Ομιλία στην Υπαπαντή του Κυρίου (1998)

Αγαπητοί μου Αδελφοί,

Με βαθύτατη αίσθηση της αμαρτολότητάς μας, αλλά και της ψυχικής διαθέσεως μας να εξέλθουμε εκ της κάθε καταστάσεως που μας χωρίζει από το Θεό, ερχόμαστε την εσπέρα αυτή, εορτάζοντες την Υπαπαντή του Σωτήρος Χριστού, να συναντήσομε στα χέρια, στις αγκάλες του Δικαίου Συμεών, τον αίροντα την αμαρτία του κόσμου.

Με την αίσθηση της φιλευσπλαχνίας του Θεού, αυτού που πήρε το βάρος των αμαρτιών μας και με την αίσθηση της ανοχής του Θεού που δέχεται, καταδέχεται να εισέλθει στην αγκάλη των ανθρωπίνων δηλαδή στο πρόσωπο του Δικαίου Συμεών, εις τας χείρας του, μη αντέχοντας ο Δίκαιος Συμεών, αναφωνεί από ανερμήνευτη πνευματική έκσταση για την αποκάλυψη και το φως των εθνών, διακηρύττει, ότι είδαν οι οφθαλμοί του το Σωτήριον των εθνών.

Επόμενοι και εμείς αναξίως αυτής της ομολογίας της θέας του φωτός των ανθρώπων και των εθνών, επιχειρούμε απόψε να προσεγγίσουμε δι’ ολίγον το φως του κόσμου, των εθνών, την οικουμενική αυτή ομολογία του θεοδόχου Δικαίου Συμεών που άγγιξε και δέχτηκε στις αγκάλες του το φως εκείνο που λάμπει στους αιώνες ανάμεσα μάλιστα για τους καιρούς μας, σε συνθετικά φώτα και στις από διάφορες καλόγνωμες ή κακόγνωμες προσκλήσεις για την θέα διαφόρων φώτων ή φωτισμένων.

Και είναι όντος φώτα, χίλια φώτα εκατομμύρια δέσμες φωτός και φωτισμένων κλήσεων μέσα όμως από την συνθετικότητα και την φαντασμαγορία των εξωτερικών αισθήσεων.

Και βεβαίως κανείς δεν στρέφεται εναντίον της φωτινότητος ή της επιστημονικής αναλύσεως των εργαστηρίων της φυσικής αφού η κίνηση σ’ αυτά τα επίπεδα είναι ερμηνεία του κτιστού φωτός.

Όπως όμως δεχόμαστε την θεωρία του κτιστού φωτός και περιγράφουμε τις ενέργειες του πολλές φορές, στην καλύτερη περίπτωση, από μια θα λέγαμε ποιητική μεταφυσική αναγωγή για το άλλο φως που απόψε ομολογείται από τον Δίκαιο Συμεών η ανθρώπινη διανόηση το χαρακτήρισε και ακόμα από άγνοια, το φανέν φως του Χριστού, το άκτιστο φως της Θεότητος, το χαρακτήρισε ως σύμβολον.

Η Θεολογία όμως της Εκκλησίας μας μέσα από την εμπειρική και όχι την φιλοσοφική διάθεση, δεν κινείται, δεν καλεί σ’ ένα κτιστό σύμβολο αορίστου φωτός, αλλά αληθούς φωτός, παραδεδεγμένου και όχι αορίστου αναγωγής του σ’ ένα σύμβολο για την δημιουργία μιάς θρησκευτικότητας συμβόλων.

Χωρίς να καταρρίπτομε την αξία των συμβόλων που η ιστορία κατοχύρωσε για την ασθένεια της πτώσεως και την ανάγκη του αδύνατου ανθρώπου ο οποίος  ζητά τα σημεία, τις κορυφές για να στερεώσει τις ελπίδες του και να διασκεδάσει, να ανακουφίσει την αναζήτησή του, εμείς με το στόμα του Αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου, πιστεύουμε όχι σ’ ένα σύμβολο φωτός ή έστω σε ένα φανέν σύμβολον αγγελότητος, αλλά εις το «φως το παραδειχθέν εις τους μαθητές του Χριστού Θεότητος».

Το φως Χριστός είναι λοιπόν η παραδειχθείσα θεότητα και όχι το παραδείξαν την θεότητα.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει: «λαμπρότερος του εαυτού του εφαίνετο ο Κύριος καθ’ όσον η θεότης παρεδείκνυε τας ακτίνας της» της Θεότητος οι ακτίνες και όχι κάτι ξένο ως σύμβολον υπάρχον της Θεότητος του φωτός.

Ο Θεός, «φως οικών απρόσιτον» κατά τον μέγα Βασίλειον το απρόσιτον ως αληθινό άκτιστο φως μη μπορώντας οι μαθητές να το ατενίσουν, να ατενίσουν όχι ένα σύμβολο φωτός, αλλά την δόξαν του φωτός του Υιού, το απρόσιτον φως, κατέπεσαν χαμέ. Φως πνεύμα εις την προς Β΄ Κορινθίους, το οποίον έλαμψεν εις τας καρδίας ημών δι Αγίου Πνεύματος.

Κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά το φως λοιπόν των εθνών δεν ήτο, δεν είναι υπόκρισις Θεότητος ή θα λέγαμε σύμβολο, αλλά αληθινό φως, φως Θεότητος. Η Εκκλησία μας δε ψάλει « είδομεν φως τον Πατέρα, φως τον Υιόν φως και το Πνεύμα.

Δεν μπορούμε λοιπόν να κρύψομε την εμπειρική, μέσα από την άσκηση και την εναγώνια αναζήτηση των προαναφερθέντων αγίων πατέρων της Εκκλησίας, προσαγόρευση του φωτός ως αληθινής Θεότητος, στην βλάσφημη παρουσίασή του από τον όποιο μεγάλο και σοφό για ένα κτιστό, αισθητό απλό σύμβολο της Θεότητος.

Εδώ όμως είναι αναγκαία και μια απαραίτητη διευκρίνιση ότι η συνήθεια των χαρακτηρισμών συμβόλων κατ’ αλληγορική έννοια δεν αφίσταται της διακρίσεως μεταξύ κτιστού και ακτίστου φωτός.

Ο συμβολισμός δηλαδή του κρεμασμένου επί Σταυρού Αγίου Σώματος του Κυρίου ως σύμβολον προσηλωμένου για τις αμαρτίες μας δεν είναι παρά η αλληγορία της αποκαθηλώσεως των ιδικών μας παθών και όχι σύμβολο, ο Σταυρωθείς Κύριος.

Όπως συμβαίνει και με τον Μωυσή που παρουσιάζεται ως σύμβολο προνοίας ή ο Ηλίας ως σύμβολο κρίσεως, αν είναι μόνο σύμβολα, τότε δεν παρευρέθηκαν αληθινά στα γεγονότα της αποκάλυψης του φωτός, αλλά ήσαν κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά φάσματα υποκρίσεως.

Γι’ αυτό και η αγιοπνευματική θεολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο θέμα φως των εθνών, φως της Θεότητος, επιφυλάσσεται να καλεί σύμβολο την χάρη του φωτός προς αποφυγή παραπλανήσεως λόγω ομωνυμίας και κτιστής κατατάξεως, του ακτίστου του φωτός.

Χαρακτηριστικό το παράδειγμα της διακρίσεως των πραγμάτων από τον Πατέρα και δέκτη της θέας του ακτίστου φωτός Αγ. Γρηγόριο τον Παλαμά «Όταν πρόκειται να ανατείλη ο ήλιος φυσικό σύμβολο του είναι ο όρθρος και της καυστικής δυνάμεώς του φυσικό σύμβολο η θέρμη. Το φως του είναι συλληπτό με την όψη, αλλά τον δίσκο του Ηλίου δύσκολα μπορείς να δεις η τέλεια λαμπρότητα του είναι αθέατος».

Η δε αφή ενώ αντιλαμβάνεται την θέρμη του πυρός δεν έχει καμία αντίληψη της καυστικής δυνάμεως της οποίας σύμβολο είναι η θέρμη. Και εάν γνωρίζαμε δια της αφής πόση είναι η θέρμη θα γινόταν όλη πυρ και θα έχανε την αφή. Είναι λοιπόν μεθεκτή στην αφή η δύναμη του πυρός, αλλά εντελώς αμέθεκτη στην καύση.

Δηλαδή ακόμα και φυσικά σύμβολα του φωτός δεν μπορούν να παρουσιάσουν το άκτιστο εκείνο φως που απόψε πέμπεται στην οικουμένη ολόκληρη, αποκαλυπτόμενο κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, μόνο σ’ αυτούς που έχουν μάτια πνευματικά, κατάλληλα «ότι είδον οι οφθαλμοί μου», άλλως ούτε και αυτά τα απλά σύμβολα θα είναι ακατάληπτα.

Αυτό λέει και ο Μέγας Βασίλειος «η θεία δύναμις αυτού διαυγάζουσα τους έχοντας τους οφθαλμούς της καρδιάς καθαρούς».

Ο δε Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός «ο Χριστός εμφανίστηκε στους μαθητές Του διανοίγων τους οφθαλμούς των για να δουν το ωράϊσμα της δόξης, ενώ οι μαθητές του ήταν κάθε μέρα μαζί του και τον έβλεπαν φανερά».

Ο δε Μέγας Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος λέγει «ο Κύριος εκάθησε εν ουρανοίς πλήρης δόξης όχι στο πρόσωπο μόνο όπως ο Μωυσής, αλλά εις όλο το σώμα».

Επομένως δεν είναι το φως των εθνών, η επαγγελία των προφητών, ανυπόστατο σύμβολο, αλλά είναι «κατ’ αίσθηση και υπέρ αίσθηση το φως το απρόσιτο, το απόρρητο, το άυλο, το άκτιστο, το θεοποιό, το αΐδιο, η δόξα της θεότητας, η ευπρέπεια της ουρανίου βασιλείας, κατά τον Άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο.

Ο σοφός Δαμασκηνός λέγει «δεν έλαβε ο Κύριος επίκτητο το ωράϊσμα της θείας δόξης, όπως ο Μωυσής, αλλά από την έμφυτο θεία δόξα και λαμπρότητα».

Λέγε λοιπόν Συμεών σήμερον ποιον φέρεις στις αγκάλες σου, σε ποιον κράζεις και βοάς, είδαν οι οφθαλμοί σου το φως του Κόσμου, το λυτρωτή του παντός. Νυν ηλευθέρομαι είδον γαρ τον Σωτήρα μου.

Ας περάσομε και εμείς σ’ αυτήν την ομολογία: είδα τον Σωτήρα μου. Ας περάσομε από το νόμο της προαναγγελίας των προφητών και των αινιγμάτων, από τα αισθητά σύμβολα, στην Χάρη του Σαρκωθέντος Χριστού, του «Νυν».

Ελάτε λοιπόν αδελφοί και εμείς απόψε να υπαντήσομε τον Χριστό, να συναντηθούμε μαζί Του στην ανοιγμένη για μας σήμερα πύλη του ουρανού. Στην αναζήτηση των λαών και στους ταραγμένους καιρούς, μόνο η συνάντηση μαζί Του θα ειρηνεύσει την ζωή μας, θα ανοίξουν τα μάτια μας από το αισθητό φως, στο φως της ακτίστου βασιλείας Του.

Το αβάστακτο της φωτοχυσίας Σου, η δοκιμασία της θείας εκστάσεως Σου είναι η παρακαταθήκη της Ορθοδόξου κληρονομιάς των φωτόμορφων τέκνων της Εκκλησίας, αφού και ο σύγχρονος διανοητής λέει για το φως του κόσμου τούτου: «ήταν φώτα, χίλια φώτα μα δεν ήτανε το φως».

"Εγώ ειμί το φως του κόσμου", στη ζωή στην ώζουσα από θάνατο ατμόσφαιρα της εποχής μας, η αποκάλυψη των εθνών στην αναζήτηση της ειρήνης. Ο Παλαιός των ημερών «το φως το διασκεδάζον των απίστων εθνών την σκοτόμαιναν».

† Αρχιμ. Μακάριος Δουλουφάκης, Πρωτοσύγκελλος Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης

(Εκφωνήθηκε το έτος 1998, στον Παλαιό Ι. Μ. Ναό Αγ. Μηνά Ηρακλείου κατά την εορτή της Υπαπαντής του Κυρίου)


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ