Εκτύπωση

Ενότης και διάκρισις στον Θεό

Παναγιώτης Χρήστου

Υφίστανται δύο κατηγορίες διακρίσεως μέσα στην θεότητα. Πρώτη είναι η μεταξύ ουσίας και ενεργείας που εξετάσθηκε λεπτομερώς στο δεύτερο κεφάλαιο• δεύτερη είναι η μεταξύ ουσίας και υποστάσεων. Με αυτές δεν εισάγεται διαίρεσις στην θεότητα.

Είπαμε στο κεφάλαιο εκείνο πόσο αταίριαστο είναι να ομιλούμε περί ουσίας του Θεού, αλλά επίσης και πόσο συχνά είμαστε δέσμιοι των λέξεων και των όρων. Ο όρος ουσία, παρ' όλο που η χρήσις του στην θεολογία είναι εξειδικευμένη, εκ πρώτης όψεως παρέχει την εντύπωσι υλικού και κτιστού πράγματος. Για να τον αποφύγουν οι Πατέρες της Β' Οικουμενικής Συνόδου (381), αντί ν' αποδώσουν το ομοούσιο και στο Πνεύμα, όπως είχαν πράξει ενωρίτερα για τον Υιό οι Πατέρες της Α' Οικουμενικής Συνόδου (325), το εχαρακτήρισαν με ωρισμένες περιφράσεις που διαφωτίζουν επαρκώς την ισότιμη εντός της Τριάδος θέσι του και την σημασία του στον θρησκευτικό βίο. Εξ άλλου, αν αντί «ουσία Θεού» ελέγαμε «φύσις Θεού», θα περιεκλείαμε στην έκφρασι αυτή κάτι περισσότερο από εκείνο που επιθυμούμε να δηλώσωμε, διότι η φύσις του Θεού περιέχει πλην της ουσίας και την ενέργεια του Θεού. Ουσία και ενέργεια μαζί συνιστούν την θεία φύσι, την προσωπότητα του Θεού.

Οι δύο διακρίσεις έχουν τον ίδιο πρώτο όρο, την λέξι ουσία, αλλά δεν συμβαδίζουν, διότι ο δεύτερος όρος των είναι διαφορετικός, ενέργεια και υπόστασις. Η ενέργεια δεν διακλαδίζεται σε ενέργεια του Πατρός, ενέργεια του Υιού, ενέργεια του Πνεύματος, αλλ' είναι κοινή σ' όλες τις υποστάσεις. Κάθε ενέργεια που πηγάζει από την θεότητα και διήκει επάνω στην κτίσι, οπωσδήποτε κι' αν ονομάζεται, ξεκινά από τον Πατέρα, προχωρεί δια του Υιού και τελειώνεται εν Πνεύματι. Γι' αυτό το όνομα της ενεργείας δεν διασπάται στο πλήθος των ενεργούντων προσώπων(12). Δεν είναι δυνατό να νοηθή χωρισμένη η ενέργεια του Θεού κατά τις τρεις υποστάσεις του, διότι τούτο θα συνεπαγόταν αυτοτέλεια κινήσεως και διάσπασι της ενιαίας προσωπότητος αυτού. Η ενότης του Θεού εκφράζεται κατά πρώτο στην ενότητα της ουσίας. Ουσία είναι το κοινό της Τριάδος κατά την αΐδια ύπαρξί της, στο μυστήριο. Είναι φυσικά αδύνατο να ιδούμε τριαδική διάκρισι μέσα στην ουσία, και αυτό ακριβώς εννοούμε, όταν λέγωμε ότι η ουσία είναι το κοινό της Τριάδος, ότι δηλαδή στην ουσία δεν υπάρχει διάκρισις ούτε διαίρεσις. Κάθε υπόστασις έχει ολόκληρη την ουσία, όπως την έχει και η θεότης ολόκληρη.

Αν ήταν τώρα δυνατό να εκληφθή η ουσία μεμονωμένως, θα ήταν όχι μόνο αόρατη αλλά και τυφλή, διότι δεν θα εκινώνταν και δεν θα έβλεπε. Αλλά φυσικά δεν είναι δυνατό να νοηθή καθ' εαυτήν, νοείται μόνο σε σύνδεσμο με την ενέργεια του Θεού• ουσία ανενέργητη είναι ανύπαρκτη. Η ενότης στην ουσία είναι για τους ανθρώπους ασαφής και επομένως ασθενής, διότι εκφεύγει της εμπειρίας των. Ισχυρότερα εκφράζεται η ενότης του Θεού δια της ταυτότητος ενεργείας, της ταυτότητος δυνάμεως, της ταυτότητος θελήσεως και κάθε άλλης ιδιότητος που θα μπορούσε να αναχθή στην ενέργεια. Η ενέργεια λοιπόν είναι κοινή και στις τρεις υποστάσεις. Η θεογνωσία ανέρχεται από το Πνεύμα δια του Υιού προς τον Πατέρα, η αγαθότης και ο αγιασμός κατέρχονται από τον Πατέρα δια του Υιού προς το Πνεύμα.

«Η τοίνυν οδός της θεογνωσίας εστίν από ενός Πνεύματος δια του ενός Υιού επί τον ένα Πατέρα, και τανάπαλιν η φυσική αγαθότης και ο κατά φύσιν αγιασμός και το βασιλικόν αξίωμα εκ Πατρός δια του Μονογενούς Υιού επί το Πνεύμα διήκει»(13).

Η ενέργεια της Τριάδος δεν παύει να είναι κοινή ακόμη και όταν εμφανίζωνται ενέργειες χωρισμένες κατά υπόστασι. Λέγεται παραδείγματος χάριν ότι ο μεν Πατήρ είναι η πρωταρχική αιτία κάθε κτιστού πράγματος, ο Υιός η δημιουργική και το Πνεύμα η τελειωτική, αλλά βασικώς η αρχή που διέπει τις τύχες όλων των όντων από κάθε πλευρά είναι ενιαία. Οι υποστάσεις έχουν κοινή την δύναμι και την χάρι, διαμοιράζονται μεταξύ τους τον «καιρό», αλλά και τότε πάλι η καθεμία φανερώνει και τις άλλες μαζί με τον εαυτό της(14). Η κοινότης και συνεργία δεν υφίστανται για να εξασφαλίσουν αποτελεσματικότερα δράσι, αφού καμμία από τις υποστάσεις δεν έχει ατελή ενέργεια, ώστε να χρειάζεται την βοήθεια των άλλων υφίστανται ως αρχή. Έτσι κάθε υπόστασις ενεργεί σε συνεργασία με τις άλλες και όλες μαζί συνιστούν την Τριάδα σε αλληλοσύνδεσι, τόσο κατά την απόκρυφη ζωή τους όσο και κατά την δημιουργία και την αποκάλυψι. Μερικές φορές έρχονται σ' εμάς τους ανθρώπους ενέργειες από μία μόνο υπόστασι, αλλ' από τον Θεό εκπέμπονται όλες κοινώς. Ενέργεια λοιπόν είναι το κοινό στοιχείο της Τριάδος κατά την αποκάλυψί της στον κόσμο.

Ακόμη χαρακτηριστικότερα εκφράζεται η ενότης του Θεού με την θέσι που καταλαμβάνει στην Τριάδα ο Πατήρ ως κοινό αίτιο. Ως υπόστασις ο Πατήρ διαιρεί τα αδιαίρετα δια της γεννήσεως του Υιού και της εκπορεύσεως του Πνεύματος, και δια της αϊδίου προσωπικής του αρχής συνιστά το ομοούσιο(15). Θα γίνη γι' αυτό λόγος λίγο αργότερα.

Εκείνο που πρέπει να τονισθή εδώ είναι ότι καθεμία από τις τρεις υποστάσεις δεν είναι δυνατό να νοηθή χωριστά χωρίς αναφορά στις άλλες, στην Τριάδα. Ζουν η μία την άλλη τόσο πλήρως, ώστε μεταδίδουν την φύσι η μία στην άλλη. Είναι όχι εκ της αυτής φύσεως αλλά της αυτής φύσεως. Έτσι, όπου είναι η μία, εκεί είναι και οι άλλες δύο. «Όπου γαρ Αγίου Πνεύματος παρουσία, εκεί και Χριστού επιδημία• όπου δε Χριστός, εκεί και ο Πατήρ πάρεστι δηλονότι»(16).

Στον Νεοπλατωνισμό η πρόοδος από το Εν προς τα πολλά, η κάθοδος προς τα κάτω, συνεπάγεται ελάττωσι και υποβάθμισι της θεότητας. Στον Χριστιανισμό με την εσωτερική κίνησι των τριαδικών υποστάσεων δεν παρατηρείται ούτε απώλεια θεότητος ούτε πρόσληψις κτιστότητος. Οι υποστάσεις μεταδίδουν μεταξύ τους όχι μόνο ό,τι είδαμε προηγουμένως, την ουσία και την ενέργεια δηλαδή, αλλ' ακόμη και τα ιδιαίτερα υποστατικά γνωρίσματα, που θα ιδούμε σε λίγο, κατά τον μυστηριώδη θείο νόμο της περιχωρήσεως, ο οποίος εξασφαλίζει κάθε άνεσι και πλούτο στον εσωτερικό βίο της Τριάδος. Τούτο συνιστά μία ασύγχυτη ένωσι κατά την οποία κάθε υπόστασις διατηρεί τα χαρακτηριστικά της η ίδια αλλά και τα κοινοποιεί στις άλλες. Τα ονόματα με τα οποία δηλώναμε τις υποστάσεις, Πατήρ Υιός Πνεύμα, δεικνύουν όλον τον εσωτερικό σύνδεσμο και την εσωτερική κίνησι της Τριάδος, καθώς επίσης και την εξωτερική. Η Τριάς λοιπόν ως συγκεκριμένη κατάστασις του Θεού τόσο κατά τον εαυτό του όσο και κατά την εκδήλωσί του προς τα έξω είναι πραγματικότης που συνδέεται βασικώς με την κίνησι και την ενέργεια του.

Γεννάται βέβαια το ερώτημα: ποιο πράγμα είναι η θεία προσωπότης, ο Θεός ως σύνολο ή οι υποστάσεις; Φυσικά οι τρεις υποστάσεις έχουν προσωπικότητα και γι' αυτό άλλωστε λέγονται και πρόσωπα. Αλλά και ως σύνολο ο Θεός είναι προσωπικότης, όπως δηλώνεται και με το ενιαίο όνομά του, στο οποίο κατά την εντολή βαπτιζόμαστε• ένα όνομα, τρεις υποστάσεις, «εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος»(17). Εφ' όσον οι τρεις ενώνονται κατά τέτοιο αδιαίρετο τρόπο, συγχρόνως δε η καθεμία περικλείοντας μέσα της και τις άλλες είναι ο Θεός στο σύνολό του, είναι φυσικό και σαν σύνολο οι τρεις ν' αποτελούν μία προσωπικότητα και η καθεμία χωριστά ν' αποτελή πλήρη προσωπικότητα. Τούτο μόνο αποκλείεται, το να είναι οι τρεις υποστάσεις τρεις προσωπικότητες και ο Θεός ως σύνολο να είναι μία τετάρτη. Ουσιωδώς η προσωπικότης είναι μία και κάθε υπόστασις την φέρει στον εαυτό της ολόκληρη, εμπλουτισμένη με τα υποστατικά γνωρίσματα. Επειδή δε τα υποστατικά γνωρίσματα καθιστούν συγκεκριμένη κάθε προσωπικότητα, για το σύνολο του Θεού επροτίμησα τον τύπο προσωπότης.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

11. Βλ. Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος 22, 8. PG 35, 1160 CD.

12. Γρηγορίου Νύσσης, «Περί του μη λέγειν τρεις Θεούς», Jaeger III, Ι, 47. «Πάσα ενέργεια η θεόθεν επί την κτίσιν διήκουσα και κατά τας πολυτρόπους εννοίας ονομαζομένη εκ Πατρός αφορμάται και δια του Υιού πρόεισι και εν τω Πνεύματι τω Αγίω τελειούται. Δια τούτο εις το πλήθος των ενεργούντων το όνομα της ενεργείας ου διασχίζεται». «Όπερ αν γένηται...δια των τριών γίνεται, ου μην τρία εστί τα γινόμενα».

13. Βασιλείου, «Περί Αγίου Πνεύματος» 18, 47. PG 32, 153.

14. Γρηγορίου Παλαμά. «Λόγος Αποδεικτικός Β'»18. Χρήστου Α' 95. «Καινή μεν αυτοίς πάσα δόσις και δύναμις, μερίζονται δε εαυτοίς τον καιρόν, ιδία φανερούμενον έκαστον και συν εαυτώ φανερούν αεί τα υπόλοιπα».

15. Βλ. Αμφιλοχίου Ράντοβιτς, «Ο τριαδολογικός χαρακτήρ της Ορθοδόξου Πνευματολογίας», Θεολογικά μελετήματα περί Αγίου Πνεύματος, Αθήναι 1971, 19.

16. Βασιλείου, «Κατά Σαβελλιανών 5», PG 31, 600,

17. Ματθ. 28, 19.