Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

ΣΤΗΝ ΠΕΡΙ ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΩΣΕΩΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ

ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητοῦ

Tὸ θεσπέσιο γεγονός της ἐκ νεκρῶν Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ γιὰ τὴ συνείδηση τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας τὴν φλόγα καὶ τὴ ζέση, ἡ ὁποία δίνει τὴ δύναμη καὶ τὴν ἐνέργεια σὲ Αὐτὴ νὰ πορεύεται ἀταλάντευτη στοὺς αἰῶνες. Στὴν ἀντίθετη περίπτωση «εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, κενὸν ἄρα τὸ κήρυγμα ἡμῶν, κενὴ δὲ καὶ ἡ πίστις ὑμῶν. Εὑρισκόμεθα δὲ καὶ ψευδομάρτυρες τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἐμαρτυρήσαμεν κατὰ τοῦ Θεοῦ ὅτι ἤγειρε τὸν Χριστόν, ὃν οὐκ ἤγειρεν» (Α΄Κορ.ιε' 14-15). Ἐὰν ἔλειπε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως, Αὐτὴ θὰ ἦταν καταδικασμένη νὰ σβήσει συγχρό- νῶς μὲ τὴ γέννησή της! Γι' αὐτὸ τὸ λόγο ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας εἶναι γιὰ ὁλόκληρο τὸ χριστιανικὸ κόσμο, καὶ ἰδιαίτερα γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία μας, ἡ «ἑορτὴ τῶν ἑορτῶν καὶ ἡ πανήγυρις τῶν πανηγύρεων» καὶ ὅλοι οἱ πιστοὶ «ἀγαλομένω ποδί» προσέρχονται νὰ ἀπολαύσουν τὴν πλούσια πνευματικὴ τράπεζα τοῦ Ἀναστάντος Λυτρωτῆ μας.

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας μὲ ἐμφανῆ ἐνθουσιασμὸ ἔδωσαν στὰ συγγράμματά τους τὴν ἀληθινὴ διάσταση στὸ μεγάλο γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ μας. Ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος ἐπίσκοπος Λουγδούνου (Λυῶνος),(+199) εἶναι ἕνας ἀπὸ αὐτούς. Στὴν περίφημη περὶ ἀνακεφαλαιώσεως θεολογία τοῦ ἐντάσσει τὸ γεγονὸς αὐτὸ στὸ γενικότερο σχέδιο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Στὸ θεανδρικὸ Πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ συντελέσθηκε ἡ ἀναδημιουργία τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου καὶ ὁλοκλήρου τῆς κτίσεως (Εἰρην. C.H.. III,16,6). Ἡ Ἐνανθρώπηση καὶ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Λυτρωτῆ εἶναι οἱ δυὸ κορυφαῖοι σταθμοὶ τοῦ ἔργου τῆς ἀπολυτρώσεως. Διὰ τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου ὁ Θεὸς εἰσέρχεται στὴν ἱστορία, διὰ τῆς Ἀναστάσεώς Του ὁ ἄνθρωπος εἰσέρχεται στὴν αἰωνιότητα! Ἡ Ἐνανθρώπηση εἶναι ἡ εὐλογημένη ἀρχὴ ἡ Ἀνάσταση εἶναι τὸ θριαμβευτικὸ πέρας τοῦ θείου ἔργου τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου.

Ὁ πρῶτος Ἀδάμ, ὁ χοϊκὸς προπάτοράς μας, σύμφωνα μὲ τὸν ἱερὸ Πατέρα, ἐξαιτίας τοῦ πονηροῦ καὶ τῆς δικῆς του συγκαταθέσεως ἐξέπεσε καὶ ἔγινε φορέας τοῦ κακοῦ καὶ τῆς ἁμαρτίας καὶ ὑποκείμενος τοῦ θανάτου. Ὁ Χριστός, ὁ δεύτερος Ἀδὰμ (Α΄Κορ. ιε'45) ἐπειράσθη καὶ Αὐτὸς ἀπὸ τὸν πονηρὸ γιὰ τὴν ἰκανοποίηση τῆς φυσικῆς ἀνάγκης τῆς τροφῆς (Γέν. γ΄ 15). Ὅμως Αὐτὸς δὲν ὑπέκυψε, ὅπως ὁ πρῶτος Ἀδάμ, στὴν παγίδα τοῦ πονηροῦ. Ἔμεινε ὑπάκουος στὸ θέλημα τοῦ «πέμπψαντός του πατρός» ( Ἰωάν.δ΄34 ). Ἡ ἔπαρση τοῦ χοϊκοῦ Ἀδὰμ ἀπέκοψε τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀπὸ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ὁδήγησε στὸ θάνατο. Ἀντίθετα ἡ ἔσχατη ὑπακοὴ καὶ ἡ ταπείνωση (Φίλ. β΄ 8) τοῦ Χριστοῦ νίκησε τὸ θάνατο καὶ ἐπανένωσε τὴν ἀνθρωπότητα μὲ τὴ ζωή, (Εἰρην. C.Η.V.21,3, P.G.7,1181-1182 καὶ Ἐπίδ. Ἀποστ. Κηρύγμ. 33 ).

Ὁ θάνατος δὲν εἶναι στοιχεῖο τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ἀλλὰ εἶναι προϊὸν τῆς ἁμαρτίας (Ρωμ.στ΄23). Ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ ζεῖ ἀθάνατος. Ἡ ἁμαρτία ὅμως εἰσήγαγε τὸν θάνατο στὴν ἀνθρώπινη φύση ὡς ἀφύσικη κατάσταση. Ἡ νίκη τοῦ Χριστοῦ κατὰ τοῦ θανάτου καὶ τοῦ Ἅδη θεράπευσε τὴν ἀνθρώπινη φύση ἀπὸ τὸ ξένο καὶ ἀφύσικο αὐτὸ στοιχεῖο. Ἡ Ἀνάσταση δὲ τοῦ Λυτρωτῆ «ἀπαρχὴ (τῆς ἀναστάσεως) τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο» (Ἅ΄Κορ. ιε΄20). Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου κατέρριψε ὅλους τοὺς φραγμοὺς ποὺ ἐμποδίζουν τὸν ἄνθρωπο νὰ εἰσέλθει στὴν αἰωνιότητα,(Εἰρην. C.H.V.23, 2, P.G.7, 1182-1183). Ἡ ἐν Χριστῷ σωτηρία εἶναι οὐσιαστικὰ «ἐκκένωσις τοῦ θανάτου» καὶ χορήγηση τῆς ζωῆς (Εἰρην. C.H.III,23,7).

To ξύλο τῆς Ἐδὲμ (Γέν.β'κέφ) ἔγινε ἡ αἰτία τῆς πτώσεως τοῦ πρώτου ἀνθρώπου. Δι' αὐτοῦ ὁ γενάρχης ξέπεσε καὶ κατεστάθη θνητός. Τὸ ξύλο τοῦ Σταυροῦ ἔγινε αἰτία νὰ ξαναγίνει πάλι ὁ ἄνθρωπος ἀθάνατος. «Ἡ ἁμαρτία, γράφει ὁ ἱερὸς πατήρ, ἡ ὁποία προῆλθεν ἐκ τοῦ ξύλου, ἐξηλείφθη διὰ τοῦ ξύλου τῆς ὑπακοῆς, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐσταυρώθη ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὑπακούων εἰς τὸν Θεόν, καταργήσας οὕτω τὴν γνώσιν τοῦ κακοῦ συνετέλεσεν, ὥστε νὰ ἀνθίση εἰς τὰς ψυχὰς τῶν ἀνθρώπων ἡ γνώσις τοῦ καλοῦ. Ἐπειδὴ δὲ τὸ κακὸν συνίσταται εἰς τὴν ἀνυπακοὴν κατὰ τοῦ Θεοῦ, τὸ καλὸν συνίστα εἰς τὴν ὑπακοήν. . . Ὥστε διὰ τῆς μέχρι θανάτου, καὶ δὴ θανάτου Σταυροῦ, ὑπακοῆς τοῦ ἐξιλέωσε τὴν ἀρχαίαν διὰ τοῦ ξύλου προκληθείσαν ἀνυπακοήν. . . Ἧτο δίκαιον καὶ ἀναγκαῖον αὐτός, ὁ ὁποῖος κατέστη ὁρατός, νὰ ὁδηγήση ὅλα τὰ ὁρατὰ πράγματα εἰς τὴν εἰς τὴν συμμετοχὴν τοῦ Σταυροῦ Του καὶ οὕτως ὑπὸ τὴν ὀρατὴν Τοῦ μορφὴν ἡ ἐπίδρασίς Του ἐγένετο αἰσθητὴ εἰς ὅλα τὰ ὁρατὰ πράγματα» ( Εἰρην. Ἐπίδ. Ἀποστ. Κηρύματος 34).

Τὸ μέγα γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Σωτῆρος ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος τὸ συνδιάζει μὲ τὸ μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ἡ πραγματικότης τῆς Ἀναστάσεως συνδέεται μὲ τὴν πραγματικότητα τῆς ἀληθοῦς μεταβολῆς τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου σὲ Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ (Εἰρην. C.IV,18,4-5). Ὁ κοινωνῶν τοῦ ἀναστημένου καὶ αὐθαρτοποιημένου Σώματος τοῦ Κυρίου, καθίσταται καὶ ὁ ἴδιος δυνάμει ἀναστηθεῖς καὶ ἀφθαρτοποιηθεῖς ἐν Χριστῷ ( C.IV,5,5 καὶ 33,2).

Ἡ πίστη στὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, κατὰ τὸν ἱερὸ πατέρα, ἀποτελεῖ τὸ θεμελιῶδες κεφάλαιο τῆς χριστιανικῆς σωτηριολογίας. « Ἐὰν (ὁ Χριστός) δὲν ἐγεννήθη, ἄρα δὲν ἀπέθανε, καὶ ἐὰν δὲν ἀπέθανε, δὲν ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, δὲν ἐθριάμβευσεν ἄρα ἐπὶ τοῦ θανάτου καὶ δὲν κατήργησε τὸ κράτος του, καὶ ἐὰν δὲν ἐθριάμβευσεν ἐπὶ τοῦ θανάτου, πὼς θὰ δυνηθῶμεν νὰ ὑψωθῶμεν μέχρι τῆς ζωῆς ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐξ ἀρχῆς ὑποκείμεθα εἰς τὸν θάνατον, Ὅσοι λοιπὸν δὲν παραδέχονται τὴν σωτηρίαν τοῦ ἀνθρώπου, καὶ δὲν πιστεύουν, ὅτι ὁ Θεὸς θὰ τοὺς ἀναστήση ἐκ νεκρῶν, οὗτοι περιφρονοῦν τὴν γέννησιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν. Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, εὐδοκήσας νὰ σαρκωθεῖ, ἐδέχθη αὐτὴν τὴν γέννησιν, διὰ νὰ μᾶς ἀποδείξη τὴν ἀνάστασιν τῆς σαρκὸς καὶ νὰ προηγηθῆ ὅλων ἡμῶν εἰς τὸν οὐρανόν» ( Εἰρην. Ἐπίδ. Ἀποστ. Κηρυγμ. 39).

Ὁ Θεὸς Λόγος μὲ τὴν θεία Ἐνανθρώπησή Του ἔγινε ὅμοιος μὲ τὸν ἄνθρωπο κατὰ πάντα ἐκτὸς τῆς ἁμαρτίας. Αὐτὴν τὴν ἀνθρώπινη τραυματισμένη καὶ ἀμαυρωμένη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία εἰκόνα μὲ τὴν Ἀνάστασή Του τὴν αὐθαρτοποίησε καὶ τὴ θέωσε, ἔτσι ὥστε «καὶ τὴν εἰκόνα ἔδειξεν ἀληθῶς, αὐτὸς τοῦτο γενόμενος ὅπερ ἢν εἰκὼν αὐτοῦ, καὶ τὴν ὁμοίωσιν βεβαίως κατέστησε, συνεξομοιώσας τὸν ἄνθρωπον τῷ ἀοράτῳ Πατρί» (Εἰρην. C.H.IV,16,2). H νέα ἀναδημιουργηθεῖσα ἐν Χριστῷ ἀνθρώπινη φύση εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἔνδοξη μεταναστάσιμη ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ. Ὁ «κολλώμενος τῷ Κυρίῳ» (Ἅ΄Κορ. στ΄17) μετέχει αὐτῆς τῆς θεωμένης καὶ δοξασμένης φύσεως. Χάρη στὸ σωτηριῶδες ἔργο τοῦ Χριστοῦ, μὲ ἐπιστέγασμα τὴν Ἀνάστασή Του, «ὁ γεννητὸς καὶ πεπλασμένος ἄνθρωπος κατ΄εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν τοῦ ἀγεννήτου γίνεται Θεοῦ» (Εἰρην. C.H.IV, 38,3).

Ὁ Ἀναστὰς Χριστός, ὅπως εὐστοχότατα θεολόγησε ὁ μεγάλος αὐτὸς πατέρας τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας μας, ἀνακεφαλαίωσε στὸν ἑαυτό του τὸν πεπτωκότα ἄνθρωπο καὶ διὰ τοῦ ἐκουσίου Πάθους καὶ τῆς Ἀναστάσεώς Του συνέτριψε ὁλοκληρωτικὰ καὶ μόνιμα τὸ κράτος τοῦ διαβόλου καὶ κατήργησε τὸν «ὀλετήρα τῆς κτίσεως». Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Σωτῆρος μας εἶναι τὸ ἐπιστέγασμα τῆς ἀποκαστάσεως καὶ ἀνακεφαλαιώσεως τοῦ μεταπτωτικοῦ ἀνθρώπου καὶ ὁλοκλήρου τῆς δημιουργίας. Γι' αὐτὸ δικαιολογημένα ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία μας καλεῖ νὰ «Πρόσελθωμεν λαμπαδηφόροι, τῷ προϊόντι Χριστῷ ἐκ τοῦ μνήματος, ὡς νυμφίω, καὶ συνεορτάσωμεν, ταὶς φιλεόρτοις τάξεσι, Πάσχα Θεοῦ τὸ σωτήριον» (Κανὼν τοῦ Πάσχα, β΄τρόπ. Τῆς ε΄ ὠδής).


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ