ΤΟ ΗΜΕΤΕΡΟΝ ΠΑΣΧΑ

Ὑπέρβασις τῶν ὑπαρξιακῶν ὁρίων μας

Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου
Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ
κ. ΔΑΝΙΗΛ

«Ἡμᾶς διεβίβασεν ἐπινίκιον ἄδοντες»

Μέ καρδίαν σκιρτῶσαν ἐκ χαρᾶς ἀνεκλαλήτου, μέ νοῦν ἀγαλλιῶντα ἐξ ἀλήκτου εὐφροσύνης, μέ ψυχήν κατανενυγμένην ἑορτάζομεν τό ἡμέτερον Πάσχα, τό Πάσχα τῆς Ἐκκλησίας, τό Πάσχα τῶν πιστῶν. Εἰς τόν παλαιόν Ἰσραήλ ἡ ἑορτή τοῦ Πάσχα ἐτελεῖτο εἰς ἀνάμνησιν τῆς ἐξόδου τῶν Ἑβραίων ἐξ Αἰγύπτου κατά τήν ἐντολήν τοῦ Θεοῦ πρός τόν Μωυσῆν καί τόν λαόν του: «Καί ἡ ἡμέρα αὐτή θά εἶναι σέ σᾶς σέ ἐνθύμησι (γιά νά θυμᾶσθε) καί θά ἑορτάσετε αὐτή τήν ἑορτή στόν Κύριο στίς γενεές σας, ὡς ἕνα παντοτινό νόμο θά τήν ἑορτάζετε» (Ἐξόδου ιβ´ 14. Ἴδετε καί τά ἑξῆς διά τόν τρόπον τῆς ἑορτῆς). Ὁ Νέος Ἰσραήλ, δηλαδή ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τό ἰδικόν της Πάσχα. Πανηγυρίζει τήν νίκην τοῦ θεανθρώπου ἐπί τῶν ἐχθρῶν τοῦ ἀνθρώπου καί τήν ὑπέρβασιν ὅλων καί αὐτῶν τῶν ἐσχάτων ὁρίων τῆς ὑπάρξεώς του καί τῆς ζωῆς του.

Ὁ ἀναστηθείς θεάνθρωπος Κύριός μας ἐγένετο ἡ γέφυρα διά νά περάσωμεν ἐμεῖς ὁ λαός Του διά τῆς προσλήψεως τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καί τῆς ἑνώσεώς της μετά τῆς θείας «ἀτρέπτως, ἀσυγχύτως, ἀχωρίστως καί ἀδιαιρέτως» ἀπό τήν φθοράν εἰς τήν ἀφθαρσίαν, ἀπό τό πεπερασμένον εἰς τό ἄπειρον, ἀπό τήν θνητότητα εἰς τήν ἀθανασίαν, ἀπό τήν δουλείαν εἰς τά στοιχεῖα τοῦ κόσμου καί τοῦ Νόμου εἰς τήν ἐλευθερίαν τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ Πατρός, ἀπό τήν ἀγνωσίαν εἰς τήν θεογνωσίαν, ἀπό τήν ἁμαρτίαν εἰς τήν δικαιοσύνην, ἀπό τό κτιστόν εἰς τό ἄκτιστον. Διά τοῦ ἀναστάντος Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ «γεγόναμεν κοινωνοί θείας φύσεως» (Β´ Πέτρου α´ 4). Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἐνηνθρώπησε καί ἦλθε καί ἔζησε εἰς τήν ἰδικήν μας κατάστασι. Ἔζησε μέ τόν ἰδικόν μας κτιστόν καί ἐν πτώσει τρόπον διά νά ζήσωμεν ἐμεῖς μέ τόν τρόπο τοῦ Θεοῦ, τόν ἰδικόν Του.

Ὁ ἄνθρωπος ἔζη πρό τῆς πτώσεως φυλακισμένος εἰς τά ὅρια τοῦ κτιστοῦ καί τῆς πτώσεως οὐδεμίαν ἔχων ἐλπίδα ὑπερβάσεως αὐτῶν τῶν ὁρίων. Διό καί ἐβόα πρός τόν δυνάμενον σῶσαι: «Ἐξάγαγε ἐκ φυλακῆς τήν ψυχήν μου» (Ψαλμ. 142, 7) «Ἕνεκα τοῦ ὀνόματός σου ζωοποίησε με» (Ψαλμ. 143, 11). Ἔσχατα ἀξεπέραστα ὅρια διά τόν ἄνθρωπο πρό τῆς ἀναστάσεως τοῦ Ἱησοῦ Χριστοῦ ἦσαν πρῶτον ἡ ἁμαρτία καί δεύτερον ὁ θάνατος. Μεταξύ τῶν δύο τούτων ὑπάρχει σχέσις αἰτίου καί αἰτιατοῦ. Ἡ ἁμαρτία γεννᾶ, προκαλεῖ τόν θάνατον.

α- «Πάντες ἥμαρτον» (Ρωμ. γ´ 21).

Μέ αὐστηρότητα ἀλλά καί αὐτογνωσία ὁ Παῦλος θεολογεῖ, ὅτι «πάντες ἥμαρτον καί ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. γ´ 21). Νομίζει κανείς, ὅτι θρηνεῖ τό ἀνθρώπινο κατάντημα ὅταν γράφει: «Δέν ὑπάρχει δίκαιος οὔτε ἕνας· δέν ὑπάρχει κάποιος πού νά ἔχει σύνεσι· δέν ὑπάρχει κάποιος πού νά ἐκζητάει τόν Θεό. Ὅλοι παρεξέκλιναν, μαζί ἐξαχρειώθηκαν· δέν ὑπάρχει αὐτός πού πράττει τό ἀγαθό· δέν ὑπάρχει οὔτε ἕνας. Τό λαρύγγι τους εἶναι ἕνας ἀνοιγμένος τάφος· μέ τίς γλῶσσες τους μιλοῦσαν δόλια· δηλητήριο ἀπό ὀχιές ὑπάρχει κάτω ἀπό τά χείλη τους. Τῶν ὁποίων τό στόμα εἶναι γεμᾶτο ἀπό κατάρα καί πικρία. Τά πόδια τους εἶναι γρήγορα στό νά χύσουν αἷμα. Ἐρήμωση καί ταλαιπωρία εἶναι στούς δρόμους τους· καί δρόμον εἰρήνης δέν ἐγνώρισαν. Δέν ὑπάρχει ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ μπροστά στά μάτια τους» (Ρωμ. γ´ 10-18). Ὅλα αὐτά ἀποτελοῦν τραγικές διαπιστώσεις καί συνάμα τό παράπονο τοῦ Θεοῦ γιά ἐκείνους τούς ὁποίους ἐδημιούργησε «κατ᾿ εἰκόνα καί καθ᾿ ὁμοίωσιν» ἰδική του.

Κι ὅμως αὐτήν τήν εἰκόνα ἀνέτρεψεν ὁ ἐκλεκτός, ὁ Υἱός τῆς πατρικῆς εὐδοκίας, ὁ ἀγαπητός Υἱός, ὁ Μονογενής Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ. Αὐτός ἐνίκησε τήν ἁμαρτία καί ἔζησε ἀναμάρτητος.

Γεννήθηκε μέ ξεχωριστό τρόπο, ἀπό παρθένο μητέρα καί δέν ἔλαβε ἀπό τό παλαιό φύραμα τῆς ἀνθρωπότητος πού ἦταν ὑποδουλωμένο εἰς τήν ἁμαρτία. Τήν ἀναμαρτησία Του προκήρυξεν ὁ Ἡσαΐας: «Δέν ἔπραξε ἁμαρτία οὔτε εὑρέθη δόλος στό στόμα του» (νγ´ 9). Μέ θεϊκή παρρησία ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας ἀπεστόμωσε τούς ἀπιστοῦντες Ἰουδαίους ἐρωτῶν καί ἀφήσας ἀφώνους τούς συνομιλητές του «Ποιός ἀπό σᾶς μέ ἐλέγχει γιά ἁμαρτία; » (Ἰωάν. η´ 46) Καί οὐδείς ἠδυνήθη νά εἴπῃ λόγον. Κι ἀργότερα πάλιν ἐνώπιον τῶν Μαθητῶν Του πρίν κάτευθυνθεῖ εἰς τήν Γεθσημανῆ εἰς τό ὑπερῶον ἐξομολογήθηκε καί εἶπε: «Ἔρχεται ὁ ἄρχων τούτου τοῦ κόσμου, καί δέν ἔχει τίποτε μέσα σέ μένα» (Ἰωάν. ιδ´ 30). Ὁ Κύριος οὐ μόνον ἔζησε χωρίς νά ἁμαρτήσει ἀλλά καί ἐφήρμοσε ὅλες τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ «πληρώσας πᾶσαν δικαιοσύνην» (Ματθ. γ´ 15). Αὐτήν τήν μαρτυρίαν μᾶς ἔδωσαν οἱ αὐτόπτες καί αὐτήκοοι μάρτυρές Του οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι.

Βεβαίως ὅλα αὐτά ὁ Κύριος τά κατώρθωσεν ὡς ἄνθρωπος. Διότι ὡς ἄνθρωπος ἔπρεπε νά νικήσει τόν διάβολον, διά νά εἶναι ἡ νίκη Του μεγάλη, περιφανής, ἔνδοξος καί θεραπευτική δι᾿ ὅλους. Αὐτόν, τόν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν ὁ διάβολος δέν τόν ὑπεσκέλισε. Δέν ἠδυνήθη νά τοῦ ἀνακόψῃ τήν πορείαν Του πρός τόν Θεόν καί τόν θρόνον τοῦ Θεοῦ. Ἡττήθη καί κατηργήθη. Λαοί ἀγαλλιᾶσθε.

Β- «Ποιός ἄνθρωπος θά ζήσει, καί δέν θά δεῖ θάνατο; Ποιός θά λυτρώσει τήν ψυχή του ἀπό τό χέρι τοῦ ἅδη; (Ψαλμ. 88 (89) 48.

Ἡ ἀπάντησις εἰς τά ἐρωτήματα αὐτά τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι ΟΥΔΕΙΣ. Εἰς τήν Καινήν Διαθήκην ὑπάρχει διαφορετική ἀπάντησις. Εἰς τό πρῶτο ἐρώτημα, ἡ ἀπάντησις παραμένει οὐδείς. Εἰς τό δεύτερο ἡ ἀπάντησις εἶναι: Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός θά ἐλευθερώσει τήν ψυχή μας ἐξ ἅδου κατωτάτου. Ἐπειδή ὁ θάνατός Του ἦταν ἄδικος δέν μπόρεσε ὁ διάβολος νά κρατήσει εἰς τόν ἅδην τόν ἀρχηγόν τῆς ζωῆς. Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΗΤΑΝ ΑΔΙΚΟΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΝΟΜΟΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΠΕΙΔΗ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΗΤΑΝ ΑΝΑΜΑΡΤΗΤΟΣ. Ὡς ἀναμάρτητος δέν ὑπέκειτο εἰς τόν νόμον τοῦ θανάτου. Ὁ διάβολος ὅμως ἀπεθρασύνθη καί ἐπεδίωξε καί τόν δίκαιον νά συλλάβει εἰς τήν ἐξουσίαν. Διό καί ἠπατήθη καί πέπτωκεν «ὄθεν οὐκ ἔβλεπεν». Μόνος ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἐνίκησε τόν θάνατον διότι ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ προέβλεπε, ὅτι ὁ Θεός δέν θά ἐγκαταλείψει εἰς τόν ἅδην τήν ψυχήν τοῦ ὁσίου, κι οὔτε θά ἐπιτρέψει στό σῶμα του νά δεῖ διαφθορά, νά σαπίσει στόν τάφο. (Πράξ. β´ 27).

Ὁ ἀναστάς Ἰησοῦς Χριστός ἔγινε πρωτότοκος ἐκ τῶν νεκρῶν. Μέ αὐτήν τήν βεβαιότητα γράφει ὁ Παῦλος εἰς τήν Α´ Ἐπιστολήν πρός Θεσσαλονικεῖς: Ἄν πιστεύουμε ὅτι ὁ Ἰησοῦς πέθανε καί ἀναστήθηκε, ἔτσι καί ὁ Θεός, αὐτούς πού κοιμήθηκαν μέ πίστι στόν Ἰησοῦ, θά τούς φέρει μαζί Του (θά τούς ἀναστήσει) (δ´ 14). Ὁ ἴδιος Ἀπόστολος λύει τήν ἀπορία μας: Ἀφοῦ ὁ Θεός ἐνίκησε τόν θάνατο τότε ἐμεῖς γιατί συνεχίζουμε νά πεθαίνουμε; Μᾶς διδάσκει, ὅτι πεθαίνουμε διότι πρέπει μέ τήν διαδικασία τοῦ θανάτου νά ἀποβάλλουμε τήν θνητότητα καί ὑλικότητά μας. «Τελευταῖος ἐχθρός καταργεῖται ὁ θάνατος» (Α´ Κοριν. ιε´ 26). Κι αὐτό θά συμβεῖ μέ τήν ἔνδοξη Δευτέρα παρουσία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Τότε ὅλοι οἱ λυτρωμένοι ὑπό τοῦ Κυρίου θά φωνάξουν μέ δυνατή φωνή, ὡς φωνή ὑδάτων πολλῶν: «Θάνατε, ποῦ εἶναι τό κεντρί σου; Ἅδη ποῦ εἶναι ἡ νίκη σου; » Κι οἱ αἰῶνες θά ἀπαντήσουν: «Καταβροχθίσθηκε ὁ θάνατος μέ νίκη». (Α´ Κοριν. ιε´ 55, 54).

«Καί στόν Βασιλιά τῶν αἰώνων, τόν ἄφθαρτο, τόν ἀόρατο, τόν μόνο σοφό Θεό, εἴθε νά εἶναι τιμή καί δόξα στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν». (Α´ Τιμόθεον α´ 17).


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ