ΜΗΝΥΜΑ ΗΜΕΡΑΣ

"Μακάριοι είναι όσοι πεινούν και διψούν τον ενάρετο τρόπο ζωής διότι αυτοί θα χορτάσουν"
(Ματθ. ε' 6).

ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ

Πηγή: Λογισμικό "Σήμερα"

Radio

 Meterora

Agiagrafi

 Leitourgika

Psifiaki

Hartis

Kairos

ΝΕΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ:

Τὰ Μετέωρα

 Σύντομο ἱστορικὸ τῆς μετεωρίτικης πολιτείας.

Ἀρχιμ. Βαρλαάμ

Τὰ Μετέωρα, ἡ «Θηβαΐδα» τῶν Σταγῶν, ὅπως εὔστοχα καὶ χαρακτηριστικὰ ὀνομάσθηκαν, εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ θαυμαστότερα, ὑποβλητικότερα καὶ μοναδικὰ τοπία τοῦ κόσμου, μὲ τοὺς πανύψηλους βράχους τους. Ὑψώνονται στὸ βορειοδυτικὸ ἄκρο τῆς Θεσσαλικῆς γῆς, ἀνάμεσα στοὺς ὀρεινοὺς ὄγκους τῆς Πίνδου καὶ τῶν Ἀντιχασίων, κοντὰ στὸν Πηνειὸ ποταμό. Ἀποτελοῦν μετὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος τὴ σημαντικότερη μοναστικὴ πολιτεία τοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου.

 Γκραβούρα

Οἱ ἀπότομοι, ξεκομμένοι μεταξύ τους βράχοι ποὺ τὸ ὕψος τους φθάνει μερικὲς φορὲς τὰ 400 μ. καὶ ἀπλώνονται σὲ μία ἔκταση τριάντα περίπου τετραγωνικῶν χιλιομέτρων[1], ἀποτελοῦν ἕνα γεωλογικὸ φαινόμενο ποὺ ἡ προέλευσή του δὲν ἔχει ἀπόλυτα διευκρινιστεῖ. Ἄλλοι τοὺς ἀποδίδουν σὲ διαβρωσιγενεὶς σχηματισμοὺς καὶ ἄλλοι τοὺς θεωροῦν δελτοειδὴ κῶνο ποταμοῦ.

Οἱ διαβρωσιγενεὶς σχηματισμοὶ εἶναι σκληρὰ κροκαλοπαγὴ πετρώματα, τὰ ὁποῖα ἀπομονώνονται μετὰ τὴ διάβρωση τῶν γειτονικῶν τους ψαμμιτικῶν καὶ ἀργιλοαμμωδῶν πετρωμάτων. Κατὰ τὴν ἄποψη αὐτὴ τὰ Μετέωρα ἀνήκουν στὴν κατηγορία τῶν διαβρωσιγενῶν βουνῶν[2].

Σύμφωνα μὲ τὴ δεύτερη θεωρία πρόκειται γιὰ δελτοειδὴ κῶνο ποταμοῦ, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν πλειογενὴ αἰώνα, ὅταν ἡ πεδιάδα τῆς Θεσσαλίας ἦταν ἀκόμη λίμνη (τριτογενὴ περίοδο πρὶν 60.000.000 χρόνια)[3], μετέφερε ἄμμο, λάσπη, κροκάλες, χαλίκια καὶ ἄλλες φερτὲς ὕλες στὴν ἔξοδό του, στὴν περιοχὴ τῶν Μετεώρων. Τὰ ὑλικὰ αὐτὰ ἀργότερα συγκολλήθηκαν καὶ σχημάτισαν κῶνο, ὁ ὁποῖος στὴ συνέχεια, ὅταν ἀποσύρθηκαν τὰ νερά[4], κατατμήθηκε σὲ λόφους καὶ βράχους διαφόρων σχημάτων[5].

Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις, εἴτε ἀπὸ διαβρωσιγενεῖς σχηματισμοὺς προέρχονται, εἴτε ἀπὸ δελτοειδὴ κῶνο, οἱ βράχοι τῶν Μετεώρων τὴν τελικὴ μορφὴ τὴν πῆραν ἀπὸ τὴν ἐπίδραση τῆς διάβρωσης ποὺ προκαλεῖ ὁ ἀέρας.

Ἕνας ἀρχαιολόγος, ὁ Ἀλέξανδρος Φιλαδελφεὺς (1866 – 1955), γράφει σὲ ἕνα κείμενό του τὸ 1897, τὶς ἐντυπώσεις του ἀπὸ τὸ μοναδικὸ φαινόμενο τῶν Μετεώρων: «... Τὰ Μετέωρα εἶναι ἐντελῶς κτῆμα θεσσαλικόν, πρωτοτυπώτατον καὶ οὐδαμοῦ ἀλλαχοῦ ἀπάντων. Νομίζει τις, ὅτι εἶναι ἀπολίθωσις τῆς Γιγαντομαχίας, τὴν δὲ νύκτα, ὅταν τὸ σκότος τοῦ στερεώματος προσβλέψητε τοὺς φοβεροὺς αὐτοὺς ὄγκους, φαίνονται ὡς στιγμιαῖαι ἀπομαρμαρώσεις Γιγάντων καὶ Τιτάνων κατὰ διαφορωτάτας κινήσεις καὶ στάσεις, ἀναπολούντων τοὺς ἀπολιθωμένους κατοίκους τῆς Πομπηΐας, οὓς ἀπεμαρμάρωσεν ὡς ἀγάλματα ἡ ἀπροσδοκήτως ἐμπεσοῦσα καὶ διαχυθεῖσα, δίκην γύψου, λάβα Βεζουβίου, ἕκαστον, καθ’ ἣν στάσιν καὶ θέσιν διετέλει κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην! Εἶναι στιγμιότυπα ἀπολιθώσεως. Σᾶς ἐκπλήττει οὕτω τὸ μεγαλεῖον, σᾶς ἀπορροφᾷ ἡ ὑψιπέτις καὶ οὐρανομήκης μεγαλοπρέπειά των, ἀφαρπάζει ὑμᾶς, τέλος, ἡ θέα τοῦ ἰλιγγιώδους ὕψους, πρὸς τὸ ὁποῖον συνέεται ἡ ριψοκινδυνεστάτη καὶ παρατολμωτάτη τῶν ἀναβάσεων... Γελᾶτε μὲ τὰς κομπορρημοσύνας τῶν Ἀλπινιστῶν καὶ τῶν Ὀρειοαναρριχητῶν, οἵτινες ἀνέρχονται ἐπ’ αὐτῶν μὲ ὁλόκληρον πανοπλίαν, μὲ ὁρμαθὸν ράβδων, κοντῶν καὶ ἀγκίστρων. Τὶ εἶναι πάντες ἐκεῖνοι οἱ μελοδραματικοὶ καὶ μεγαλόφωνοι πλήρεις ὄγκου καὶ σκηνικῆς ἐπιδείξεως Ταρταρῖνοι, συγκρινόμενοι πρὸς τοὺς πτωχοὺς καὶ ρακενδύτους, τοὺς μόνον ἐπὶ ἄρτῳ καὶ κρομμύῳ φυτοζωοῦντας μοναχούς, τοὺς παλαιοὺς ἐκείνους ἀσκητάς, οἵτινες, μὲ μόνας τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας ἀναρριχώμενοι ὡς πίθηκοι ἐπὶ τῶν μόλις συγκρατουμένων ἐπὶ τῶν βράχων ἀνεμοκλιμάκων, ἔφθανον ἑκάστοτε πρὸς τὰ ἀπομονωτήρια αὐτῶν, παλαίοντες κατὰ πᾶσαν ἀνάβασιν πρὸς αὐτὸν τὸν θάνατον στῆθος μὲ στῆθος καὶ μὲ τὰς χεῖρας, ὡς ἐν ἁψιμαχίᾳ!»[6].

Τὰ πρῶτα ἴχνη τοῦ μετεωρίτικου μοναχισμοῦ χάνονται στὰ βάθυ τῶν αἰώνων. Ἡ παράδοση ἀναφέρει ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης χριστιανικῆς χιλιετηρίδος καὶ μάλιστα ἀπὸ τὸν ἔννατο μ. Χ. αἰώνα, ὑπῆρχαν στὰ σπήλαια τῶν μετεωρίτικων βράχων ἀσκητήρια (ἀσκηταριά), τὰ ὁποῖα μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου ἐξελίχθηκαν σὲ σκῆτες μὲ κελλιὰ γιὰ κατοικία τῶν μοναχῶν καὶ μὲ οἴκους προσευχῆς «προσευχάδια» γιὰ τὴν καθημερινὴ προσευχή[7].

Ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ ΙΑ΄ ἢ ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ ΙΒ΄ αἰώνα εἶχε συγκροτηθεῖ μικρὴ ἀσκητικὴ πολιτεία, ἡ Σκήτη τῆς Δούπιανης ἢ ἡ Σκήτη τῶν Σταγῶν, μὲ κέντρο λατρείας τὸ ναὸ τῆς Θεοτόκου, ποὺ ἀποτελοῦσε καὶ τὸ «Κυριακὸ» ἢ τὸ «πρωτάτο» τοῦ μοναστηριακοῦ συγκροτήματος[8], κατὰ τὰ ἁγιορείτικα πρότυπα.

Σύμφωνα μὲ τὸ «Σύγγραμμα ἱστορικὸν» τοῦ ΙΣΤ΄ αἰῶνος, ὁ ναὸς αὐτός, ὁ ὁποῖος ἀποτέλεσε τὸ «Κυριακὸ» τῆς Σκήτης, ὑπῆρχε κάτω ἀπὸ τὸ Στύλο τῆς Δούπιανης καὶ ἦταν ὁ ναὸς τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, τῆς ἐπονομαζομένης Διουπιάνου: «Ὁ δὲ ναὸς τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς ἐπονομαζομένης Δουπιάνου εἰς κεφαλὴν τῆς Σκήτεως προετετίμητο ὡς πρωτᾶτον, ἀνέχων καὶ τὰ περὶ αὐτὴν μονύδρια, ἃ μὲν εἰς καταφυγήν, ἃ δὲ εἰς συνασπισμόν, ἐπεὶ αὐτὴ εἰς τὴν γῆν καὶ πρὸς ταῖς ρίζαις τῶν Μετεώρων λίθων ἀνάκειται»[9].

Ἡ Μονὴ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἡ Δούπιανη μνημονευόταν σὲ ἐπίσημο παλαιὸ πρακτικὸ ἀπογραφῆς τοῦ β΄ μισοῦ τοῦ ΙΒ΄ ἢ τῶν ἀρχῶν τοῦ ΙΓ΄ αἰῶνος, τὸ λεγόμενο πρακτικὸ τοῦ Μανασσῆ, ποὺ ἀναφερόταν στὰ ὅρια καὶ στὶς δικαιοδοσίες τῆς ἐπισκοπῆς Σταγῶν καὶ συμπεριλαμβάνεται στὸ χρυσόβουλλο τοῦ βυζαντινοῦ αὐτοκράτορα Ἀνδρονίκου Γ΄ Παλαιολόγου, τοῦ Μαρτίου τοῦ 1336[10].

Στὸ ναΐσκο αὐτὸ τῆς Παναγίας τῆς Σκήτεως τῆς Δούπιανης, συνέρρεαν ἀπὸ τὰ ἀσκηταριά, τὰ προσευχάδια καὶ τὶς σπηλιές τους οἱ Μετεωρίτες ἀναχωρητὲς κάθε Κυριακὴ ἢ μεγάλη ἑορτή, γιὰ νὰ τελέσουν τὴ θεία Λειτουργία καὶ νὰ προσφέρουν τὴν κοινὴ λατρεία τους στὸ Θεό.

Στὸ σύνολό της ἡ μοναχικὴ αὐτὴ κοινότητα τῆς Δούπιανης, κατὰ τὰ ἁγιορείτικα πρότυπα, ζοῦσε κάτω ἀπὸ τὴν ἐπίβλεψη τοῦ «Πρώτου τῆς Σκήτεως Σταγῶν»[11]. Μόνος αὐτὸς σ’ ὁλόκληρη τὴ μοναστικὴ κοινότητα ὡς «πρῶτος τῆς σκήτεως, εἶχε καὶ τὸ τῆς ἡγουμενίας ὄνομα»[12]. Τὸ «Σύγγραμμα ἱστορικὸν»«Χρονικὸν τῶν Μετεώρων» γιὰ τὴν ἵδρυση καὶ ἱστορία τῆς Σκήτεως τῶν Σταγῶν καὶ τῶν μοναστηρίων ποὺ ὑπάγονταν σ’ αὐτὴν ἀναφέρει τὰ ἑξῆς: «Ἡ ἁγιωτάτη ἡμῶν αὐτὴ ἐπισκοπὴ κατεῖχε μὲν ἀνέκαθεν καὶ ἐξαρχῆς τὰ προνόμοια τῆς Σκήτεως, καθὼς καὶ τὰ συγγράμματα αὐτῆς διαλαμβάνουν. Ὁ δὲ ναὸς τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς ἐπονομαζομένης Δουπιάνου εἰς κεφαλὴν τῆς Σκήτεως προετετίμητο ὡς πρωτάτον, ἀνέχων καὶ τὰ περὶ αὐτὴν μονύδρια, ἃ μὲν εἰς καταφυγήν, ἃ δὲ εἰς συνασπισμόν, ἐπεὶ αὐτὴ εἰς τὴν γῆν καὶ πρὸς ταῖς ρίζαις τῶν Μετεώρων λίθων ἀνάκειται [...] ἄξιον δὲ ἰδεῖν πῶς ἐν τοῖς μ΄ χρόνοις ἡγούμενοι ε΄ ἐγένετο καί, ρ΄ χρόνων παρωχηκότων πρότερον, οὐδεὶς ὄνομα ἡγουμένου ἐκέκτητο οὐδὲ εἰς τὸ Μετέωρον οὐδὲ εἰς ἄλλην μονήν, ὅτι δηλονότι παρεκτὸς τοῦ Πρώτου τῆς Σκήτεως τοῦ ἐν Δούπιανῃ οὐδεὶς ἄλλος ἡγούμενος ὠνομάζετο ἐν ταῖς Μετεώροις μοναῖς ἁπάσαις· οὕτω γὰρ ἡ συνήθεια ἐπεκράτει ὅτι ὁ Πρῶτος τῆς Σκήτεως ἔχει καὶ τῆς ἡγουμενείας ὄνομα»[13].

            Κατὰ τὰ μέσα τοῦ ΙΔ΄ αἰῶνος δεσπόζει μὲ τὴ μεγάλη δράση καὶ ἀκτινοβολία της ἡ ἐπιβλητικὴ καὶ ἡγετικὴ μορφὴ τοῦ «Πρώτου» τῆς Σκήτεως τῶν Σταγῶν καὶ καθηγουμένου τῆς Μονῆς τῆς Θεοτόκου τῆς Δούπιανης, ὁ ἱερομόναχος Νεῖλος ὁ θεοφιλής. Ὁ ἱερομόναχος «κὺρ Νεῖλος», ὁ ὁποῖος συχνὰ μνημονεύεται σὲ ἔγγραφα, ἐπιγραφὲς καὶ ἄλλα κείμενα τῆς ἐποχῆς, εἶναι ἐπίσης ἱδρυτὴς τῶν μονῶν τοῦ Παντοκράτορος, τῆς Ὑπαπαντῆς, ἀρχικὰ Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου 1366/67 καὶ Παναγίας Μύκανης[14].

ΜΕΤΕΩΡΑ Πανόραμα

            Ἡ ἁγία λιθόπολη τῶν Μετεώρων συγκροτοῦνταν ἀπὸ 24 μοναστήρια[15]. Τὰ πιὸ πολλὰ ἀπ’ αὐτὰ πρωτοκτίσθηκαν τὸ ΙΔ΄ αἰώνα καὶ στὴ συνέχεια, μετὰ τὴ φθορὰ καὶ ἐρήμωσή τους, ἀνακαινίσθηκαν, ξανακτίσθηκαν ἐκ βάθρων καὶ συμπληρώθηκαν οἰκοδομικὰ κατὰ ΙΣΤ΄ αἰώνα, περίοδο ἰδιαίτερης ἀκμῆς καὶ ἄνθησης τοῦ Μετεωρίτικου μοναχισμοῦ. Ἀπὸ τὸν ΙΗ΄ αἰώνα ἀρχίζει ἡ παρακμὴ τοῦ Μετεωρίτικου μοναχισμοῦ μὲ ἀποτέλεσμα πολλὰ ἀπὸ τὰ μοναστήρια νὰ ἐρημώσουν καὶ νὰ γκρεμισθοῦν. Ἔτσι ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ἀσκηταριῶν καὶ τῶν μονῶν, ποὺ ὑπῆρχαν κάποτε στὰ Μετέωρα, σήμερα διατηροῦνται μόνον ἕξι (6) μοναστήρια: τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος (Μεγάλο Μετέωρο), τοῦ Βαρλαάμ, τῆς Ἁγίας Τριαδός, τοῦ Ἁγίου Νικολάου Ἀναπαυσᾶ, τοῦ Ἁγίου Στεφάνου καὶ τοῦ Ρουσάνου, ἐνῶ ἔχουν ἀναστηλωθῆ τοῦ Ἁγίου Νικολάου Μπάτοβα, τῆς Ὑπαπαντῆς καὶ τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου. Στὶς δὲ ὑπόλοιπες μονὲς καὶ ἀσκηταριά, μόνο ἐρείπια εἶναι ὁρατὰ ἐπάνω στοὺς ἀπόκρημνους βράχους.

            Ἀκατοίκητα σήμερα καὶ σχεδὸν ἐρειπωμένα μοναστήρια καὶ ἀσκητήρια τῶν Μετεώρων εἶναι: 1) Ἁγίου Γεωργίου Μανδηλᾶ,  2) Ἁγίου Νικολάου Κοφινᾶ, 3) τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, 4) Ἁγίας Μονῆς (τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου), 5) τῶν Ἁγίων Ταξιαρχῶν, 6) τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, 7) τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, 8) τοῦ Ἁγίου Μοδέστου, 9) τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Κοφινᾶ, 10) τῆς Προσκυνήσεως τῆς ἀλύσεως τοῦ Ἁγίου Πέτρου, 11) τῆς Ὑψηλοτέρας ἢ τῶν Καλλιγράφων, 12) τῆς Παληοπαναγιᾶς, 13) τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, 14) τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου, 15) τοῦ Παντοκράτορος, 16) τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, 17) Καλλιστράτου, 18) τῆς Δούπιανης.

            Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. Συνεδρ. κστ΄/13-6-1990, χαρακτήρισε τῶν χῶρο τῶν Μετεώρων ὡς Ἱερό[16]. Ἡ πολιτεία μὲ τὸν ὑπ’ 235/1-11-1995, Νόμο, ΦΕΚ 225, ἀνακήρυξε τὴν ὅλη περιοχὴ τῶν Μετεώρων ὡς γῆ ἁγία, ἱερή, ἀναλλοίωτη καὶ ἀπαραβίαστη[17]. Ἡ UNESCO ἐνέγραψε τὰ Μετέωρα στὸν Κατάλογο τῶν Μνημείων τῆς Παγκόσμιας Κληρονομιᾶς, ὡς ἕνα ἰδιαίτερης σημασίας πολιτιστικὸ καὶ φυσικὸ ἀγαθό. Ὑπογράφηκε στὴ Γρενάδα τὸ 1985 καὶ κυρώθηκε μὲ τὸ Ν. 2039/1992 (ΦΕΚ 61 Α΄)[18].

 



[1] Βλ. ΝΙΚΟΝΑΝΟΥ, Μετέωρα, σ. 16.

[2] Ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 17.

[3] Βλ. ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ, Τὰ Μετέωρα, σ. 7. ΠΡΟΒΑΤΑΚΗ, Μετέωρα, σ. 10.

[4] «Τὰ νερὰ ποὺ ἀποτελοῦσαν μιὰ κλειστὴ λιμνοθάλασσα αὐξήθηκαν πολὺ μὲ ἀποτέλεσμα νὰ δημιουργηθεῖ τὸ ἄνοιγμα τῶν Τεμπῶν, ἀπ’ ὅπου διοχετεύτηκαν στὸ Αἰγαῖο πέλαγος». Βλ. ΠΡΟΒΑΤΑΚΗ, Μετέωρα, σ. 10. πρβλ. ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ, Τὰ Μετέωρα, σ. 6.

[5] Βλ. ΝΙΚΟΝΑΝΟΥ, ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 17.

[6] Βλ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ, Τὰ Μετέωρα, σ. 8.

[7] Βλ. ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ, Τὰ Μετέωρα, σ. 7. ΜΟΤΣΙΟΥ, Οἱ Ἅγιοι τῶν Μετεώρων, σσ. 27-30. ΝΙΚΟΝΑΝΟΥ, Τὰ Μετέωρα, σ. 18.

[8] Βλ. ΣΟΦΙΑΝΟΥ – ΤΣΙΓΑΡΙΔΑ, Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Νικολάου Ἀναπαυσᾶ. Ἱστορία – Τέχνη,σ. 28. πρβλ. ΜΟΤΣΙΟΥ, Οἱ Ἅγιοι τῶν Μετεώρων, σσ. 30-31. ΝΙΚΟΝΑΝΟΥ, Τὰ Μετέωρα, σ. 18. ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ, Τὰ Μετέωρα, σ. 9.

[9] Βλ. ΜΟΤΣΙΟΥ, Οἱ Ἅγιοι τῶν Μετεώρων, σ. 30. πρβλ. ΝΙΚΟΝΑΝΟΥ, Τὰ Μετέωρα, σ. 18. ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ, Τὰ Μετέωρα, σ. 10, ΣΟΦΙΑΝΟΥ – ΤΣΙΓΑΡΙΔΑ, Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Νικολάου Ἀναπαυσᾶ. Ἱστορία – Τέχνη,σ. 28.

[10] Τὸ χρυσόβουλλο τοῦ Ἀνδρονίκου βρίσκεται σήμερα ὁλόκληρο ἀντιγραμμένο, μὲ κεφαλαῖα γράμματα, στὸ βορεινὸ τοῖχο τοῦ νάρθηκα τοῦ παλαιοῦ ἐπισκοπικοῦ ναοῦ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τῆς Καλαμπάκας. Βλ. ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ, Τὰ Μετέωρα, σ. 10. πρβλ. ΜΟΤΣΙΟΥ, Οἱ Ἅγιοι τῶν Μετεώρων, σ. 30. ΣΟΦΙΑΝΟΥ – ΤΣΙΓΑΡΙΔΑ, Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Νικολάου Ἀναπαυσᾶ. Ἱστορία – Τέχνη,σ. 28.

[11] Βλ. ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΥ, Ἐργασίαι ἐν Μετεώροις, σ. 214.

[12] Βλ. ΒΟΓΙΑΤΖΙΔΟΥ, Τὸ Χρονικὸν τῶν Μετεώρων, σσ. 164-167.

[13] Βλ. ΜΟΤΣΙΟΥ, Οἱ Ἅγιοι τῶν Μετεώρων, σσ. 33-34. πρβλ. ΣΟΦΙΑΝΟΥ – ΤΣΙΓΑΡΙΔΑ, Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Νικολάου Ἀναπαυσᾶ. Ἱστορία – Τέχνη,σ. 29.

[14] Βλ. Ἅγια Μετέωρα. Τ’ Ἄπαρτα Κάστρα τῆς Πίστης καὶ τῆς Ρωμηωσύνης, σ. 27

[15] Βλ. ΝΙΚΟΝΑΝΟΥ, Τὰ Μετέωρα, σ. 19. πρβλ. ΣΟΦΙΑΝΟΥ – ΤΣΙΓΑΡΙΔΑ, Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Νικολάου Ἀναπαυσᾶ. Ἱστορία – Τέχνη,σ. 29.

[16] Βλ. Ἅγια Μετέωρα. Τ’ Ἄπαρτα Κάστρα τῆς Πίστης καὶ τῆς Ρωμηωσύνης, σ. 61.

[17] Αὐτόθι. πρβλ. ΜΠΑΛΑΤΣΟΥΚΑ,  Ὑμνολογικὰ Σύμμεικτα, σ. 40. ΜΟΤΣΙΟΥ, Οἱ Ἅγιοι τῶν Μετεώρων, σ. 48.

[18] ΜΠΑΛΑΤΣΟΥΚΑ, Ὑμνολογικὰ Σύμμεικτα, σ. 40. πρβλ. ΧΟΥΛΙΑ ΣΟΥΖΑΝΑ – ΑΛΠΑΝΗ ΤΖΕΝΗ, Μετέωρα, σ. 12. ΣΟΦΙΑΝΟΥ – ΤΣΙΓΑΡΙΔΑ, Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Νικολάου Ἀναπαυσᾶ. Ἱστορία – Τέχνη,σ. 29.

 

 

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ