AgiosKosmasAitolos05Η μετάνοια και η εξομολόγηση κατά τον Άγιο ΚΟΣΜΑ ΤΟΝ ΑΙΤΩΛΟ (Μέρος Α’)

«Ἠμεῖς Χριστιανοί μου, δίκαιοι ἤ ἁμαρτωλοί εἴμεθα; Ἀνίσως καί εἴμεθα δίκαιοι, καλότυχοι καί τρισμακάριοι. Εἰ δέ καί εἴμεθα ἁμαρτωλοί, τώρα εἶναι καιρός νά μετανοήσωμεν, νά παύσωμεν ἀπό τά κακά καί νά κάμνωμεν τά καλά, διότι ἡ κόλασις μᾶς καρτερεῖ».

Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, άνθρωπος της βαθείας μετανοίας, με αυτές τις παραινέσεις αγαπητοί μου αναγνώστες, διευκολύνει τους ακροατές του, τους απλούς και αγράμματους ραγιάδες να συναισθανθούν τα αμαρτήματά τους, προτρέποντάς τους να κάνουν μία αυτοεξέταση, αν είναι δίκαιοι και ποιος ήταν δίκαιος! ή αμαρτωλοί (και ποιος δεν ήταν αμαρτωλός).
Έτσι με πολύ διακριτικότητα κάνει τους ακροατές του θείου λόγου να ενθυμηθούν την αμαρτωλότητά τους και να αναζητήσουν την εξομολόγηση.
200 χρόνια πρίν!
Προτού προχωρήσουμε την σύντομη αναδρομή μας εις την μετάνοια την οποία εκήρυξε ο Ιεραπόστολός μας, ας ανατρέξουμε 200 χρόνια πριν, κι ας παρακολουθήσουμε νοερά, τον νεότερο αυτό προφήτη και διδάσκαλο του Γένους, θα τον δούμε ασκητικό, κυρτό με το τριμμένο ράσο, στην πλατεία κάποιου χωριού, να διδάσκει τους πονεμένους Έλληνες αδελφούς του. Καθαρή η φωνή του και ευδιάκριτη βγαίνει από τα βάθη της αγνής ψυχής του.
Όπως συνήθιζε, να στέκεται πάνω σ’ ένα σκαμνί κάτω από ένα ξύλινο σταυρό, σύμβολο της μαρτυρικής και εσταυρωμένης ζωής του Έθνους και του κάθε Έλληνα.
Μπροστά του όλοι οι κάτοικοι του χωριού, άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Τα παιδιά έχουν πλησιάσει στο πρόχειρο βήμα του και τον βλέπουν με απορία. Όλοι τους τον ακούν με ανοικτά αυτιά και ορθάνοιχτα μάτια.
Διψούσε ο λαός, διψούσε να ακούσει κάτι για το «ποθούμενο». Οι ψυχές τους σαν μαραμένα λουλούδια που τα στέγνωσε η μακροχρόνια σκλαβιά κι απαντοχή ρουφούσαν αχόρταγα τα λόγια που έτρεχαν από το στόμα του, σαν γάργαρο νερό και έπαιρναν κουράγιο, παρηγοριά και δύναμη.
Το αναγκαιότερο.
Ο άγιος τους ευσπλαχνίζεται. Ματώνει η καρδιά του καθώς βλέπει τους αδελφούς του έρημους και διασκορπισμένους σαν «πρόβατα μὴ ἔχοντα ποιμένα».
Θέλει όλους να τους βοηθήσει, έναν – έναν να τους πλησιάσει, να τους μιλήσει, να τους στηρίξει. Μα τι κρίμα δεν μπορεί. Το καθήκον τον καλεί να παραμείνει μόνο λίγες ώρες κοντά τους. Πρέπει να φύγει, να προλάβει να περάσει απ’ όλα τα χωριά και τις πολιτείες του υπόδουλου Ελληνισμού. Πρέπει να μεταδώσει παντού το γλυκύτατο μήνυμά του Ιερού Ευαγγελίου. Αυτά τα αισθήματα εξωτερικεύει ο Άγιος όταν λέγει: «Πάντοτε, παιδιά μου, εδώ όπου ήλθα, έχω χαράν και λύπην. Έρχονται οι χριστιανοί κατά μονάς να μου ειπούν το παράπονό τους… και δεν δύναμαι να τους εξομολογήσω ένα – ένα και τους διώχνω και η καρδιά μου κόπτεται ωσάν ένας (πατέρας) που έχει ένα παιδίον το οποίον είναι άρρωστον και δεν τον δέχεται».
Ο άγιος ήθελε να τους πει πολλά, μα ο λιγοστός χρόνος του τον περιόριζε από πιο αναγκαία. Και το πιο αναγκαίο απ’ όλα ήταν η μετάνοια. Θα ήθελε να τους μιλήσει για την ελευθερία, αλλά διστάζει διότι δεν είναι ακόμη η ώρα.
Το νήπιο δεν μπορεί να εκτιμήσει την αξία του χρυσού νομίσματος. Νηπιώδης δεν είναι η ψυχική κατάσταση των Ελλήνων.
Έπρεπε πρώτα να τους μιλήσει για μια άλλη λευτεριά. Για τη λευτεριά από τα πάθη τους, τα πάθη εκείνα που τους αγρίεψαν και τους μετέβαλαν τις ψυχές τους σε μπαϊρια.
Αν ελευθερωθούν απ’ αυτά, τότε ο Θεός θα τους κρίνει άξιους να τους εμπιστευθεί και την εθνική άλλη ελευθερία, την εσωτερική και την εξωτερική.
Αν όμως παραμένουν σκλαβωμένοι στα πάθη τους, τότε θα είναι ανάξιοι να δεχθούν και την άλλη ελευθερία. Έτσι εξηγείται ο κόπος που καταβάλει για να τους οδηγήσει στη μετάνοια.
Στο δρόμο θα βρεθούν εμπόδια.
Αλλ’ ο δρόμος που οδηγεί στην μετάνοια φαίνεται κλειστός. Εμπρός του ορθώνονταν εμπόδια. Η άγνοια και η αμάθεια δεν τους επέτρεπαν να διακρίνουν τα κρίματά τους.
Ο άγιος όμως δεν χάνει το θάρρος του. Φωτισμένος αυτός διδάσκαλος και άριστος παιδαγωγός, αφού τους έκανε πρώτα να διερωτηθούν αν είναι δίκαιοι ή αμαρτωλοί, τους θυμίζει τώρα συγκεκριμένα αμαρτήματά τους με τόση λεπτότητα και τέχνη με όση ο χειρούργος χειρίζεται το νυστέρι του.
«Προσέχετε, λοιπόν αδελφοί μου, να μη υπερηφανεύεσθε, να μη φονεύετε, να μη μοιχεύετε, να μη κάμνητε όρκους, να μη λέγετε ψέματα, να μη συκοφαντήτε, να μη προδίδετε, να μη στολίζετε το σώμα, διότι θα το φάγουν οι σκώληκες, αλλά να στολίζετε την ψυχήν, οπού είναι τιμιωτέρα από όλον τον κόσμον».
Λόγια, πολύ ψυχωφελή του αγίου. Τους προέτρεπε ν’ αποφεύγουν τα αμαρτήματα αλλά και τους υπενθύμιζε εμμέσως στους ενόχους τα δικά τους αμαρτήματα, και τους παρακινούσε για μετάνοια. Δεν τους φόρτωνε την ευθύνη, δεν τους πρόσβαλε, έβλεπε τις δικές τους αδυναμίες με συμπάθεια. Ήξερε πως η έλλειψη διαφωτίσεως αφ’ ενός και αφ’ ετέρου, η κατάσταση της δουλείας ήταν τα αίτια της αποχερσώσεως της ψυχής τους, γι’ αυτό και με τόση αγάπη και επιείκεια τους μίλαγε ο Πατρο-Κοσμάς.
Δεν ήταν όμως, μόνο η άγνοια και η αμάθεια που έφραζαν το δρόμο της μετανοίας. Δεν ήταν μόνο ότι ο ίδιος δεν ευκαιρούσε να τους εξομολογεί. Ήταν και η αμέλεια τους και η αναβολή που τυχόν θα προέβαλαν, γι’ αυτό και τους προλαβαίνει τονίζοντας: «Πότε θα μετανοήσωμεν αδελφοί; Όχι αύριον και μεθαύριον, του χρόνου· Αλλ’ αυτήν την ώραν· Διότι δεν ηξεύρομεν έως αύριον τι έχομεν να πάθωμεν». Και άλλοτε «Όχι αύριον και μεθαύριον, αλλά σήμερον».
Και ετόνιζε το επείγον της μετανοίας, διότι σαν έμπειρος πνευματικός που ήταν, γνώριζε τα ολέθρια αποτελέσματα της αναβολής, μάλιστα δε για τους ραγιάδες, που ζούσαν στην αγχόνη της αβεβαιότητος ως προς το μέλλον τους, το εγγύς και το μακράν.
«Ουδείς καθαρός από ρύπου»
Αλλ’ ο Πατρο-Κοσμάς, αν και απλοϊκός ιεροκήρυκας, δεν ήθελα να προχειρολογεί στην περί μετανοίας και εξομολογήσεως διδασκαλία του · χωρίς τα λόγια του να χάνουν τίποτε από την δροσιά της απλότητος, χωρίς διόλου να ξεχνά ότι μιλάει σ’ ένα ακατήχητο ακροατήριο, εν τούτοις εμβάθυνε και θεολογούσε.
Τόνιζε ότι καθαρτικό των αμαρτημάτων του ανθρώπου είναι κυρίως το άγιο Βάπτισμα.
Το βάπτισμα εξαλείφει κάθε αμαρτία και τη ρίζα της αμαρτίας, το προπατορικό αμάρτημα. Είναι γέννηση πνευματική · Με το βάπτισμα η ψυχή και το σώμα ντύνεται στα λευκά, ντύνεται τον ίδιο το Χριστό. Και πρέπει η στολή της ψυχής να παραμείνει λαμπρή, ολόλευκη. Η προσοχή του χριστιανού να μην την λερώσει, πρέπει να είναι μεγάλη. Να τι λέγει ο άγιος σύντομα και περιεκτικά: «Πρέπει καὶ ἐμεῖς οἱ εὐσεβεῖς χριστιανοί, ἀδελφοί μου, νὰ χαιρώμαστε καὶ νὰ εὐφραινώμαστε χιλιάδες φορὲς εἰς τὰ πολλὰ καλὰ ὁποὺ μας ἐχάρισεν ὁ Κύριος καὶ μάλιστα εἰς τὸ ἅγιον Βάπτισμα. Πρέπει καὶ ἐμεῖς νὰ φυλάγωμεν τὸ Βάπτισμα καθαρὸν καὶ ἀμόλυντον ὅσον εἶναι δυνατόν».
Αλλ’ είναι δυνατόν να το φυλάξουμε καθαρό και αμόλυντο, όπως ζητεί ο άγιος; Δυστυχώς όχι!
Ο κάθε άνθρωπος είναι επιρρεπής στην αμαρτία. Με όση επιμέλεια και αν αποφεύγει την αμαρτία, όσο βραχεία κι αν είναι η ζωή του επί της γης τελικώς θα αμαρτήσει. Κι αν δεν αμαρτήσει με το στόμα του, θ’ αμαρτήσει με τη σκέψη του, κι αν δεν διαπράξει το κακό, θα το επιθυμήσει. Μένει αναπάντητο το ερώτημα του πολύαθλου Ιώβ: «Τίς καθαρός ἀπό ρύπου;». Ή μάλλοντην απάντηση δίνει ο ίδιος ο Ιώβ, «Οὐδείς, εάν καί μία ἡμέρα ὁ βίος αὐτοῦ ἐπί τῆς γῆς», καθώς και ο Απ. Παύλος λέγοντας: «Πάντες ἥμαρτον καὶ ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ».
Λοιπόν δεν υπάρχει ελπίδα;
Και λοιπόν, αγαπητοί αναγνώστες, αφού δεν μπορούμε να διατηρήσουμε, το ένδυμα του βαπτίσματος καθαρό αλλά το λερώνουμε κάθε μέρα, θα εκσπάσει, μήπως, η οργή του Θεού επάνω μας; Όχι βέβαια! Γνωρίζει ο φιλάνθρωπος Κύριος το ευόλισθον της ανθρώπινης φύσεως και μας υποδεικνύει, τον τρόπο με τον οποίο καθορίζεται ο άνθρωπος από τις μετά το βάπτισμα αμαρτίες. Ποιος είναι αυτός ο τρόπος;
Είναι το φιλάνθρωπο μυστήριο της μετανοίας και εξομολογήσεως! Αυτά λέγει ο άγιος και παρηγορεί τους αδελφούς του.
«Ει δε και σφάλωμεν ως άνθρωποι, ας είναι δοξασμένος ο πανάγαθος Θεός, οπού μας εχάρισε και δεύτερον Βάπτισμα, την αγίαν Εξομολόγησιν. Διατί αβάπτιστος και ανεξομολόγητος άνθρωπος είναι αδύνατον να σωθή».
Πρέπει ακόμη να σημειώσουμε ότι ο άγιος δίνει τόση σημασία στο Βάπτισμα και στην Εξομολόγηση, ώστε σε περίπτωση αμέσου ανάγκης ως προς μεν το βάπτισμα συνιστά το νεροβάπτισμα ή το αεροβάπτισμα. Ως προς δε την εξομολόγηση συνιστά την εξαγόρευση των αμαρτημάτων στον τυχόντα.
«Αν τύχη» λέγει «ἀνάγκη καὶ θέλη νὰ ἀποθάνη καὶ ἕνας ἄνθρωπος καὶ δὲν ἐπρόφθασεν ὁ παπὰς νὰ τὸν ἐξομολογήση, ἂς ἐξομολογηθῆ εἰς ὅποιον τύχη καὶ νὰ ἀποθάνη ἐξωμολογημένος· εἶνε ἐλπίδα πὼς ἠμπορεῖ νὰ σωθῆ».
Όλοι οι αμαρτάνοντες ας έχουμε θάρρος!
Αλλά συνήθως το πιο μεγάλο εμπόδιο που ορθώνεται στο δρόμο της μετανοίας του χριστιανού είναι η συναίσθηση ότι ορισμένα αμαρτήματα που διέπραξε είναι τόσο μεγάλα, ώστε δεν είναι δυνατόν να τα συγχωρήσει ο Θεός. Αυτή η πλάνη τον αποθαρρύνει και τον κρατά μακριά από την εξομολόγηση.
Σ’ αυτό συνεργεί με περισσή σπουδή και ο σατανάς μεγαλοποιώντας τα πράγματα για να τον οδηγήσει στην απελπισία.
Αυτή την ψεύτικη εντύπωση διέκρινε ο άγιος και στα μάτια των απλοϊκών ακροατών του. Γι’ αυτό και θέλοντας να αποκαταστήσει την αλήθεια και συγχρόνως να δώσει θάρρος στους χριστιανούς για την εξομολόγηση, τονίζει το πέλαγος του ελέους και της ευσπλαχνίας του Θεού με μια παραστατική εικόνα, την εικόνα της καταβόθρας, που ότι κι αν ρίξεις το καταπίνει.
«Κάμνομεν μια συμφωνίαν» ;ερωτά επιχαρίτως. «Από τον καιρόν οπού εγεννηθήκατε έως τώρα, όσα αμαρτήματα επράξατε, να τα πάρω εγώ εις τον λαιμόν μου… Και τι θα τα κάμω; Έχω μία καταβόθρα και τα ρίχνω μέσα. Ποια είναι η καταβόθρα; Είναι η ευσπλαχνία του Θεού μας».
Είναι μεγάλα, λοιπόν, ναι μεγάλα μπορεί να είναι τα αμαρτήματα των ανθρώπων, αλλ’ όχι μεγαλύτερα από το έλεος του Θεού!
Άς το ακούσουμε αυτό όλοι οι αμαρτάνοντες κι ας παρηγορηθούμε.

 

Πρωτ. Ανδρέας Καππές Πρόεδρος Συλλόγου Πολυτέκνων Ι.Π. Μεσολογγίου κ΄ Περιχώρων.


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ