Οι τριαδικές υποστάσεις

Παναγιώτης Χρήστου

Όταν στην εξέτασι του τριαδικού προβλήματος ξεκινούμε από την ενότητα του Θεού ή την ουσία αυτού ή την θεία φύσι ως σύνολο, ευρισκόμαστε στον κίνδυνο να μη κατανοήσωμε επαρκώς τα πράγματα ή να τα παρανοήσωμε, με άλλους λόγους ευρισκόμαστε ενώπιον του κινδύνου του μοναρχιανισμού. Οι σχετικές τάσεις της δυτικής θεολογίας εμπόδισαν σοβαρά την συνεννόησι των Δυτικών με τους Ανατολικούς κατά την διάρκεια της αρειανικής έριδος, διότι, χωρίς να είναι μοναρχιανικές, στηρίζονται σε μοναρχιανίζουσες προϋποθέσεις. Στην θεολογία του Αυγουστίνου, επηρεασμένη στο σημείο αυτό σοβαρώς από τον Νεοπλατωνισμό, το κυριαρχούν στοιχείο είναι η φύσις του Θεού, ενώ ο Υιός και το Πνεύμα φαίνονται να υποβιβάζωνται στην θέσι δύο απλών δυνάμεων, της Αληθείας και της Αγάπης. Βέβαια ο Αυγουστίνος δεν είναι μοναρχιανός, αν και απευθύνει την προσευχή του στις Confessiones προς μόνον τον Θεό, ούτε αρνείται την θεότητα των δύο προσώπων, αλλ' η ασάφεια παραμένει ακεραία.

Η ορθόδοξη πατερική θεολογία τοποθετεί την ενότητα και την τριαδικότητα επί του αυτού επιπέδου, διότι δεν μπορεί να εννοήση την μία χωρίς την άλλη. Και ξεκινά από την δευτέρα, διότι αυτό αποτελεί την φυσικωτέρα οδό. Εκείνο που υποπίπτει στην ανθρωπίνη κατάληψι δεν είναι η αόριστη θεία ουσία, αλλά η θεία ενέργεια, και αυτή είναι το θεμέλιο της τριαδικότητος. Είναι φυσικωτέρα η εκκίνησις από την πνευματική εμπειρία που υποδεικνύει και το παρατεθέν ολίγο παραπάνω χωρίο του Ιγνατίου Θεοφόρου περί της οικοδομής, αφού άλλωστε το κεφάλαιο περί Τριάδος διδάσκεται από τον ενανθρωπήσαντα Λόγο, ο οποίος στον εαυτό του δεικνύει τον Πατέρα και το Πνεύμα.

«Θεολογίαν μεν διδάσκει σαρκούμενος ο του Θεού Λόγος ως εν εαυτώ δεικνύς τον Πατέρα και το Πνεύμα το Άγιον όλος γαρ ην ο Πατήρ και όλον το Πνεύμα το Άγιον ουσιωδώς εν όλω τελείως τω Υιώ και σαρκουμένω ου σαρκούμενον»(18).

Αναλυτικώτερα διευκρινίζει το θέμα τούτο ο Γρηγόριος Παλαμάς σε συνάφεια με την όλη διδασκαλία του περί της θεότητος. Αν δεν είχε σαρκωθή ο Λόγος του Θεού, ο Πατήρ δεν θα εδεικνυόταν αληθινός Πατήρ ούτε ο Υιός θα παρουσιαζόταν αληθινός Υιός ούτε το Άγιο Πνεύμα θα εφαινόταν ως προελθόν από τον Πατέρα• το δε σπουδαιότερο, δεν θα εδεικνυόταν ότι ο Θεός υπάρχει σε ουσία και υποστάσεις, αλλά θα εφαινόταν ως απλή ενέργεια υφισταμένη μόνο στα κτίσματα(19).

Εν τούτοις όμως η ορθόδοξη θεολογία δεν εκλαμβάνει τις υποστάσεις ως απλές φάσεις στην εμπειρία της προχριστιανικής και χριστιανικής κοινότητος, πράγμα που θα κατέληγε πάλι στον μοναρχιανισμό. Όταν ο Γρηγόριος Θεολόγος λέγη ότι ο Πατήρ εφανερώθηκε στην Παλαιά Διαθήκη, ο Υιός στην Καινή Διαθήκη και το Πνεύμα στην Εκκλησία, δεν σκέπτεται βέβαια σαβελλιανικά• δεν θεωρεί τα πρόσωπα ως απλούς τρόπους ενεργείας, αλλ' ούτε και χωρίζει τα πεδία ενεργείας των υποστάσεων ούτε διακρίνει τις υποστάσεις κατά τα πεδία ενεργείας. Απλώς εννοεί ότι καθεμία από αυτές ενεργεί κατά εξαιρετικό τρόπο στην αντίστοιχη από τις τρεις φάσεις της θρησκευτικής ιστορίας της ανθρωπότητας, χωρίς οι φάσεις αυτές να προσδιορίζουν χρονικώς την αυτοαποκάλυψι του Θεού με κάθε υπόστασι χωριστά(20).

Κατά τι λοιπόν ταυτίζονται οι υποστάσεις, τα πρόσωπα; Κατά την κοινή ουσία, την κοινή ενέργεια, την κοινή ρίζα. Για τις δύο πρώτες έγινε λόγος προηγουμένως• η τρίτη συνδέεται με τα επόμενα. Κατά τι διακρίνονται; Κατά την αιτία υπάρξεως και τον τρόπο υπάρξεως. Οι ιδιαίτερες υποστατικές κινήσεις του Θεού καθορίζονται αποφθεγματικώς από τον Γρηγόριο Νύσσης.

«Τον Πατέρα ακούσαντες την του παντός αιτίαν ηκούσαμεν, τον δε Υιόν μαθόντες την εκ της πρώτης αιτίας εκλάμψασαν δύναμιν εις την του παντός σύστασιν εδιδάχθημεν, το δε Πνεύμα γνόντες, την τελειωτικήν δύναμιν των διά της κτίσεως εις το είναι παραγινομένων εκ του Πατρός δι' Υιού ενοήσαμεν»(21).

Η διάκρισις των υποστάσεων θεμελιώνεται στον λόγο της αιτίας, κατά τον οποίο κατέχουν ανάλογη θέσι• ο Πατήρ είναι αγέννητος, γεννά, εκπορεύει• ο Υιός είναι γεννητός, το Πνεύμα εκπορευτό(22). Έτσι μέσα στην θεότητα θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ο μεν Πατήρ ως η πρωταρχική οντότης, ο Υιός ως η εκφραστική, το δε Πνεύμα ως η τελειωτική ή αγιαστική. Το τελευταίο τούτο σημείο όμως συνδέεται με την αποστολή του Πνεύματος στον κόσμο που είναι επίσης διακεκριμένη. Επομένως μόνο το Πνεύμα αγιάζει και τελεσιουργεί, διότι η ιδιότης του εκπορευτού είναι ιδική του και αμεταβίβαστη, μόνο ο Υιός ενανθρωπεί και σώζει, διότι η ιδιότης της υιότητος είναι αμεταβίβαστη, και μόνο ο Πατήρ δημιουργεί, διότι αυτός είναι το αίτιο. Αυτά όμως πρέπει να εκλαμβάνωνται πάντοτε εν όψει των λεχθέντων περί της περιχωρήσεως των ιδιοτήτων, κατά την οποία δια μέσου του ενός ενεργούν και τα τρία.

Η θεμελιώδης διάκρισις μεταξύ υποστατικών λειτουργιών και αποστολής έγκειται σ' αυτό, ότι οι μεν πρώτες είναι αΐδιες, η δε δευτέρα τελείται στον χρόνο.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

18. Μαξίμου, «Εις την προσευχήν», PG 90, 275.

19. Ομιλία 16. PG151, 204Β.

20. Λόγος 31, 26. PG 36, 133.

21. Επιστολή 24, 6 Jaeger VII, II, 76. Βλ. επίσης Ειρηναίου, Εις επίδειξιν 5.

22. Βασιλείου, Επιστολή 125, 3. PG 32, 529.


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ