την ημέρα της δολοφονίας του Καποδίστρια είχαν συνειδητοποιήσει κάτι πολύ σημαντικό γι’ αυτούς: Η Ελλάδα ήταν χώρα υπό επιτήρηση. Μικρή και αδύναμη από κάθε άποψη καθώς ήταν, μόνο υπό έναν όρο θα μπορούσε να επιβιώσει: Να αποδέχεται την συμπόρευση με έναν ισχυρό, ο οποίος θα τη σέρνει πίσω από το άρμα του εγγυόμενος την ύπαρξή της.
 

 

Βέβαια αυτό δεν τόλμησαν ποτέ να το διακηρύξουν προς τον ελληνικό λαό. Αυτόν τον έτρεφαν επί 140 περίπου έτη με την εθνική υπερηφάνεια εκ της λαμπρής μακρόχρονης ιστορίας της χώρας και κατά τα 40 τελευταία με την δήθεν επίτευξη του στόχου της ένταξης της χώρας στη χορεία των ανεπτυγμένων και ισχυρών χωρών!

Κατά το μεσολαβήσαν διάστημα ήσαν υποχρεωμένοι να εκτελούν τις υποδείξεις, κατά το επιεικέστερο, ή τις εντολές, κατά το ακριβέστερο εκείνων που τους στήριζαν, ώστε να διατηρούνται στην εξουσία και ας ήταν αυτή η στήριξη τόσο εφήμερη, καθώς οι «προστάτες» μας άλλαζαν τάχιστα πολιτική και προστατευόμενους προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους.

Εκείνο που δεν έγινε αντιληπτό ακόμη και σήμερα ήταν η εξ αρχής εργώδης προσπάθεια προς εκδυτικισμό της χώρας και του λαού μας. Δεν έχω πρωτίστως κατά νου το πλήθος των μισιοναρίων που κατέφθασαν μετά την απελευθέρωση, προκειμένου να κατηχήσουν τον άξεστο λαό, τον προσηλωμένο σε πίστη που φάνταζε ξεπερασμένη από τις εξελίξεις στην Ευρώπη, και να τον οδηγήσουν στον «ορθό» χριστιανισμό. Έχω τους δικούς μας που αποδέχθηκαν να πορευθούν δουλικά έναντι των «προστατών» μας και να επιβάλουν δια της παιδείας, εκείνο που απέτυχαν παταγωδώς να πραγματοποιήσουν οι μισιονάριοι. Όχι απλά να μας φέρουν στον παπικό ολοκληρωτισμό και την ασυδοσία της ποικιλόμορφης διαμαρτύρησης, αλλά να μας εκτινάξουν πιο πέρα στον χώρο του ανερμάτιστου ανθρωπισμού, την αξία του οποίου τα «ελεύθερα» πνεύματα προπαγάνδιζαν και εξακολουθούν να προπαγανδίζουν. Παρά την κατάρρευση των ιδεολογιών που γέννησε η μήτρα της δυτικής σκέψης, ιδεολογιών ωραίων κατά τις ιδέες, ιδέες που διέστρεψε ο άπληστος και αλαζόνας δυτικός άνθρωπος με το δουλεμπόριο, την αποικιοκρατία, τη διακήρυξη της φυλετικής ανωτερότητας των λευκών, την εκμετάλλευση των αποκλήρων του πλανήτη, την αλληλοεξόντωση των «πολιτισμένων» στην προσπάθεια επέκτασης του ζωτικού χώρου, την κατάρρευση, τέλος, της δυτικής κοινωνίας, στο υπαρξιακό κενό. Στην αλαζονεία του ο επηρμένος δυτικός άνθρωπος αρνείται να παραδεχθεί ότι απέτυχε παταγωδώς και βιώνει διαρκή τραγωδία.

Βέβαια δεν ήταν δυνατόν οι εκμαυλιστές του λαού και οπαδοί της δυτικής σκέψης να προχωρήσουν εξ αρχής σε εκκοπή όλων εκείνων που συνέδεαν τον λαό με το παρελθόν του, σε εκκοπή της παράδοσής του. Έτσι καθιέρωσαν ως προστάτες της παιδείας του Γένους τους τρεις Ιεράρχες. Περισσότερο τους εννοούσαν ως μουσειακή προβολή στους σχολικούς χώρους μία και μόνη ημέρα του έτους και μάλιστα όχι στους χώρους της ανώτατης εκπαίδευσης, όπου φαίνονταν πολύ «λίγοι» οι «τιμώμενοι»! Έχοντας ως σημαιοφόρο τον Κοραή, στα γραπτά του οποίου η αποστροφή προς την παράδοση της Ρωμηοσύνης είναι έκδηλη, επιχείρησαν μεθοδική ανατροπή της παιδείας του λαού, της παιδείας που αυτός με νύχια και με δόντια διαφύλαξε κατά τη μακραίωνη τουρκοκρατία, για να στήσουν στη θέση της παιδεία δυτική. Βέβαια παιδεία δεν έστησαν, γιατί εν πολλοίς η δυτική σκέψη αγνοεί την παιδεία και των αρχαίων Ελλήνων και των Ρωμηών, την ιστορία των οποίων επιχείρησαν να διαγράψουν με χρονικό άλμα σύνδεσης του ομφαλίου λώρου του Νεοέλληνα με τη μήτρα της γιαγιάς του, κατά το επιχειρούμενο σήμερα με τις δυνατότητες που παρέχει η γενετική μηχανική.

Εμπαθείς εχθροί της Ρωμηοσύνης θεωρούσαν οι δυτικόφρονες διανοούμενοι και οι εξουσιαστές του δύσμοιρου υπουργείου των διαρκών εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων αδιανόητο να μελετήσουν το έργο των τριών υποτιθεμένων προστατών της Παιδείας. Κατά συντομότατες περιόδους διδάχθηκαν στα σχολεία μικρά αποσπάσματα από το τεράστιο συγγραφικό έργο των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας, ώστε αυτό να αγνοείται παντελώς από τους Νεοέλληνες, ενώ πυκνώνουν οι εκδόσεις του στη Δύση. Όχι μόνο το έργο, αλλά ούτε και τον βίο τους γνωρίζουμε. Και είχαν λόγους να μην προβάλουν οι αρμόδιοι τους βίους, αλλά έντεχνα να προωθήσουν την ταύτιση του Μεγάλου Βασιλείου με τον γεράκο της coca cola, του συμβόλου του ανερμάτιστου δυτικού ανθρώπου, πιστού, αγνωστικιστού ή αθέου.

Οι τρεις Ιεράρχες υπήρξαν κατά τη διανοητική συγκρότηση εφάμιλλοι των μεγάλων διανοητών της ελληνικής αρχαιότητας. Αν σήμερα καυχόμαστε για τους τραγικούς, τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, είναι, επειδή, νομίζουμε, όπως νόμισαν και οι δυτικοί που όψιμα τους ανεκάλυψαν, ότι από τη διδασκαλία τους δεν απορρέουν ηθικής φύσεως υποχρεώσεις! Το τονίζει αυτό σαφέστατα ο Μπέρτραντ Ράσσελ, όταν γράφει ότι στα κείμενα των αρχαίων η Δύση επανανακάλυψε τη συνείδηση της ελευθερίας και έτσι απεμπόλησε τη πλήρη ενοχών χριστιανική συνείδηση. Ο Ράσσελ έχει ελαφρυντικό διότι οι περί ελευθερίας και ενοχής διδασκαλίες του δυτικού χριστιανισμού, τις οποίες έχει κατά νουν, πάσχουν τραγικά. Οι δικοί μας όμως που απαξίωσαν να ασχοληθούν με το έργο και τον βίο των τριών Ιεραρχών, των Πατέρων της Εκκλησίας γενικότερα, είναι αναπολόγητοι έναντι του Γένους και της ιστορίας του και ελέγχονται για μικροπρέπεια και δουλόφρονα υποταγή στους ισχυρούς προς εξασφάλιση θέσεων και αξιωμάτων.

Οι τρείς Ιεράρχες, επαναλαμβάνουμε, υπήρξαν υψηλοί διανοητές. Φοίτησαν σε λαμπρά εκπαιδευτικά ιδρύματα του εκπνέοντος ειδωλολατρικού κόσμου. Υπήρξαν κάτοχοι σε βάθος της θύραθεν, όπως την αποκάλεσαν, παιδείας. Μελέτησαν, υπό το φως του Ευαγγελίου, την ανθρώπινη ψυχή κατά τρόπο ανεπανάληπτο. Η Δύση άρχισε να την ερευνά μόλις πρόσφατα, όταν πλέον είχε διακηρύξει την άρνηση της ύπαρξής της. Στάθηκαν με αγάπη επάνω από την εύπλαστη παιδική ιδίως ψυχή, την πλασθείσα «κατ΄ εικόνα» Θεού, και επιδίωξαν με την παιδαγωγική τους διδασκαλία να οδηγήσουν αυτή στο «καθ’ ομοίωσιν». Αυτοί δίδαξαν την πριγκίπησσα Θεοφανώ (10ος αιώνας), που μεταλαμπάδευσε την παιδεία της ρωμηοσύνης στη Φραγκία (Άαχεν), ώστε ακόμη και σήμερα οι Γερμανοί να τιμούν τη μνήμη της. Οι δικοί μας προσμένουν να ορθοποδήσει οικονομικά η χώρα μας από την επιτήρηση της από τη σύγχρονη Γερμανία. Έχουν αποδεχθεί δουλικά τον ρόλο του υποταγμένου στον ισχυρό.

Οι παιδαγωγοί των νεοτέρων χρόνων, θύματα υλιστικών ιδεολογιών, άφησαν την παιδική ψυχή άσιτη επικεντρώνοντας την προσοχή στην εκπαίδευση προς παροχή γνώσεων. Δεν είναι ευθύνη του υλισμού αυτή πρωτίστως. Είναι της δυτικής σχολαστικής θεολογίας που προβάλλει ως δρόμο για τη γνώση του Θεού αυτόν της μάθησης, σε αντίθεση με την ορθόδοξη παράδοση που προβάλλει ως δρόμο αυτόν του βιώματος μέσα από την άσκηση και τον δι’ αυτής καθαρμό της ψυχής. Παληά η αντιπαράθεση αυτή μεταξύ Ανατολής και Δύσης έλαβε οξεία μορφή τότε που η αυτοκρατορία της Ρωμανίας ψυχορραγούσε και κάποιοι διανοούμενοι κατέφευγαν στη Δύση για να περισώσουν εαυτούς και να δοξαστούν, ισχυριζόμενοι ότι στόχος τους ήταν να περισώσουν τα κείμενα των αρχαίων.

Οι τρεις Ιεράρχες υπήρξαν πρωτίστως θαυμαστοί για την ταυτότητα έργων και λόγων. Και αυτό πονά αφάνταστα τους επαρμένους εμπόρους της διανόησης. Αυτοί γίνονται συνήθως θαυμαστοί και αναγνωρίζονται προβάλλοντας ιδέες με τρόπο πολλές φορές εντυπωσιακό. Ουδείς ενδιαφέρεται να εξετάσει, αν η ζωή τους υπήρξε σύμφωνη με τις διακηρύξεις τους. Οι τρεις Ιεράρχες, καθώς ακολούθησαν το αιώνιο πρότυπο, τον θεάνθρωπο Ιησού Χριστό, μας δίνουν το δικαίωμα να καυχόμαστε γι’ αυτούς περισσότερο απ’ ότι για τους θαυμαστούς διανοητές της αρχαιότητας. Καταφρόνησαν με τη στάση ζωής ό,τι ο κόσμος θεωρεί σημαντικό και παθιάζεται να το αποκτήσει: Πλούτο, τιμές, αξιώματα. Πλούτο είχαν, αλλά οικειοθελώς πτώχευσαν. Έτσι οι απειλές των ισχυρών της ημέρας για δήμευση περιουσίας δεν τους πτοούσαν. Τιμές και αξιώματα δεν επιδίωξαν. Έφθασαν εκεί που έφθασαν, καθώς ήταν θέλημα Θεού, αλλά δεν παρέμειναν συμβιβαζόμενοι με την κοσμική εξουσία, η οποία τους απείλησε με εξορία ή τους εξόρισε. Μέλημά τους η προσφορά, πνευματική, πρωτίστως, αλλά και υλική προς τον πάσχοντα συνάνθρωπό τους, τον στενάζοντα κάτω από το βάρος της αμαρτίας και της κοινωνικής αδικίας.

Οι τρεις Ιεράρχες υπήρξαν όντως μεγάλοι. Εμείς είμαστε μικροί και αδυνατούμε ακόμη και να ατενίσουμε προς αυτούς. Πιστεύουμε ότι αγνοώντας τους τους διαγράφουμε από την ιστορία. Αλλά η ιστορία αφανίζει τους μικρούς κι ιδίως τους μικρόψυχους.
                    

«ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΗΣ», 30-1-2012


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ