Ἀντίφωνον Ι'

«Ὁ ἀναβαλλόμενος φῶς ὡς ἱμάτιον γυμνός εἰς κρίσιν ἵστατο καί ἐν σιαγόνι ῥάπισμα ἐδέξατο ὑπό χειρῶν ὧν ἔπλασεν· ὁ δέ παράνομος λαός τῷ σταυρῷ προσήλωσε τόν Κύριον τῆς δόξης· τότε τό καταπέτασμα τοῦ ναοῦ ἐσχίσθη· ὁ ἥλιος ἐσκότασε, μή φέρων θεάσασθαι Θεόν ὑβριζόμενον, ὅν τρέμει τά σύμπαντα. Αὐτόν προσκυνήσωμεν».

Αὐτός, πού ντύνεται τό φῶς σάν ἱμάτιο, στεκόταν γυμνός γιά νά δικαστεῖ καί στό σαγόνι του δέχτηκε ράπισμα ἀπό τά χέρια, πού ὁ ἴδιος ἔπλασε· ὁ παράνομος ὅμως λαός κάρφωσε στό σταυρό τόν Κύριο τῆς δόξης. Τότε τό παραπέτασμα τοῦ ναοῦ σχίστηκε, καί ὁ ἥλιος σκοτίστηκε μή ἀνεχόμενος νά βλέπει Θεό ὑβριζόμενο, τόν ὁποῖο τρέμουν τα σύμπαντα. Αὐτόν ἄς προσκυνήσουμε.

Τό μυστήριο τοῦ σταυροῦ εἶναι φοβερά ἀντινομικό καί ἀκατανόητο. Ἔχουμε ἄραγε σκεφτεῖ τί σημαίνει νά πεθαίνει ὁ Θεός; Οἱ Ἰουδαῖοι σκανδαλίζονται γι᾽ αὐτό, γνωρίζοντας τό μεγαλόπρεπο καί παντοδύναμο Θεό τῆς Π. Διαθήκης, ἐνῶ οἱ Ἕλληνες, πού δούλευε πολύ τό μυαλό τους, τό θεωροῦσαν μωρία. Σ᾽ ἕνα ἀπό τά δύο ἡ καί στά δύο, θά καταλήξει ὁ καθένας, ἄν βάλει τό μυαλό του σάν μέτρο νά κρίνει τά ἀπόρρητα καί ἀκατάληπτα.

Ἕνας Θεός τόσο μεγαλόπρεπος, ὥστε νά εἶναι ντυμένος τό φῶς, δικάζεται γυμνός ἀπό ἀνθρώπους παράνομους! Δέχεται τά ραπίσματα τοῦ πλάσματος, τή χλεύη καί τούς ἐμπτυσμούς τῶν «λογικῶν» ποιημάτων του! Καί στό τέλος καρφώνεται στό ξύλο σάν κακοῦργος ἐπονείδιστος!

Τό θέαμα εἶναι ἀλγεινό. Μπροστά στήν τόση ἀχαριστία τοῦ πλάσματος, μπροστά στό τόσο κραυγαλέο ἀνοσιούργημα, σπαράζεται ἡ ἴδια ἡ φύση, πού βλέπει τόν πλάστη της δοσμένο σέ μιά τόσο μεγάλη ἀτίμωση. Τινάσσεται ἡ παλιά θεία οἰκονομία, τό καταπέτασμα τοῦ ναοῦ σχίζεται στά δύο, ἀπό πάνω ἕως κάτω. Ὁ ἥλιος χάνει τό φῶς του, τρέμει ὁλόκληρη ἡ πλάση. Κι ἄς εἶναι ὅλ᾽ αὐτά στοιχεῖα ἄλογα! Τό γεγονός ὅτι εἶναι κτισμένα στή θεία ἐνέργεια, τά ὁδηγεῖ κοντά στόν πλάστη τους, τά κάνει νά παίρνουν μέρος, μέ τόν τρόπο τους φυσικά, στό κοσμικό δράμα τοῦ Γολγοθᾶ. Καί ὁ ἄνθρωπος ὁ λογικός μένει ἐγκλωβισμένος στά δεσμά τῆς μωρίας του! Μακρόθυμε Κύριε, δόξα σοι!

«Ὁ μαθητής ἠρνήσατο, ὁ λῃστής ἐβόησε∙ Μνήσθητί μου, Κύριε, ἐν τῇ βασιλείᾳ σου».

Ὁ μαθητής (ὁ Πέτρος) ἀρνήθηκε τό Διδάσκαλο, κι ὁ ληστής κραύγασε: Ἐνθυμήσου με, Κύριε, στή βασιλεία σου.


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ