Η ΠΩΡΩΣΙΣ (Διάλογος καί σύγκρουσις τοῦ Ἰησοῦ μέ τούς Γραμματεῖς καί Φαρισαίους)

Τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς,
Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ ΔΑΝΙΗΛ

Τήν Μεγάλη Τρίτη σύμφωνα μέ τά δεδομένα τῶν εὐαγγελίων ὁ Κύριός μας, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἔκαμε τήν τελευταία ἐμφάνισί του δημοσίως. Ἐπανῆλθεν εἰς τόν Ναόν τῶν Ἰεροσολύμων καί ἐνώπιον τοῦ λαοῦ διελέχθη δημοσίως μέ ὅλες τίς τάσεις καί τά πνευματικά ρεύματα τῆς ἰουδαϊκῆς κοινωνίας. Εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς σφοδρωτάτης συγκρούσεώς του μέ τούς Φαρισαίους, τούς Ἡρωδιανούς καί τούς Σαδδουκαίους. Τήν ἡμέρα αὐτή ἔκαμε καί τήν τελευταία ὁμιλία του πρός τόν λαό μέ τρία θέματα, τά ὁποῖα ἔχουν σχέσι μέ τό πρόσωπό του καί τήν σχέσι τῶν μαθητῶν του μαζί του.

Ἡ σύγκρουσι τοῦ Χριστοῦ μέ τίς δύο μεγάλες θρησκευτικές καί πολιτικές παρατάξεις τῆς ἐποχῆς του ἔγινε σέ δύο φάσεις. Εἰς τήν πρώτη ἦσαν ἐπιτιθέμενοι οἱ ἐχθροί του κι αὐτός ἀμυνόμενος. Εἰς τήν δευτέραν φάσιν ἐπετέθη ὁ Ἰησοῦς μέ αὐστηρότητα ἐναντίον τους κι ἐκεῖνοι κατησχύνθησαν καί ἀπεγυμνώθησαν, ἐταπεινώθησαν ἐνώπιον τοῦ λαοῦ. Ὁ Κύριος μέ τά ἀμείλικτα «οὐαί ὑμῖν Γραμματεῖς καί Φαρισαῖοι ὑποκριταί» ἀμφισβήτησε καί ἀπέρριψε τόν φαρισαϊσμόν ὡς τρόπον κατανοήσεως καί ἑρμηνείας τῆς θείας ἀποκαλύψεως. Ὡς ὁ ἕνας καί μοναδικός Ραββί δηλ. Διδάσκαλος ἑρμήνευσε αὐθεντικῶς τόν λόγον τοῦ Θεοῦ καί ἀπεκάλυψε τόν τρόπον κατανοήσεως τῆς θείας ἀποκαλύψεως. Ἐδίδαξε μέ ἁπλᾶ λόγια τί θέλει ὁ Θεός ἀπό τά παιδιά του.

Οἱ Γραμματεῖς ἀποτελοῦσαν τήν τάξι τῶν νομοδιδασκάλων καί τῶν ἐξ ἐπαγγέλματος ἐξηγητῶν τοῦ Νόμου, τῆς Νομοθεσίας πού ἐδόθη ἀπό τόν Θεό εἰς τούς ἀνθρώπους διά τοῦ Μωυσέως. Συνήθως αὐτοί ἀσκοῦσαν καί τό δικαστικό ἔργο, ὡς οἱ ἐπίσημοι δικαστές ἤ οἱ νομικοί ἑρηνευτές τοῦ Νόμου. Αὐτοί ἀνεδεικνύοντο συχνά Διδάσκαλοι καί Ραββί. Τό κοινωνικό τους κύρος καί ἡ θρησκευτική ἐκτίμησις, σέ συνδυασμό μέ τό βαθύτατο σεβασμό τῶν ἁπλοϊκῶν ἀνθρώπων, ἐχαρακτήριζον τήν ὑψηλή κοινωνική των θέσι. Ἦσαν τό πρότυπο ζωῆς τῶν συγχρόνων των.

Οἱ Φαρισαῖοι εἰς τήν ἐποχή τοῦ Χριστοῦ ἦσαν περίπου πέντε μέ ἕξ χιλιάδες. Τό ὄνομά τους ἑρμηνεύεται «χωρισμένοι». Ἦσαν πράγματι μιά ἰδιαίτερη ξεχωριστή θρησκευτική κοινωνία. Διεκρίνοντο διά τήν αὐστηρή καί σχολαστική τήρησι τοῦ Νόμου, τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ μέσα στίς λεπτομερεῖς ἐκφράσεις τῆς καθημερινότητος. Ἀδιαφοροῦσαν ἐπιδεικτικά διά τά οὐσιώδη τοῦ βίου καί τίς πνευματικές ἀξίες τῆς ζωῆς. Ἤθελον νά τονίσουν πρός πᾶσαν κατεύθυνσιν τήν ὑπεροχή τους καί τήν ἀνωτερότητά τους. Ὅλα αὐτά τούς ἐμείωναν ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων. Γι᾽ αὐτό ἦσαν καί ἀποκρουστικοί.

Οἱ Σαδδουκαῖοι ἦσαν οἱ κοσμοπολίτες τῆς ἐποχῆς, ὑλιστές, συμβιβασμένοι μέ τήν ρωμαϊκή ἐξουσία. Ἐναντιώνοντο εἰς τήν διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ σέ μεγάλα θεωρητικά θέματα τῆς θρησκευτικῆς καί πνευματικῆς ζωῆς, ἀλλά καί εἰς τίς ὑποθέσεις τοῦ ἐθνικοῦ καί κοινωνικοῦ βίου.

Ἡ τάξις τῶν Ἀρχιερέων ἀπετέλει τήν ἐποχή τοῦ Χριστοῦ τήν θρησκευτική, πνευματική καί ἐθνική ἡγεσία τῶν Ἑβραίων. Σύμφωνα μέ τίς μωσαϊκές διατάξεις οἱ Ἀρχιερεῖς ἀνεδεικνύοντο ἀπό τήν φυλή τοῦ Ἀαρών. Ἐξελέγοντο δι᾽ ἕν ἔτος. Ὁ ἐν ἐνεργείᾳ Ἀρχιερεύς καί οἱ πρώην ἀπετέλουν τήν τάξι αὐτή, ἡ ὁποῖα εἶχε ὅλη τήν ἐξουσία εἰς τάς χείρας της, ἐκπροσωποῦσε τόν ἰουδαϊκόν λαόν ἐνώπιον τοῦ ρωμαϊκοῦ κράτους καί διελέγετο μέ τούς ρωμαίους ἐπιτρόπους. Ὁ Ἡρώδης διεφθαρμένος καί πονηρός ὤν οὐσιαστικῶς ἀπεδυνάμωσε τόν δεσμό, διότι ἐπέτρεπε διά συναλλαγῆς σέ ἕνα πρόσωπο Ἀρχιερέως νά συνεχίσει τήν θητεία του. Αὐτό ὅμως ἐμείωσε τά πρόσωπα αὐτά ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος τά ἐθεώρει ἀνυπόληπτα ἀνδρείκελα.

Μ᾽ αὐτούς συνεκρούσθη ὁ Κύριος. Εἰς τήν πρώτην φάσιν ἐνεφανίσθησαν οἱ Φαρισαῖοι, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νά τόν ἐκθέσουν εἴτε ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, εἴτε εἰς τούς ρωμαίους ἐξουσιαστές μέ τήν ἐρώτησι ἐάν πρέπει νά πληρώνουν οἱ Ἰουδαῖοι φόρους εἰς τόν ρωμαῖο αὐτοκράτορα. Ὁ Κύριος ἐπεδέχθη τήν πρόκλησι καί ἀπήντησε μέ τό γνωστό μας: «Ἀπόδοτε οὖν τά τοῦ Καίσαρος Καίσαρι καί τά τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ» (Ματθ. κβ' 21). Ἡ ἔννοια τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ εἶναι: Δῶστε στόν Καίσαρα ὅ,τι εἶναι σωστό, χωρίς νά πεῖ, ἄν πρέπει κανείς νά πληρώνει φόρους ἤ ὄχι, ἄν εἶναι σωστό νά ὑπάρχει καί νά συνεχίζεται ἡ ρωμαϊκή κυριαρχία ἤ ὄχι. Κρίνετε μόνοι σας πῶς ἔχουν τά πράγματα καί κάνετε ὅ,τι εἶναι σωστό. Ἀρνεῖται, ν᾽ ἀφήσει τήν ἀποστολή του, καί νά πεῖ ὅ,τι δήποτε γιά θέματα κοσμικά. Σ᾽ ἄλλη περίπτωσι γνωρίζουμε, ὅτι ὁ Κύριος ἐπλήρωσε τόν ἀναλογοῦντα σ᾽ αὐτόν φόρο. Ἐκείνη ὅμως τήν στιγμή δέν ἤθελε νά μετατοπίσει τό θέμα τοῦ ἐνδιαφέροντός του ἀπό τήν θεότητά του εἰς τήν νομιμοποίησι τῆς μιᾶς ἤ ἄλλης στάσεως τῶν Ἰουδαίων ἔναντι τοῦ ρωμαϊκοῦ κράτους.

Μετά τούς Φαρισαίους ἐνεφανίσθησαν οἱ Σαδδουκαῖοι. Αὐτοί μεταθέτουν τήν συζήτησι σέ δῆθεν πνευματικά θέματα. Ἡ ἐρώτησί τους ἀφορᾶ εἰς τόν λεγόμενον λεβιρατικόν γάμον. Ὁ Μωϋσῆς εἶχε νομοθετήσει τρόπον διά νά ἀντιμετωπίζεται ἡ ἀτεκνία τῶν ζευγαριῶν σέ μιά κοινωνία διαιρεμένη θεσμικῶς σέ φυλές. (Ματθ. κβ' 23-33). Ἀπό τόν τρόπο ὅμως πού ἐρώτησαν ἐφαίνετο καθαρῶς ὁ σκεπτικισμός, ἡ εἰρωνεία καί ἡ ἀπρέπειά τους. Ὁ Χριστός ἀπέδειξε, ὅτι ἡ δῆθεν ἔξυπνη ἐρώτησι τῶν Σαδδουκαίων ἦταν ἀνόητη καί κακόπιστη. Ἡ ἄλλη ζωή δέν εἶναι μιά παράτασις τῆς παρούσης, ὅπως ἐφαντάζοντο οἱ Σαδδουκαῖοι.

Ἐπανῆλθον οἱ Φαρισαῖοι μέ νεώτερη ἐρώτησι προκειμένου νά ἐκθέσουν τόν Ἰησοῦ ὡς ἀνεπαρκῆ Διδάσκαλο, τόν ὁποῖον δέν θά πρέπει νά ἐμπιστεύεται ὁ λαός (Ματθ. κβ' 35-40).

Μετά ἀπό αὐτό τόν ἐντυπωσιακό διάλογο, ὁ Χριστός περνάει εἰς τήν ἀντεπίθεσι καί θέτει τήν πιό καίρια καί καυτή ἐρώτησι: «Τί ὑμῖν δοκεῖ περί τοῦ Χριστοῦ;» (Ματθ. κβ' 42). Ἡ ἐρώτησις ἦταν δίκοπο μαχαίρι. Ὅποια ἀπάντησι κι ἄν ἔδιδον οἱ συζητητές του θά ἦταν εἰς βάρος των. Ὁ Χριστός ἔρριψε στό λάκκο, πού οἱ ἐχθροί του ἄνοιξαν γι᾽ αὐτόν αὐτούς τούς ἰδίους. Συνέχισε τήν ἐπίθεσί του μέ τά φοβερά «οὐαί». Σ᾽ αὐτά ἀνατρέπει ἄρδην τήν παλαιά ἀντίληψι καί ἀποκαλύπτει τήν νέα νοοτροπία, τό νέο ἦθος, τόν νέο χαρακτῆρα πού πρέπει νά ἔχουν οἱ ἰδικοί του μαθητές. Κι αὐτό τό ἔπραξε μέ θεία αὐθεντία χωρίς ποτέ κανείς πλέον νά τόν ἀμφισβητήσει. Ἀπέδειξε τήν ἀνεπάρκεια τῆς παλαιᾶς θεολογίας καί διήνοιξε τούς λυτρωτικούς ὁρίζοντες τῆς σκέψεως καί ζωῆς τῶν ἀνθρώπων.

Μετά τόν καταιγισμό αὐτό οἱ ἀντίπαλοί του ὑποχώρησαν ντροπιασμένοι καί ταπεινωμένοι. Ἐκεῖνος συνέχισε τήν ὁμιλία του. Ἐξεφώνησε ἕνα λόγο μέ τρία διδακτικά θέματα. Τό πρῶτο εἶναι ἡ πασίγνωστη παραβολή τῶν Δέκα Παρθένων, οἱ ὁποῖες χωρίζονται ποιοτικῶς σέ πέντε φρόνιμες καί πέντε μωρές μέ μοναδικό κριτήριο τή προετοιμασία καί τήν ἐγρήγορσι γιά τήν ὑποδοχή τοῦ Νυμφίου. Τό δεύτερο εἶναι ἡ παραβολή τῶν ταλάντων πού συνδέει τήν ἀμοιβή μέ τήν ἐπιτυχῆ χρῆσι τῶν θεόσδοτων δώρων. Ἡ παραίτησι ἀπό τήν ἀξιοποίησι τῶν ταλάντων συνεπάγεται ἀφαίρεσί τους καί ἀντιστρόφως, ἡ ἀξιοποίησί τους συνεπάγεται τήν αὔξησί τους. Τό τρίτο θέμα εἶναι ἡ ἔκθεσι τῆς διδασκαλίας τῆς Τελικῆς Κρίσεως τῶν ἀνθρώπων. Αὐτό ἦταν καί τό τελευτεῖο θέμα πού ἀνέπτυξε δημοσίως διδάσκων. Μ᾽ αὐτό οὐσιαστικῶς ἔκλεισε τήν δημόσια δράσι του καί διδασκαλία του. Τήν Μεγάλη Τετάρτη καί μέχρι τό βράδυ τῆς Μεγάλης Πέμπτης θά μείνει ἀποκλειστικῶς μέ τούς Δώδεκα. Μέ τήν διδασκαλία περί τῆς Τελικῆς Κρίσεως ὁ Κύριος οὐσιαστικῶς ἀπεκάλυψε, ὅτι ὁ Θεός τιμᾶται εἰς τό πρόσωπο τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος πάσχει ἀπό παντός εἴδους δεινά, ὅπως ἡ πεῖνα καί ἡ δίψα, ἡ ἀνεστιότητα καί ἡ στέρησις τῆς ἐλευθερίας. Προβάλλεται ἡ μοναδική θεολογία, ὅτι ἔμπρακτος τιμή πρός τόν ὑπέρτατο Θεό συμπίπτει μέ τήν ἔμπρακτη φροντίδα γιά τόν ἀσήμαντο ἄνθρωπο. Κι αὐτή ἡ σύμπτωσι ἀνήκει εἰς τά κορυφαῖα καί ἀνυπέρβλητα δέον τοῦ χριστιανοῦ. Ὁ Χριστός ἀπεχώρισε ἀπό τό δημόσιο κήρυγμα μέ τήν μεγαλειώδη καί κατηγορηματική ἐπιταγή: Τό ὑπέροχο τοῦ Θεοῦ πρέπει να τιμᾶται εἰς τό ἀσήμαντο τοῦ ἀνθρώπου.

Οἱ ἄρχοντες τοῦ Ἰσραήλ δέ τόν κατάλαβαν. Ὄχι βεβαίως ἐπειδή ἦσαν βλάκες, ἀλλά ἐπειδή ἦσαν πωρωμένοι. Ἀνελέητοι πρός τούς ἀνθρώπους, ἀμετανόητοι πρός τόν Θεό. Ὁ Κύριος τούς ἀποχαιρέτισε μ᾽ ἕνα φοβερό προφητικό λόγο του: «Ἰδού ἀφίεται ὑμῖν ὁ οἶκος ὑμῶν ἔρημος» (Ματθ. κγ' 38). Ὁ Θεός οὐδένα ἐκβιάζει νά τόν πιστέψει. Περιμένει ὁ ἄνθρωπος ἐλευθέρως νά ὑποταχθεῖ σ᾽ Αὐτόν. Ἄν δέν τό πράξει, ὁ Θεός φεύγει ἀπό τήν ζωή καί τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου μ᾽ ὅλες τίς συνέπειες πού ἔχει αὐτή ἡ ἀναχώρησις.


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ