Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΙΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

 

Για να πραγματοποιηθεί το έργο της σωτηρίας πραγματικά και αποτελεσματικά έπρεπε να υπάρξει όχι μια εξωτερική θεωρητική ή έστω φιλοσοφική προσέγγιση του προβλήματος, όπως έκανε η θύραθεν διανόηση, αλλά πραγματική είσοδο του Σωτήρα στον κόσμο της πτώσεως. Πρόσληψη πραγματική της πτωτικής κτίσεως, ώστε η ανακαίνιση να μην είναι ένα αφηρημένο θεωρητικό σχήμα, αλλά μια πραγματικότητα, ένα ιστορικό γεγονός! Ο απόστολος Παύλος τονίζει κατηγορηματικά πως ο Χριστός «κατέκρινεν την αμαρτίαν εν τη (ιδία) σαρκί» (Ρωμ.8,3) και όχι μόνο μέσα από κάποια ηθικού περιεχομένου ρητορικά σχήματα.
Καμιά εγκόσμια δύναμη δε μπορούσε να ποδηγετήσει αυτή την κατάσταση, κανένας δε μπόρεσε να άρει την ανθρώπινη κακοδαιμονία. Ουδείς κατόρθωσε ποτέ να ηγηθεί σωτηρίας και να καταστεί πραγματικός σωτήρας του κόσμου. Διότι τίποτε από την κτιστή δημιουργία δεν είχε μείνει αδιάφθορο από το κακό και την αμαρτία, τίποτε δεν είχε μείνει έξω από την κυριαρχία της βασιλείας του Σατανά, του πραγματικού «άρχοντος του κόσμου τούτου» (Ιωάν.12,31).
Μόνο ο απόλυτα απαθής στο κακό Θεός ήταν δυνατόν να καταστεί σωτήρας του κόσμου. Αυτός που δημιούργησε τον κόσμο μπορούσε να τον αναδημιουργήσει. Αυτός που έπλασε τον άνθρωπο, μπορούσε να τον λυτρώσει και να τον επαναφέρει στην προ της πτώσεως κατάστασή του. Έτσι και έγινε. Το προ αιώνων ετοιμασμένο σχέδιο της σωτηρίας άρχισε να υλοποιείται ευθύς μετά την πτώση. Ο «μανιακώς αγαπών», κατά τους Πατέρες, τον άνθρωπο Θεός ευδόκησε ο Λόγος Του να γίνει άνθρωπος, να εισέλθει πραγματικά και δυναμικά στην υλική δημιουργία για να είναι πραγματική η σωτηρία του κόσμου. Η προετοιμασία της Θείας Ενανθρωπήσεως υπήρξε μακρά και επίπονη, όπως αυτή εκτίθεται στην Παλαιά Διαθήκη.


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ